ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, δια του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγωγής: 3943/2013, 10/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3943/2013 Μεταξύ: ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Eνάγουσας και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, δια του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Eναγομένων Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα Θ. Αντωνίου. Για τους Εναγόμενους: κα Δ. Ε. Παπαστεφάνου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων εναντίον των Eναγομένων για κατ' ισχυρισμό ζημιές και σωματικές βλάβες που η Ενάγουσα υπέστη συνεπεία αμελών πράξεων και/ή παραλείψεων ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μετά από επέμβαση στην οποία η Ενάγουσα υπεβλήθη στις 23/06/2010 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι κατά ή περί τις 23/06/2010 η Ενάγουσα χειρουργήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για σύνδρομο δεξιού καρπιαίου σωλήνος με ενδοσκοπική μέθοδο μέσω τοπικής αναισθησίας. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι μετά την επίδικη επέμβαση και αφού αφαιρέθηκαν τα ράμματα, τα συμπτώματα του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνος όχι μόνο δεν υποχώρησαν αλλά η κατάσταση του δεξιού χεριού και καρπού επιδεινώθηκε. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι τα συμπτώματα και/ή κακώσεις στο δεξί της χέρι μετά τη χειρουργική επέμβαση είναι αποτέλεσμα αμέλειας των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας έναντι της Ενάγουσας κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους και της παράλειψής τους να επιδείξουν τη δέουσα φροντίδα, προσοχή, επιμέλεια και δεξιότητα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας, οι Eναγόμενοι δεν προέβησαν σε πλήρη διατομή του εγκάρσιου καρπιαίου συνδέσμου, έλαβε χώρα διατομή (κοπή) του πρώτου παλαμιαίου δακτυλικού νεύρου ή των αισθητικών αυτού, χρησιμοποιήθηκε μέθοδος εγχείρησης χωρίς να ληφθούν οι αναγκαίες προφυλάξεις και/ή μέτρα για την επιτυχία της και για την προστασία της αρτιμέλειας της Ενάγουσας, δεν εντοπίστηκε καθόλου και/ή επαρκώς και/ή ορθά το σημείο που θα έπρεπε να εισαχθεί το λαπαροσκόπιο με αποτέλεσμα να οδηγήσει πάνω στο νεύρο, δεν ασκήθηκε η συνήθης ικανότητα και/ή δεξιότητα η οποία θα αναμένετο από συνήθη ικανό νευροχειρούργο και οι Eναγόμενοι ενήργησαν αμελώς μη επιδεικνύοντας τη δέουσα φροντίδα, επιμέλεια και προσοχή που αναμένετο από πρόσωπο που κατέχει την ειδικότητα του νευροχειρουργού. Η Ενάγουσα, δικογραφεί επίσης ότι άνευ βλάβης των πιο πάνω, θα ισχυριστεί ότι στην παρούσα υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur. Σε ότι αφορά τις σωματικές βλάβες που έχει κατ' ισχυρισμό υποστεί η Ενάγουσα, δικογραφείται η ύπαρξη έντονου και παρατεταμένου πόνου στην περιοχή της εγχειρητικής oυλής και στα δάχτυλα του δεξιού χεριού, η πλήρης αναισθησία στην παλαμιαία επιφάνεια του θέναρος του δεξιού αντίχειρα και στο έξω χείλος του δεξιού δείκτη, αιμωδίες στη δεξιά παλάμη και πηχεοκαρπική, αδυναμία στο να πιεστεί και/ή να σφίξει την παλάμη του δεξιού χεριού, αναισθησία στα δάχτυλα της δεξιάς χειρός, δύσμορφη ουλή στον δεξιό καρπό, σχεδόν πλήρης ανικανότητα χρήσης του δεξιού χεριού, πόνο, οδύνη, ταλαιπωρία, αδυναμία στο σφίξιμο ή κράτηση αντικειμένου με το δεξί χέρι. Δικογραφείται επίσης ότι η Ενάγουσα τον Ιανουάριο του 2012 υπέστη δεύτερη χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν λόγω της αμέλειας των Eναγομένων, τα συμπτώματα όμως παρέμειναν. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση της ότι συνεπεία των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν, το επίπεδο ζωής της μειώθηκε. Αναφέρεται ότι η Ενάγουσα χρειάζεται βοήθεια για όλες τες δουλειές του σπιτιού και για τον σκοπό αυτό πληρώνει το λιγότερο είτε σε χρήματα είτε σε δώρα πότε επαγγελματίες και πότε συγγενείς τουλάχιστον €350 τον μήνα. Παραθέτει επίσης λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών που αξιώνει συνολικού ύψους €2.790 τα οποία αναλύονται στα ιατρικά έξοδα της δεύτερης επέμβασης στην οποία υπεβλήθη η Ενάγουσα καθώς και σε έξοδα φαρμάκων και ιατρικών πιστοποιητικών. Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά των Eναγομένων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Είναι η δικογραφήμενη θέση των Εναγομένων ότι στις 23/06/2010 η Ενάγουσα υπεβλήθη σε ανοικτή διάνοιξη του εγκάρσιου συνδέσμου του δεξιού καρπού. Σύμφωνα με τη θέση των εναγομένων στις 25/06/2010 έγινε αλλαγή των γαζών, την 01/07/2010 αφαιρέθηκαν ραφές και στις 07/07/2010 αφαιρέθηκαν οι υπόλοιπες ραφές. Μετά την επίδικη επέμβαση η Ενάγουσα παρακολουθείτο τακτικά από την Κλινική Καταγμάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και παρουσίαζε πάντα μία δυσανάλογη αντίδραση σε σχέση με το είδος της επέμβασης στην οποία υπεβλήθη και γι' αυτό υπεβλήθη σε μετεγχειρητικό ηλεκτρομυογράφημα στις 28/07/2010 στο οποίο δεν ανευρέθηκαν στοιχεία καρπιαίου σωλήνα αλλά στοιχεία αυχενικής σπονδύλωσης. Δικογραφείται επίσης, ότι η Ενάγουσα υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο όπου παρουσίαζε εκφυλιστικές αλλοιώσεις πηχεοκαρπικής άρθρωσης καθώς και ότι η Ενάγουσα έπασχε από συχνές τενοντίτιδες στον αγκώνα και στον ώμο πριν την επίδικη επέμβαση, καθώς και οσφυαλγία. Οι Eναγόμενοι αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας που τους αποδίδονται και δικογραφούν ότι διενεργήθηκαν στην Ενάγουσα όλες οι δέουσες εξετάσεις, ότι η θεραπευτική αγωγή που εφαρμόστηκε ήταν ιατρικά παραδεκτή, πρακτικά εφαρμόσιμη, επιστημονικά ορθή και επιβεβλημένη κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, ότι έλαβε χώρα η ορθή διάγνωση και έγιναν όλες οι κατάλληλες ιατρικές ενέργειες για την αντιμετώπιση του προβλήματος της Ενάγουσας. Περαιτέρω, οι Eναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάστασης της υγείας της Ενάγουσας και της συμπεριφοράς των Eναγόμενων και ότι οι Eναγόμενοι χρησιμοποίησαν όλα τα αναγκαία και ορθά υπό τις περιστάσεις διαγνωστικά όργανα και μέσα και κατέβαλαν κάθε δυνατή επιμέλεια για να χρησιμοποιήσουν αυτά. Είναι η θέση των Eναγομένων ότι κατά την εισαγωγή, παρακολούθηση και παραμονή της Ενάγουσας στο νοσοκομείο τηρήθηκε η ορθή και δέουσα υπό τις περιστάσεις διαδικασία και ότι οι Eναγόμενοι κατέβαλαν την εύλογη φροντίδα και επιμέλεια που όφειλε να λάβει ο μέσος συνετός ιατρός της συγκεκριμένης ειδικότητας με την επέμβαση που διενεργήθηκε στην Ενάγουσα να ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Περαιτέρω, οι Eναγόμενοι αρνούνται τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία η ίδια (ΜΕ1). Δεν κλήθηκε άλλος μάρτυρας. Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας, η κα Θεώνη Δαμασκηνού (ΜΥ1) και δεν κλήθηκε άλλος μάρτυρας. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Η Ενάγουσα κατάθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Στη γραπτή της δήλωση επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ως αυτοί έχουν συνοψισθεί πιο πάνω από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Ουσιαστικά, το Έγγραφο Α συνιστά αντιγραφή της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα κατάθεσε επίσης ως Τεκμήρια αντίγραφα ιατρικών πιστοποιητικών από διάφορους γιατρούς που είχε επισκεφθεί (πρόκειται για τα Τεκμήρια 1 μέχρι 5). Κατάθεσε επίσης δέσμη πιστοποιητικών ασθενείας (Τεκμήρια 6, 7, 8, 9) τα οποία έχουν υπογραφεί από διάφορους γιατρούς καθώς επίσης και δέσμη αποδείξεων ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι σε ότι αφορά την ακαδημαϊκή της κατάρτιση αυτή είναι απόφοιτη Γυμνασίου. Ερωτηθείσα ως προς το ποια ήταν η μέθοδος επέμβασης στην οποία αυτή υπεβλήθη, ανέφερε ότι δεν γνώριζε και σε σχετική ερώτηση, συμφώνησε ότι πριν από την επίδικη επέμβαση η ίδια έπασχε από τενοντίτιδα στον αγκώνα και στον ώμο, κάτι που της προκαλούσε πόνο. Συμφώνησε επίσης ότι πριν την επίδικη επέμβαση η ίδια είχε πρόβλημα στη σπονδυλική στήλη και ειδικότερα υπέφερε από οσφυαλγία. Στη συνέχεια, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της όταν της υποβλήθηκε ότι στις 28/07/10 η ίδια υπεβλήθη σε μετεγχειρητικό ηλεκτρομυογράφημα στο οποίο δεν αναφέρθηκαν στοιχεία καρπιαίου σωλήνα, η ίδια απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Ερωτηθείσα κατά πόσο στο πλαίσιο της επίδικης επέμβασης είχε οποιαδήποτε σύσταση για φυσιοθεραπείες η Ενάγουσα απάντησε αρχικά αρνητικά και αφού της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, ερωτηθείσα εκ νέου ως προς το κατά πόσο της είχε συστηθεί η διενέργεια είκοσι φυσιοθεραπειών διαφοροποίησε τη θέση της απαντώντας καταφατικά. Σε σχετική ερώτηση εάν πραγματοποίησε τις εν λόγω φυσιοθεραπείες απάντησε ότι δεν τις πραγματοποίησε γιατί δεν μπορούσε επειδή το χέρι της ήταν αγκυλωμένο. Ερωτηθείσα αν προσπάθησε μετά από τη σύσταση που είχε για φυσιοθεραπεία να αποταθεί σε οποιοδήποτε φυσικοθεραπευτικό κέντρο απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο έλαβε οποιανδήποτε φαρμακευτική αγωγή απάντησε ότι έπαιρνε παυσίπονα και σε άλλο σημείο ερωτηθείσα ως προς το διάστημα για το οποίο λάμβανε παυσίπονα φάρμακα απάντησε χαρακτηριστικά: «όσο πονούσα έπινα». Στη συνέχεια της αντεξέτασής της όταν της επισημάνθηκε ότι παρά τις σχετικές οδηγίες που είχε για φυσιοθεραπεία η ίδια δεν αποτάθηκε σε φυσιοθεραπευτή, απάντησε ότι ο φυσιοθεραπευτής δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι. Σε ό,τι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της ότι καταβάλλει €350 τον μήνα για σκοπούς βοήθειας ανέφερε ότι δεν έχει οποιανδήποτε απόδειξη για αυτό το ποσό χρημάτων. Ερωτηθείσα να διευκρινίσει τι εννοεί με την αναφορά της για ανάγκη βοήθειας στο σπίτι ανέφερε ότι χρειαζόταν βοήθεια όταν το χέρι της ήταν στον γύψο μέχρι τον αγκώνα. Ερωτηθείσα να κατονομάσει τη νοσοκόμα που κατ' ισχυρισμό έχει για να τη βοηθά ανέφερε χαρακτηριστικά ότι: «ήταν μία συγγένισσά μου». Κληθήσει να υποδείξει το όνομά της ανέφερε χαρακτηριστικά: «δεν θέλω να εμπλακεί και η κοπέλα μέσα σε τούτα τα ζητήματα». Ακολούθως, ερωτηθείσα για τη φροντίστρια στην οποία αναφέρθηκε είπε ότι πάλι πρόκειται για συγγενικό της πρόσωπο λέγοντας ότι όταν χρειαστεί κάποια βοήθεια έχει και νοσοκόμα και φροντίστρια. Ερωτηθείσα στη συνέχεια να διευκρινίσει τι είδους βοήθεια χρειάζεται, ανέφερε βοήθεια για ενέσεις αναφερόμενη σε ενδομυϊκές ενέσεις για τον πόνο χωρίς όμως να έχει μαζί της οποιαδήποτε συνταγογράφηση από οποιονδήποτε γιατρό για την ανάγκη χρήσης τέτοιων ενέσεων. Ερωτηθείσα ποια ήταν η τελευταία φορά που έβαλε τέτοια ένεση απάντησε τα ακόλουθα: «δεν θυμούμαι, έχει χρόνια». Για την πλευρά των Eναγόμενων έδωσε μαρτυρία η κα Θεώνη Δαμασκηνού η οποία κατάθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με την κα Δαμασκηνού αυτή έχει ειδικότητα στην ορθοπεδική και από τον Ιούλιο του 2007 ως σήμερα εργάζεται ως Ιατρικός Λειτουργός Α' τάξης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι είναι αυτή η οποία διενήργησε την επίδικη επέμβαση στην Ενάγουσα. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο του βιογραφικού της σημειώματος και ως Τεκμήριο 12 επιστολή του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας την οποία συνέταξε η ίδια και η οποία αφορούσε έκθεση γεγονότων σε σχέση με την επίδικη επέμβαση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της στην παρούσα διαδικασία. Σύμφωνα με την κα Δαμασκηνού, η Ενάγουσα υπεβλήθη σε ανοικτή διάνοιξη του εγκάρσιου συνδέσμου του δεξιού καρπού στις 23/06/
- Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της στην επίδικη περίπτωση δεν έλαβε χώρα ενδοσκοπική μέθοδος αφού αφενός, δεν υπήρχε το σχετικό μηχάνημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφετέρου, δεν είναι αποτελεσματική. Σύμφωνα με την κα Δαμασκηνού η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε η Ενάγουσα εμπίπτει στην ειδικότητα της ορθοπεδικής και αρμόδιος χειρουργός για τον καρπιαίο σωλήνα είναι ο ορθοπεδικός χειρουργός και όχι ο νευροχειρουργός. Ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα παρακολουθείτο τακτικά στην Κλινική Καταγμάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και ενόψει του ότι παρουσίαζε πάντα μία δυσανάλογη αντίδραση σε σχέση με το είδος της επίδικης επέμβασης, υπεβλήθη σε μετεγχειρητικό ηλεκτρομυογράφημα στις 28/07/10 το οποίο αναφέρει ότι δεν πάσχει πλέον από σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα και πως υπάρχουν στοιχεία αυχενικής σπονδύλωσης Α4, Α5 και Α5, Α
- Σύμφωνα με την κα Δαμασκηνού αφού η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε γίνει πλήρης διάνοιξη του εγκάρσιου συνδέσμου θα έπρεπε μετά τη διενέργεια της δεύτερης επέμβασης από τον Δρ. Αλκιβιάδη να υποχωρήσουν πλήρως τα συμπτώματά της, κάτι που δεν έγινε σύμφωνα με την ίδια. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 το οποίο η ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η Ενάγουσα υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο όπου διαφάνηκε ότι παρουσίαζε εκφυλιστικές αλλοιώσεις πηχεοκαρπικής άρθρωσης. Σύμφωνα με την κα Δαμασκηνού, η Ενάγουσα πάσχει από αυχενικό σύνδρομο και αρθρίτιδα πηχεοκαρπικής άρθρωσης τα οποία εξηγούν όλα της τα συμπτώματα και δεν έχουν καμία σχέση με την επέμβαση στην οποία έχει υποβληθεί. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΥ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 18 φύλλο αναφοράς νοσηλείας της Ενάγουσας. Όπως ανέφερε, σε αυτό το έντυπο καταγράφεται η πορεία νόσου των ασθενών που εξετάζουν στα εξωτερικά ιατρεία. Αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα στο Τεκμήριο 18 εκτός από δύο εγγραφές στις 07/07/10 και στις 05/08/
- Με αναφορά στο Τεκμήριο 18 ανέφερε ότι κατά την ημέρα της επίδικης επέμβασης καταγράφηκε στο φύλλο νοσηλείας Τεκμήριο 18 ότι η περιοχή ήταν έντονα φλεγμονώδης και ερυθρή και ότι έλαβε χώρα διάνοιξη εγκάρσιου συνδέσμου καρπού με τοπική αναισθησία και πως είχε διαπιστωθεί ερυθρότητα μέσου νεύρου. Ακολούθως, καταγράφεται η πορεία που ακολουθήθηκε, ήτοι η συρραφή του δέρματος και η επανεξέταση της Ενάγουσας στις 25/06/10 για αλλαγή των γαζών χωρίς να εντοπιστεί αιμορραγία, δεν είχε επίσης σημεία μόλυνσης ούτε φλεγμονή. Πρόσθεσε ότι έλαβε χώρα αφαίρεση κάποιων ραμμάτων την 01/07/10 και στις 07/07/10 αφαιρέθηκαν τα υπόλοιπα ράμματα. Στις 19/07/10 ανέφερε ότι επανεξέτασε την Ενάγουσα και κατεγραψε εμμονή άλγους και ευαισθησία πηχεοκαρπικής τομής δίδοντας οδηγίες για αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική θεραπεία, συστήνοντας επίσης και φυσιοθεραπεία. Στη συνέχεια, στις 17/08/10 όπως η ίδια εξήγησε, κατέγραψε στο φύλλο νοσηλείας (Τεκμήριο 18) ότι πραγματοποιήθηκε ηλεκτρομυογράφημα ημερομηνίας 28/07/10 στην Ενάγουσα το οποίο δεν έδειξε στοιχεία συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα αλλά αυχενική σπονδύλωση. Συνέχισε λέγοντας ότι οι αιμωδίες του καρπού για τις οποίες παραπονείτο η Ενάγουσα οφείλονται στην αυχενική σπονδύλωση στην οποία κατέληξε ο γιατρός που έκανε το ηλεκτρομυογράφημα. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στην καταγραφή που υπάρχει στο Τεκμήριο 18 στις 30/08/10 όπου καταγράφηκε εμμονή άλγους καθώς και ψηλαφητή σκληρία αντίστοιχα με την τομή η οποία σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε η κα Δαμασκηνού, υποχωρεί προοδευτικά, και έγινε επίσης αναφορά σε ακτινογραφίες οι οποίες έδειξαν αρχόμενες εκφυλιστικές αλλοιώσεις πηχεοκαρπικής εξηγώντας ότι αυτό σημαίνει ότι η Ενάγουσα είχε αρχόμενη αρθρίτιδα στους καρπούς των δύο χεριών. Ερωτηθείσα ως προς το τι συμπτώματα έχει η αρθρίτιδα ανέφερε ότι ένας ασθενής αισθάνεται άλγος. Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 19 δελτίο συγκατάθεσης που υπογράφηκε από την Ενάγουσα για τη διεξαγωγή της επίδικης επέμβασης. Αντεξεταζόμενη σε σχετική ερώτηση που της υπεβλήθη σε σχέση με τα συμπτώματα για τα οποία παραπονείται η Ενάγουσα, η κα Δαμασκηνού ανέφερε ότι βλέποντας τις ακτινογραφίες φαίνεται ότι είχε πολλούς λόγους η Ενάγουσα για να πονά και αν είχε δείξει εμπιστοσύνη θα την είχε παραπέμψει και σε ρευματολόγο για να λυθεί το πρόβλημά της. Ακολούθως, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της, ερωτηθείσα ως το προς το κατά πόσο ένα άτομο χωρίς συμπτώματα αρθρίτιδας μπορεί μετά την επέμβαση που έγινε στην Ενάγουσα να παρουσιάσει τα ίδια συμπτώματα, αλλά να μην έχει αρθρίτιδα, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό μπορεί να συμβεί διότι μετεγχειρητικά μπορεί να αναπτυχθεί ένα οίδημα στην περιοχή λόγω της μη φυσιολογικής χρήσης του χειρουργημένου χεριού, κάτι που μπορεί να χρειαστεί μερικούς μήνες για να υποχωρήσει. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο τα συμπτώματα που ανέφερε η Ενάγουσα κατά την κυρίως εξέτασή της, ήτοι ότι δυσκολεύεται να κρατήσει αντικείμενα είναι γενικά συμπτώματα αρθρίτιδας ή συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα ή και τα δύο μαζί, η κα Δαμασκηνού ανέφερε ότι είναι και τα δύο μαζί εξηγώντας ότι όταν ένας ασθενής έχει ηλεκτρομυογράφημα με διάγνωση ότι πάσχει από σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα και του πέφτουν αντικείμενα, τότε ιατρικά θα θεωρήσουν, όπως ανάφερε, ότι έχει σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι, αν ο ασθενής αυτός χειρουργηθεί και δεν του περάσουν τα συμπτώματα και ξαναχειρουργηθεί και από άλλον γιατρό και πάλι δεν του περάσουν τα συμπτώματα, τότε θα συμπεράνουν ότι δεν είναι ο καρπιαίος σωλήνας το πρόβλημα εξηγώντας ότι η ίδια έχει χειρουργήσει ασθενείς για δεύτερη φορά που είχαν χειρουργηθεί από άλλον συνάδελφό της και δεν είχε διανοιχθεί πλήρως ο εγκάρσιος σύνδεσμος, εξηγώντας ότι όταν ανοίχθηκε εντελώς ο σύνδεσμος τότε υποχώρησαν εντελώς τα συμπτώματα του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Περαιτέρω, εξήγησε ότι η πιο σοβαρή επιπλοκή αυτής της επέμβασης είναι η δημιουργία ενός νευρινώματος στην περιοχή το οποίο χρειάζεται επέμβαση αφού πρόκειται για υπερευαισθησία και ειδικότερα αίσθηση ηλεκτρισμού κάτι για το οποίο δεν παραπονέθηκε η Ενάγουσα. Οπότε, σύμφωνα με την κα Δαμασκηνού, δεν μπορούν να θέσουν διάγνωση νευρινώματος ούτε μπορούν να θέσουν διάγνωση ότι δεν ανοίχθηκε εντελώς ο εγκάρσιος σύνδεσμος, ειδικά από τη στιγμή που στο μετεγχειρητικό ηλεκτρομυογράφημα δεν ανευρέθηκαν στοιχεία συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ερωτηθείσα εάν είχαν γίνει εξετάσεις σε σχέση με το ζήτημα του αυχένα όταν η Ενάγουσα υποβλήθηκε στην επίδικη επέμβαση, ανέφερε ότι βρήκε ακτινογραφίες του αυχένα της Ενάγουσας στις οποίες φαινόταν ότι είχε αίμα λέγοντας ότι ήταν αρχόμενο το πρόβλημα στον αυχένα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[2] Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[7] Η εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Ενάγουσα δεν είναι θετική. Περιέπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας ουσιαστικά τα λεγόμενα της και δεν ήταν σταθερή στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γενικότερη εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από αυτήν την μάρτυρα ήταν η έντονη προσπάθεια της να παρουσιάσει μία κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αποδίδοντας λάθη και παραλείψεις στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τα οποία όμως δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει. Ήταν εμφανής η προχειρότητα με την οποία αντιμετώπισε το όλο ζήτημα και η απροθυμία της να εξειδικεύσει διάφορες αναφορές της παρά το ότι κλήθηκε επανειλημμένα προς τούτο. Με άλλα λόγια, η μαρτυρία της στερείται πειστικότητας και δίδω στη συνέχεια διάφορα ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ η ίδια φερόταν κατά την κυρίως εξέταση της να γνωρίζει τη μέθοδο επέμβασης στην οποία υπεβλήθη αποδίδοντας διάφορες λεπτομέρειες αμέλειας, εντούτοις, κατά την αντεξέταση της δήλωσε ευθαρσώς και σε προφανή αντίφαση με τις προηγούμενες ρητές και θετικές προς τούτο τοποθετήσεις της ότι δεν γνώριζε το είδος της επέμβασης στο οποίο η ίδια υπεβλήθη, ενδεικτικό και της προχειρότητας με την οποία αντιμετώπισε το όλο ζήτημα. Περαιτέρω, ενδεικτικό της προχειρότητας με την οποία αντιμετώπισε το όλο ζήτημα ήταν και το γεγονός ότι όχι μόνο δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι μετά την επίδικη επέμβαση και πιο συγκεκριμένα στις 28/07/10 η ίδια υπεβλήθη σε μετεγχειρητικό ηλεκτρομυογράφημα στο οποίο δεν αναφέρθηκαν στοιχεία καρπιαίου σωλήνα, αλλά η ίδια, χωρίς ενδοιασμό, χωρίς να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα του ηλεκτρομυογραφήματος, αρκέστηκε να δηλώσει ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Ενδεικτικό της ανειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι ενώ η ίδια παρουσιαζόταν κατά την κυρίως εξέτασή της χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, κατά την αντεξέτασή της αναίρεσε αυτήν την τοποθέτηση της αφού συμφώνησε ότι πριν από την επίδικη επέμβαση η ίδια έπασχε από τενοντίτιδα στον αγκώνα και στον ώμο και υπέφερε επίσης από οσφυαλγία, προβλήματα που της προκαλούσαν πόνο. Εξαιρετικά αρνητική εντύπωση προκάλεσαν στο Δικαστήριο και οι αναφορές της ότι από την επίδικη επέμβαση είναι ένα ανάπηρο, όπως ανέφερε, άτομο το οποίο κατ' ισχυρισμό χρειάζεται βοήθεια από φροντίστρια και νοσηλεύτρια αφού κατέστη σαφές ότι η ίδια δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο προσπαθώντας να παρουσιάσει μία κατάσταση που ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, κατέστη σαφές από την μαρτυρία της ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, όχι μόνο δεν ήταν σε θέση, παρά το ότι κλήθηκε επίμονα, να κατονομάσει τα πρόσωπα που κατ' ισχυρισμό την φροντίζουν και την νοσηλεύουν και να παρουσιάσει αποδείξεις για τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό κατέβαλε για τέτοια βοήθεια, αλλά επιπρόσθετα με τα ίδια τα λεγόμενα της αναίρεσε την κατ' ισχυρισμό ανάγκη της για βοήθεια, αφού όταν της ζητήθηκε να εξειδικεύσει τη βοήθεια στην οποία αναφέρθηκε η ΜΕ1 μίλησε σε παρελθοντικό χρόνο αναφερόμενη σε βοήθεια που χρειαζόταν στο παρελθόν για κατ' ισχυρισμό μυϊκές ενέσεις τις οποίες έβαζε όπως είπε όταν πονούσε (και πάλι σε παρελθοντικό χρόνο) και για τις οποίες όχι μόνο δεν είχε να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο ότι της είχαν συνταγογραφηθεί τέτοιες ενέσεις αλλά είπε μάλιστα ευθαρσώς ότι δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που χρησιμοποίησε τέτοιες ενέσεις αφού, όπως ανέφερε, είχε χρόνια να χρησιμοποιήσει τέτοιες ενέσεις. Αξιοσημείωτο και ενδεικτικό της προσπάθειας της να παρουσιάσει μία κατάσταση που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της ήταν και η αναφορά της κατά την αντεξέταση της ότι παυσίπονα φάρμακα έπαιρνε όσο πονούσε (και πάλι σε παρελθοντικό χρόνο) χωρίς αυτό να συνάδει με την εικόνα ενός ανάπηρου και ανήμπορου προσώπου που εξακολουθεί να έχει πόνους και που θα έχει πόνους σε ολόκληρη του τη ζωή, όπως ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση της. Αστάθεια παρατηρήθηκε και στο μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τη σύσταση για φυσιοθεραπείες που είχε μετά την επίδικη επέμβαση. Ενώ αρχικά αρνήθηκε ότι είχε τέτοια σύσταση στη συνέχεια όχι μόνο αναίρεσε αυτήν της την τοποθέτηση αποδεχόμενη ότι της είχε εν τέλει συστηθεί η διενέργεια φυσιοθεραπειών. Προέκυψε μάλιστα ότι η ίδια αποφάσισε (χωρίς ιατρική σύσταση) να μην πραγματοποιήσει τις φυσιοθεραπείας που της είχαν συσταθεί επειδή έκρινε αυτόβουλα ότι δεν μπορούσε να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες παρά το ότι είχε ιατρική σύσταση για την πραγματοποίηση τους. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της η οποία άπτεται ιατρικών ζητημάτων όπως για παράδειγμα οι αναφορές της σε αποκοπή νεύρου κατά τη διάρκεια της επέμβασης ή οι αναφορές της περί μη πλήρους διατομής του εγκάρσιου καρπιαίου συνδέσμου, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις ρηθείσες αναφορές αφού η ίδια δεν έχει οποιεσδήποτε ιατρικές γνώσεις ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΕ1 στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέταση της ΜΕ1 κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά οι συντάκτες των οποίων δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4 και 5, εκ των οποίων όλα πλην του Τεκμηρίου 4 είναι χειρόγραφα. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα πιστοποιητικά ασθενείας από διάφορους γιατρούς οι οποίοι επίσης δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Πρόκειται για το Τεκμήριο 6 - από τη δεύτερη σελίδα του μέχρι και την τελευταία, το Τεκμήριο 7, 8 και 9). Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[8] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[9] Θα ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων λαμβανομένου υπόψη ιδιαίτερα του γεγονότος ότι αυτά περιέχουν ιατρικές ορολογίες και το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσουν το πως κατέληξαν σε αυτές τις αναφορές και να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα κατέγραψαν παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων των μαρτύρων που συνέταξαν τα εν λόγω έγγραφα, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές τους στη βάσανο της αντεξέτασης. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων από το Δικαστήριο προκειμένου αυτοί να αντεξεταστούν, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για την Ενάγουσα, που έχει προσαγάγει αυτή μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρες στη διαδικασία τα πρόσωπα που έκαμαν τις αρχικές δηλώσεις. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Στην πραγματικότητα, η Ενάγουσα θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Δαμασκηνού. Καταρχάς, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα η ίδια ανέφερε ως προς τα προσόντα της καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση αυτών από την αντίδικη πλευρά, αποδέχομαι τα προσόντα της ως αυτά αναφέρθηκαν από την ίδια η οποία κατέθεσε και σχετικό βιογραφικό σημείωμα το περιεχόμενο του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε. Η ΜΥ1 εξήγησε με τη δέουσα επιστημονικότητα, σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα τόσο το είδος της επέμβασης που διενεργήθηκε στην Ενάγουσα εξηγώντας και τη μέθοδο που η Ενάγουσα προβάλλει δικογραφικά καθώς και στη μαρτυρία της ότι διενεργήθηκε καθώς και την όλη πορεία της νοσηλείας της Ενάγουσας καθώς και τα αποτελέσματα των μετεγχειρητικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στην Ενάγουσα. Ούτε και αμφισβητήθηκαν τα όσα με ακρίβεια παρουσίασε στο Δικαστήριο η ΜΥ
- Oφείλω να σημειώσω ότι δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική απαντώντας αυθόρμητα στις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Αξιολογώντας με προσοχή τη μαρτυρία της στο σύνολο της, τις απαντήσεις που έδιδε και την εν γένει συμπεριφορά της από τη θέση του μάρτυρα, λέω ότι μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία της ήταν αξιόπιστη και το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να βασισθεί σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά: Η Ενάγουσα έπασχε από σύνδρομο δεξιού καρπιαίου σωλήνος και στις 23/06/2010 χειρουργήθηκε από την κα Θεανώ Δαμασκηνού (ΜΥ1) στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η κα Δαμασκηνού έχει ειδικότητα στην ορθοπεδική και από τον Ιούλιο του 2007 ως σήμερα εργάζεται ως Ιατρικός Λειτουργός ως Α' τάξης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε η Ενάγουσα εμπίπτει στην ειδικότητα της ορθοπεδικής και αρμόδιος χειρουργός για τον καρπιαίο σωλήνα είναι ο ορθοπεδικός χειρουργός και όχι ο νευροχειρουργός. Η μέθοδος που διενεργήθηκε στην Ενάγουσα ήταν αυτή της ανοικτής διάνοιξης του εγκάρσιου συνδέσμου του δεξιού καρπού μέσω τοπικής αναισθησίας. Κατά τη διάνοιξη του εγκάρσιου συνδέσμου του δεξιού καρπού είχε διαπιστωθεί ερυθρότητα του μέσου νεύρου. Μετά τη διάνοιξη έγινε συρραφή του δέρματος και η Ενάγουσα παρακολουθείτο στην Κλινική Καταγμάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και προς τούτο κρατείτο σχετικό φύλλο αναφοράς της πορείας της νοσηλείας της (Τεκμήριο 18) στο οποίο καταγραφόταν η κατάσταση υγείας της Ενάγουσας. Το Τεκμήριο 18 συμπληρώθηκε από την ΜΥ1 εκτός από δύο εγγραφές στις ακόλουθες ημερομηνίες: στις 07/07/10 και στις 05/08/
- Στις 25/6/2010 η Ενάγουσα επανεξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έλαβε χώρα αλλαγή των γαζών χωρίς να εντοπιστεί αιμορραγία, σημεία μόλυνσης ή φλεγμονή. Η αφαίρεση των ραμμάτων έλαβε χώρα κατά την 01/07/10 και 07/07/
- Στις 19/07/10 η Ενάγουσα επανεξετάστηκε από την ΜΥ1 και της έδωσε οδηγίες για αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική θεραπεία και της συνέστησε επίσης και τη διενέργεια φυσιοθεραπειών, τις οποίες όμως η Ενάγουσα επέλεξε να μην πραγματοποιήσει. Ακολούθως, μετά την επίδικη επέμβαση και πιο συγκεκριμένα στις 28/07/10, η Ενάγουσα υπεβλήθη σε μετεγχειρητικό ηλεκτρομυογράφημα το οποίο δεν κατέδειξε στοιχεία συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα αλλά στοιχεία αυχενικής σπονδύλωσης Α4, Α5 και Α5, Α6, σύμπτωμα της οποίας είναι οι αιμωδίες καρπού. Στις 30/08/10 η Ενάγουσα επανεξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και καταγράφηκε στο φύλλο πορείας νοσηλείας της (Τεκμήριο 18) εμμονή άλγους καθώς και ψηλαφητή σκληρία αντίστοιχα με την τομή η οποία υποχωρούσε προοδευτικά. Πραγματοποιήθηκαν επίσης ακτινογραφίες οι οποίες κατέδειξαν αρχόμενες εκφυλιστικές αλλοιώσεις πηχεοκαρπικής κάτι που δείκνυε ότι η Ενάγουσα είχε αρχόμενη αρθρίτιδα στους καρπούς των δύο χεριών. Κύριο σύμπτωμα της αρθρίτιδας είναι το άλγος. Περαιτέρω, προ της επίδικης επέμβασης η Ενάγουσα ταλαιπωρείτο από τενοντίτιδα στον αγκώνα και στον ώμο και υπέφερε επίσης από οσφυαλγία, προβλήματα που της προκαλούσαν πόνο. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[10] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[11] Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί[12], μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αξίωση της Ενάγουσας έναντι των Εναγομένων για αποζημιώσεις εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό ιατρική αμέλεια ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας κατά τη διενέργεια της επίδικης επέμβασης. Σημειώνεται ότι ο εν λόγω γιατρός παρά το ότι δικογραφικά και κατά τη μαρτυρία της ΜΕ1 δεν κατονομάστηκε εντούτοις, κατά την ακροαματική εκδίκαση διαφάνηκε ότι πρόκειται για την ΜΥ1. Το άρθρο 51
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφάλαιο 148) διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
(1)Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, Και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Στην υπόθεση Αγγελή Χρίστος ν Ανδρέα Βορκά
(2007)1 ΑΑΔ 761, λέχθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας, θα πρέπει να αποδείξει: (
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το επίπεδο δεξιότητας που πρέπει να επιδεικνύει ο επαγγελματίας ιατρός σε πρόσωπα που τίθενται υπό την φροντίδα του έχει τεθεί με σαφήνεια στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614[13]. Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση (σελ. 621), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στην δεξιότητα του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority
(1983)2 All E.R. 245. Συνίσταται, στην στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο στην περίπτωση του ωτορινολαρυγγολόγου προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από Ιατρό της ειδικότητας του. Η προσέγγιση του Δικαστή Kilner Brown, J., στην πιο πάνω υπόθεση, έτυχε της έγκρισης του Αγγλικού Εφετείου (βλ. Note Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority
(1985)2 All E.R. 96). To επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J., στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee
(1957)1 W.L.R. 582. Είναι εκείνο της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (βλ. μεταξύ άλλων, Sidewayν. Gov, of Bethlem Roval Hospital
(1985)A.C. 871, 893 -894; Wilsherv. Essex A.H.A.
(1987)Q.B. 730).» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην υπόθεση Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541 τονίστηκε ότι είναι ανάγκη να καταδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προκύπτει.[14] Στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) τονίστηκε ότι δεν αναμένεται από έναν γιατρό να είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Ψύλλου κα
(2009)1 Α.Α.Δ 1552 αναφέρθηκε ότι δεν είναι αναγκαίο ο ιατρός ή οποιοσδήποτε άλλος επαγγελματίας να διαθέτει "highest expert skill" αλλά να επιδεικνύει τη συνήθη δεξιότητα ατόμου που επαγγέλλεται τη συγκεκριμένη ειδικότητα.[15] Επισημάνθηκε επίσης πως αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Στις περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων, το καθήκον επιμέλειας του ιατρού δεν περιορίζεται μόνο κατά τη διάρκεια της επέμβασης αλλά επεκτείνεται τόσο στην προεγχειρητική προετοιμασία όσο και στην μετεγχειρητική φροντίδα του ασθενούς και την αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών. Ένα άλλο στοιχείο που εξετάζεται στο πλαίσιο ισχυριζόμενης ιατρικής αμέλειας είναι η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς ως προς τα πιθανά αποτελέσματα μιας θεραπείας. Στις περιπτώσεις αυτές ο Ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι θα ενεργούσε διαφορετικά αν είχε τη σωστή πληροφόρηση. Το κριτήριο είναι το τι θα έπραττε ο μέσος λογικός και συνετός ασθενής εάν ήταν στη θέση του Ενάγοντα. Το κατά πόσο ένας ιατρός εκπλήρωσε το καθήκον ενημέρωσης του ασθενούς είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ποικίλει ανάλογα με το είδος των επιπλοκών της θεραπείας αλλά και της ικανότητας του ασθενή να κατανοήσει τις πληροφορίες που τίθενται υπόψη του.[16] Από την ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει ότι η Ενάγουσα επικαλείται άνευ βλάβης την εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur. H εν λόγω αρχή, η οποία αποτελεί κανόνα απόδειξης, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ο Ενάγων αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του Εναγόμενου με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου, γιατί τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του Εναγόμενου. Όποτε εφαρμόζεται η εν λόγω αρχή, ο Ενάγων αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον Εναγόμενο, για να δώσει μια λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΜΑΡΚΟΥ ΜΑΡΚΑΡΗ v. ΜΑΡΚΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Πολιτική Έφεση Αρ. 314/2014, 14/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D240 επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής αυτού του κανόνα απόδειξης: «Η αρχή ή, ακριβέστερα, ο κανόνας απόδειξης res ipsa loquitur μεταφέρθηκε από το αγγλικό δίκαιο στο κυπριακό με το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει: «
- Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- (α) O ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά.» Ως προς τον τρόπο εφαρμογής του κανόνα, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθα απόσπασμα από την D. Skaros Enterprises Ltd v Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 496/2012, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394, ECLI:CY:AD:2019:A394: «Ο τρόπος εφαρμογής του εν λόγω κανόνα αποτέλεσε, διαχρονικά, αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία υποθέσεων, με διάφορες διατυπώσεις, σχετικά. Γίνεται ευρεία ανασκόπηση και συζήτησή τους στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας G.S.K. Mechanical Services Ltd κ.ά. v. Αντώνη Αντωνίου κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 377/2012 και 383/2012, 20.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A382, ECLI:CY:AD:2019:A
- ΄Ολες οι διατυπώσεις συγκλίνουν προς τη γενική αντίληψη ότι, εφόσον ο κανόνας αυτός τυγχάνει εφαρμογής, από κάποιο στάδιο και μετά, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον εναγόμενο να καταδείξει ότι δεν υφίσταται αμέλεια από μέρους του. Το στάδιο τούτο, ασφαλώς, έπεται της απόδειξης, από μέρους του ενάγοντος, ότι υπάρχει αμέλεια από μέρους του εναγομένου. Τέτοιο συμπέρασμα είναι το αποτέλεσμα ευλόγων υποθέσεων, οι οποίες συνάγονται από τη μαρτυρία την οποία το δικαστήριο έχει ενώπιόν του.» Έχει περαιτέρω νομολογιακά καθιερωθεί ότι εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου.[17] Στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η αρχή res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων να αποδείξει την ιατρική αμέλεια. Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πέτρου Πέτρος Σ. και Άλλος ν. Νίκου Θεμιστοκλέους
(2003)1 ΑΑΔ 1426 και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κατερίνα Σάββα ν. Σίμου Κυριακίδη
(2008)1 ΑΑΔ 83. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Ενάγουσα δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μη έχοντας γνώση των πραγματικών περιστατικών τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό ζημιά, αλλά πέραν των δικογραφημένων λεπτομερειών αμέλειας, η ίδια παρουσίασε θετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου παραθέτοντας μάλιστα σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας, καταλογίζοντας συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις στους Εναγόμενους προς στοιχειοθέτηση της θέσης της περί επίδειξης αμέλειας έναντι στην ίδια. Με άλλα λόγια, η Ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή προσκόμισε μαρτυρία η οποία αποσκοπούσε στην απόδειξη αμέλειας εκ μέρους των εναγομένων κατά θετικό τρόπο ως προσπάθεια απόδειξης των συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων που ρητά τους καταλόγιζε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι η αρχή res ipsa loquitur δεν μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοστεί. Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης της κατ' ισχυρισμό αμέλειας παραμένει στην Ενάγουσα και δεν έχει μεταφερθεί στους ώμους των Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων της Ενάγουσας διαπιστώνεται ότι δεν έχει προωθηθεί οποιαδήποτε εισήγηση ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής αυτός ο κανόνας απόδειξης με τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον των Εναγομένων. Η Ενάγουσα δεν κατάφερε να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία θα έκανε την πλάστιγγα να κλίνει υπέρ του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[18] Συνακόλουθα, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [6] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [7] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [8] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
- βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016 [9] Άρθρο 27, Κεφ.
- [10] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [11] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [12] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [13] Η απόφαση Αθανασίου κ.ά. ν Κουνούνη υιοθετήθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γιάλλουρος Κυριάκος και Άλλοι ν Ψύλλου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 1552 [14] Maynard v. West Midlands Regional Health Authority
(1985)1 All E.R. 635, Κούλλης Κυριαλλής ν. Άννης Τελεβάντου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τελεβάντου
(2007)1 ΑΑΔ 1299 [15] ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ v. ΛΑΠΙΘΗ κ.α. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2011, 12 Ιανουαρίου, 2018, Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All E.R. 245, Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R. 582 Sideway v. Gov. οf Bethlem Royal Hospital
(1985)Α.Ψ. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A. [1987] Q.B. 730, Street on Torts 11η Έκδ.
(2003)σελ. 265 και 266. [16] Βαριάνου Αθηνά ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Pearce v. United Bristol Healthcare N.H.S. Trust
(1999)B.M.L.R. 118 CA [17] Φιλίππου Βασίλης και Άλλοι ν. Ντάνη Τσολάκη και Άλλων
(2006)1 ΑΑΔ 1188, Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1278). [18] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο