CAC CORAL LIMITED ν. Η. Α. κ.α., Αρ. Αγωγής: 4377/2013, 6/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A390 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4377/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED Eνάγουσας και
- Η. Α.
- Γ. Α. Eναγομένων Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Χ. Ηλιοφώτου για ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Π. Πιερίδης για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Eναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό ύψους €20.741,37 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς και εγγύησης ημερομηνίας 03/02/2009 πλέον τόκο. Περαιτέρω, αξιώνεται η έκδοση διατάγματος παράδοσης του αυτοκινήτου που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς ως επίσης και διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται η διά δημόσιου πλειστηριασμού πώληση του αυτοκινήτου. Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος πώλησης ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 1 προς ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι, δυνάμει γραπτής σύμβασης και/ή συμφωνίας ενοικιαγοράς που έγινε στη Λευκωσία στις 03/02/2009 μεταξύ της Ενάγουσας και της Eναγόμενης 1 συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα εκμισθώσει στην Eναγόμενη 1 υπό την εγγύηση του Eναγόμενου 2 και υπό όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς (option to purchase) ένα όχημα έναντι τιμήματος ενοικιαγοράς ύψους €23.000 πλέον €7.475,20 ως δικαίωμα ενοικιαγοράς και €19,65 δικαίωμα αγοράς, πληρωτέων υπό της Eναγόμενης 1 στην Ενάγουσα σε 60 τακτικές και ίσες μηνιαίες δόσεις από €507,92 η κάθε μία. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι η Eναγόμενη 1 έλαβε κατοχή του επίδικου αυτοκινήτου δυνάμει της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς. Η ακριβής και τακτική πληρωμή κάθε μηνιαίας δόσης ήταν, κατά τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ουσιώδης όρος της συμφωνίας και αν η Eναγόμενη 1 παρέλειπε να πληρώσει, η Ενάγουσα θα είχε το απόλυτο δικαίωμα να τερματίσει την επίδικη συμφωνία και θα δικαιούτο σε άμεση κατοχή του επίδικου αυτοκινήτου. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την τήρηση των όρων της επίδικης σύμβασης. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η Eναγόμενη 1 πλήρωσε τις δόσεις μέχρι 03/11/2010 και μέρος της δόσης ημερομηνίας 03/12/2010 συνολικού ύψους €11.106,75 πλέον €839,56 έναντι τόκων καθυστερήσεων και παρέλειψε να πληρώσει μέρος της δόσης που ήταν πληρωτέα στις 03/12/2010 και όλες τις δόσεις από 03/01/11 μέχρι 03/07/12, ήτοι συνολικό ποσό €10.225,89 πλέον τόκους καθυστερήσεων προς 11% ετησίως για κάθε καθυστερημένη δόση από τη στιγμή που αυτή κατέστη πληρωτέα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω, δικογραφείται ότι προς εξασφάλιση και εγγύηση όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε προς όφελος της Ενάγουσας ακίνητη ιδιοκτησία, οι λεπτομέρειες της οποίας παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης για το ποσό των €120.
- Στις 02/08/2012 η Ενάγουσα με επιστολή της προς την Eναγόμενη 1 και κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2 τερμάτισε την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς και κάλεσε την Eναγόμενη 1 να πληρώσει τα καθυστερημένα ποσά πλην όμως αυτή παρέλειψε να το πράξει κατακρατώντας παράνομα το επίδικο όχημα και παραβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς. Στην αντίπερα όχθη, οι Eναγόμενοι 1 και 2 στην έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπέγραψαν οποιανδήποτε συμφωνία σε σχέση με τις επίδικες οφειλές. Άνευ βλάβης αυτής τους της θέσης, ισχυρίζονται ότι ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι είχε υπογράφει οποιαδήποτε συμφωνία και/ή συμφωνία ενοικιαγοράς αυτή είναι άκυρη και/ή παράνομη, καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε και/ή εξήγησε στους Εναγόμενους 1 και 2 το κείμενο και/ή όρους της συμφωνίας. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε και/ή συμφώνησε σε οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης και πως ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης, αυτό δεν εξασφάλιζε την επίδικη συμφωνία και/ή ήταν άκυρο και στερούμενου οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε πληροφόρησε και/ή επεξήγησε στον Eναγόμενο 2 το περιεχόμενο και/ή τους όρους της συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω, η Eναγόμενη 1 αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε σχέση με την κατάρτιση υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας. Οι Eναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε ειδοποίηση ή επιστολή τερματισμού και ουδέποτε η Ενάγουσα τους όχλησε για καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Χωρίς επηρεασμό των ισχυρισμών τους, ισχυρίζονται ότι το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα υπόλοιπο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή προκύπτει από χρεώσεις που έγιναν παράνομα και/ή αντικανονικά. Για την πλευρά της Ενάγουσας έδωσε στο Δικαστήριο μαρτυρία ένας μάρτυρας, ο κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου πρώην εργοδοτούμενος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και νυν συνεργάτης της Ενάγουσας (ΜΕ1). Για την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν η Eναγόμενη 1 (ΜΥ1), ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Μάριος Μαρκίδης, γραφολόγος (ΜΥ2) και ο τρίτος και τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. Νίκος Γερούδης, υπάλληλος του Υπουργείου Υγείας (ΜΥ3). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α). Όπως ανέφερε ο ίδιος, αυτή τη στιγμή προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ενάγουσα ως συνεργάτης, ενώ ήταν εργοδοτούμενος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Κατά την κυρίως εξέταση του επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως αυτοί έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πρόσθεσε ότι η προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και η επίδικη εγγύηση του Εναγομένου 2 καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ βάσει αυτής, έχουν μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 τα σχετικά έγγραφα σε σχέση με τη ρηθείσα μεταβίβαση, ήτοι σχετικές ειδοποιήσεις και επιστολές για το γεγονός της μεταβίβασης και διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη γενική αίτηση υπ' αριθμό 947/18 δυνάμει του οποίου επικυρώθηκε σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή του τον σχετικό φάκελο και τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα και συνεχίζει να τα έχει στην κατοχή του. Περαιτέρω, παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο εγγράφου υποθήκης, ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς, ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο γραπτής δήλωσης εγγυητή, ως Τεκμήριο 10 δέσμη επιστολών της Ενάγουσας προς τους Eναγομένους, ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο επιστολής τερματισμού της και ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όλα τα πρωτότυπα έγγραφα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση βρίσκονται υπό τη φύλαξη τρίτης εταιρείας επ' ονόματι Iron Mountain η οποία τα φυλάττει λόγω έλλειψης χώρου της Ενάγουσας αλλά και για σκοπούς ασφάλειας των εγγράφων με την Ενάγουσα να διατηρεί αντίγραφα των εγγράφων. Ερωτηθείς εάν ο ίδιος ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 8 (δηλ. της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς) ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη χορήγηση επειδή αφορούσε άλλη υπηρεσία, αυτής της ενοικιαγοράς, δεν είχε λάβει ο ίδιος μέρος. Σε άλλο σημείο, ερωτηθείς εάν ο ίδιος μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι η Eναγόμενη 1 πήγε στο κατάστημα της Ενάγουσας στις 03/02/2009, ανέφερε ότι η επίδικη σύμβαση υπογράφηκε στην υπηρεσία ενοικιαγοράς που είναι διαφορετικό κτίριο από το κτίριο που ο ίδιος εργαζόταν. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, όταν του υποβλήθηκε ότι η Eναγόμενη 1 δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 8 διαφώνησε λέγοντας ότι είναι η υπογραφή της, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είναι πραγματογνώμων, ενώ όταν του υποβλήθηκε ότι στις 03/02/2009 (δηλαδή την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης) η Eναγόμενη 1 ήταν στο εξωτερικό και απουσίαζε από την Κύπρο, απάντησε ότι δεν γνώριζε εάν πριν από 13 χρόνια απουσίαζε στο εξωτερικό η Eναγόμενη 1 κατά την εν λόγω ημέρα. Ακολούθως, όταν του υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα αγόρασε με ενοικιαγορά από την Ενάγουσα αλλά όχι με τη συμφωνία Τεκμήριο 8, αλλά με άλλη προγενέστερη συμφωνία, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι έχει συνάψει αυτή τη συμφωνία η Eναγόμενη 1 (δηλαδή το Τεκμήριο 8) και ότι είχε πληρώσει ήδη ορισμένες δόσεις για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Η ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι αποτάθηκε στην Εθνική Τράπεζα για «finance», όπως χαρακτηριστικά είπε, η οποία της έστειλε έντυπο το οποίο συμπλήρωσε και περίμενε την έγκριση του «finance» και αφού είδε ότι εγκρίθηκε το «finance» πήγε έκλεισε το αυτοκίνητο, έδωσε €3.500 προκαταβολή και τα υπόλοιπα έμπαιναν στο «finance» όπως χαρακτηριστικά είπε. Η ίδια ανέφερε ότι το αυτοκίνητο το παρέλαβε στις 30 του Γενάρη του 2009 και ότι η ίδια πέταξε για Λονδίνο την 01/02/2009 επειδή η κόρη της τότε ήταν άρρωστη και είχαν ραντεβού στις 03/02/2009 για μεγάλη εγχείρηση στο Λονδίνο. Έμεινε στο Λονδίνο 15 ημέρες και στις 16/02/2009 επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με την κόρη της. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού σε σχέση με την πληρωμή του ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε και ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο λογαριασμού τηλεφώνου για τον Φεβρουάριο του 2009 από τον οποίο, όπως ανέφερε, προκύπτει ότι η χρέωση ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον προηγούμενο μήνα ακριβώς γιατί η ίδια, όπως είπε, βρισκόταν στο Λονδίνο και τηλεφωνούσε στην Κύπρο για την κατάσταση υγείας της κόρης της. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8 (η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς) ερωτηθείσα εάν το αναγνωρίζει και εάν το έχει υπογράψει ανέφερε ότι δεν υπέγραψε αυτό το έγγραφο και ότι η ίδια 01/02/09 ήταν στο Λονδίνο, ενώ το εν λόγω έγγραφο έχει ημερομηνία 03/02/09 και ότι στις 03/02/09 η κόρη της υποβαλλόταν σε επέμβαση διάρκειας 8 ωρών. Ακολούθως, όταν της υποδείχθηκε η υπογραφή στην 2η σελίδα του τεκμηρίου 8 ανέφερε ότι δεν είναι δική της η υπογραφή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι προσπάθησε να εξασφαλίσει τα αεροπορικά εισιτήρια από το ταξιδιωτικό γραφείο το οποίο είχε διευθετήσει τα εισιτήρια της, κάτι που δεν κατέστη εφικτό επειδή, όπως ανέφερε, αυτό έκλεισε από το 2012 και εν όψει του ότι και η Cyprus Airways με την οποία ταξίδεψε επίσης έκλεισε, δεν μπόρεσε να προσκομίσει άλλα έγγραφα για να αποδείξει, όπως ανέφερε, ότι την 01/02/09 το πρωί ήταν στην πτήση για Λονδίνο. Ερωτηθείσα στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της για την επίδικη υποθήκη ανέφερε ότι, δεν ήξερε ότι υπήρχε υποθήκη και ότι αυτό το οποίο ήξερε ήταν ότι έκανε «finance». Ερωτηθείσα εάν συμφωνεί με τα ποσά που η Ενάγουσα διεκδικεί βάσει του Τεκμηρίου 8 (ήτοι την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς) απάντησε αρνητικά. Αρνητικά επίσης απάντησε και στην ερώτηση κατά πόσο συμφωνεί με το υπόλοιπο που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 4 (ήτοι την κατάσταση λογαριασμού). Αντεξεταζόμενη, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ανέφερε ότι, όταν είδε το αυτοκίνητο έκανε αίτηση για «finance» στην Εθνική Τράπεζα και της έστειλε έντυπο το οποίο συμπλήρωσε και το έστειλε πίσω και μετά από μερικές ημέρες της απάντησε η Εθνική ότι εγκρίνεται το «finance» της, οπότε, όπως ανέφερε, γύρω στις 20 του Γενάρη του 2009 έκανε τιμολόγιο για το αυτοκίνητο, έδωσε €3.500 και τα υπόλοιπα θα έμπαιναν στο «finance» το οποίο εγκρίθηκε. Συμφώνησε ότι η Εθνική Τράπεζα πλήρωσε για λογαριασμό της το ποσό των €23.000 για την πληρωμή του επίδικου αυτοκινήτου και ότι πήρε το αυτοκίνητο. Σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι, την 01/02/09 ταξίδεψε στην Αγγλία, στις 2/02/2009 πήγαν με την κόρη της για να κάνει τις εξωτερικές εξετάσεις πριν την επέμβαση και στις 3/2/09 μπήκαν στο νοσοκομείο για την επέμβαση της κόρης της, που ήταν προγραμματισμένη να γίνει και η οποία διήρκησε 8 ώρες. Επέμενε στη θέση της ότι στις 3/02/09 που φαίνεται να υπογράφηκε το Τεκμήριο 8 η ίδια ήταν στο Λονδίνο μαζί με την κόρη της. Ακολούθως, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι, η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς γράφει ότι υπογράφηκε 03/02/09, ενώ η μεταβίβαση του αυτοκινήτου έγινε 30/01/09, διερωτώμενη πώς είναι δυνατόν να έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου στις 30/01/09 όπως προκύπτει από το «κοτσιάνι» (αναφερόμενη στο Τεκμήριο 12 που είναι το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος) και η ενοικιαγορά να υπογράφηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι 03/02/
- Τέλος, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι, έγινε ενοικιαγορά αλλά ότι η ίδια δεν υπέγραψε εκείνο το έντυπο (αναφερόμενη στο Τεκμήριο 8). Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είναι γραφολόγος από το έτος
- Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 13 την έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με την επίδικη υπόθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13, το αντικείμενο της έρευνάς του ήταν η γραφολογική εξέταση της υπογραφής που εμφαίνεται στη θέση του μισθωτή επί του Τεκμηρίου 8 (ήτοι την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς). Όπως εξήγησε, επειδή το Τεκμήριο 8 ήταν αντίγραφο και όχι πρωτότυπο, δεν επιτρέπεται υπό αυτές τις περιστάσεις σε ένα αντικειμενικό γραφολόγο να προχωρήσει σε γραφολογική σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής μισθωτή που φαίνεται στο Τεκμήριο 8 με τα δείγματα υπογραφής της Eναγόμενης 1 και να οδηγηθεί σε ένα απόλυτα ασφαλές και τεκμηριωμένο συμπέρασμα. Δηλαδή, όπως εξήγησε, τα γραφολογικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, καθιστούν την εκφορά οποιασδήποτε γνώμης επισφαλή με τον ίδιο να επισημαίνει ότι θα είναι σε θέση να προβεί σε γραφολογική σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής και εκφορά μιας ασφαλούς γνώμης, όταν θα έχει την ευκαιρία να εξετάσει την αντίστοιχη πρωτότυπη υπογραφή. Ο ΜΥ3 ανέφερε ότι δημιουργήθηκε φάκελος στο Υπουργείο Υγείας από το 2008 όταν η κόρη της Eναγόμενης 1 θα πήγαινε ως επιδοτούμενη ασθενής στο Λονδίνο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 βεβαίωση του Υπουργείου Υγείας ημερομηνίας 27/01/2009 σε σχέση με αυτό το γεγονός προσθέτοντας ότι επιχορηγήθηκε και η συνοδός της ασθενούς που ήταν η Eναγόμενη
- Κατέθεσε επίσης δύο έγγραφα που βρίσκονταν στον φάκελο του υπουργείου υγείας που είχε στην κατοχή του και ειδικότερα, ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 26/01/2009 στην αγγλική γλώσσα που ο ίδιος χαρακτήρισε ως την ιατρική έκθεση του γιατρού της θυγατέρας της Eναγόμενης 1 και ως Τεκμήριο 18 έγγραφο με τίτλο Operation Note επίσης στην αγγλική γλώσσα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[2] Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[7] Σε ότι αφορά τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[8] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[9] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[10], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[11] Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 στην ολότητα της έχω εντοπίσει εγγενή κενά και αδυναμίες όχι επειδή ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αξιόπιστος ή ειλικρινής προς το Δικαστήριο αλλά επειδή ο ίδιος δεν είχε προσωπική και θετική γνώση σε σχέση με το ουσιαστικότερο επίδικο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση, ήτοι αυτό της υπογραφής και συνακόλουθα σύναψης των επίδικων συμφωνιών εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, γεγονός το οποίο έτυχε αμφισβήτησης τόσο δικογραφικά όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο ίδιος, όπως ευθαρσώς και ειλικρινώς δήλωσε στο Δικαστήριο, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ενοικιαγοράς και εγγύησης. Με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο δήλωσε επίσης ότι όχι μόνο δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων ενοικιαγοράς και εγγύησης αλλά ότι ο ίδιος βρισκόταν σε άλλο κτίριο, αφού όπως εξήγησε, η επίδικη χορήγηση αφορούσε άλλη υπηρεσία από αυτή στην οποία ο ίδιος υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ευθαρσώς μάλιστα δήλωσε ότι ακριβώς επειδή ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή, δεν μπορούσε καν να επιβεβαιώσει κατά πόσο πράγματι η Εναγόμενη 1 μετέβη στα γραφεία της ενάγουσας στις 3/2/2009 που φέρεται να έχει υπογραφεί το Τεκμήριο
- Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε ότι στις 03/02/2009 (δηλαδή την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό υπογράφηκε η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς) η Eναγόμενη 1 ήταν στο εξωτερικό και απουσίαζε από την Κύπρο, απάντησε ότι δεν γνώριζε εάν πριν από 13 χρόνια απουσίαζε στο εξωτερικό η Eναγόμενη 1 κατά την εν λόγω ημέρα, επιβεβαιώνοντας με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο ότι ο ίδιος ουσιαστικά δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή και θετική μαρτυρία σε σχέση με το γεγονός της υπογραφής και συνακόλουθα σύναψης της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι τόσο η γραπτή δήλωση εγγυητή (Τεκμήριο 9) όσο και το πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος (Τεκμήριο 12) φέρουν ημερομηνία 30/01/2009 δηλαδή προγενέστερη της ημερομηνίας της κατ' ισχυρισμό υπογραφής της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς και εγγύησης. Μάλιστα, στη γραπτή δήλωση εγγυητή (Τεκμήριο 9) η οποία φέρει ημερομηνία προγενέστερη της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς και εγγύησης (ήτοι 30/1/2009) περιέχεται η ακόλουθη δήλωση: «Δηλώνω ότι πριν υπογράψω την εγγύηση αυτή, μου επιδόθηκε αυτοπροσώπως επιστολή της Τράπεζας με στοιχεία της χρηματοδότησης την οποία εγγυώμαι, μαζί επίσης με γραπτή δήλωση του μισθωτή και έλαβα γνώση του περιεχομένου τους» Καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο της πιο πάνω δήλωσης (Τεκμήριο 9) ότι ενώ η δήλωση αυτή φαίνεται να αναφέρεται σε ένα τετελεσμένο γεγονός, ήτοι αυτό της υπογραφής της εγγύησης (σχετική είναι η φράση: «πριν υπογράψω την εγγύηση αυτή») και την οποία ο ΜΕ1 παρουσίασε ως έγγραφο που αφορούσε την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς και την επίδικη σύμβαση εγγύησης, εντούτοις φέρει ημερομηνία προγενέστερη του τετελεσμένου γεγονότος στο οποίο αυτή φαίνεται να αναφέρεται, ήτοι της υπογραφής της εγγύησης ημερομηνίας 3/2/
- Δημιουργούνται συνεπώς κενά και ασάφειες που ουδόλως εξηγήθηκαν από την πλευρά του ΜΕ1 ενώ την ίδια στιγμή, φαίνεται να δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά σε σχέση με το τι ήταν αυτό που πράγματι διαμείφθηκε μεταξύ των μερών. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, καθίσταται κατά την κρίση μου σαφές ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν, εκ των πραγμάτων, σε θέση να δώσει θετική και σαφή μαρτυρία σε σχέση με το ουσιώδες επίδικο ζήτημα της υπογραφής τόσο της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς όσο και της επίδικης σύμβασης εγγύησης και κατ' επέκταση το ζήτημα της σύναψης των επίδικων συμφωνιών εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
- Κατέστη σαφές ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν γνώστης των συνθηκών της υπογραφής των επίδικων συμβάσεων. Οι γενικές αναφορές στις οποίες αρκέστηκε περί υπογραφής των συμβάσεων, τέθηκαν στο πιο πάνω πλαίσιο, και ως εκ τούτου είναι η κρίση μου ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για τη συναγωγή συμπερασμάτων και τη διατύπωση διαπιστώσεων. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη γενική αναφορά του ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 8 ή ότι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τους όρους της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς για τον απλούστατο λόγο ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την κατ' ισχυρισμό σύναψη των συμβάσεων ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε ότι ήταν, με τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση για αυτό το γεγονός, ούτε ήταν σε θέση να μαρτυρήσει θετικά επί τούτου. Ούτε ισχυρίστηκε ότι πριν την παρουσία του στο Δικαστήριο είχε την οποιαδήποτε συζήτηση με το πρόσωπο το οποίο φαίνεται ως μάρτυρας υπογραφών στο Τεκμήριο 8 προς επιβεβαίωση του αμφισβητούμενου αυτού γεγονότος, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί έστω οποιαδήποτε εξ ακοής μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, η μαρτυρία του ΜΕ1 περιοριζόταν στο ότι αυτός πήρε αριθμό εγγράφων από τα αρχεία της Τράπεζας και παρουσίασε αυτά τα έγγραφα στο δικαστήριο. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία της ΜΥ1 και εξετάζοντας αυτή στην ολότητά της, διαπιστώνω ότι αυτή παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 8 δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ναι μεν έγινε ενοικιαγορά πλην όμως η ίδια δεν υπέγραψε την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 8), παραμένοντας επίσης σταθερή ότι κατά την εν λόγω ημέρα η ίδια βρισκόταν στο Λονδίνο για να συνοδεύσει την κόρη της σε προγραμματισμένη και επιδοτούμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία χειρουργική επέμβαση στην οποία θα υποβαλλόταν η κόρη της. Ενώ δέχθηκε ότι έλαβε χώρα ενοικιαγορά σε σχέση με το επίδικο όχημα καθώς και ότι η ίδια παρέλαβε το επίδικο όχημα όπως επίσης και το γεγονός ότι η τράπεζα έδωσε €23,000 για την πληρωμή του επίδικου οχήματος, εντούτοις η ίδια παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι αυτό δεν έγινε με βάση την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς την οποία επέμεινε ότι δεν την υπέγραψε καθότι κατά την εν λόγω ημέρα η ίδια βρισκόταν μαζί τη θυγατέρα της στο Λονδίνο. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ2 λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αυτός ανέφερε ως προς τα προσόντα του καθώς και τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας. Η μαρτυρία του δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στο Δικαστήριο αφού αυτός ειλικρινώς ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προβεί σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τη γνησιότητα της υπογραφής που εξέτασε επί της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 8). Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος βάσει της μαρτυρίας του. Σε ότι αφορά τον ΜΥ3, η μαρτυρία του ουσιαστικά περιορίστηκε στην κατάθεση τριών εγγράφων που είχε στην κατοχή του και τα οποία είχαν ως συντάκτες τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο. Το μόνο που ο ίδιος ήταν σε θέση να πει από προσωπική του γνώση ήταν ότι η θυγατέρα της Εναγόμενης 1 και η Εναγόμενη 1 ως συνοδός της έτυχαν επιχορήγησης από την Κυπριακή Δημοκρατία για χειρουργική επέμβαση στην οποία θα υποβαλλόταν η θυγατέρα της Εναγόμενης 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν έτυχε αμφισβήτησης. Σε σχέση με την ημερομηνία διεξαγωγής της επέμβασης η γνώση του απέρρεε από έγγραφα που είχε στην κατοχή του και τα οποία κατέθεσε τα οποία πέραν του ότι είχαν ως συντάκτες τρίτα πρόσωπα που δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο, δεν είχαν συνοχή μεταξύ τους, αφού στο μεν Τεκμήριο 17 που είναι μία επιστολή από τον Δρ. Woodhouse γίνεται αναφορά σε εισαγωγή στην κλινική στις 3/2/2009 και επέμβαση στις 4/2/2009 και στο Τεκμήριο 18 που είναι κάποιο έγγραφο με τίτλο «Operation Note» και πάλι από τον Δρ. Woodhouse αναγράφεται ως «Date of procedure» η 3/11/08, χωρίς να ξεκαθαρίζεται αν αυτό αφορούσε τη σχετική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη η θυγατέρα της Εναγόμενης
- Η μαρτυρία του ΜΥ3 αν και αξιόπιστη δεν προσέθεσε οτιδήποτε στο Δικαστήριο. Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 16, 17 και 18 που κατέθεσε ο ΜΥ3 συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[12] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[13] Θα ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων αφού το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσουν τις αναφορές του και να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα κατέγραψαν παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των αναφορών των μαρτύρων που συνέταξαν τα εν λόγω έγγραφα, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές τους στη βάσανο της αντεξέτασης. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων από το Δικαστήριο προκειμένου αυτοί να αντεξεταστούν. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[14] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[15] Όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στην παρούσα υπόθεση αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, εν προκειμένω η Ενάγουσα, ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[16] Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
- i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
- ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Όπως έχει περαιτέρω νομολογηθεί, στην αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας εγγράφου το φέρει εκείνος που το προσάγει και που επικαλείται την εγκυρότητά του. Με άλλα λόγια, όταν ένα έγγραφο αμφισβητείται, ο διάδικος που το επικαλείται φέρει το βάρος της απόδειξης της ορθής εκτέλεσής του. Αν δηλαδή ο εναγόμενος αρνείται μια γραπτή σύμβαση, την οποία ο ενάγων επικαλείται και στην οποία βασίζει την απαίτηση του, τότε ο τελευταίος (ο ενάγων δηλαδή) οφείλει να πείσει το δικαστήριο πως ο εναγόμενος πράγματι συνεβλήθη θέτοντας την υπογραφή του στο έγγραφο.[17] Στην Eλληνική Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd. κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 843 οι ενάγοντες (Τράπεζα) ισχυρίζονταν ότι οι εφεσίβλητοι (εναγόμενοι) υπέγραψαν ως εγγυητές συμφωνία ενοικιαγοράς. Επειδή ο ενοικιαγοραστής καθυστερούσε τις δόσεις του οι ενάγοντες ήγειραν αγωγή εναντίον του και των εγγυητών, οι οποίοι όμως στην υπεράσπιση τους αρνήθηκαν ότι υπέγραψαν τη συμφωνία ενοικιαγοράς και ισχυρίστηκαν ότι η υπογραφή τους είχε πλαστογραφηθεί. Οι εφεσείοντες (Τράπεζα) κάλεσαν ένα μόνο μάρτυρα, υπάλληλο τους ο οποίος υπηρετούσε σε διαφορετικό τμήμα κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, που κατέθεσε τη συμφωνία χωρίς να υπάρξει ένσταση στην κατάθεση της. Οι εφεσίβλητοι (εναγόμενοι) κάλεσαν τον διευθυντή τους ο οποίος αρνήθηκε ότι η υπογραφή και σφραγίδα που φαινόταν στην επίδικη σύμβαση είχαν τεθεί από αυτούς. Τόσο πρωτόδικα (Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο) όσο και κατ' έφεση αποφασίστηκε ότι η απλή κατάθεση της σύμβασης από τους ενάγοντες έστω και αν οι εναγόμενοι δεν είχαν ένσταση, δεν ήταν αρκετή για απόδειξη της υπόθεσης και ότι ενόψει της άρνησης της υπογραφής της σύμβασης, όφειλαν οι ενάγοντες να αποδείξουν τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας, πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν και το οποίο οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής της τράπεζας η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Κρίνω ιδιαίτερα βοηθητική την παράθεση αυτούσιων κάποιων εκ των αποσπασμάτων της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Eλληνική Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω) για να καταστεί ευχερέστερη η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των όσων τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής της σύμβασης ενοικιαγοράς η οποία είχε αμφισβητηθεί από τους εφεσίβλητους (πρωτόδικα εναγόμενους και εγγυητές): «Βάρυνε τους εφεσείοντες, όπως δέκτηκαν και οι ίδιοι, η απόδειξη της σύμβασης που επικαλούνταν. Η κατάθεση του εγγράφου, που δεν ήταν η ύπαρξή του που αμφισβητείτο, δεν προωθούσε αφ' εαυτής την υπόθεση των εφεσειόντων, σε σχέση με το επίδικο θέμα. Η μη υποβολή ένστασης στην κατάθεσή του, ως του εγγράφου το οποίο κατ' ισχυρισμόν υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι, δεν σήμαινε παραδοχή για οτιδήποτε. Το αποδεκτό εγγράφου ως μαρτυρίας και η τοποθέτηση ως προς αυτό διαχωρίζονται από την κατ' ουσία, ανάλογα με την περίπτωση, αποδεικτική του δύναμη και βεβαίως από την προβαλλόμενη άποψη ως προς αυτή. Η ένσταση ή μή ένσταση στην προσαγωγή του συναρτάται προς τους κανόνες που διέπουν την απόδειξη. Δεν προσφέρεται η ένσταση στην προσαγωγή μαρτυρίας ως μέσο για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς και η μη υποβολή τέτοιας δεν έχει από μόνη της επίπτωση που υπερβαίνει τον προορισμό της. Ούτε μπορούμε να συμφωνήσουμε πως προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση των εφεσειόντων η μη αντεξέταση του μάρτυρά τους. Πολύ λιγότερο δεν υπονοούσε παραδοχή πως υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι το έγγραφο. Όχι γιατί δεν είναι δυνατό, όπως αναγνωρίστηκε και στη νομολογία που επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες, να προκύψει τέτοιο αποτέλεσμα από την παράλειψη αντεξέτασης. Αλλά γιατί δεν υπήρχε μαρτυρία ουσίας, δηλαδή πάνω στο επίδικο θέμα, σε σχέση με το οποίο θα ήταν νοητό να αντεξεταστεί ο μάρτυρας. Και ακριβώς στην υπόθεση Aloupou and Another (ανωτέρω) εξηγήθηκε πως η μή αντεξέταση δεν ισοδυναμεί με παραδοχή σε σχέση με θέματα για τα οποία δεν κατέθεσε ο μάρτυρας αλλά απλώς προβάλλονται στις γραπτές προτάσεις. Το πρωτόδικο δικαστήριο, στην πραγματικότητα, δεν αξιολόγησε τη μαρτυρία του Διευθυντή των εφεσιβλήτων ούτε προχώρησε σε διαπιστώσεις ως προς τα γεγονότα πάνω στη βάση της. Έκρινε πως δεν υπήρχε μαρτυρία από την πλευρά των εφεσειόντων που να θεμελιώνει τη σύναψη της σύμβασης και πως και η μαρτυρία του Διευθυντή των εφεσιβλήτων ήταν, από την άποψη αυτή, αρνητική. Δε διαπιστώνουμε λάθος σ' αυτή την προσέγγιση και δεν είναι ορθό πως αυτή συνεπαγόταν επίρριψη στους ώμους των εφεσειόντων του βάρους απόδειξης που δεν είχαν. Εδώ δεν ήταν το ζητούμενο αν η σφραγίδα ανήκε πράγματι στην εταιρεία. Αυτό το είχε αναγνωρίσει ο διευθυντής των εφεσιβλήτων που ταυτόχρονα όμως κατέθεσε πως δεν τέθηκε από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο. Ενόψει της αμφισβήτησης της υπογραφής και της πράγματι σύναψης της σύμβασης, μόνη η παρουσίαση του εγγράφου που την έφερε, δεν αποδείκνυε τίποτε και δεν προωθούσε την υπόθεση των εφεσιβλήτων. Αφού δεν υπήρχε θετική μαρτυρία πως η σύμβαση υπεγράφη και συνακολούθως η σφραγίδα τέθηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Ώστε να τίθεται πλέον ζήτημα βάρους απόδειξης που θα έφεραν οι εφεσίβλητοι. Όπως θα συνέβαινε και στην περίπτωση παραδοχής της σύμβασης (confession) αλλά προβολής λόγων προς απαλλαγή (avoidance) από τη δέσμευση που θα συνεπαγόταν η υπογραφή της.» (η έμφαση και η υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλούμη και Άλλου
(2006)1 ΑΑΔ 1347 η εφεσείουσα-ενάγουσα Τράπεζα καταχώρησε αγωγή εναντίον των εφεσιβλήτων-εναγομένων αξιώνοντας ποσό £71.431,94 πλέον τόκους στη βάση σύμβασης δανείου και εγγύησης. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή. Οι εφεσίβλητοι, στην υπεράσπισή τους, αρνήθηκαν όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία η εφεσείουσα Τράπεζα κάλεσε μόνο μια υπάλληλο της Τράπεζας στο Τμήμα Χορηγήσεων, Δανείων και Τρεχουμένων Λογαριασμών, με σκοπό να αποδείξει την υπόθεσή της. Κατά την παρουσίαση των σχετικών τεκμηρίων από την μάρτυρα της εφεσείουσας δεν ηγέρθηκε ένσταση εκ μέρους των εφεσιβλήτων, όμως η υπεράσπιση αμφισβήτησε τα έγγραφα και την οποιαδήποτε εμπλοκή των εφεσιβλήτων με την εφεσείουσα. Η μάρτυρας που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Τράπεζας δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο η ίδια ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε προσωπική ή έστω εξ ακοής γνώση του περιεχομένου επίδικης σύμβασης αλλά και των συνθηκών υπό τις οποίες υπογράφηκε καθώς και του ποιοι την υπέγραψαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόρριψη της αγωγής της Τράπεζας επικυρώνοντας την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας της Τράπεζας ήταν μεν αξιόπιστη, πλην όμως η μαρτυρία της ήταν ανεπαρκής για να αποδείξει την υπόθεση της Τράπεζας, ενόψει των αρνήσεων της έκθεσης υπεράσπισης. Κρίνω ιδιαίτερα βοηθητική την παράθεση αυτούσιων κάποιων εκ των αποσπασμάτων της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλούμη (ανωτέρω) για να καταστεί ευχερέστερη η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των όσων τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με το ζήτημα της αποτυχίας της τράπεζας να αποδείξει την απαίτηση της: «Τα όσα παρατηρήθηκαν στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (ανωτέρω) ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένης της άρνησης των ισχυρισμών της εφεσείουσας από τους εφεσίβλητους στο στάδιο των δικογράφων και δεδομένης επίσης της αμφισβήτησης, στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, της οποιασδήποτε εμπλοκής των εφεσιβλήτων στα όσα τους καταλόγιζε η εφεσείουσα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι με την παρουσίαση των προαναφερομένων τεκμηρίων από τη μάρτυρα κα. Βασιλείου, χωρίς ένσταση της υπεράσπισης, η εφεσείουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των εφεσιβλήτων, τη στιγμή μάλιστα που η μόνη μαρτυρία που πρόσφερε η εφεσείουσα στο δικαστήριο (αυτή της κας Βασιλείου) ήταν μεν αξιόπιστη, ήταν όμως εντελώς ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εμπλοκή των εφεσιβλήτων στην υπόθεση και κατ' επέκταση οποιαδήποτε ευθύνη τους προς την εφεσείουσα. Η κα. Βασιλείου, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ουδεμίαν ουσιαστική γνώση για την υπόθεση αυτή είχε και συνεπώς με την τυπική μαρτυρία που έδωσε, που συνίστατο βασικά στην απλή παρουσίαση των προαναφερομένων τεκμηρίων, δεν ήταν δυνατόν να αποδείξει τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα της εφεσείουσας εις βάρος των εφεσιβλήτων.» Τα δεδομένα στην παρούσα υπόθεση προσομοιάζουν με τα γεγονότα στις ανωτέρω αναφερόμενες αποφάσεις. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η πλευρά της Ενάγουσας απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία που να θεμελιώνει τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων. Δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία πως οι επίδικες συμβάσεις πράγματι υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ώστε να τίθεται πλέον ζήτημα βάρους απόδειξης που θα έφεραν οι εναγόμενοι για προβολή λόγων προς απαλλαγή (avoidance) από τη δέσμευση που θα συνεπαγόταν η υπογραφή τους και, όπως και στην υπόθεση Eλληνική Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd. κ.ά. (ανωτέρω), έτσι και στην υπό κρίση αγωγή, η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 ήταν, από την άποψη αυτή, αρνητική. Η πλευρά της Ενάγουσας επέμεινε μέχρι τέλους στη θέση της περί υπογραφής και συνακόλουθα σύναψης των επίδικων γραπτών συμφωνιών ενοικιαγοράς και εγγύησης ημερομηνίας 3/2/2009 (Τεκμήριο 8) εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2. Ακόμα και όταν η Εναγόμενη 1 δήλωσε ευθαρσώς ότι για το επίδικο όχημα έγινε ενοικιαγορά αλλά όχι το Τεκμήριο 8 δεν της υποβλήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας ότι αυτή η ισχυριζόμενη από μέρους της ενοικιαγορά ήταν με τους όρους του Τεκμηρίου 8 ή ότι τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο αφορούσαν την ενοικιαγορά που η Εναγόμενη 1 παραδέχτηκε ότι έγινε για το επίδικο όχημα. Με άλλα λόγια, η δήλωση της Εναγόμενης ότι έγινε ενοικιαγορά για το επίδικο όχημα ουδόλως βοηθά την πλευρά της Ενάγουσας αφού οι όροι αυτής παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Ενώ λοιπόν είναι νομολογημένο πως είναι επιτρεπτή η απόδοση θεραπείας η οποία δεν αξιώνεται ειδικά, αρκεί αυτή να δικαιολογείται από την παράθεση γεγονότων[18] και άσχετα από το νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η Απαίτηση[19], εν προκειμένω, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόδοση θεραπείας στην Ενάγουσα άσχετα από το νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τέθηκε η Απαίτηση της Ενάγουσας.[20] Στην κρινόμενη περίπτωση η βάση της αγωγής της Ενάγουσας ήταν η γραπτή σύμβαση ενοικιαγοράς και εγγύησης ημερομηνίας 3/2/2009 και αυτή η θέση προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω η αγωγή της Ενάγουσας αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5]Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [6] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [7] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [8]Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34. [9] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [10] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [11] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [12] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
- βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016 [13] Άρθρο 27, Κεφ.
- [14] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [15] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [16] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 [17] Ελληνική Τράπεζα ν. Autospares Enter Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 843, Cypromix v. Vitador N.V.
(2001)1 ΑΑΔ 676, Phipson on Evidence 14η έκδοση παράγραφος 4-06 και 35-03. [18] Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1156 [19] Atlas Pantou Co. Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd.
(2013)1 AAΔ.2553 [20] ΣΑΜΟΥΡΙΔΗΣ v. INZEYANNIS, Πολιτική Έφεση αρ. 326/2014, 18/3/2022 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο