← Κύπρος

ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΚΥΛΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5324/2013, 24/11/2022

ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΚΥΛΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5324/2013, 24/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A386 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5324/2013 Μεταξύ: ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ Eνάγουσας και

  1. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΚΥΛΑ
  2. KAREN YANEIRY VARGAS Eναγομένων Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Παυλίδης για ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1: κ. Χ. Χριστοφόρου για ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2: καμία εμφάνιση. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που έχει υποστεί συνεπεία επίθεσης που έλαβε χώρα στις 29/07/2010 από τους Eναγόμενους 1 και 2 εις βάρος της Ενάγουσας. Περαιτέρω, αξιώνει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι κατά ή περί τις 29/07/2010, ενώ η Ενάγουσα βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διαμένει, οι Eναγόμενοι με πρόθεση, αναίτια και εντελώς απρόκλητα επιτέθηκαν στην Ενάγουσα χτυπώντας την στο κεφάλι και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματος της με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ο Eναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ο πρώην σύζυγος της Ενάγουσας και η Eναγόμενη 2 η σύζυγος του Eναγόμενου
  3. Περαιτέρω, η Ενάγουσα παραθέτει στην έκθεση απαίτησής της τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών τις οποίες είχε κατ' ισχυρισμό υποστεί οι οποίες συνίστανται σε: εκδορές και μώλωπες στο πρόσωπο και στο κεφάλι, εκδορά (7cm) και μώλωπας στον δεξί αντιβραχίονα, εκδορές σε όλα τα δάχτυλα του δεξιού χεριού, αιμάτωμα στο πίσω μέρος της αριστερής κνήμης, καρούμπαλο στο δεξιό μέρος του κεφαλιού. Παραθέτει επίσης λεπτομέρειες για τις ειδικές ζημιές που αξιώνει συνολικού ύψους €
  4. Στην αντίπερα όχθη, οι Eναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η Eναγόμενη 2 ήταν σύζυγος του Eναγόμενου 1 και πως ο Εναγόμενος 1 ήταν ο πρώην σύζυγος της Ενάγουσας και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 4 ετών που απέκτησαν μαζί με την Ενάγουσα. Κατά τα λοιπά, αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τις 29/07/2010 οι Eναγόμενοι βρίσκονταν στην είσοδο της πολυκατοικίας της Ενάγουσας με σκοπό ο Eναγόμενος 1 να παραλάβει το ανήλικο παιδί του. Η Ενάγουσα αδικαιολόγητα ή/και προκλητικά αρνήθηκε να δώσει το παιδί στον Εναγόμενο 1 και εντελώς εκδικητικά ή και από παθολογική ζήλια άρχισε να επιτίθεται εναντίον των Eναγόμενων. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της ήταν να προκαλέσει σοβαρές σωματικές βλάβες στον Εναγόμενο 1 από την δαγκωματιά που υπέστη από την Ενάγουσα στο αριστερό χέρι καθώς και στο σώμα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα από ζήλια ή/και εκδικητικότητα επιτέθηκε στην Eναγόμενη 2 προκαλώντας της εκδορές και άλλες ζημιές στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματός της. Οι Eναγόμενοι 1 και 2 επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς που τίθενται στην έκθεση Υπεράσπισης τους, ανταπαιτούν εναντίον της Ενάγουσας γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που έχουν κατ' ισχυρισμό υποστεί από την επίθεση της Ενάγουσας στις 29/07/2010 καθώς επίσης και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στο βαθμό που αυτοί δεν συνάδουν με την Έκθεση Απαίτησής της και ισχυρίζεται πως οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά και/ή πράξη της Ενάγουσας κατά των Εναγομένων 1 και 2 ήταν υπό καθεστώς αυτοάμυνας και προστασίας του εαυτού της και του ανήλικου τέκνου της. Για την πλευρά της Ενάγουσας έδωσαν στο Δικαστήριο μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες. Η πρώτη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η ίδια (ΜΕ1), δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Δρ. Ιωάννης Στεφάνου, καρδιολόγος στο Απολλώνειο Νοσοκομείο Λευκωσίας (ΜΕ 2), τρίτη μάρτυρας ήταν η Δρ. Αθηνά Καραϊσκάκη, παθολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (ΜΕ 3) και τέταρτη και τελευταία μάρτυρας η Δρ. Ερατώ Αντωνίου, βοηθός διευθυντή στο τμήμα Άμεσων Επειγόντων Περιστατικών (ΤΑΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (ΜΕ 4). Για την πλευρά του Eναγόμενου 1 έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΥ 1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε ότι αφορά την Εναγόμενη 2, το Δικαστήριο κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνήγορου που την εκπροσωπούσε, έδωσε άδεια σε αυτόν να αποσυρθεί από την εκπροσώπησή της και στη συνέχεια, ενόψει της μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο, η απαίτηση της Ενάγουσας σε σχέση με την Eναγόμενη 2 παρέμεινε για απόδειξη. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2, ενόψει της μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο, αυτή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της. Η Ενάγουσα (ΜΕ 1) κατάθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Α). Σε αυτήν επαναλαμβάνει αυτούσιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ως αυτοί έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών (Τεκμήριο 2

(1)- 2
(7)), οι οποίες όπως ανέφερε απεικονίζουν τις σωματικές βλάβες που είχε υποστεί κατά την επίδικη επίθεση. Κατά την κυρίως εξέτασή της, ανέφερε ότι τις φωτογραφίες αυτές τις έβγαλε ο Δρ. Στεφάνου (ΜΕ 2). Είπε πως το συμβάν έλαβε χώρα έξω από το ανσανσέρ της πολυκατοικίας. Ειδικότερα, εξήγησε ότι το συμβάν ξεκίνησε από την είσοδο της πολυκατοικίας και κατευθυνόμενη προς τα πίσω κόλλησε στον τοίχο όταν δεχόταν επίθεση. Είπε επίσης, πως η επίθεση ξεκίνησε από τον πρώην σύζυγό της και στη συνέχεια έλαβε μέρος και η πρώην σύζυγος του (δηλαδή ο Εναγόμενος 1 και η Eναγόμενη 2). Σε ότι αφορά το επίδικο συμβάν στις 29/07/10, ο πρώην σύζυγός της έπρεπε να πάρει το μωρό από το νηπιαγωγείο. Γύρω στη 13:00 έλαβε μήνυμα ότι το αυτοκίνητό του ήταν στον μηχανικό και δεν θα έπαιρνε το παιδί και πήγε αυτή στις 16:00 και παρέλαβε το παιδί από το νηπιαγωγείο και το πήρε στο σπίτι. Εν συνεχεία, την πήρε τηλέφωνο ο Εναγόμενος 1 εξαγριωμένος και άρχισε να φωνάζει που είναι το παιδί και τότε του είπε ότι το πήρε από το νηπιαγωγείο και το είχε σπίτι. Πρόσθεσε ότι είχε όλη την καλή θέληση να έρθει ο Eναγόμενος 1 να πάρει το παιδί και έτσι το ξύπνησε, το έντυσε, το πήρε αγκαλιά και κατέβηκε κάτω. Βγαίνοντας από το ανσανσέρ, στεκόταν στην είσοδο ο Eναγόμενος 1 ο οποίος ήταν σε μία έντονη κατάσταση και άρχισε να της φωνάζει σαν υστερικός λέγοντας της «φέρε το παιδί τώρα».[2] Η ίδια βλέποντας τον σε αυτήν την έξαλλη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, του είπε ότι δεν μπορούσε να του δώσει το παιδί σε αυτήν την κατάσταση αλλοφροσύνης που βρισκόταν και τότε την αγριοκοίταξε, σήκωσε το δεξί του πόδι και έκανε κίνηση και μόλις είδε ότι πάει να την χτυπήσει του είπε να μην τολμήσει γιατί θα καλέσει την Αστυνομία. Τότε, κατέβασε το πόδι του, δεν την χτύπησε εκείνην τη στιγμή και την άρπαξε από την μπλούζα και ενώ ήταν αντικριστά με το αριστερό του χέρι της τραβούσε την μπλούζα και με το δεξί τραβούσε τα πόδια του μωρού για να το πάρει και το παιδί άρχισε να ουρλιάζει και να διαμαρτύρεται ότι πονάνε τα πόδια του μέχρι που στο σημείο κατέφθασε και η Εναγόμενη 2 η οποία είπε στον Εναγόμενο 1 να φύγουν και με την Ενάγουσα να λέει στον Εναγόμενο 1 να την πάρει και να φύγει. Τότε, υπήρξε ένταση μεταξύ τους επειδή συνέχιζε να την προκαλεί ο Εναγόμενος 1 και η ίδια είπε στον Εναγόμενο 1 «πάρε την καριόλα σου και φύγε».[3] Εκείνην τη στιγμή, σύμφωνα με την Ενάγουσα «αρχίζει η γυναίκα του (δηλ. η Εναγόμενη 2) και αρχίζει ένας καταιγισμός κτυπημάτων στο κεφάλι μου.)[4]. Ερωτηθείσα από ποιον δέχτηκε τον καταιγισμό κτυπημάτων στο κεφάλι της ανέφερε από την Εναγόμενη 2. Όπως ανέφερε, στην αριστερή της πλευρά είχε τον Εναγόμενο 1 στη δεξιά την Eναγόμενη 2, αγκαλιά το μωρό, ένα χέρι και άλλα τέσσερα χέρια να αντιμετωπίσει. Η ίδια άρχισε να ζαλίζεται και να μην αντιλαμβάνεται τι γίνεται στον χώρο και άρχισε να πηγαίνει προς τα πίσω φθάνοντας στον τοίχο. Δέχθηκε χονδρικά γύρω στα 10-15 χτυπήματα στο κεφάλι. Ερωτηθείσα και πάλι να υποδείξει από ποιους δέχτηκε τα χτυπήματα ανέφερε και πάλι «στο κεφάλι από την πρώην σύζυγο του»[5] και συνέχισε στο ίδιο σημείο λέγοντας «.το μόνο που έκανα ασυναίσθητα ήταν να πιάσω και ότι είναι να δαγκώσω για να αρχίσουν να φεύγουν τα χέρια γιατί με το ένα μαχόμουν και όπως με χτυπούσε η γυναίκα του προσπαθούσα να αμυνθώ.»[6]. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι τις σωματικές βλάβες που φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 2
(1)- 2
(7)τις προκάλεσαν και οι δύο Eναγόμενοι. Όπως είπε, το πρώτο χτύπημα το δέχθηκε από τον Εναγόμενο 1 όταν την έπιασε από την μπλούζα, το δεύτερο ήταν η κίνηση να πιάσει τα πόδια του μωρού και μετά ήρθε και η Εναγόμενη 2 και την χτυπούσανε και οι δύο μαζί αλύπητα και με μανία. Ερωτηθείσα εκ νέου κατά την κυρίως εξέταση της για την κλωτσιά στο πόδι από τον Εναγόμενο 1 στην οποία αναφέρθηκε σε προηγούμενο σημείο της κυρίως εξέτασής της είπε πως δεν κατάλαβε κάτι εκείνη τη στιγμή και πως το μόνο που είδε ήταν ο μώλωπας. Αντεξεταζόμενη, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, ανέφερε ότι την χτυπούσαν και οι δύο μαζί στο κεφάλι αλύπητα αλλά με μεγαλύτερη μανία η Εναγόμενη 2. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2
(4)που αφορούσε το αιμάτωμα στο πίσω μέρος της αριστερής κνήμης, ανέφερε ότι αυτό είναι 100% σίγουρη ότι είναι από τον πρώην σύζυγό της. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της δέχτηκε ότι τραυμάτισε τον Εναγόμενο 1 αλλά αυτό το έκανε όπως ανέφερε αμυνόμενη λέγοντας ότι καθώς την χτυπούσαν ανελέητα και οι δύο στο πρόσωπο και στο κεφάλι με την ίδια να κρατά το παιδί με το αριστερό χέρι και έχοντας το δεξί ελεύθερο δάγκωσε για να ξεφορτωθεί χέρια. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι όταν η ίδια πήγε σπίτι και έκανε μπάνιο μετά την πρώτη εξέταση που της έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας άρχισε και έβλεπε και άλλα ευρήματα πάνω και έτσι πήγε ξανά για συμπληρωματική εξέταση. Ερωτηθείσα εάν εκτός από το δάγκωμα η ίδια προκάλεσε κάτι άλλο ανέφερε ότι τα υπόλοιπα έγιναν μεταξύ τους (δηλαδή μεταξύ του Εναγόμενου 1 και 2) μέσα στο αυτοκίνητο για να είναι πιο έντονα τα δικά τους ευρήματα. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Δρ. Ιωάννης Στεφάνου καρδιολόγος, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι η Ενάγουσα τον επισκέφθηκε στις 30/07/2010 στο Απολλώνειο Νοσοκομείο ζητώντας του να της βγάλει φωτογραφίες με μία φωτογραφική μηχανή που είχε η ίδια μαζί της. Αναγνώρισε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2
(1)- 2
(7)λέγοντας ότι τις έβγαλε με φωτογραφική μηχανή της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Ενάγουσα εκείνην τη μέρα ήταν αναστατωμένη, ότι οι τραυματισμοί της ήταν επιφανειακοί και ότι η άδεια ασθενείας που της έδωσε για τις 02/08/2010 ήταν γιατί δεν ήταν σε θέση να πάει στη δουλειά της. Αντεξεταζόμενος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ανέφερε ότι δεν είχε κάτι παθολογικό η Ενάγουσα και ότι απλώς δεν ήταν στην κατάλληλη ψυχική κατάσταση για να πάει στη δουλειά της τη συγκεκριμένη μέρα. Η τρίτη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η κα Αθήνα Καραϊσκάκη, η οποία κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 λέγοντας ότι οι διαπιστώσεις που εκεί καταγράφει είναι δικές τις. Ειδικότερα, στις 29/07/2010 και περί ώρα 18:30 εξέτασε την Ενάγουσα και διαπίστωσε ότι έφερε εκδορές στο πρόσωπο και στον βραχίονα δεξιά. Διαπίστωσε επίσης ότι έφερε καρούμπαλο στη βρεγματική χώρα δεξιά, ότι είχε άριστο επίπεδο συνείδησης, ότι νευρολογικά και αιμοδυναμικά ήταν κατά φύση, και ότι η κοιλιά και το αναπνευστικό ήταν επίσης κατά φύση. Αντεξεταζόμενη ερωτηθείσα για τις εκδορές, ανέφερε ότι οι εκδορές είναι κάτι επιπόλαιο και δεν είναι σοβαρό. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, η ίδια ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί το μέγεθος του καρούμπαλου που διαπίστωσε το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν θεωρήθηκε σοβαρό αλλά θεωρήθηκε επιπόλαιο διότι περιγράφει, όπως ανέφερε, ότι η νευρολογική εξέταση ήταν φυσιολογική. Σε ότι αφορά τον μώλωπα στην εκτατική επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου πλησίον του δεξιού αγκώνα, ανέφερε ότι η ίδια δεν τον περιγράφει στη δική της εξέταση και πως πιθανό να τον περιέγραφε αν της τον έδειχνε η Ενάγουσα. Σε ότι αφορά το αιμάτωμα στη μεσότητα της οπίσθιας αριστερής κνήμης τον οποίο επίσης διαπίστωσε η Δρ. Αντωνίου, η ίδια ανέφερε ότι προφανώς δεν τον είδε ή δεν της τον έδειξε η Ενάγουσα. Περαιτέρω, η ίδια ανέφερε ότι δεν είδε ούτε το οίδημα στην περιοχή του αριστερού κροταφο-ζυγωματικού προσώπου. Τέταρτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η Δρ. Ερατώ Αντωνίου βοηθός διευθυντής στο Τμήμα Άμεσων Επειγόντων Περιστατικών (ΤΑΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η ΜΕ 3 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Γ). Κατά την κυρίως εξέτασή της αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 και 5 λέγοντας ότι τα όσα εκεί καταγράφονται με τίτλο «επανεξέταση συμπληρωματική στις 30/07/2010 και ώρα 09:10» έχουν καταγραφεί από την ίδια. Ειδικότερα, προέβη σε επανεξέταση της Ενάγουσας στις 30/07/2020 και διαπίστωσε ερυθρό κυανό μώλωπα μεγέθους 3 επί 2 cm στην εκτατική επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου πλησίον του δεξιού αγκώνα, στρογγυλό ερυθρό κυανό μώλωπα διαμέτρου 2cm στη μεσότητα του δεξιού οπίσθιου βραχίονα, στρογγυλό ερυθρό αιμάτωμα διαμέτρου 3cm στη μεσότητα της αριστερής κνήμης, ήπιο οίδημα και ερυθρότητα στην περιοχή του αριστερού κροταφο-ζυγωματικού προσώπου και γραμμοειδή μώλωπες στην εκτατική επιφάνεια του δεξιού καρπού. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι κατά τη δική της εξέταση είχε υπόψη της τα ευρήματα της Δρ. Καραϊσκάκη τα οποία αναγράφονταν πιο πάνω στο Τεκμήριο
  1. Ακολούθως, ερωτηθείσα εάν γνωρίζει τον λόγο που η Δρ. Καραϊσκάκη (ΜΕ3) δεν τα κατάγραψε, ανέφερε ότι προφανώς δεν τα εντόπισε προσθέτοντας ότι συνήθως εξετάζουν τα σημεία τα οποία το ίδιο το άτομο αναφέρει χωρίς να επεκτείνονται σε άλλα σημεία τα οποία δεν αναφέρει το άτομο. Ο Eναγόμενος 1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Δ). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι σύμφωνα με διάταγμα του οικογενειακού Δικαστηρίου που καθόριζε την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο που έχει με την Ενάγουσα, η Ενάγουσα θα του παρέδιδε το παιδί στον τόπο διαμονής του που ήταν ο τόπος διαμονής της Ενάγουσας και ο ίδιος θα παρέδιδε το παιδί στον τόπο διαμονής του παιδιού. Είχαν συνεννοηθεί με την Ενάγουσα να παραλαμβάνει το παιδί από το νηπιαγωγείο η ώρα 16:00 και να το επιστρέφει στο διαμέρισμα της Ενάγουσας στις 21:
  2. Στις 29/07/2010 ανέφερε ότι είχε χαλάσει το αυτοκίνητό του και είχε συνεννοηθεί με την Eναγόμενη 2 να μεταβούν με το αυτοκίνητό της και τα δύο τους παιδιά για να παραλάβουν το ανήλικο παιδί του από το νηπιαγωγείο και μαζί τους ήταν επίσης και η πεθερά του, μητέρα της Eναγόμενης
  3. Όταν έφτασαν στο νηπιαγωγείο αναζήτησε το παιδί του αλλά δεν το βρήκε και τηλεφώνησε στην Ενάγουσα η οποία του ανέφερε ότι πήρε η ίδια το παιδί και να περάσει από το διαμέρισμά της να τον πάρει. Στη συνέχεια όταν έφθασε, η Ενάγουσα ήταν στην είσοδο της πολυκατοικίας και ο ίδιος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήρε το παιδί από το χέρι και ενώ το κρατούσε με το αριστερό του χέρι για να φύγουν κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο, η Ενάγουσα άρχισε να βρίζει τόσο τον ίδιο όσο και την Eναγόμενη 2 και φώναζε ότι δεν θα επιτρέψει το παιδί να πάει με την «πουτάνα μου»[7] αρχίζοντας να τραβάει το παιδί από το χέρι για να του το πάρει. Τότε το παιδί άρχισε να κλαίει και ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό πόνο πίσω στο αριστερό του χέρι σαν κάτι να τον δάγκωσε και κάτι σαν γδάρσιμο στην πλάτη και αυχένα με αποτέλεσμα να αφήσει το χέρι του παιδιού. Ενώ προσπαθούσε να καταλάβει τι έγινε είδε την Eναγόμενη 2 η οποία βγήκε από το αυτοκίνητο να τρέχει προς αυτόν με την Ενάγουσα να φωνάζει ότι δεν θα επιτρέψει το παιδί να πάει με την «πουτάνα μου» και τα «μπάσταρδά μου»[8] και τότε είδε την Ενάγουσα να επιτίθεται στην Eναγόμενη 2 και τις δύο γυναίκες να συμπλέκονται με το παιδί να κλαίει. Το επεισόδιο αυτό κράτησε σχεδόν 5 με 6 δευτερόλεπτα και ο ίδιος φώναξε δυνατά και σε έξαλλη κατάσταση να σταματήσουν και τράβηξε την Eναγόμενη 2 από το χέρι για να φύγουν και πρόσεξε ότι στο πρόσωπο και των δύο γυναικών υπήρχαν μικροεκδορές. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι ακολούθως πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας για να δώσουν κατάθεση όπου βρήκαν ήδη εκεί την Ενάγουσα η οποία μιλούσε με κάποιον άλλον αστυνομικό. Εκεί του έδωσαν ένα έντυπο και επισκέφθηκε τις πρώτες βοήθειες όπου του έκαναν αντιτετανικό ορό και του έδωσαν αντιβίωση για μία εβδομάδα καθώς και παυσίπονα. Την επόμενη μέρα ζήτησε από τη σύζυγό του να του βγάλει φωτογραφία στο αριστερό χέρι που τον δάγκωσε η Ενάγουσα την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7, όπως επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8
(1)και 8
(2)φωτογραφίες με τις εκδορές στο πρόσωπο της Eναγόμενης
  1. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε ότι η Ενάγουσα κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της λέγοντας ότι αυτό περπατούσε και ότι όταν πήρε το παιδί για να φύγουν, μόλις η Ενάγουσα συνειδητοποίησε και άλλα άτομα στο αυτοκίνητο και κυρίως την Eναγόμενη 2 που ήταν η πέτρα του σκανδάλου, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν ήθελε να της πάρει το παιδί και προσπάθησε να του το πάρει πίσω δαγκώνοντας τον για να του το πάρει με αποτέλεσμα ο ίδιος να αφήσει το παιδί. Στη συνέχεια, όπως ο ίδιος ανέφερε, η τότε σύζυγός του (Εναγόμενη 2) πανικοβλημένη ήρθε να δει τι συμβαίνει και μετά συνέχισε η Ενάγουσα και με εκείνην. Δεν δέχτηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα τον δάγκωσε στο χέρι επειδή βρισκόταν σε αυτοάμυνα λέγοντας «και μπορείτε να μου πείτε ένας που αμύνεται πως δαγκώνει από πίσω κάποιον;»[9] δείχνοντας το πίσω μέρος του αριστερού του μπράτσου όπου βρισκόταν η δαγκωματιά. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι τα έγγραφα σε σχέση με την εξέταση τόσο του ίδιου όσο και της Eναγόμενης 2 από γιατρό του νοσοκομείου στα οποία καταγράφηκαν τα όσα είχαν υποστεί, κατατέθηκαν στις δύο ποινικές υποθέσεις που υπήρχαν σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο στις οποίες ως ανέφερε έδωσαν μαρτυρία και οι γιατροί. Ο ίδιος ήταν ήσυχος ότι υπάρχουν τα έγγραφα στο γραφείο του προηγούμενου δικηγόρου του αλλά μετά τον ξαφνικό θάνατό του δυστυχώς δεν εντοπίστηκαν στο αρχείο του πρώην δικηγόρου του. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση που έχει εναντίον της Ενάγουσας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι αυτός δεν θα κινείτο σε αυτή την κατεύθυνση αν δεν είχε προκληθεί από την Ενάγουσα επειδή όπως ανέφερε τον ίδιο δεν τον τρέφουν οι δικαστικές διαμάχες. Όπως περαιτέρω ανέφερε, φυσικά θεωρούσε ότι ήταν θύμα της επίθεσης της Ενάγουσας αλλά δεν κινήθηκε πρώτος εναντίον της επειδή δεν είχε το κουράγιο και το οικονομικό σθένος να τρέχει από τη Λεμεσό στη Λευκωσία τη στιγμή που μεγάλωνε όπως ανέφερε 3 παιδιά και είχε πάρει και διαζύγιο στη συνέχεια (από την Εναγόμενη 2) με αποτέλεσμα αυτό που τον ενδιέφερε τότε ήταν να ηρεμήσει τα πράγματα τα οποία όμως δεν ηρέμησαν αφού μετά από 3 χρόνια πήρε αυτήν την απαίτηση, απαντώντας σε αυτή με την ανταπαίτηση του. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[10] Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[11] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[12] Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[13] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[14] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[15] Σε ότι αφορά τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[16] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[17] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[18], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[19] Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η ΜΕ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μέσω της μαρτυρίας της δεν έπεισε. Η ΜΕ1 περιέπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας ουσιαστικά τα λεγόμενα της και δεν ήταν σταθερή στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γενικότερη εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από αυτήν την μάρτυρα ήταν η έντονη προσπάθεια της να παρουσιάσει μία κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, η μαρτυρία της βρίθει αντιφάσεων και στερείται πειστικότητας και δίδω στη συνέχεια διάφορα ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αρχικά η εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει ότι ενώ είχε συνεννοηθεί με τον Εναγόμενο 1 ότι αυτός δεν θα παραλάμβανε το ανήλικο παιδί τους από το νηπιαγωγείο επειδή είχε πρόβλημα το αυτοκίνητο του εντούτοις αυτός την πήρε στη συνέχεια εξαγριωμένος και της φώναζε που είναι το παιδί δεν παρουσιάζεται λογική και πειστική. Δεν συνάδει με την κοινή λογική ότι ενώ, όπως η ίδια ανέφερε, είχαν συνεννοηθεί ότι δεν θα παραλάμβανε ο Εναγόμενος 1 το παιδί από το νηπιαγωγείο εντούτοις στη συνέχεια αυτός αναζητούσε το παιδί (που ήξερε σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της που ήταν αφού την ενημέρωσε ότι δεν θα το έπαιρνε από το νηπιαγωγείο) εξαγριωμένος και ότι του είπε ότι το έχει στο σπίτι ωσάν να μην το γνώριζε ο Εναγόμενος
  2. Έλλειψη πειστικότητας παρατηρήθηκε και στα όσα ανέφερε σε σχέση με το σημείο που κατέφθασε στην επίδικη σκηνή και η Εναγόμενη
  3. Ανέφερε αρχικά ότι όταν κατέφθασε στη σκηνή η Εναγόμενη 2 αυτή (δηλαδή η Εναγόμενη 2) είπε στον Εναγόμενο 1 να φύγουν με την ίδια την Ενάγουσα να λέει στον Εναγόμενο να την πάρει (δηλαδή την Εναγόμενη 2) και να φύγει. Ενώ λοιπόν η Ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι είχε επιθετικές ή απειλητικές διαθέσεις η Εναγόμενη 2 όταν κατέφθασε στη σκηνή με την Εναγόμενη 2 να καλεί τον Εναγόμενο 1 να φύγουν από εκεί, η Εναγόμενη 2 παρουσιάζεται από την Ενάγουσα να αρχίζει τότε τον κατ' ισχυρισμό καταιγισμό χτυπημάτων εναντίον της Ενάγουσας, που δεν συνάδει λογικά με τη συμπεριφορά που η ίδια απέδωσε στη Εναγόμενη 2, ήτοι ότι αυτή (η Εναγόμενη 2) όταν κατέφθασε στη σκηνή του έλεγε να φύγουν και τη στιγμή μάλιστα που η ίδια όπως ευθαρσώς δήλωσε αυτό το σκηνικό έγινε σε μερικά δευτερόλεπτα. Αντιφάσεις διαπιστώθηκαν και στις αναφορές της στις σωματικές βλάβες που κατ' ισχυρισμό είχε υποστεί. Ενώ ανέφερε αρχικά σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις ότι τα κτυπήματα στο κεφάλι τα δέχθηκε από την Εναγόμενη 2, στη συνέχεια, αντεξεταζόμενη διαφοροποίησε τη θέση της λέγοντας ότι την χτυπούσαν και οι δύο στο κεφάλι και μάλιστα αλύπητα. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την κατ' ισχυρισμό κλωτσιά στο αριστερό πόδι, ενώ αρχικά ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι την κλώτσησε ο εναγόμενος 1 στο πόδι, στη συνέχεια, σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης της όταν ερωτήθηκε εκ νέου για αυτό το ζήτημα, διαφοροποίησε και αναίρεσε τη θέση της επί τούτου λέγοντας ότι δεν είχε καταλάβει κάτι εκείνη τη στιγμή και απλώς είδε τον μώλωπα στο πόδι στη συνέχεια, για να την διαφοροποιήσει και πάλι κατά την αντεξέτασή της παρουσιάζοντας τον εαυτό της 100% βέβαιο ότι την κλώτσησε ο Εναγόμενος 1 στο πόδι. Ούτε οι αναφορές της ότι τη δαγκωματιά στον Εναγόμενο 1 την έκανε αμυνόμενη έπεισαν το Δικαστήριο. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε η δαγκωματιά ούτε το σημείο της δαγκωματιάς, ήτοι στο αριστερό πίσω μπράτσο του Εναγόμενου
  4. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν υπό ποιες περιστάσεις αυτή έλαβε χώρα με την Ενάγουσα να διατείνεται ότι ήταν στην προσπάθεια της να αμυνθεί. Αξιοσημείωτο και ενδεικτικό της ανειλικρίνειας της προς το Δικαστήριο ήταν το γεγονός ότι όταν αυτή αναφέρθηκε στη δαγκωματιά, ευθαρσώς δήλωσε ότι «.όπως με χτυπούσε η γυναίκα του προσπαθούσα να αμυνθώ.» χωρίς καμία αναφορά στον Εναγόμενο 1 κατά τη στιγμή της δαγκωματιάς. Πως γίνεται να προσπαθούσε να αμυνθεί από τα κτυπήματα που κατ' ισχυρισμό δεχόταν από την Εναγόμενη 2 αλλά να δάγκωσε το χέρι του Εναγόμενου 1; Ούτε και το σημείο της δαγκωματιάς όπως αυτή απεικονίζεται στο Τεκμήριο 7 και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε συνάδει ή υποστηρίζεται λογικά και πειστικά με τα όσα η ίδια προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και ειδικότερα με το που βρίσκονταν οι κατ' ισχυρισμό εμπλεκόμενοι κατά τη στιγμή της δαγκωματιάς. Ενώ όπως η ίδια είπε, κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της με το αριστερό χέρι έχοντας το δεξί ελεύθερο και ενώ είχε τον Εναγόμενο 1 στα αριστερά της (και μεταξύ τους να παρεμβάλλεται το παιδί που κρατούσε στην αγκαλιά της) και στα δεξιά της την Εναγόμενη 2 εντούτοις κατάφερε να πετύχει δαγκωματιά στο πίσω μπράτσο του αριστερού μάλιστα χεριού του Εναγόμενου 1 δήθεν αμυνόμενη. Ούτε και οι αναφορές της περί ανελέητων και αλύπητων κτυπημάτων έπεισαν το Δικαστήριο οι οποίες δεν φαίνεται να συνάδουν με την ιατρική μαρτυρία που η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε και το γεγονός ότι όπως προέκυψε από την ιατρική μαρτυρία που η ίδια παρουσίασε, ενώ δεν προκύπτει να της είχε συσταθεί οποιοσδήποτε επανέλεγχος ή επανεξέταση, η ίδια με δική της πρωτοβουλία πήγε εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για να υποβληθεί σε συμπληρωματική επανεξέταση όταν η ίδια αντιλήφθηκε την ύπαρξη κάποιων μώλωπων που δεν καταγράφηκαν στην αρχική της εξέταση χωρίς μάλιστα να της είχε συσταθεί οποιαδήποτε φαρμακευτική θεραπεία. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΕ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές και πειστικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και, επομένως, την απορρίπτω. Η μαρτυρία της ΜΕ1 συνολικά ορώμενη δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της εν λόγω μάρτυρος σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της ΜΕ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία τον ΜΕ2 αυτή γίνεται αποδεκτή αφού αυτός ουσιαστικά απλώς επιβεβαίωσε ότι έβγαλε τις φωτογραφίες τεκμήριο 2 κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε. Σε ότι αφορά τις ΜΕ3 και ΜΕ4, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αυτές ανέφεραν ως προς τα προσόντα τους καθώς και τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι έκαστη κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα της ως πραγματογνώμονας. Οι ΜΕ3 και 4 εξήγησαν τα όσα οι ίδιες διαπίστωσαν κατά την εξέταση της Ενάγουσας. Δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία τους η οποία γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΥ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε με σαφήνεια, πειστικότητα, σταθερότητα και συνεκτικότητα τα όσα διαμείφθηκαν κατά τη διάρκεια του επίδικου επεισοδίου ως αυτά συνοψίσθηκαν πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΥ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης να κλονίσει την αξιοπιστία του, ο ΜΥ1 υπήρξε σταθερός και ακλόνητος στην περιγραφή των όσων διαδραματίστηκαν το επίδικο απόγευμα όπως αυτά συνοψίσθηκαν από το Δικαστήριο κατά τη συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας του. Το είδος και θέση του τραυματισμού που δέχτηκε συνάδει απόλυτα με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε. Η μη προσκόμιση ιατρικού εγγράφου από μέρους του σε σχέση με την επίδικη δαγκωματιά στην οποία η πλευρά της Ενάγουσας έδωσε έμφαση κατά την αντεξέταση ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα και ουδόλως αποδυναμώνει τη θέση του Εναγόμενου 1 λαμβάνοντας υπόψη ότι η επίδικη δαγκωματιά ήταν παραδεκτή και αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν οι περιστάσεις υπό τις οποίες η Ενάγουσα επέφερε τη δαγκωματιά στον Εναγόμενο 1 τις οποίες ο Εναγόμενος 1 περιέγραψε με ειλικρίνεια, πειστικότητα και σταθερότητα, χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές. Υπήρξε σταθερός στη θέση του ότι όλα ξεκίνησαν από την Ενάγουσα η οποία αντιλαμβανόμενη την παρουσία της Εναγόμενης 2 όταν ο Εναγόμενος 1 πήγε να παραλάβει το παιδί του αρνήθηκε να αφήσει το παιδί να πάει μαζί τους. Ήταν επίσης ειλικρινής και σταθερός στη θέση του ότι της επίθεσης της Ενάγουσας εναντίον του ακολούθησε επίθεση της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 2 όταν η ίδια πανικοβλημένο κατέφθασε στη σκηνή για να δει τι συμβαίνει όπως επίσης ειλικρινής ήταν και στην αναφορά του ότι της επίθεσης της Ενάγουσα στην Εναγόμενη 2 ακολούθησε συμπλοκή μεταξύ των δύο γυναικών, κάτι άλλωστε συνάδει και εξηγεί και τα ευρήματα της Ενάγουσας όπως διαπιστώθηκαν από την ΜΕ3 και ΜΕ
  5. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν αξιόπιστη και συνεπώς, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της επίδικης διαφοράς είναι όπως τα έχει καταθέσει ο Εναγόμενος
  6. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της αποδεκτής μαρτυρίας του Ενάγοντα όπως την έχει παραθέσει το Δικαστήριο πιο πάνω συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση και ανταπαίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[20] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[21] Το αστικό αδίκημα της επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 26
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.» Στην Αγγλική απόφαση Letana v. Cooper
(1964)2 All E.R. 919, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την άσκηση βίας εναντίον προσώπου: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Όπως υποδεικνύεται, στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 93,το αστικό αδίκημα της Επίθεσης, όπως σκιαγραφείται στο άρθρο 26 του Κεφ. 148, περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινοδικαίου, της απειλής χρήσης βίας (assault) και της χρήσης βίας (battery). Στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα : (
  1. i)Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας (
  2. ii)Η ύπαρξη πρόθεσης (iii) Η έλλειψη συναίνεσης Όσον αφορά τη χρήση βίας (battery) αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά) είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Τέλος, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα αναφέρεται επίσης ότι για την επίθεση γενικά δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Περαιτέρω, το άρθρο 27 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σε oπoιαδήπoτε αγωγή πoυ εγείρεται για επίθεση συvιστά υπεράσπιση- (α) Τo ότι o εvαγόμεvoς εvέργησε για πρoστασία τoυ ιδίoυ ή άλλoυ πρoσώπoυ κατά της παράvoμης χρήσης βίας από τov εvάγovτα, και ότι εvεργώvτας με τov τρόπo αυτό δεv υπερέβηκε τo εύλoγα αvαγκαίo για αυτό και η ζημιά η oπoία πρoκλήθηκε στov εvάγovτα από τηv επίθεση δεv ήταv δυσαvάλoγη πρoς τη ζημιά τηv oπoία ζήτησε vα απoτρέψει͘» Όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στην παρούσα υπόθεση αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, εν προκειμένω η Ενάγουσα σε ότι αφορά την απαίτηση και οι Εναγόμενοι σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[22] Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Καθοδηγούμενη από τις αρχές που διέπουν τη νομική πτυχή του αστικού αδικήματος της επίθεσης και έχοντας κατά νου το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης ως αυτό διατυπώνεται στα ευρήματα στα οποία έχει προβεί το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα: Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της Ενάγουσας ως αναξιόπιστης και στη βάση της καλά εμπεδωμένης νομολογιακής αρχής ότι μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων [23] το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την απαίτηση της Ενάγουσας αφού η Ενάγουσα απέτυχε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που θα έκανε την πλάστιγγα να κλίνει υπέρ του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η αποδοχή της ιατρικής μαρτυρίας που αυτή παρουσίασε, ουδόλως διαφοροποιεί την κατάληξη αυτή αφού το Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστη την εκδοχή της ως προς το ότι ιατρικά ευρήματα ήταν συνεπεία επίθεσης που δέχθηκε από τους Εναγόμενους 1 και
  1. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα μέσω των ενεργειών της οι οποίες αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου έχει διαπράξει το αστικό αδίκημα της επίθεσης εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 και συνεπώς, ο Εναγόμενος 1 απέσεισε το σχετικό βάρος απόδειξης που έφερε στους ώμους του σε σχέση με την ανταπαίτηση του. Αποτελεί περαιτέρω θεμελιακή αρχή ότι η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση.[24] Στο σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, στις σελ. 99-100 αναφέρεται ότι και στο αδίκημα της επίθεσης όπως σε κάθε αστικό αδίκημα, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό (compensatory) χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. Επιπρόσθετα όμως το αστικό αδίκημα της επίθεσης παρέχει προστασία και έναντι της προσβολής προς το πρόσωπο του θύματος. Σχετικά διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμά McGregor on Damages, 20η έκδοση, 2018, παρ. 42-001, όπου αναφέρονται τα εξής: «In so far as an assault and battery results in physical injury to the claimant, the damages will be calculated as in any other action for personal injury. However, beyond this, the tort of assault affords protection from the insult which may arise from interference with the person. Thus a further head of damage is the injury to feelings, i.e. the indignity, mental suffering, disgrace and humiliation, that may be caused. Damages may thus be recovered by a claimant for an assault, with or without a technical battery, which has done him no physical injury at all. There may be a basic award of damages for the injury to the feelings and if the injury is aggravated by the defendant's conduct an additional award of aggravated damages or as with many court awards, the two can be run together » Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018 στην παρ. 15-139 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Damages in trespass Any trespass to the person, however slight, gives a right of action to recover at least nominal damages. The defendant may still be liable in trespass for all the consequences flowing from the tort whether or not those consequences are foreseeable. Even where there has been no physical injury, substantial damages may be awarded for indignity, discomfort, or inconvenience.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι σε υποθέσεις επίθεσης λαμβάνεται υπόψη πέραν του πόνου και της ταλαιπωρίας που προκαλούν οι τραυματισμοί, εάν υπάρχουν τέτοιοι, και ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκαλείται από τα αισθήματα ντροπής και εξευτελισμού που υφίσταται το θύμα ή από τη ψυχική αναστάτωση που προκαλείται σε αυτό. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες, λογικές και κοινωνικά αποδεκτές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα έτσι ώστε το ποσό της αποζημίωσης να είναι δίκαιο και εύλογο κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.[25] Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις, η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν, έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία της ανικανότητας.[26] Η αυξητική βεβαίως τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση.[27] Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα, αλλά και ως συγκριτικό όταν το Δικαστήριο ανατρέχει σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές θα μπορούσε να είναι βοηθητικές.[28] Περαιτέρω, προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση, γιατί κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης.[29] Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό στη Νομολογία, όταν οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα.[30] Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20η έκδοση (ανωτέρω) αλλά και στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα Δίκαιο & Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ 99, στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων, σε υποθέσεις επίθεσης, μπορούν να περιλαμβάνονται και επαυξημένες αποζημιώσεις για τη βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του Ενάγοντα.[31] Προχωρώ στη συνέχεια να καθορίσω το ποσό των αποζημιώσεων για τον Εναγόμενο
  2. Στην ΑΝΤΩΝΙΟΥ v. ΕΥΘΥΜΙΟΥ, 5 Ιουνίου, 2019, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 72/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο σε υπόθεση επίθεσης η οποία συνίστατο σε δυνατό σπρώξιμο του ενάγοντα ως αποτέλεσμα της οποίας ο ενάγων είχε υποστεί εκδορές, επικυρώθηκε το ποσό των €1.000 που είχε επιδικαστεί πρωτόδικα ως γενικές αποζημιώσεις και θεωρήθηκε ότι αυτό συνιστούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τις εκδορές γενικά που υπέστη ο ενάγων από την επίθεση και την βλάβη στα αισθήματα και αξιοπρέπεια του. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι το ποσό των €1.500 είναι εύλογο και δίκαιο για τον τραυματισμό, αναστάτωση, ταλαιπωρία και αγωνία που βίωσε ο Εναγόμενος 1 κατά τη διάρκεια της επίθεσης εις βάρος του καθώς και για τα αισθήματα ντροπής, ταπείνωσης και εξευτελισμού της τιμής και της αξιοπρέπειας του από την εις βάρος του επίθεση. Ο Εναγόμενος 1 δικογραφικά αξιώνει επίσης την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην Adrian Holdings Ltd ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.[32] Στην υπό κρίση υπόθεση, ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του Εναγόμενου 1 διαπιστώνω ότι δεν έχει προωθηθεί η αξίωση για επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων η οποία έχει ως εκ τούτου εγκαταλειφθεί. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι περιστάσεις διάπραξης του επίδικης επίθεσης δεν δικαιολογούν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι ακόμη και αν επρόκειτο για περίπτωση όπου θα ενδύκνειτο η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που λαμβάνεται σχετικά υπόψη, ώστε να μπορούν να προσδιορισθούν και να επιδικασθούν τέτοιες. Το ζήτημα του τόκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  1. Ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Ο χρόνος καταχώρισης της αγωγής σε σχέση με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος λαμβάνεται υπόψιν, και τυχόν καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται.[33] Στην υπό κρίση υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε την 29/7/2010, ενώ η ανταπαίτηση καταχωρίστηκε στις 22/10/
  2. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση της ανταπαίτησης σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως οι αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της ανταπαίτησης, ήτοι 22/10/
  3. Συνακόλουθα, η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 επιτυγχάνει. Επιδικάζονται προς όφελος του Εναγόμενου 1 και εναντίον της Ενάγουσας γενικές αποζημιώσεις ύψους €1.500 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της ανταπαίτησης, ήτοι 22/10/2013 μέχρι εξόφλησης. Η απαίτηση της Ενάγουσας αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, τα έξοδα της απαίτησης επιδικάζονται εις βάρος της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων 1 και
  4. Τα έξοδα της ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 επδικάζονται υπέρ του και εις βάρος της Ενάγουσας. Τα έξοδα της ανταπαίτησης της Εναγόμενης 2 η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης
  5. Τα πιο πάνω έξοδα θα είναι ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα, εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση, θα είναι περιορισμένα σε ένα κονδύλι εξόδων.[34] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. [2] Σελ. 12 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 23/2/
  2. [3] Σελ. 13 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 23/2/22 γραμμή
  3. [4] Σελ. 13 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 23/2/22 γραμμές 8 και
  4. [5] Σελ. 13 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 23/2/22 γραμμή
  5. [6] Σελ. 13 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 23/2/22 γραμμές 20-
  6. [7] Παράγραφος 7 του Εγγράφου Δ. [8] Παράγραφος 8 του Εγγράφου Δ. [9] Σελ. 27 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 4/3/22 (γραμμή 5). [10] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [11] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [12] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [13]Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [14] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [15] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [16]Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34. [17] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [18] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [19] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [20] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [21] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [22] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 [23] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157 [24] Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74. [25] Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Lankuntis v. Νικόλα
(2002)1Β Α.Α.Δ 1128, Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12.2.2014, ECLI:CY:AD:2014:A107, [26] Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74 - 75. [27] Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590 [28] Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029. [29] Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445. [30] Αντώνης Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Πτωχεύσαντος Λούη Αιμίλιου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339. [31] Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254. [32] Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και Άλλη ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789, Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952 [33] Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295, Ismail v. Αντωνίου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση 333/2009 ημερομηνίας 12.2.2014, Heavens Garden Waterpark Ltd v. Πελεντρίδης, Πολιτική Έφεση 150/2011, ημερομηνίας 22.3.2017 και Συκοπετρίτης v. Χριστοδούλου
(2004)1 ΑΑΔ 218), Fysco v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014 [34] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.