ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΓΙΑΤΡΟΥ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 716/2013, 16/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 716/2013 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ Αιτήτριας και
- ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΓΙΑΤΡΟΥ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΕΝΕΔΙΜΟΥ Καθ' ων η αίτηση και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΔΟΛΙΩΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ.62 και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ Αιτήτριας και
- ΧΡΥΣΟΥΛΛΑ ΓΙΑΤΡΟΥ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΑΝΤΩΝΙΟ ΓΙΑΤΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. K. Πανάγος για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Χ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. ΙΩΑΝΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 14/04/2014 η Αιτήτρια επιδιώκει την ακύρωση της μεταβίβασης οικοπέδου (1/2 μερίδιο) το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση 1 μεταβίβασε στον Καθ' ου η Αίτηση 2 κατ' ισχυρισμό δόλια με σκοπό την παρεμπόδιση και/ή καθυστέρηση ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς την Αιτήτρια. Επιδιώκεται επίσης η έκδοση διατάγματος για την επανεγγραφή του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 1 καθώς και διάταγμα το οποίο να διατάσσει τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας να προβεί στην αναγκαία διόρθωση των αρχείων του ευθύς μόλις λάβει αντίγραφο του διατάγματος ακύρωσης της επίδικης μεταβίβασης. Διαζευκτικά επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος για την κατάσχεση και πώληση του επίδικου ακινήτου προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους της Καθ' ης η Αίτηση
- Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Γιάννη ίδιας ημερομηνίας στην οποία αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Αιτήτριας και πως έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης (εν τοις εφεξής ο ΧΓ). Σύμφωνα με τον ΧΓ, δυνάμει συμφωνίας δανείου μεταξύ της Αιτήτριας και της πρωτοφειλέτιδας ημερομηνίας 18/03/2009 η πρωτοφειλέτιδα έλαβε δάνειο ύψους €12.000 από την Αιτήτρια. Την πρωτοφειλέτιδα εγγυήθηκαν δυνάμει σύμβασης εγγύησης ίδιας ημερομηνίας τρία πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η Καθ' ης η Αίτηση
- Αντίγραφα των σχετικών συμβάσεων κατατέθηκαν από τον ΧΓ ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα. Η πρωτοφειλέτιδα κατέβαλε έναντι δανείου δύο δόσεις ύψους €
- Εν όψει του ότι ο λογαριασμός της πρωτοφειλέτιδας παρουσίαζε καθυστερήσεις η Αιτήτρια από την 31/08/09 και εντεύθεν απέστελλε κάθε μήνα επιστολές στην Καθ' ης η Αίτηση 1 ενημερώνοντάς την ότι η πρωτοφειλέτιδα καθυστερεί την αποπληρωμή του δανείου της, διευκρινίζοντας σε έκαστη επιστολή το εκάστοτε καθυστερημένο ποσό της πρωτοφειλέτιδας. Περαιτέρω, όπως εξηγεί ο ΧΓ, στις 25/01/11 εξεδόθη διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της πρωτοφειλέτιδας και στις 22/06/11 η Αιτήτρια με επιστολή της προς την πρωτοφειλέτιδα και τους εγγυητές τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού της πρωτοφειλέτιδας και πληροφόρησε αυτούς ότι ολόκληρο το ποσό του δανείου κατέστη ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας και των Καθ' ων η Αίτηση ο Έφορος δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85 παρέπεμψε το δάνειο σε διαιτησία προς επίλυση της διαφοράς. Στις 13/02/2012 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 καθώς και ακόμα ενός εγγυητή για το ποσό των €15.141,43 πλέον τόκο 9% από 13/02/2012 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 31 Δεκεμβρίου έκαστου έτους (εν τοις εφεξής η Διαιτητική Απόφαση). Ο ΧΓ παρουσίασε ως Τεκμήριο Ζ αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης. Σε ότι αφορά την πρωτοφειλέτιδα, ο ΧΓ εξηγεί, ότι δεν εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον της καθότι είχε εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο ήτοι στις 25/01/2011 διάταγμα παραλαβής. Σε ότι αφορά δε το τρίτο πρόσωπο που εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας σύμφωνα με τον ΧΓ η ειδοποίηση για διαιτησία δεν επιδόθηκε παρά τις πάμπολλες προσπάθειες εντοπισμού του στη δοθείσα διεύθυνση. Στις 28/05/13 εκδόθηκε διάταγμα εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει ο ΧΓ, στις 17/06/13 η Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση έρευνας εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 την οποία απέσυρε στις 05/12/13 άνευ βλάβης ενόψει του ότι στην ένστασή της προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι είναι άνεργη από το 2010 και πως δεν έχει άλλα εισοδήματα. Αντίγραφο της ρηθείσας ένστασης που καταχώρισε η Καθ' ης η Αίτηση 1 παρουσίασε ο ΧΓ ως Τεκμήριο Θ. Όπως περαιτέρω εξηγεί ο ΧΓ η Αιτήτρια αποφάσισε να προχωρήσει σε καταχώριση ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση 1 και προς τούτο διενήργησε παγκύπρια έρευνα στον Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, η οποία έδειξε ότι δεν έχει καμία ιδιοκτησία επ' ονόματί της. Από πληροφορίες ότι υπάρχει ακίνητο επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 1, η Αιτήτρια ζήτησε όπως γίνει έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για τυχόν αποξενώσεις ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτησης
- Από την έρευνα η Αιτήτρια ανακάλυψε ότι το μοναδικό ακίνητο που είχε η Καθ' ης η Αίτηση 1 επ' ονόματί της είχε μεταβιβαστεί από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στον γιο της Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 02/03/11 δυνάμει δωρεάς. Ο ΧΓ κατέθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο Κ αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τον ΧΓ η Καθ' ης η Αίτηση 1 γνωρίζοντας από τις προειδοποιητικές επιστολές τις οποίες λάμβανε από την Αιτήτρια ότι η πρωτοφειλέτιδα δεν κατέβαλε δόσεις από 19/05/2009 και μετά και γνωρίζοντας περαιτέρω ότι εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εξεδόθη διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της στις 25/01/11 και τέλος γνωρίζοντας ότι η Αιτήτρια θα κινείτο πλέον νομικά εναντίον της, στις 02/03/11 μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στον γιο της Καθ' ου η Αίτηση 2, ώστε να μην υπάρχει εγγεγραμμένη περιουσία επ' ονόματί της σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της, προκειμένου να παρεμποδίσει την Αιτήτρια να ανακτήσει από αυτήν το εξ αποφάσεως χρέος της. Σύμφωνα με τον ΧΓ, μετά τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, η Καθ' ης η Αίτηση 1 στερείται άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας και δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος της. Προσθέτει ο ΧΓ, ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν έγινε καλόπιστα, αλλά με μοναδικό σκοπό την καταδολίευση της Αιτήτριας ώστε να μην δυνηθεί να εισπράξει το λαβείν της. Στις 26/09/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση αίτηση. Προβάλλουν 4 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - κατά τον χρόνο της μεταβίβασης δεν είχε εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση και δεν είχε αρχίσει οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία, - η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έγινε καλόπιστα, - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη καθότι ο ομνύων δεν ήταν κατά τον χρόνο υπογραφής της ένορκης δήλωσης εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στη ρηθείσα ένορκη δήλωση και, - το επίδικο ακίνητο ήταν η πρώτη κατοικία της Καθ' ης η Αίτηση 1 και δεν μπορεί να πωληθεί καθότι προστατεύεται ως τέτοια από τον νόμο. Η ένσταση συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην ένορκη της δήλωση αρνείται ότι η μεταβίβαση έγινε δόλια. Λέγει ότι στις 02/03/11 που έγινε η μεταβίβαση στον γιο της δεν είχε εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της και δεν είχε αρχίσει καμία διαδικασία εναντίον της. Προσθέτει ότι η ημερομηνία που η Αιτήτρια τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό και την προειδοποίησε ότι θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της είναι η 22/06/11 δηλαδή τρεισήμισι μήνες μετά τη μεταβίβαση. Όπως περαιτέρω υποστηρίζει, δεν είχε γνώση περί της πτώχευσης της πρωτοφειλέτιδας και ούτε της επιδόθηκε τέτοιο διάταγμα. Σύμφωνα με την ίδια, η πρώτη φορά που έμαθε ότι η πρωτοφειλέτιδα πτώχευσε ήταν μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 δέχεται ότι όντως λάμβανε επιστολές από την Αιτήτρια ότι η πρωτοφειλέτιδα καθυστερεί δόσεις και ισχυρίζεται ότι αυτή τη διαβεβαίωνε ότι θα τις διευθετήσει. Λέγει ότι πριν την επίδικη μεταβίβαση η τελευταία επιστολή που πήρε από την Αιτήτρια ήταν στις 28/02/11 με την οποία την πληροφορούσε ότι η πρωτοφειλέτιδα καθυστερούσε ποσό ύψους €3.837,
- Τότε, σύμφωνα πάντα με την Καθ' ης η Αίτηση 1, μίλησε προσωπικά με την πρωτοφειλέτιδα και τη διαβεβαίωσε ότι εντός των επόμενων 1-2 ημερών θα το διευθετούσε και να μην ανησυχεί. Μάλιστα στις 02/03/11, σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση 1, της ανέφερε ότι το όλο θέμα διευθετήθηκε. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 γιος της δεν γνώριζε ότι είχε υπογράψει οποιανδήποτε εγγύηση, ούτε γνώριζε για τη λήψη οποιωνδήποτε επιστολών τις οποίες λάμβανε η ίδια. Η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον Καθ' ου η Αίτηση 2 με δωρεά έγινε, σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση 1, καλή τη πίστει. Προσθέτει ότι ο λόγος που μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο ήταν για κληρονομικούς σκοπούς μόνο και εφόσον, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση 1, ήταν με την εντύπωση ότι το θέμα διευθετήθηκε μπορούσε να διαθέσει την περιουσία της ως ήθελε. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 αυτός αναφέρει ότι δεν γνώριζε ότι η μητέρα του, Καθ' ης η Αίτηση 1, υπέγραψε ως εγγυήτρια οποιουδήποτε ατόμου και πως το μόνο που γνωρίζει για την υπόθεση είναι ότι η μητέρα του ήθελε να του μεταβιβάσει το μισό μερίδιο του επίδικου ακινήτου και ο ίδιος δέχτηκε τη μεταβίβαση καλή τη πίστει. Στις 11/04/22 ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπό κρίση αίτηση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την πλευρά της Αιτήτριας ο κύριος Ανδρέας Ανδρέου ο οποίος έδωσε και προφορική μαρτυρία (εν τοις εφεξής ΑΑ) καταθέτοντας γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α). Για την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε πρόσωπο για να δώσει προφορική μαρτυρία. Ο ΑΑ για την πλευρά της Αιτήτριας, εξήγησε ότι ο ΧΓ που υπέγραψε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν εργαζόταν πλέον στην Αιτήτρια εξ' ου και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο ΑΑ. Ο ΑΑ ουσιαστικά υιοθέτησε και επανέλαβε τα όσα ήδη ανέφερε ο ΧΓ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ο ΑΑ υιοθέτησε επίσης και το περιεχόμενο όλων των τεκμηρίων που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του ΧΓ. Αναφέρθηκε στις κατά καιρούς μετονομασίες της Αιτήτριας για να καταλήξει ότι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δαλίου κατόπιν διαφόρων συγχωνεύσεων τις οποίες παραθέτει μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ. Πρόσθεσε ότι κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης η Καθ' ης η Αίτηση 1 γνώριζε ότι η πρωτοφειλέτιδα δεν πληρώνει ως όφειλε τις μηνιαίες δόσεις της καθώς και ότι η Αιτήτρια ενδεχομένως να απαιτούσε από την ίδια ως εγγυήτρια την αποπληρωμή όλου του εξ αποφάσεως χρέους. Σύμφωνα με τον ΑΑ, η Αιτήτρια ως πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση 1 κατά τον χρόνο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου ήταν στη σκέψη της Καθ' ης η Αίτηση 1 και με πρόθεση η Καθ' ης η Αίτηση 1 να παρεμποδίσει και να καθυστερήσει την Αιτήτρια από την ανάκτηση του χρέους της προχώρησε στην επίδικη μεταβίβαση στον γιο της. Προσθέτει ο ΑΑ ότι η επίδικη μεταβίβαση ναι μεν έγινε πριν την έναρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, η Καθ' ης η Αίτηση 1 όμως γνώριζε ότι ολόκληρο το ποσό κατέστη απαιτητό από την Αιτήτρια αφού λάμβανε ανά τακτά διαστήματα επιστολές που ξεκάθαρα, κατά τον ΑΑ, παρουσίαζαν καθυστερήσεις. Ο ΑΑ λέγει ότι από την ένορκη δήλωση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είναι πασιφανές ότι δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει, ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και ότι δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδιστεί η Αιτήτρια και απλώς αρκούνται στη δήλωση ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε για κληρονομικούς σκοπούς, γεγονός που πρόδηλα, κατά τον ΑΑ, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη, καθότι ούτως ή άλλως το ακίνητο θα κληρονομείτο στα τέκνα ως νόμιμοι κληρονόμοι της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση
- Σύμφωνα με τον ΑΑ, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε γνώση των υποχρεώσεων της Καθ' ης η Αίτηση 1 και πως αυτή υπέγραψε ως εγγυητής του χρέους της πρωτοφειλέτιδας. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου την οποία παρουσίασε ανέφερε ότι το ύψος του συνολικού χρέους είναι αυτό που έχει επιδικαστεί με τη Διαιτητική Απόφαση και πως την κατάσταση λογαριασμού την παρουσίασε για να αποδείξει ότι δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ερωτηθείς για την αξία του επίδικου ακινήτου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν προχώρησε η Αιτήτρια σε οποιανδήποτε εκτίμηση του επίδικου ακινήτου, προσθέτοντας ότι η Αιτήτρια γνώριζε τις τιμές του Κτηματολογίου ως αυτές περιγράφονται στην έρευνα του Κτηματολογίου για το έτος 2013 και 2018, πλην όμως δεν είχε κάποιο έγγραφο μαζί του. Ακολούθως, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε ότι η Αιτήτρια εξάντλησε το ενδεχόμενο για ανεύρεση κινητής περιουσίας και εφόσον δεν είχε και δεν εργαζόταν η Καθ' ης η Αίτηση 1 η μοναδική περιουσία που είχε ήταν το επίδικο ακίνητο. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν γνώριζε σε ποια μέτρα προχώρησε η Αιτήτρια για τον κάθε εγγυητή ξεχωριστά, πλην όμως ανέφερε ότι δεν έχει απαλλάξει κανέναν εγγυητή η Αιτήτρια. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[2] Το δικαιοδοτικό πλαίσιο της υπό εξέταση υπόθεσης, είναι ο Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος Κεφ. 62, επί του οποίου στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση. Το Κεφ. 62, δίνει στο Δικαστήριο, την εξουσία να ακυρώσει οποιαδήποτε δωρεά ή άλλη μεταβίβαση εφόσον κριθεί ότι διενεργήθηκε δόλια, δηλαδή, με πρόθεση ο μεταβιβάζων χρεώστης να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν τα οφειλόμενα σ' αυτούς χρέη του. Το Άρθρο 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε δωρεά, πώληση ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν από αυτόν τα χρέη του, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Adamou v. Kitchiou
(1978)1 J.S.C 12, σκοπός του Κεφ. 62 είναι να καταστήσει κάποια περιουσία η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες θα ήταν διαθέσιμη, διαθέσιμη προς εκτέλεση με σκοπό την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του Κεφαλαίου 62 διαδικασία ακύρωσης μεταβίβασης αρχίζει με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή, η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 «.... γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.». Αυτό, όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ κ.ά. ν. Lakis Georgiou Construction Ltd, Πολ. Εφ. 214/2012, ημερ. 28.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:A422, «... είναι και λογικό ούτως ώστε να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της κυρίως αγωγής ή άλλης εναρκτήριας διαδικασίας ... με την αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης του περιουσιακού στοιχείου.». Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η υπό κρίση αίτηση έχει πρωτογενή χαρακτήρα και παρόλο που δικονομικά είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής ή της άλλης διαδικασίας σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 62, εντούτοις «ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί».[3] Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, η οποία στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία, αφού με αυτή επιδιώκεται πλέον η ακύρωση, με δικαστικό διάταγμα, μεταβίβασης ως δόλιας.[4] Για μπορεί να χαρακτηριστεί η διάθεση περιουσίας ως δόλια μεταβίβαση είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ότι αυτή έγινε με πρόθεση παρεμπόδισης ή καθυστέρησης του πιστωτή. Το ουσιώδες στοιχείο είναι η πρόθεση αυτού που διενεργεί τη διάθεση. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Vasiliades v. A.N. Vasiliades and another XVIII (part 1) C.L.R. 10 στις σελ. 19-20: "The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is not what has been called "moral" fraud; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" (that is something less than "prevent") his creditors. Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case." Ο ουσιώδης χρόνος για τη διαπίστωση της πρόθεσης αυτής είναι ο χρόνος της μεταβίβασης. Δόλια μεταβίβαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης.[5] Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Lymperopoulou v. Christodoulou and others (V22) 1 CLR 184: «
(2)that, unlike the English statutes (13 Eliz. C. 5 and the Law of Property Act, 1925), the Cyprus statute did not provide a remedy for a "subsequent creditor," i.e. a creditor who was not in the contemplation of the debtor at the time of the fraudulent transfer;» Το ποιος μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής που δικαιούται θεραπείας δυνάμει του Κεφ. 62 είναι θέμα πραγματικό και το Δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει αφού ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης με κύριο κριτήριο το χρόνο μεταβίβασης.[6] Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για πιστωτή, τον οποίο ο οφειλέτης, κατά το χρόνο εκείνο, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους. Η μεταβίβαση μπορεί να κριθεί δόλια είτε έγινε πριν, είτε μετά την έναρξη της αγωγής. Θα πρέπει, όμως, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για ακύρωση να υπάρχει απόφαση υπέρ του αιτητή. Στην υπόθεση Φ. Ζίττη κ.α. v. Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Φθαρτεμπορική Α/φοί Α. Κατσαρής Π. ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Ε92/2014, ημερ. 16/7/2019 οι διάδικοι διατηρούσαν εμπορικές συναλλαγές στο πλαίσιο των οποίων η αιτήτρια (στην αίτηση ακύρωσης δόλιας μεταβίβασης) παρέδιδε εμπορεύματα με πίστωση σε κάποιο νομικό πρόσωπο. Στις 18 Μαΐου 2010, το νομικό αυτό πρόσωπο υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου προς όφελος της εφεσίβλητης, με ημερομηνία λήξης την 18η Μαΐου 2011. Την εν λόγω υποχρέωση του νομικού προσώπου είχαν εγγυηθεί 4 άτομα. Στις 3 Δεκεμβρίου 2010, πριν τη λήξη του γραμματίου η μία εκ των εγγυητών μεταβίβασε, δυνάμει δωρεάς διάφορα τεμάχια (χωράφια) στους καθ' ων 2 ως 4, τέκνα και σύζυγο τέκνου. Περαιτέρω, μετά τη λήξη του γραμματίου μεταβίβασε, και πάλι δυνάμει δωρεάς, μια οικία και ένα χωράφι στα τέκνα της, με το χωράφι να μεταβιβάζεται στη συνέχεια στη σύζυγο του τέκνου. Το γραμμάτιο δεν τιμήθηκε στη λήξη του και η αιτήτρια καταχώρισε, στις 6 Ιουλίου 2011, αγωγή εναντίον των εγγυητών. Στις 14 Νοεμβρίου 2011 εκδόθηκε, εκ συμφώνου, απόφαση εναντίον των εγγυητών και η Αιτήτρια, κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε τη διενέργεια των πιο πάνω μεταβιβάσεων, οι οποίες έγιναν, χρονικά, τόσο πριν όσο και μετά την έγερση της αγωγής. Ως αποτέλεσμα τούτου, αυτή καταχώρισε αίτηση για ακύρωση των μεταβιβάσεων, ισχυριζόμενη ότι αυτές έγιναν δόλια. Το δικαστήριο, αξιολογώντας την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία κατέληξε ότι οι εφεσείοντες «δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που ήταν επιφορτισμένοι ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστει και δεν έγιναν με πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν την αιτήτρια». Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση και εξετάζοντας τον προβληθέντα ισχυρισμό των εφεσειόντων, ότι η εφεσίβλητη (η αιτήτρια) δεν ήταν πιστωτής εντός της εννοίας του Κεφ. 62 επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το ποιος μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής είναι θέμα πραγματικό και το δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει με κριτήριο το χρόνο μεταβίβασης. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για πιστωτή, τον οποίο ο οφειλέτης, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους. Από παλαιότερα η νομολογία καθόρισε το ζητούμενο. Σύμφωνα με την υπόθεση Lymperopoulou v. Christodoulou and others
(1957)Vol. 22 CLR 184, δόλια μεταβίβαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εάν ο πιστωτής που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο οφειλέτης κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους του. Σημειώνουν οι εφεσείοντες, και είναι άλλωστε αποδεχτό ότι, κατά το χρόνο που έγιναν μερικές εκ των μεταβιβάσεων, δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Περαιτέρω προβάλουν ότι η εφεσίβλητη δεν έχει αποδείξει το δικαίωμα της να κατατάσσεται ως πιστωτής του προσώπου από το οποίο οφείλεται το χρέος με βάση το άρθρο 2 του Κεφ. 62. Τα όσα εισηγήθηκαν επί του προκειμένου οι εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ. 62, προκαθορίζει ότι, «... θεωρείται δόλια . που .. έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής .». Θα πρέπει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ακύρωση να υπάρχει απόφαση υπέρ του αιτητή. . Το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται είναι αν ο δικαιούχος γραμματίου, όταν η ημερομηνία πληρωμής δεν έχει φθάσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πιστωτής του εγγυητή; Η απάντηση είναι θετική, εξαρτώμενη βεβαίως από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, έστω και αν το δικαίωμα του «πιστωτή» δεν είναι ακόμη εκτελεστό, αφού δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή για να το ανακτήσει. Εν προκειμένω, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως περιγράφονται πιο πάνω και δη η τεκμηριωμένη αδυναμία ανταπόκρισης των πρωτοφειλετών στις υποχρεώσεις τους, σε συνάρτηση με τις ηθελημένες ενέργειες της εφεσείουσας και τη γνώση, οδηγούν στην επιβεβαίωση της ορθότητας του πρωτόδικου συμπεράσματος ως προς το χαρακτηρισμό της εφεσίβλητης ως πιστωτή.» Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης, το άρθρο 3
(2)του Κεφ. 62 δημιουργεί σε συγκεκριμένες, ρητά καθοριζόμενες περιπτώσεις, μαχητό τεκμήριο ότι η μεταβίβαση ήταν δόλια. Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η μεταβίβαση ή εκχώρηση οποιασδήποτε περιουσίας έγινε σε οποιαδήποτε γονιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιοπαρόχου ή εκχωρητή όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή. Το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει, είναι στους ώμους του δικαιοπάροχου. Το εν λόγω μαχητό τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με την προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας.[7] Έχοντας κατά του το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την εξέταση αιτήσεων όπως η υπό κρίση Αίτηση, επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. Προτού προχωρήσω θα πρέπει να επισημάνω τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο που διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης. Ανατρέχοντας στον φάκελο της δικογραφίας, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στις 14/10/2015 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπό κρίση Αίτηση, στην παρουσία αμφότερων των συνηγόρων των διαδίκων, ανέφερε και κατέγραψε στο πρακτικό ότι ενόψει του ότι η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης θα λάμβανε χώρα δια ζώσης και ενόψει του ότι αφενός το Δικαστήριο δεν είχε τις υπηρεσίες στενογράφου και αφετέρου, δεν είχαν ετοιμαστεί οποιεσδήποτε γραπτές δηλώσεις από τους συνήγορους των διαδίκων, έκρινε ορθότερο να αναβάλει την ακρόαση σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Στη συνέχεια, στις 2/3/2016 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) όταν τέθηκε ενώπιον του μονομερής αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας για αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση 1, επιλαμβανόμενο της αίτησης ανέφερε και κατέγραψε στο πρακτικό ότι θεωρούσε αχρείαστη την αίτηση αντεξέτασης ενόψει του ότι σύμφωνα με τη θεώρηση του Δικαστηρίου όπως αυτή καταγράφηκε στο πρακτικό του, η αίτηση είναι πρωτογενής και εκδικάζεται όπως η αγωγή. Η συνήγορος του Αιτητή, δεν επέμεινε στην προώθηση της αίτησης αντεξέτασης την οποία και απέσυρε. Όπως επίσης προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, η Αιτήτρια εκπροσωπείτο από άλλους δικηγόρους και στις 17/4/19 ανέλαβαν την εκπροσώπηση της οι δικηγόροι που εμφανίζονται σήμερα στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, οι οποίοι στις 23/9/21 καταχώρισαν αίτηση για λήψη άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στη ρηθείσα αίτηση οπότε το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση στις 8/2/22 που τέθηκε ο φάκελος της υπόθεσης ενώπιον του όρισε την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για ακρόαση. Στην ένσταση, οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση προέβαλαν ως λόγους ένστασης ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι πρωτογενής και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ανάγκη προσαγωγής μαρτυρίας με ένορκη δήλωση αφού οι Αιτητές μπορούν να προσκομίσουν τη μαρτυρία τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Την ημέρα που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο συνήγορος εκ μέρους της Αιτήτριας δήλωσε ότι λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προβλήθηκαν στην ένσταση δεν υπήρχε λόγος προώθησης της αίτησης για συμπληρωματική καθότι θα προσκόμιζε την όποια μαρτυρία επιθυμούσε η Αιτήτρια δια ζώσης κατά την ημέρα που θα οριζόταν η υπό κρίση Αίτηση για ακρόαση, την οποία και απέσυρε. Ο συνήγορος για την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησε με τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο της Αιτήτριας. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η υπό κρίση Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύντομη αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας, καθίσταται σαφές ότι ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας όχι μόνο καθορίστηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) αλλά ούτε προέκυψε οποτεδήποτε οποιαδήποτε διχογνωμία μεταξύ των μερών σε σχέση το ζήτημα αυτό αφού φαίνεται να υπήρχε ομοφωνία μεταξύ τους ότι η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης θα λάμβανε χώρα με την προσκόμιση προφορικής (δια ζώσης μαρτυρία). Παρά ταύτα, οι Καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν, για λόγους που δεν επεξηγήθηκαν, να μην παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να τεθούν στη βάσανο της αντεξέτασης από την πλευρά της Αιτήτριας. Δεν συμμερίζομαι την εισήγηση του συνήγορου για την πλευρά της Αιτήτριας ότι υπό αυτές τις περιστάσεις το Δικαστήριο οφείλει να αγνοήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των Καθ' ων η Αίτηση, αφού σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση, αυτές επενεργούν μόνο ως δικόγραφα αφού δεν έχει προσκομισθεί δια ζώσης μαρτυρία εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης τους. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρίστηκαν προς υποστήριξη της ένστασης δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά θα ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και θα δοθεί σε αυτό η ανάλογη βαρύτητα χωρίς όμως να μπορεί να καταλογιστεί στην Αιτήτρια ότι, υπό τις περιστάσεις που εξήγησα πιο πάνω, άφησε αναντίλεκτους τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση. Προχωρώ λοιπόν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τους προβληθέντες στο πλαίσιο της ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση λόγους ένστασης καθώς και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.[8] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[9] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[10] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[11] Ο ΑΑ έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα σε σχέση με την επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ΑΑ δεν αντεξετάστηκε σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του όπως για παράδειγμα σε ότι αφορά τη θέση του ότι η Αιτήτρια κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης ήταν στη σκέψη της Καθ' ης η Αίτηση 1, ότι η Αιτήτρια είχε εξαντλήσει το ενδεχόμενο ύπαρξης κινητής περιουσίας προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 1 η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την είσπραξη του λαβείν της, ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν άνεργη καθώς και ότι η μοναδική περιουσία που είχε ήταν το ακίνητο που μεταβίβασε στον Καθ' ου η Αίτηση 2. Ούτε αμφισβητήθηκαν οι αναφορές του ΑΑ ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 είχε γνώση της διαδικασίας πτώχευσης της πρωτοφειλέτιδας η οποία οδήγησε στις 25/1/11 (δηλαδή 1 μήνα και 4 ημέρες πριν την επίδικη μεταβίβαση) στην έκδοση διατάγματος παραλαβής. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[12] Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΑΑ στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι αυτός απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχώρισαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 διαπιστώνω εγγενή κενά, αδυναμίες και ασάφειες. Η γενική αναφορά ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 προέβη στην επίδικη μεταβίβαση στον Καθ' ου η Αίτηση 2 για κληρονομικούς σκοπούς δεν έπεισε. Δεν εξήγησε με οποιοδήποτε τρόπο τη ρηθείσα αναφορά και ιδιαίτερα για ποιο λόγο αποφάσισε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο να προβεί στην επίδικη μεταβίβαση για κληρονομικούς, όπως ανέφερε, σκοπούς τη στιγμή που είχαν προηγηθεί 19 μηνιαίες επιστολές καθυστερήσεων για την περίοδο από 31/8/2009 μέχρι και τις 28/2/2011 από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε ότι το ποσό των καθυστερήσεων κάθε μήνα αυξανόταν και πως η πρωτοφειλέτιδα σε συστηματική βάση δεν κατέβαλε τις δόσεις της. Μάλιστα, ενώ η ίδια φαίνεται από τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της να συσχετίζει και να συναρτά την επίδικη μεταβίβαση με τη μη κατ' ισχυρισμό ύπαρξη οποιασδήποτε εκκρεμότητας έναντι της Αιτήτριας, αντιλαμβανόμενη προφανώς από τα λεγόμενα της ότι ενδεχομένως να ανέκυπτε πρόβλημα με τη μεταβίβαση ενόσω υπήρχε η οφειλή προς την Αιτήτρια, εντούτοις δεν εξηγεί για ποιο λόγο δεν επιβεβαίωσε με την Αιτήτρια τις κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις της Πρωτοφειλέτιδας ότι το όλο θέμα είχε διευθετηθεί. Λέγει συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «.εφ' όσον ήμουν με την εντύπωση ότι το θέμα διευθετήθηκε μπορούσα να διαθέσω την περιουσία μου ως ήθελα». Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για τη συναγωγή συμπερασμάτων και τη διατύπωση διαπιστώσεων. Συνακόλουθα, η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά: Δυνάμει συμφωνίας δανείου μεταξύ της Αιτήτριας και της πρωτοφειλέτιδας ημερομηνίας 18/03/2009 η πρωτοφειλέτιδα έλαβε δάνειο ύψους €12.000 από την Αιτήτρια. Την πρωτοφειλέτιδα εγγυήθηκαν δυνάμει σύμβασης εγγύησης ίδιας ημερομηνίας τρία πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η Καθ' ης η Αίτηση
- Η πρωτοφειλέτιδα κατέβαλε έναντι δανείου δύο δόσεις ύψους €
- Ενόψει του ότι ο λογαριασμός της πρωτοφειλέτιδας παρουσίαζε καθυστερήσεις η Αιτήτρια από την 31/08/09 και εντεύθεν απέστελλε κάθε μήνα επιστολές στην Καθ' ης η Αίτηση 1 ενημερώνοντάς την ότι η πρωτοφειλέτιδα καθυστερεί την αποπληρωμή του δανείου της, διευκρινίζοντας σε έκαστη επιστολή το εκάστοτε καθυστερημένο ποσό της πρωτοφειλέτιδας. Στις 25/01/11 εξεδόθη διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της πρωτοφειλέτιδας και στις 22/06/11 η Αιτήτρια με επιστολή της προς την πρωτοφειλέτιδα και τους εγγυητές (μεταξύ των οποίων και η Καθ' ης η Αίτηση 1) τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού της πρωτοφειλέτιδας απαιτώντας την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών (μεταξύ των οποίων και η Καθ' ης η Αίτηση 1) ο Έφορος δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85 παρέπεμψε το δάνειο σε διαιτησία προς επίλυση της διαφοράς. Στις 13/02/2012 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 και ακόμα ενός εγγυητή για το ποσό των €15.141,43 πλέον τόκο 9% από 13/02/2012 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλοποίησης του τόκου την 31 Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Ακολούθως, στις 28/05/13 εκδόθηκε διάταγμα εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 13/02/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η Αιτήτρια προέβη σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για τυχόν αποξενώσεις ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτησης
- Από την έρευνα διαφάνηκε ότι το μοναδικό ακίνητο που είχε η Καθ' ης η Αίτησης 1 επ' ονόματί της είχε μεταβιβαστεί από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στον γιο της Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 02/03/11 δυνάμει δωρεάς. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 είχε γνώση της διαδικασίας πτώχευσης της πρωτοφειλέτιδας η οποία οδήγησε στις 25/1/11 στην έκδοση διατάγματος παραλαβής. Περαιτέρω, η Αιτήτρια είχε εξαντλήσει το ενδεχόμενο ύπαρξης κινητής περιουσίας προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 1 η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την είσπραξη του λαβείν της, η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν άνεργη από το 2010 και η μοναδική περιουσία που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το ακίνητο που μεταβίβασε στον Καθ' ου η Αίτηση
- Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει τεκμήριο το οποίο λειτουργεί υπέρ του πιστωτή με τον οφειλέτη να βαρύνεται με την απόδειξη του αντιθέτου. Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση 2 του περιουσιακού στοιχείου της Καθ' ης η Αίτηση 1 τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης της Αιτήτριας και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η ουσία παραμένει ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε σε χρόνο που κατά τη νομοθεσία δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί πρόθεσης καταδολίευσης. Εναπόκειτο στους Καθ' ων η Αίτηση να πείσουν ότι η μεταβίβαση είχε γίνει καλή τη πίστει χωρίς πρόθεση αποστέρησης από την Αιτήτρια του προϊόντος της διαιτητικής αποφάσεως. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οι Καθ' ων η Αίτηση απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν στους ώμους τους. Δεν απέδειξαν ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν ήταν στη σκέψη τους η Αιτήτρια και ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν έγινε δόλια με σκοπό να αποξενώσουν περιουσία για να μην μπορέσει η Αιτήτρια να εισπράξει το λαβείν της. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης ότι ο ΓΧ δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και ότι το επίδικο ακίνητο ήταν η πρώτη κατοικία της Καθ' ης η Αίτηση 1 και δεν μπορεί να πωληθεί, αυτοί δεν προωθήθηκαν στα στάδιο των αγορεύσεων με οποιοδήποτε τρόπο με αποτέλεσμα να έχουν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί. Εν πάσει περιπτώσει πρόκειται για προδήλως αβάσιμους ισχυρισμούς και ως τέτοιοι, απορρίπτονται. Το αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης είναι η ακύρωση της επίδικης μεταβίβασης. Τα όποια μέτρα ήθελε λάβει η Αιτήτρια μετά την ακύρωση της μεταβίβασης, δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω η Αίτηση της Αιτήτριας επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό Α, Β και Γ της αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [3] Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1 ΑΑΔ 198 [4] και Κιταλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1759, GRON ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, Πολιτική Εφεση Αρ. 328/2013, 16/4/2019 [5] Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο. [1957] Vol. 22 C.L.R. 184, Pampos Zenios Trading Ltd κ.α. v. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322 και Τζιέπρα ν. Σάββα κ.α.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2410. [6] Φ. Ζίττη κ.α. v. Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Φθαρτεμπορική Α/φοί Α. Κατσαρής Π. ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Ε92/2014, ημερ. 16/7/2019 [7] Φ. Ζίττη κ.α. v. Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Φθαρτεμπορική Α/φοί Α. Κατσαρής Π. ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Ε92/2014, ημερ. 16/7/2019, Ευαγγέλου ν. Κωστάκης Κουρέας και Υιός Λτδ
(2005)2 Α.Α.Δ. 415 [8] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [9]Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [10] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [11] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [12] Βλ. επίσης την Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο