ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 471/2021, 7/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 471/2021 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτήτριας και
- ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ
- ΑΔΑΜΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
- ΘΑΝΟΥ ΘΑΝΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 7/10/2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Α. Β. Λοϊζίδου για ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Μιχαήλ για ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 5/7/2005 που εκδόθηκε υπέρ της και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση ως απόφασης Δικαστηρίου (εν τοις εφεξής «η Διαιτητική Απόφαση»). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Ανδρέου, πρώην λειτουργού ανάκτησης χρεών της Αιτήτριας και τώρα στην υπηρεσία της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (εν τοις εφεξής ο «Ανδρέου» και η «Ένορκη Δήλωση Ανδρέου»). Σύμφωνα με τον Ανδρέου, με τη Διαιτητική Απόφαση αποφασίστηκε όπως το ποσό των €7,893.87 ισάξιο με ΛΚ4.620,08 πλέον τόκο προς 7,50% ετησίως από 5/7/2005 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα €85,43 ισάξιο με ΛΚ 50 πληρωθούν αλληλέγγυα, μεταξύ άλλων, από τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και
- Περαιτέρω, στην Ένορκη Δήλωση Ανδρέου εξηγείται ότι στην Αιτήτρια περιήλθαν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού αριθμού συνεργατικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών. Οι λεπτομέρειες των συγχωνεύσεων, μετονομασιών και μεταβιβάσεων εργασιών σε σχέση με την Αιτήτρια περιλαμβάνονται παρατίθενται στις παραγράφους 6 - 11 της Ένορκης Δήλωσης Ανδρέου. Ο Ανδρέου επίσης, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων σε σχέση με τις ρηθείσες αλλαγές. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2.[1] Σύμφωνα με τον Ανδρέου, η Αιτήτρια αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με τις διάφορες συνεργατικές εταιρείες στις οποίες λεπτομερώς αναφέρεται, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των συμβατικών, νομικών και άλλων δικαιωμάτων που αναφέρονται στη Διαιτητική Απόφαση. Σε ότι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε σε αυτούς με ιδιώτη επιδότη με τον Ανδρέου να καταθέτει ως Τεκμήριο 3 τις σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει σύμφωνα με τον Ανδρέου εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της στους Καθ' ων η Αίτηση και έχει καταστεί τελεσίδικη. Ο Καθ' ου η Αίτηση 3, παρά την προς αυτόν επίδοση της υπό κρίση Αίτησης δεν εμφανίστηκε και στις 22/2/22 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης σε σχέση με αυτόν. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρισαν στις 12/4/22 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας 4 λόγους ένστασης (εν τοις εφεξής η «Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2»). Συνοπτικά, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση επειδή δεν ήταν διάδικος στη Διαιτητική Απόφαση, το δικαίωμα για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης έχει παραγραφεί, η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Η Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 (εν τοις εφεξής ο «Στεφανίδης» και η «Ένορκη Δήλωση Στεφανίδη»). Ο Στεφανίδης επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Επιπρόσθετα, λέγει ότι η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης σε αυτούς δεν έγινε μόνο το 2021 που ισχυρίζεται ο Ανδρέου αλλά και περί το τέλος του 2005 όταν εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση. Περαιτέρω, προς υποστήριξη της θέσης που προβάλλεται για απόκρυψη, ο Στεφανίδης λέγει ότι μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης αποστάληκε σε όλους τους εγγυητές και τον πρωτοφειλέτη επιστολή τερματισμού την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε να αντεξετάσει. Συνεπώς, το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985 (εν τοις εφεξής «ο Νόμος») διαφορές πιστωτικών ιδρυμάτων και μελών ή οφειλετών παραπέμπονται στον Έφορο ο οποίος επιχειρεί συνδιαλλαγή (άρθρο 52
(2)(α) του Νόμου) ή τις παραπέμπει σε διαιτησία (άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου). Σε περίπτωση που η διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι μια ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης (άρθρο 52
(4)του Νόμου). Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου (άρθρο 52
(5)του Νόμου). Σύμφωνα με τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο, σε αίτηση ως η παρούσα, περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52 του Νόμου και δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξετασθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου. Στην Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1Α ΑΑΔ 707 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της υπό κρίση Αίτησης και το εύρος της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιας φύσεως αιτήσεων: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, 831 διευκρινίστηκε ότι η απόφαση του Διαιτητή δεν είναι αντικείμενο της διαδικασίας για την εγγραφή της στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Π.Ε. 87/11, ημερομηνίας 20.6.2014 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Στην Παπαγεωργίου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς Πολιτική Έφεση 192/2013, 19/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:A327 το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας: «Το σχετικό άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αρ. 22/85, προνοεί ότι εάν η απόφαση του διαιτητή με βάση το εδάφιο
(2)δεν εφεσιβληθεί συμφώνως του εδαφίου
(4), τότε η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ως να ήταν απόφαση Δικαστηρίου είναι τυπική. Αποτελεί ζήτημα τύπου η διαδικασία από την άποψη ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε θα πρέπει να καταχωρηθεί στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως να ήταν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου για να δυνηθεί ο πιστωτής να προχωρήσει με την εκτέλεση της. Λέχθηκε επίσης ότι η αίτηση προς εγγραφή και εκτέλεση επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο για να προβάλει, εάν επιθυμεί, ένσταση με αναφορά, όμως, μόνο στο επίδικο θέμα της αίτησης, της προώθησης, δηλαδή, της εγγραφής και εκτέλεσης της. Τα ίδια λέχθηκαν και στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Πίκολου ν. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707. Επιβεβαιώθηκε εκεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την εν λόγω διαδικασία δεν ελέγχει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή παρά μόνο δίδεται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, η ευχέρεια να προβάλει ο,τιδήποτε έχει σχέση με τις προϋποθέσεις εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης. Αυτό διότι βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο ότι αυτή φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε δεόντως στον οφειλέτη. . Η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης που τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52
(5), δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.» Σημειώνω εδώ ότι οι πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στον οποίο γίνεται αναφορά στη νομική βάση της αίτησης, δεν τυγχάνουν εφαρμογής αφού η παραπομπή δεν γίνεται στα πλαίσια αυτού του νόμου.[4] Η ουσιαστική δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση Αίτησης είναι το άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85) το οποίο έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης και που προνοεί τα ακόλουθα: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτή εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο καμία αρμοδιότητα έχει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς που παραπέμφθηκε σε διαιτησία, ούτε και να αναθεωρήσει την απόφαση του διαιτητή. Πρέπει να περιοριστεί στην εξέταση θεμάτων που αφορούν την προώθηση της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή της. Τέτοια θέματα μπορούν να εγερθούν και να εξεταστούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει εάν η διαιτητική απόφαση που επιδιώκεται να εγγραφεί φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, κατά πόσο αυτή γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα εναντίον του οποίου ή των οποίων στρέφεται καθώς και ότι έχει εκπνεύσει η περίοδος των 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στους ενδιαφερόμενους χωρίς να υποβληθεί έφεση.[5] Στην προκείμενη περίπτωση η Διαιτητική Απόφαση Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση Ανδρέου περιλαμβάνει τους διάδικους, τις λεπτομέρειες του σχετικού γραμματίου, το οφειλόμενο ποσό, τα έξοδα και την ημερομηνία έκδοσης της. Καταγράφονται επίσης το όνομα του πρωτοφειλέτη καθώς και τα ονόματα των εγγυητών. Οι Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση είναι εγγυητές και η ιδιότητα τους αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Υπογράφεται επίσης από τον Διαιτητή. Αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η ειδοποίηση για τη διαιτησία επιδόθηκε στον Πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές και ότι ο Πρωτοφειλέτης παρουσιάστηκε και παραδέχτηκε το χρέος του. Ως προς το λεκτικό της απόφασης του διαιτητή, δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αδυναμίες στο λεκτικό της απόφασης, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Είναι σαφές ότι η διαδικασία και απόφαση αφορά και αναφέρεται στους Καθ' ων η Αίτηση ως εγγυητές, σαφές είναι και το ποσό που οι Καθ' ων η Αίτηση καλούνται μέσω της απόφασης να πληρώσουν, ασφαλώς, σε εκείνους που το απαιτούν, ήτοι την Αιτήτρια. Η υποχρέωση σαφώς προκύπτει να είναι άμεση με τους Καθ' ων η Αίτηση να οφείλουν να καταβάλουν το ρηθέν ποσό αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον πρωτοφειλέτη και όλους τους εγγυητές. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση της Διαιτητικής Απόφασης και δεν εφεσίβαλαν αυτήν, με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση να έχει καταστεί τελική απόφαση. Καταληκτικά, η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι η Διαιτητική Απόφαση εμπεριέχει όλα εκείνα τα αναγκαία χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τρόπο σύνταξης και δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης περί έλλειψης νομιμοποίησης της Αιτήτριας να προωθεί την υπό κρίση Αίτηση αυτός κρίνεται αβάσιμος. Ο Ανδρέου, εκ μέρους της Αιτήτριας, εξήγησε με πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών στην οποία διατηρείτο το γραμμάτιο που οδήγησε στην έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, μεταφέρθηκαν στην Αιτήτρια, μεταξύ των οποίων και η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, παραθέτοντας προς τούτο σχετικά έγγραφα. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των συγχωνεύσεων, μετονομασιών και μεταβιβάσεων εργασιών στην Αιτήτρια στις οποίες αναφέρθηκε με επάρκεια ο Ανδρέου, γεγονότα τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Αιτήτρια ανέλαβε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Διαιτητική Απόφαση, γεγονός που την νομιμοποιεί να προωθεί την υπό κρίση Αίτηση. Απορριπτέος κρίνεται και ο λόγος ένστασης περί απόκρυψης στοιχείων. Η εισήγηση εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό αποστολή επιστολής τερματισμού μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης η οποία δεν αποκαλύφθηκε από την Αιτήτρια. Ακόμα και να αποστάληκε τέτοια επιστολή, γεγονός που είναι αδιαμφησβήτητα παράδοξο ενόψει της έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης, δεν έχει καταδειχθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση η σχετικότητα αυτού του γεγονότος με τα επίδικα στην υπό κρίση Αίτηση θέματα. Ούτε προβλήθηκε ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα με την τελεσιδικία της Διαιτητικής Απόφασης ενόψει της ρηθείσας επιστολής. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης που συναρτάται με το ζήτημα της παραγραφής και ειδικότερα την εισήγηση ότι το δικαίωμα για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης έχει παραγραφεί, οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση προς υποστήριξη της θέσης τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε απόφαση που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο στην υπόθεση ΜΑΡΙΑ Π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ν. Ελευθερίου, Γενική Αίτηση: 474/2019, 29/10/2020, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου η οποία πιστοποίησε οφειλόμενη αμοιβή από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια για διάφορες εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που η Αιτήτρια προσέφερε στην Καθ' ης η Αίτηση. Είχε τεθεί και σε εκείνη την υπόθεση ζήτημα παραγραφής. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης το σκεπτικό της απόφασης ημερομηνίας 29/10/2020 στην οποία αναφέρομαι πιο πάνω. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος της ρηθείσας απόφασης: «Το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να εξετάσει κατά προτεραιότητα τον λόγο ένστασης που αφορά την παραγραφή εφόσον το θέμα αυτό άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπό κρίση Αίτηση (βλ. Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551 και Νεοφύτου v. Malak κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018). Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 29/11/2019 και είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο η «απαίτηση» ή το «δικαίωμα εγγραφής» όπως το θέτει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση έχει ή όχι παραγραφεί (βλ. Χαραλαμπίδης v. Louis Hotels Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, ημερ. 4 Οκτωβρίου 2019: «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος», Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) όπου λέχθηκε ότι είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» και επίσης Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Στις 29/11/2019 λοιπόν που καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση, στην κυπριακή έννομη τάξη είχε ήδη εισαχθεί ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(I)/2012) (στο εξής ο «Νόμος»), ο οποίος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού άρθρου 28. Στις 23/12/15 θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος ουσιαστικά «μηδένισε το χρόνο» για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε στο άρθρο 3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι έκτοτε θα θεωρείτο ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της, όπως αυτή υποστηρίχθηκε στην γραπτή της αγόρευση, ότι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ο Νόμος επειδή, όπως τέθηκε από την ίδια στην αγόρευση της, η υπό εξέταση διαδικασία δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών. Είναι προφανές ότι η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του Νόμου καθώς και στο τρόπο που αυτές τυγχάνουν ερμηνείας. Και εξηγώ. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου (άρθρο 2) ο όρος αγωγή ορίζεται ως ακολούθως: «αγωγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Δικαστηρίων Νόμο και περιλαμβάνει ανταπαίτηση∙ Στον Περί Δικαστηρίων Νόμο τoυ 1960 (14/1960), στον οποίο ρητά παραπέμπει το εν λόγω άρθρο συναντούμε στις ερμηνευτικές διατάξεις τον ακόλουθο ορισμό της αγωγής: "αγωγή" σημαίvει πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ. Το άρθρο 7
(2)του Νόμου στις πρόνοιες του οποίου φαίνεται να στηρίζει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση τη θέση της περί παραγραφής της «απαίτησης» και του «δικαιώματος εγγραφής», όπως η ίδια το θέτει, αναφέρει τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Όσον αφορά τον όρο «βάση της αγωγής» που καθορίζεται ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου αναφέρονται τα ακόλουθα: «βάση της αγωγής» σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή∙ Είναι γεγονός ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια στον Νόμο σε σχέση με την περίπτωση εγγραφής μίας απόφασης όπως για παράδειγμα εντοπίζεται στην Αγγλία, όπου στην αντίστοιχη νομοθεσία που είναι το Limitation Act 1980, στο άρθρο 7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "An action to enforce an award, where the submission is not by instrument under seal, shall not be brought after the expiration of 6 years from the date on which the cause of action accrued." Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ σε μία απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση National Ability SA - and - Tinna Oils & Chemicals Ltd [2009] EWCA Civ 1330, στην τέθηκε ζήτημα παραγραφής στο στάδιο όπου είχε γίνει αίτηση για εγγραφή μίας διαιτητικής απόφασης. Συγκεκριμένα, είχε εγερθεί το κατά πόσο μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 7 του Limitation Act 1980 στο πλαίσιο της αίτησης για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η απάντηση στο ερώτημα ήταν καταφατική. Το Εφετείο αναφέρθηκε στην ύπαρξη των δύο διαδικασιών που υπάρχουν στην Αγγλία σε σχέση με την εκτέλεση μίας διαιτητικής απόφασης, εξηγώντας ότι ο ένας τρόπος ο οποίος δεν χρησιμοποιείται συχνά είναι αυτός της καταχώρισης αγωγής και ο άλλος, ο οποίος είναι συχνότερος και πιο διαδεδομένος, είναι αυτός της καταχώρισης αίτησης ζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου για την εκτέλεση της απόφασης με τον ίδιο τρόπο που εκτελείται μία απόφαση Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Arbitration Act 1950[6] και το 66[7] του Arbitration Act
- Το Εφετείο στη συνέχεια προέβη σε ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 7 του Limitation Act 1980 σε συνάρτηση με τις ερμηνευτικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετήματος σε σχέση με τον ορισμό της αγωγής[8], ο οποίος προσομοιάζει με τον ορισμό που δίδεται στον όρο Αγωγή στον δικό μας Νόμο και κατέληξε ότι η αίτηση για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 7 Limitation Act 1980 και επομένως εφόσον είχε καταχωριστεί μετά την πάροδο της χρονικής προθεσμίας των 6 ετών από την ημέρα που προέκυψε η βάση της αγωγής (με αναφορά στο χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί η διαιτητική απόφαση)[9] υπόκειτο σε παραγραφή και δεν μπορούσε να εγκριθεί. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα στην παράγραφο 9 της εν λόγω απόφασης: 9.As an application under s.26 of the 1950 Act is clearly a proceeding in a court of law, it would at first sight appear to follow, as a matter of ordinary English, that an application under s.26 is an "action to enforce an award" within the meaning of s.7 of the Limitation Act. Certainly that has always been assumed to be the case. For example in Good Challenger Navegante S.A. v Metalexportimport S.A. [2003] EWCA Civ 1668, Clarke LJ (as he then was) recorded that it was common ground that when an ex parte application for leave was made under s.26, that was an action brought for the purposes of s.7 of the Limitation Act 1980; that was because such an application was an alternative to proceeding by way of writ or originating summons. It would make little sense for the period to be different, given that both were a means of enforcing an award. That same assumption was the basis on which a number of other decisions proceeded, including Agromet Motoimport v Maulden Engineering Co (Beds) [1985] 1 WLR 962 and International Bulk Shipping and Services Ltd v Minerals and Metals Trading Corporation [1996] 2 Lloyds Rep
- (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επανέρχομαι στις πρόνοιες της δικής μας νομοθεσίας όπου στο άρθρο 4 του Νόμου γίνεται αναφορά σε γενικό χρόνο παραγραφής και αναφέρονται τα ακόλουθα: Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε οποιονδήποτε νόμο, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο δέκα ετών αφότου συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Στην υπό εξέταση περίπτωση, τυγχάνει, κατά την κρίση μου, εφαρμογής το άρθρο 4 του Νόμου και όχι το άρθρο 7
(2)του Νόμου όπως εισηγείται η πλευρά της Καθ' ης η Αίτησης το οποίο κάνει αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση που είναι αυτή της σύμβασης ή οιονεί σύμβασης. Εν προκειμένω, έχει ληφθεί διάβημα μέσω μίας γενικής Αίτησης η οποία εμπίπτει στον ορισμό της «αγωγής» ως αυτός παρατίθεται πιο πάνω και από τη στιγμή που δεν υπάρχει αναφορά στον Νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση της εγγραφής απόφασης (η οποία, σύμφωνα με τους Κανονισμούς, υπέχει θέση διαιτητικής απόφασης), όπως υπάρχει για παράδειγμα στην Αγγλία, κρίνω ότι εφαρμόζεται υπό τις περιστάσεις, ο γενικός χρόνος παραγραφής ο οποίος καθορίζεται στα δέκα έτη από τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής.» Όπως ήταν και η κατάληξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Αντωνίου (ανωτέρω), μπορούν μεν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (66(I)/2012) (στο εξής ο «Νόμος»), ο οποίος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού άρθρου 28 και ο οποίος είχε εισαχθεί στην Κυπριακή έννομη τάξη κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, και πιο συγκεκριμένα ο γενικός χρόνος παραγραφής που προνοείται στο άρθρο 4 του Νόμου πλην όμως, όπως και στην υπόθεση Αντωνίου (ανωτέρω) έτσι και στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παραγραφής για τον εξής λόγο: Στις 23/12/15 θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος ουσιαστικά «μηδένισε τον χρόνο» για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε στο άρθρο 3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι έκτοτε θα θεωρείτο ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Ενόψει του ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1/1/2016, καθίσταται σαφές ότι δεν έχουν παρέλθει τα δέκα έτη που αναφέρονται στο άρθρο 4 του Νόμου. Υπό το φως των ανωτέρω, ο σχετικός λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη επειδή έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985, ο λόγος αυτός πέραν του ότι ουδόλως εξειδικεύθηκε, δεν προωθήθηκε και έχει ως εκ τούτου εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό Α της Αίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική είναι η παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. [2] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Παπαγεωργίου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς Πολιτική Έφεση 192/2013, 19/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:A327 [5] Βλ. επίσης Χριστοφή ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών
(2014)1Β ΑΑΔ 1183, 1190 - 1191, ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ-ΑΝΑΓΥΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 92/14, 22/4/2021, ΠΑΡΑΣΧΟΥ v. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 93/14, 22/4/2021 [6] s.26
(1)"An award on an arbitration agreement may, by leave of the High Court or a judge thereof, be enforced in the same manner as a judgment or order to the same effect, and where leave is so given, judgment may be entered in terms of the award." [7] S.66 of the Arbitration Act 1996: "
(1)An award made by the tribunal pursuant to an arbitration agreement may, by leave of the court, be enforced in the same manner as a judgment or order of the court to the same effect.
(2)Where leave is so given, judgment may be entered in terms of the award." [8] S. 38 of the Limitation Act: ""Action" includes any proceeding in a court of law, including an ecclesiastical ]court." [9] Παράγραφος 4 της απόφασης: «4.The limitation period for an action on the award, as it is founded on the implied promise to pay, runs from the time the award should have been paid. Clearly more than six years had elapsed and so if the limitation provision of s.6 applied, then the claim was plainly time barred.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο