← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΥΣΤΕΛΛΗ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2425/2018, 30/11/2022

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΥΣΤΕΛΛΗ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2425/2018, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A388 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2425/2018 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Eνάγουσας και ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΥΣΤΕΛΛΗ ΣΤΑΥΡΟΥ Eναγόμενης Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Α. Χρήστου για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Ρ. Μαππουρίδης για ΡΙΚΚΟΣ ΜΑΠΠΟΥΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Eναγόμενης ποσό ύψους €1.232,34 το οποίο αντιστοιχεί στην αξία κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος για τη χρονική περίοδο μεταξύ 29/05/2013 και 04/07/2013 μαζί με καθυστερημένα οφειλόμενα ποσά από προηγούμενους λογαριασμούς. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι κατά ή περί τις 18/04/2007, η Ενάγουσα σύναψε σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας με την Eναγόμενη. Η επίδικη σύμβαση συνάφθηκε μετά από αίτηση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ίδιας ημερομηνίας από την Eναγόμενη και αποδοχή της εν λόγω αίτησης από την Ενάγουσα η οποία προχώρησε στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό στο οποίο η Eναγόμενη είναι και/ή ήταν κύριος και/ή κάτοχος και το οποίο βρίσκεται στην επαρχία Λευκωσίας. Η Ενάγουσα περαιτέρω δικογραφεί ότι στις 04/07/2013 εξέδωσε και παρέδωσε στην Εναγόμενη λογαριασμό με τον οποίο απαιτεί την καταβολή του αξιούμενου με την παρούσα αγωγή ποσού. Κατά ή περί τις 03/05/2018 και 17/07/2018 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολές στην Eναγόμενη με την οποία ζητούσε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού πλην όμως η Eναγόμενη ουδέν ποσό κατέβαλε. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι η μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού εκ μέρους της Eναγόμενης συνιστά παράβαση της επίδικης σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Στην αντίπερα όχθη η Eναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης της παραδέχεται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας πλην όμως αρνείται ότι της παραδόθηκε ο λογαριασμός ημερομηνίας 04/07/

  1. Ισχυρίζεται ότι η Eναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια και κάτοχος του επίδικου υποστατικού μέχρι και το 2012 οπότε και το μεταβίβασε στον υιό της. Το επίδικο υποστατικό είναι μία μικρή παλαιά διατηρητέα κατοικία και παρά την ακαταλληλότητά της άφησαν ενεργούς τους λογαριασμούς της Υδατοπρομήθειας και της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου με σκοπό την ανακαίνιση της οικίας η οποία μεσούσης της κρίσης, εγκαταλείφθηκε με την Eναγόμενη να παραλαμβάνει τους διάφορους λογαριασμούς από, μεταξύ άλλων, την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Επειδή οι λογαριασμοί της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης είχαν ως οφειλόμενο ποσό μόνο το πάγιο τέλος, η επίσκεψη στο υποστατικό πραγματοποιείτο περίπου μία φορά τον χρόνο. Τον Ιούλιο του 2013 ο σύζυγος της Eναγόμενης με έκπληξη παρατήρησε ότι μέσα στο επίδικο υποστατικό βρισκόταν ζευγάρι αλλοδαπών οι οποίοι εισήλθαν, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, παράνομα εντός αυτού. Το ζευγάρι αλλοδαπών αποκάλυψε ότι είχε καταναλώσει ηλεκτρικό ρεύμα, παρέλαβε λογαριασμούς και ήρθε σε επαφή με τους υπαλλήλους της Ενάγουσας προκειμένου να μην διακοπεί η παροχή ρεύματος. Δικογραφείται επίσης ότι δεσμεύθηκε το ζεύγος αλλοδαπών όπως αποχωρήσει άμεσα από το επίδικο υποστατικό και ότι ενημέρωσε ότι είχε κάνει προφορική συμφωνία για τη σταδιακή αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ακολούθως, η Eναγόμενη με τον σύζυγό της επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας με αντίγραφο του επίδικου λογαριασμού ζητώντας από την Ενάγουσα να πληρώσουν μόνο τις πάγιες χρεώσεις πλην όμως η Ενάγουσα απαίτησε την εξόφληση του συνολικού ποσού. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση της Eναγόμενης ότι η Ενάγουσα ενήργησε κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της προς την Eναγόμενη και/ή αμελώς και/ή κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της με αποτέλεσμα η Eναγόμενη να ζημιωθεί από τη συμπεριφορά της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες, εκ μέρους της Εναγόμενης, λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, η Ενάγουσα αποδέχθηκε την παραχώρηση πίστωσης προς τους παράνομους χρήστες του επίδικου υποστατικού μέχρι του ποσού των €1.434,32 χωρίς να ενημερώσει την Eναγόμενη και δημιουργώντας έτσι παράλληλη συμβατική σχέση με τα τρίτα αυτά πρόσωπα τα οποία είναι άγνωστα στην Eναγόμενη, παρέλειψε και/ή αμέλησε να ελέγξει κατά πόσο το ζεύγος αλλοδαπών είχε συνάψει έγκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, παρέλειψε και/ή αμέλησε να κοινοποιήσει τον επίδικο λογαριασμό στην Eναγόμενη και/ή να της κοινοποιήσει τις διευθετήσεις στις οποίες είχε προβεί με τα τρίτα πρόσωπα παρά το ότι γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει τη διεύθυνση διαμονής της από άλλους λογαριασμούς που διατηρούσε η ίδια εκείνην την περίοδο. Στην απάντηση στην Υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Eναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης στον βαθμό που αυτοί έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το περιεχόμενο της Υπεράσπισης της Eναγόμενης είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων της Εναγόμενης σε μία προσπάθεια να αποποιηθεί της ευθύνης που απορρέει από την επίδικη σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η Eναγόμενη ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα για την κατ΄ ισχυρισμό μεταβίβαση την οποία επικαλείται με σκοπό μεταβιβαστεί ο επίδικος λογαριασμός επ' ονόματι του υιού της. Η Ενάγουσα περαιτέρω αρνείται την κατ΄ ισχυρισμό προφορική συμφωνία τρίτων προσώπων με λειτουργούς της Ενάγουσας κα είναι η θέση της, ότι οι διευθετήσεις για την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών γίνονται μόνο από τους ίδιους τους πελάτες της Ενάγουσας εν προκειμένω, την Eναγόμενη. Η Ενάγουσα προβάλλει επίσης ότι η Eναγόμενη όφειλε βάσει της επίδικης σύμβασης να ενημερώσει την Ενάγουσα για το γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό είχε καταληφθεί από τρίτα άτομα και/ή να προχωρήσει με τα δέοντα μέτρα και/ή καταγγελία στην Αστυνομία. Λέγει επίσης ότι οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού ρεύματος ταχυδρομούνταν στη διεύθυνση του επίδικου υποστατικού που αναγραφόταν στην επίδικη σύμβαση και η Eναγόμενη δεν αιτήθηκε ποτέ οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση αποστολής των λογαριασμών, ούτε τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρισή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Ως εκ τούτου, η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5, 6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα για αντεξέταση του μάρτυρα για την πλευρά της Ενάγουσας σε σχέση με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που αυτός προσκόμισε στο Δικαστήριο. Προτού προχωρήσω στη συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να γίνει στο σημείο αυτό αναφορά στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία ρητά δηλώνονται ως τέτοια, είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση.[1] Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων.[2] Περαιτέρω, ως είναι νομολογημένο[3], η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση προέκυψα τα ακόλουθα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Η Εναγόμενη αιτήθηκε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο υποστατικό (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1) η οποία θα διέπετο από τους όρους παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1 («Γενικοί Όροι Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας». Το ύψος του επίδικου υπολοίπου είναι αυτό το οποίο εμφαίνεται στον τελικό λογαριασμό που εκδόθηκε από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1) και το οποίο αξιώνεται με την υπό κρίση αγωγή. Το επίδικο ποσό αφορά ανεξόφλητους λογαριασμούς για την περίοδο από 23/7/2010 - 4/7/
  2. Οι επίδικοι λογαριασμοί αποστέλλονταν στη διεύθυνση που είχε δηλώσει η Εναγόμενη στην αίτηση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1) ήτοι στη διεύθυνση του επίδικου υποστατικού, το αξιούμενο ποσό δεν πληρώθηκε από την Εναγόμενη και εξακολουθεί να οφείλεται. Δεν έγινε οποτεδήποτε οποιοδήποτε αίτημα εκ μέρους της Εναγόμενης για αλλαγή της διεύθυνσης στην οποία θα αποστέλλονταν οι επίδικοι λογαριασμοί ή οποιοδήποτε αίτημα για διακοπή της παροχής του ηλεκτρικής ενέργειας στο επίδικο υποστατικό. Η Ενάγουσα προχώρησε στις 14/6/2013 στη διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και εξέδωσε τον τελικό λογαριασμό Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ
  3. Η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη δύο επιστολές απαιτώντας την καταβολή του αξιούμενου με την παρούσα αγωγή ποσού, ημερομηνίας 3/5/2018 και 17/7/2018 (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση από τον κ. Νέοφυτο Κουμίδη ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας και κατέχει τη θέση του βοηθού Υποτομεάρχη στην περιφέρεια Λευκωσίας (ΜΕ1). Για την πλευρά της Eναγόμενης καταχώρισε ένορκη δήλωση ο κ. Αντρέας Σταύρου, σύζυγος της Eναγόμενης (ΜΥ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[4] Ο ΜΕ1 στην ένορκη δήλωση που καταχώρισε υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την επίδικη συμφωνία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ημερομηνίας 20/04/2007 και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο των γενικών όρων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας της Ενάγουσας το οποίο, ως ανέφερε, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίδικης συμφωνίας. Πρόσθεσε ότι σε περίπτωση που ο εκάστοτε πελάτης της Ενάγουσας παραλείψει να καταβάλει το οφειλόμενο πόσο του λογαριασμού του, η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να προβεί στη διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό και να εκδώσει τον τελικό λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην ένορκη του δήλωση σε διάφορους λογαριασμούς τους οποίους εξέδωσε η Ενάγουσα για την περίοδο από 23/09/2010 έως και 29/05/2013 καταθέτοντας δέσμη των εν λόγω λογαριασμών ως Τεκμήριο
  4. Όπως εξήγησε, επειδή η Eναγόμενη συστηματικά δεν κατέβαλλε το οφειλόμενο ποσό, η Ενάγουσα στις 14/06/2013 προχώρησε με τη διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο επίδικο υποστατικό και με την έκδοση στις 04/07/2013 του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από 29/05/2013 μέχρι 04/07/2013 για το ποσό των €1.232, 34, λογαριασμός ο οποίος, όπως εξήγησε, περιλαμβάνει και τις καθυστερημένες οφειλές από τους προηγούμενους λογαριασμούς στους οποίους αναφέρθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο του τελικού λογαριασμού όπως προωθήθηκε στην Eναγόμενη και ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίγραφα των προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 03/05/2018 και 17/07/2018 αντίστοιχα με τις οποίες η Ενάγουσα καλούσε την Eναγόμενη να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό το οποίο μέχρι και σήμερα, ως ανέφερε, δεν εξόφλησε. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι διάβασε την Υπεράσπιση της Eναγόμενης με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνεί πλήρως λέγοντας ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου από τον Ιούλιο του 2012 έως τον Ιούλιο του 2013 η Eναγόμενη ουδέποτε αιτήθηκε τη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο υποστατικό ως όφειλε να πράξει βάσει των όρων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που διέπουν την επίδικη συμφωνία και επισημαίνει ότι προκαλείται έκπληξη από τον ισχυρισμό της Eναγόμενης ότι για ένα σχεδόν ολόκληρο χρόνο ούτε η ίδια ούτε ο σύζυγος της γνώριζαν ότι η οικία τους είχε καταληφθεί από άγνωστα προς αυτούς πρόσωπα τα οποία και κατανάλωναν ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Eναγόμενης, ως ισχυρίζεται η πλευρά της Εναγόμενης. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι για την περίοδο από 23/09/2010 μέχρι και τις 24/07/12 οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού ρεύματος αφορούσαν μόνο την πάγια χρέωση. Συμφώνησε περαιτέρω ότι από τις 24/09/2012 φαίνεται από τους σχετικούς λογαριασμούς να είχε αρχίσει να γίνεται κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να διακόψει όχι μόνο τον επίδικο λογαριασμό αλλά κάθε άλλο λογαριασμό της Eναγόμενης, απάντησε πως υπάρχει μεν αυτή η δυνατότητα αλλά ότι είναι κάτι ακραίο. Συμφώνησε επίσης ότι η Ενάγουσα εισέπραξε €100 έναντι του υπολοίπου από κάποιο άτομο. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι κάθε δίμηνο που δεν πληρώνονταν οι λογαριασμοί εκδιδόταν εντολή διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος. Όπως περαιτέρω εξήγησε, επειδή ο μετρητής του ρεύματος ήταν μέσα στο επίδικο υποστατικό, οι τεχνικοί δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Σε άλλη ερώτηση, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος άνοιξε το επίδικο υποστατικό το 2013 όταν οι τεχνικοί κατάφεραν να μπουν και να διακόψουν το ρεύμα. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε στη συνέχεια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία διευθέτησης του επίδικου ποσού στο λογισμικό της Ενάγουσας ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε διευθέτηση στο σύστημα της Ενάγουσας περί πληρωμής μηνιαίων δόσεων από αλλοδαπά πρόσωπα. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα επέδειξε υπέρμετρη ανοχή στην αύξηση ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς να διαφυλάξει τα δικαιώματα της Eναγόμενης, απάντησε πως εκδιδόταν κάθε μήνα εντολή διακοπής η οποία όμως δεν μπορούσε εκτελεστεί αφού οι τεχνικοί δεν μπορούσαν να εισέλθουν στην οικία. Ο ΜΥ1 στη δική του ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Eναγόμενης ως αυτοί έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πρόσθεσε τα ακόλουθα: Στις αρχές Ιουλίου 2013 πήγε να επιθεωρήσει το επίδικο υποστατικό και με έκπληξη παρατήρησε ότι μέσα σε αυτό βρισκόταν ζευγάρι αλλοδαπών το οποίο παραδέχθηκε ότι εισήλθε παράνομα εντός αυτού. Δεν του διευκρίνισε από πότε συνέβαινε αυτό και ο ίδιος δεν μπορούσε να το γνωρίζει αφού λόγω πολλών ασχολιών που είχε την εποχή εκείνη δεν έτυχε για πολύ καιρό να περάσει από το σημείο για να διαπιστώσει την κατάσταση του επίδικου υποστατικού. Το ζεύγος αλλοδαπών του αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της παράνομης διαμονής τους στο επίδικο υποστατικό είχε καταναλώσει ηλεκτρικό ρεύμα, παρέλαβε λογαριασμούς και ήρθε σε επαφή με υπαλλήλους της Ενάγουσας προκειμένου να μην διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Δεσμεύτηκε ότι θα αποχωρούσει άμεσα από το σπίτι και του είπε ότι είχαν κάνει προφορική συμφωνία για τη σταδιακή αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ο ίδιος μαζί με τη σύζυγό του επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας όπου και συνομίλησαν με τον υπεύθυνο λειτουργό τον οποίο δεν κατονομάζει ζητώντας του εξηγήσεις για την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Κατά τη συνάντηση αφού τέθηκαν οι θέσεις των δύο πλευρών, η σύζυγός του, όπως ο ίδιος αναφέρει, ζήτησε αντίγραφο λογαριασμών με βάση τους οποίους προέκυψε το οφειλόμενο ποσό για να πληρωθούν οι πάγιες χρεώσεις ως συνήθως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ΜΥ1, πλην όμως ο λειτουργός αρνήθηκε να τους δώσει αναλυτική κατάσταση και απαίτησε άμεση εξόφληση του λογαριασμού ή τον διακανονισμό του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Προσθέτει ότι έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε επαφή με τους λειτουργούς της Ενάγουσας και μετά από επιστολή που έλαβαν ημερομηνίας 03/05/2018 κατάλαβαν ότι η αποπληρωμή του λογαριασμού από τους αλλοδαπούς δεν εκτελέσθηκε παρά τη συμφωνία τους με την Ενάγουσα. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 μόλις έλαβαν την επιστολή αυτή επισκέφθηκαν ξανά το περιφερειακό γραφείο και συναντήθηκαν ξανά με τον αρμόδιο λειτουργό ο οποίος, σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ1, παραδέχθηκε ότι ο λογαριασμός δεν έτυχε της συνήθους και νόμιμης διαδικασίας που ακολουθείται για όλους τους καταναλωτές αλλά αφέθηκε να παρέχεται απρόσκοπτα η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στην κατοικία επικαλούμενος δήθεν ανθρωπιστικούς λόγους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο ίδιος λειτουργός ανέφερε ότι είχαν συνάντηση με το ζεύγος αλλοδαπών κατά την οποία έγινε συμφωνία για την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού με δόσεις. Όταν ρώτησε γιατί αφέθηκε η παροχή ενεργή από τη στιγμή που ο λογαριασμός παρέμεινε ανείσπρακτος απάντησε ότι επειδή το σπίτι ήταν παλαιό και ο μετρητής βρισκόταν εντός αυτού δεν μπόρεσαν να αποσυνδέσουν την παροχή. Περαιτέρω, ο ΜΥ 1 ανέφερε ότι λόγω της πείρας του ως εργολάβος οικοδομών, διαπίστωσε ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι δεν μπορεί να αποκόψει την παροχή όταν ο μετρητής βρίσκεται εντός της οικίας διότι η αποκοπή μπορούσε, κατά τον ΜΥ1, να γίνει από το συνεργείο της Ενάγουσας από την εξωτερική κονσόλα παροχής του ρεύματος. Στη συνέχεια, ο ΜΥ1 προβαίνει σε μία λεπτομερή ανάλυση των λογαριασμών της Ενάγουσας για την περίοδο από 23/09/2010 μέχρι και τις 04/07/2013 επισημαίνοντας τη διαφορά κατανάλωσης που διαπιστώθηκε για την περίοδο από 24/07/2012 μέχρι και τις 04/07/
  5. Αναφερόμενος επίσης στον λογαριασμό ημερομηνίας 24/01/2013 για την περίοδο από 23/11/12 ως 24/01/2013 λέει ότι είχε πληρωθεί ποσό ύψους €100 έναντι στην Ενάγουσα για να καταλήξει ότι χωρίς αποδεικτικό νόμιμης χρήσης του υποστατικού, οι λειτουργοί της Ενάγουσας αποδέχτηκαν τη μερική καταβολή έναντι της κατανάλωσης ενώ μιλούσαν με τους επεμβασίες διασφαλίζοντας για λογαριασμό τους την απρόσκοπτη παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος το οποίο στη συνέχεια προσπάθησαν να μετακυλήσουν στους ιδιοκτήτες. Υπό αυτές τες περιστάσεις, ο ίδιος πιστεύει ότι δεν θα πρέπει να χρεωθεί στην Εναγόμενη το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Η παρούσα υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» που προνοείται στις διατάξεις της Δ.30 Θ. 5

(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συνοπτική εκδίκαση δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, εκτός στις περιπτώσεις όπου εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης κάποιων εκ των μαρτύρων, καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[5] Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς καθώς και την μαρτυρία που δόθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΕ1, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων καθώς και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8] Ο ΜΕ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε με σαφήνεια, πειστικότητα, σταθερότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της επίδικης διαφοράς ως αυτά συνοψίσθηκαν πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε με οποιαδήποτε αλλοδαπά πρόσωπα οποιαδήποτε διευθέτηση για εξόφληση του επίδικου υπολοίπου ως επίσης και στη θέση του ότι η Ενάγουσα κάθε φορά που παρέμεινε απλήρωτος ο εκάστοτε λογαριασμός παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο επίδικο υποστατικό εξέδιδε σχετικές εντολές διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος οι οποίες δεν κατέστη εφικτό να εκτελεστούν λόγω της αδυναμίας των τεχνικών της Ενάγουσας να εισέλθουν εντός της οικίας στην οποία ευρίσκετο ο μετρητής προκειμένου να εκτελέσουν τις σχετικές εντολές διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης να κλονίσει την αξιοπιστία του, ο ΜΕ1 υπήρξε σταθερός και ακλόνητος στις θέσεις του. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν αξιόπιστη και συνεπώς, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγομένων, και ειδικότερα τη μαρτυρία του ΜΥ1 αυτή, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού αυτή χαρακτηρίζεται από έλλειψη σαφήνειας και πειστικότητας. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια ο ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μέσω της μαρτυρίας του δεν έπεισε. Η μαρτυρία του ΜΥ1 στερείται πειστικότητας, περιέπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας ουσιαστικά τα λεγόμενα του και δεν ήταν σταθερός στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προβαίνω στη συνέχεια σε διάφορες αναφορές στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Καταρχάς ήταν σαφές από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά της Εναγόμενης ότι για λόγους που αφορούν την ίδια και τον σύζυγο της, οι ίδιοι δεν επισκέπτονταν το επίδικο υποστατικό παρά μόνο σπάνια εξ ου και σύμφωνα με τα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε, το επίδικο υποστατικό είχε σύμφωνα με τους ίδιους καταληφθεί από τρίτα πρόσωπα χωρίς την άδεια και συγκατάθεση τους, πλην όμως οι ίδιοι αντιλήφθηκαν αυτό το γεγονός ένα
(1)έτος μετά την κατ' ισχυρισμό παράνομη κατάληψη από αλλοδαπά πρόσωπα. Κατέστη επίσης σαφές ότι οι λογαριασμοί που αφορούν το επίδικο υποστατικό δεν εξοφλούνταν κατά τον χρόνο που αυτοί καθίσταντο πληρωτέοι. Ο ΜΥ1 αρχικά αναφέρει ότι αφού εντόπισε με έκπληξη τους αλλοδαπούς στο επίδικο υποστατικό, στο οποίο, κατά τον ίδιο, είχαν παράνομα εισέλθει, οι ίδιοι του είπαν ότι είχαν προβεί σε προφορική συμφωνία με την Ενάγουσα για την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ακολούθως, από τα ίδια τα λεγόμενα του ΜΥ1, προκύπτει ότι όταν ο ίδιος με τη σύζυγο του Εναγόμενη, επισκέφθηκαν τα γραφεία της Ενάγουσας, αυτοί οι ισχυρισμοί περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας δεν επιβεβαιώθηκαν, αφού όπως ευθαρσώς δηλώνει ο ΜΥ1, κατά την επιτόπια επίσκεψη τους στα γραφεία της Ενάγουσας ο αρμόδιος υπάλληλος της Ενάγουσας με τον οποίο συναντήθηκαν απαίτησε από αυτούς την πληρωμή του συνολικού οφειλόμενου ποσού χωρίς να επιβεβαιώνει τα περί της ύπαρξης προφορικής συμφωνίας με οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα. Επομένως, καθίσταται σαφές από τα ίδια τα λεγόμενα του ΜΥ1 ότι όταν ο ΜΥ1 με την Εναγόμενη έφευγαν από τα γραφεία της Ενάγουσας ήξεραν ότι η Ενάγουσα απαιτούσε την αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού από τους ίδιους. Παρά ταύτα, ο ΜΥ1 ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι κατάλαβαν ότι η αποπληρωμή του ποσού από τους αλλοδαπούς δεν έγινε όταν έλαβαν στις 22/5/2018 την πρώτη επιστολή από την Ενάγουσα, λέγοντας συγκεκριμένα ότι τότε κατάλαβαν ότι η αποπληρωμή του λογαριασμού από τους αλλοδαπούς δεν έγινε παρά τη συμφωνία τους με την Ενάγουσα, συμφωνία που προκύπτει όμως ότι δεν είχε επιβεβαιωθεί από την Ενάγουσα κατά την επιτόπια επίσκεψη τους αφού σε διαφορετική περίπτωση η Ενάγουσα δεν θα απαιτούσε εκείνη την ημέρα την καταβολή όλου του οφειλόμενου ποσού από την Εναγόμενη. Έλλειψη πειστικότητας και αντιφάσεις αναδύονται επίσης και από τα όσα στη συνέχεια κατέθεσε ο ΜΥ1 σε σχέση με το ζήτημα της διακοπής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο επίδικο υποστατικό. Ισχυρίζεται ο ΜΥ1 ότι μετά την παραλαβή της πιο πάνω επιστολής επισκέφθηκαν εκ νέου τα γραφεία της Ενάγουσας όπου εκεί ο λειτουργός της Ενάγουσας που συνάντησαν και τον οποίο δεν κατονομάζει, παραδέχθηκε, σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ1, ότι αφέθηκε απρόσκοπτα η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο υποστατικό για ανθρωπιστικούς λόγους. Στη συνέχεια, αναιρώντας την προηγούμενη τοποθέτηση του, ήτοι ότι αυτό που του ειπώθηκε ήταν ότι η παροχή του ρεύματος στο επίδικο υποστατικό αφέθηκε για ανθρωπιστικούς λόγους, λέγει ότι εν τέλει αυτό που του ειπώθηκε ήταν ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο υποστατικό αφέθηκε επειδή το επίδικο υποστατικό ήταν παλαιό και ο μετρητής του ρεύματος βρισκόταν εντός του υποστατικού στο οποίο δεν κατέστη κατορθωτό να εισέλθουν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της εκδοχής του, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και, επομένως, την απορρίπτω. Η μαρτυρία του ΜΥ1 συνολικά ορώμενη δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της επίδικης διαφοράς είναι όπως τα έχει καταθέσει ο ΜΕ1. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ1 όπως την έχει παραθέσει το Δικαστήριο πιο πάνω συνιστά και τα επιπρόσθετα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[10] Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει η Ενάγουσα η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αγωγής και έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και συνεπώς, δικαιούται στο υπόλοιπο που αξιώνει με την υπό κρίση Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Οι ισχυρισμοί περί παραβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης ή επίδειξης από μέρους της αμέλειας ουδόλως στοιχειοθετήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης. Οι συνήγοροι αμφότερων των συνηγόρων παρέπεμψαν στην παράγραφο 19 των γενικών όρων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1) οι οποίοι διέπουν την επίδικη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για να εισηγηθούν οι μεν συνήγοροι της Ενάγουσας ότι η συγκεκριμένη παράγραφος κάνει αναφορά σε δικαίωμα και όχι υποχρέωση διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος και οι δε συνήγροι της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν άσκησε το δικαίωμα της προκειμένου να προστατεύσει την Εναγόμενη αποδίδοντας μάλιστα παραβατική συμπεριφορά και αμέλεια σε σχέση με αυτή της την συμπεριφορά. Η επίμαχη πρόνοια των γενικών όρων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Πληρωμή λογαριασμών . Εις περίπτωσην μη πληρωμής η Αρχή θα έχη το δικαίωμα να διακόψη την παροχήν ηλεκτρικού ρεύματος εις τον καταναλωτήν ή να αρνηθή την παροχήν ρεύματος αναλόγως της περιπτώσεως. Το δικαίωμα της Αρχής να διακόψη ή αρνηθή την παροχήν ρεύματος θα ισχύη όχι μόνον δια τα περί ων λόγος υποστατικά αλλά και δι' όλα τα άλλα ή οιαδήποτε υποστατικά - εις οιονδήποτε μέρος της Κύπρου και αν ευρίσκωνται ταύτα - εν σχέσει προς τα οποία το εν λόγω πρόσωπον δύναται να γίνει καταναλωτής, ασχέτως εάν πάντες οι λογαριασμοί και τα άλλα ποσά τα οφειλόμενα δια την παροχήν ρεύματος εις όλα ή οιαδήποτε τοιαύτα δυνατόν να έχουν πληρωθεί.» Καθίσταται επομένως σαφές ότι εκείνο που εναργώς προκύπτει από τον πιο πάνω όρο είναι ότι η Ενάγουσα είχε δικαίωμα διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος. Δεν ανέλαβε υποχρέωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση μη πληρωμής οποιουδήποτε λογαριασμού με τρόπο ώστε να μην νοείται η απόδοση αντισυμβατικής συμπεριφοράς σε σχέση με τη χρονική στιγμή που η Ενάγουσα εν τέλει αποφάσισε να ασκήσει το δικαίωμα της.[11] Ούτε βεβαίως νοείται η απόδοση αμελούς συμπεριφοράς σε ότι αφορά το ζήτημα της διακοπής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για τον απλούστατο λόγο ότι συμβατικά είχε την επιλογή να μην διακόψει ποτέ την επίδικη παροχή. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς περί της σύναψης συμφωνίας αποπληρωμής του επίδικου υπολοίπου με τρίτα πρόσωπα η πλευρά της Εναγόμενης δεν κατάφερε να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία θα έκανε την πλάστιγγα να κλίνει υπέρ του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[12] Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.232,34 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 4/9/2018 μέχρι εξόφλησης. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018 [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [4] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [5] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [7] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [9] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [10] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [11] COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015 Σχετικές είναι οι Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2005)1Α ΑΑΔ 740 και Νικολάου ν. EllinasFinance Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 373/09, ημερ. 22.11.2013 [12] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.