ANDREAS KOUNOUPIS & SONS LTD ν. Α.Μ. SIDERAS ALMECO LTD, Αρ. Αγωγής: 4700/2017, 18/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A383 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4700/2017 ANDREAS KOUNOUPIS & SONS LTD Ενάγοντες v. Α.Μ. SIDERAS ALMECO LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Παυλίδου για Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Σιαμπτάνης για Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Δικογραφία Με αγωγή που καταχώρισαν αρχικά οι Ενάγοντες στις 21/12/2017 (στο εξής η Αγωγή) επεδίωξαν την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €1.540,71, ως οφειλόμενο υπόλοιπο για την αξία διαφόρων ξυλουργικών εργασιών που εκτέλεσαν στο πλαίσιο διεξαγωγής των εργασιών τους μεταξύ των ημερομηνιών 23/06/2015 και 01/08/2016, μετά από παραγγελία των Εναγομένων. Ωστόσο, η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων αποσύρθηκε στις 21/04/2022 και, έτσι, απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε ακρόαση μόνο η ανταπαίτηση την οποία οι Εναγόμενοι/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες (που εφεξής θα αναφέρονται ως οι Εναγόμενοι) καταχώρισαν εναντίον των Εναγόντων/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων (που εφεξής θα αναφέρονται ως οι Ενάγοντες) στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης στις 02/05/2018 (στο εξής η Ανταπαίτηση). Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Ανταπαίτηση ισχυρισμούς, οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο που ασχολείται με την επίπλωση ή/και εξοπλισμό επαγγελματικών χώρων. Παραδέχονται οι Εναγόμενοι ότι είχαν συνεργασία με τους Ενάγοντες καθώς και ότι οι Ενάγοντες, κατόπιν παραγγελίας, εκτέλεσαν διάφορες ξυλουργικές εργασίες, πωλώντας και παραδίδοντας σ' αυτούς διάφορα ξυλουργικά προϊόντα. Ωστόσο, καταλογίζουν στους Ενάγοντες ότι τα ξυλουργικά προϊόντα που τους προμήθευσαν ήταν μη αποδεκτής ή/και κακής ποιότητας ή/και ελαττωματικά και, περαιτέρω, ότι τους προμήθευσαν επίσης με προϊόντα τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στο δείγμα βάσει του οποίου έγινε η παραγγελία τους. Αναφέρεται ότι τα εν λόγω προϊόντα τα πώλησαν οι Εναγόμενοι με την σειρά τους, στο πλαίσιο των εργασιών τους, σε πελάτες τους, οι οποίοι μετά από λίγες μέρες εξέφρασαν στους Εναγόμενους παράπονα για την ποιότητα των προϊόντων, απαιτώντας από τους ίδιους την επιδιόρθωση ή/και αντικατάσταση τους, οπότε και οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με τους Ενάγοντες για να διαμαρτυρηθούν για την ελαττωματικότητα ή/και κακή ποιότητα των προϊόντων. Προβάλλεται ότι οι Ενάγοντες αντικατέστησαν μέρος των ελαττωματικών προϊόντων τα οποία χρέωσαν προς τους Εναγόμενους παρά την ευθύνη τους για την ελαττωματικότητα. Προβάλλεται, ακόμα, ότι οι Εναγόμενοι συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους πελάτες τους για τα προϊόντα που τους είχαν προμηθεύσει οι Ενάγοντες και ότι προσπάθησαν επανειλημμένως να επικοινωνήσουν με αυτούς για να διαμαρτυρηθούν για την ελαττωματικότητα ή/και κακή ποιότητα των προϊόντων, ζητώντας την αντικατάσταση ή/και επιδιόρθωση τους, όμως οι Ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι, εξαιτίας της στάσης αυτής των Εναγόντων αλλά και της συνεχούς διαμαρτυρίας των πελατών τους και μη θέλοντας να διακινδυνεύσουν άλλο τη φήμη τους, η οποία είχε ήδη πληγεί λόγω της κακής ποιότητας των προϊόντων, αναγκάστηκαν οι ίδιοι να προβούν σε επιδιόρθωση των ελαττωμάτων ή/και σε αντικατάσταση των ελαττωματικών προϊόντων, καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €1.936,21, αναφορικά με το οποίο αναφέρθηκε σε επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 29/12/2017 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι οφείλεται στους Εναγόμενους, και το οποίο ανταπαιτούν από τους Ενάγοντες ως η οικονομική ζημιά την οποία υπέστησαν. Ισχυρίζονται παράλληλα ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες και ανταπαιτούν, επίσης, αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης καθώς και γενικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις για πρόκληση ζημιάς στην φήμη των Εναγομένων εξαιτίας της προμήθειας προς τους πελάτες τους των ελαττωματικών προϊόντων που τους προμήθευσαν οι Ενάγοντες. Ως υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που προβάλλονται σε σχέση με την ποιότητα των προϊόντων, αναφέροντας ότι τα προϊόντα που πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους ήταν αποδεκτής ποιότητας και της απόλυτης εκλογής ή/και έγκρισης ή/και αρεσκείας των Εναγομένων. Για τις εκτελεσθείσες ξυλουργικές εργασίες επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή για αυτές τις εργασίες εκδόθηκαν τιμολόγια κατά διάφορα χρονικά διαστήματα σε σχέση με την αμοιβή των Εναγόντων, για την οποία οι Ενάγοντες εμμένουν στην αξίωση τους. Προβάλλεται, επίσης, ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε έλαβαν οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία από τους Εναγόμενους για τα προϊόντα που προμηθεύουν και προβάλλεται, ακόμα, ότι οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην αγορά ή/και παραλαβή επιπλέον ξυλουργικών προϊόντων από τους Ενάγοντες, ενώ οποιοδήποτε πλήγμα στην φήμη των Εναγομένων δεν οφείλεται στους Ενάγοντες αλλά αποκλειστικά στους Εναγόμενους. Παραδέχονται οι Ενάγοντες ότι έλαβαν την επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων ημερομηνίας 29/12/2017 και ισχυρίζονται ότι απάντησαν σε αυτήν οι δικηγόροι τους, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί ελαττωματικών προϊόντων, ενώ παράλληλα προβάλλεται ότι ουδέποτε πριν από την καταχώριση της Αγωγής οι Εναγόμενοι όχλησαν τους Ενάγοντες αναφέροντας ή/και καταγγέλλοντας την συνεργασία τους για τους πιο πάνω ή για άλλους λόγους. Β. Καταχωρηθείσα Μαρτυρία Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε μετά το έτος 2015 και το αντικείμενο της αφορά χρηματική διαφορά που δεν υπερβαίνει τις €3.000, η ακροαματική της διαδικασία διεξήχθη βάσει της νέας Διαταγής 30, με την κατάθεση ενόρκων δηλώσεων, και η ακρόαση της περιορίστηκε σε αγορεύσεις, χωρίς να ακουστεί προφορική μαρτυρία, αφού καμία πλευρά δεν επεδίωξε την αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Για την πλευρά των Εναγόντων καταχωρίστηκαν δύο ένορκες δηλώσεις. Στην πρώτη ορκίζεται ο διευθυντής των Εναγόντων και στη δεύτερη η λογίστρια τους, χωρίς να επισυνάπτονται σε οποιαδήποτε από αυτές οποιαδήποτε τεκμήρια, παρά την αναφορά που γίνεται στην τελευταία παράγραφο της δεύτερης ένορκης δήλωσης ότι επισυνάπτεται «σχετική Κατάσταση Λογαριασμού και επεξήγηση της εν λόγω Κατάστασης Λογαριασμού». Περαιτέρω, σε αμφότερες ένορκες δηλώσεις, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται (αυτολεξεί) ισχυρισμοί που είχαν συμπεριληφθεί στην έκθεση απαίτησης των Εναγόντων, χωρίς, από την άλλη, να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από τους ομνύντες ή να παρατίθεται από αυτούς οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με την προώθηση ή προς υποστήριξη των θέσεων ή ισχυρισμών που, δικογραφικά πάντοτε, τέθηκαν ως υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων. Για τους Εναγόμενους καταχωρίστηκε μία ένορκη δήλωση από τον διευθυντή τους, στην οποία επισυνάπτεται αριθμός εγγράφων ως Τεκμήρια. Αναφέρει ο ομνύοντας ότι οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία που ασχολείται με την επίπλωση επαγγελματικών χώρων, οι οποίοι, για την άσκηση των εργασιών τους, ζήτησαν από τους Ενάγοντες περί τον Δεκέμβριο του 2015 να τους προμηθεύσουν με διάφορα ξυλουργικά προϊόντα και να τους εκτελέσουν διάφορες ξυλουργικές εργασίες. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο ομνύοντας, οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τους Ενάγοντες και οι τελευταίοι τους προμηθεύσαν με ξύλινα καπάκια τραπεζιών, τα οποία οι Εναγόμενοι με την σειρά τους πώλησαν και παρέδωσαν, στο πλαίσιο των εργασιών τους, σε πελάτες τους. Αναφέρει, επίσης, ότι μετά την παρέλευση λίγων ημερών άρχισε να λαμβάνει διάφορα παράπονα από τους πελάτες τους σχετικά με διάφορα ελαττώματα και την κακή ποιότητα που παρουσίαζαν τα προϊόντα που τους είχαν προμηθεύσει (για τα οποία παραθέτει λεπτομέρειες ελαττωματικότητας τους), απαιτώντας την επιδιόρθωση ή/και αντικατάσταση τους από τους Εναγόμενους. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 δέσμη φωτογραφιών που είπε ότι έλαβε στις 10/02/2016 όταν επισκέφθηκε τους παραπονούμενους πελάτες τους και επιθεώρησε τα συγκεκριμένα τραπεζάκια, οπότε και διαπίστωσε τα ελαττώματα τους. Προσπάθησε, τότε, ανεπιτυχώς, να επικοινωνήσει επανειλημμένα με τους Ενάγοντες για να διαμαρτυρηθεί για την ελαττωματικότητα ή/και κακή ποιότητα των προϊόντων και να ζητήσει την επιδιόρθωση ή/και αντικατάστασή τους. Προβάλλει, ακόμα, ότι οι Εναγόμενοι «λόγω της μη ανταπόκρισης των Εναγόντων και της συνεχούς διαμαρτυρίας των πελατών τους για αντικατάσταση και/ή επιδιόρθωση των ελαττωματικών προϊόντων και μη θέλοντας να διακινδυνεύσουν άλλο τη φήμη τους η οποία είχε ήδη πληγεί λόγω της κακής ποιότητας των προϊόντων τα οποία παρουσίασαν αμέσως ελαττώματα αναγκάστηκαν να προβούν οι ίδιοι με δικά τους έξοδα σε αντικατάσταση και/ή επιδιόρθωση των ελαττωματικών τραπεζιών». Στο πλαίσιο αυτό επισυνάπτει ένα τιμολόγιο ημερομηνίας 14/04/2016 που αφορά το ποσό των €950,81 (Τεκμήριο 2), το οποίο αναφέρει ότι κατέβαλαν οι Εναγόμενοι για τις ξυλουργικές υπηρεσίες που ζήτησαν από μία τρίτη εταιρεία, η οποία αντικατέστησε μέρος των ελαττωματικών καπακιών των τραπεζιών. Περαιτέρω, επισυνάπτει ένα τιμολόγιο ημερομηνίας 08/01/2016 που αφορά το ποσό των €35,70 (Τεκμήριο 3), το οποίο αναφέρει ότι κατέβαλαν οι Εναγόμενοι σε μία άλλη εταιρεία για την κατασκευή μεταλλικών λαμαρίνων και αναφέρει, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν επιπλέον το ποσό των €200 ως εργατικά, τα οποία πληρώθηκαν στο προσωπικό της, για την τοποθέτηση των λαμαρίνων με σκοπό την επιδιόρθωση ορισμένων ελαττωματικών τραπεζιών, ως η φωτογραφία που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4, την οποία αναφέρει ότι έλαβε αναφορικά με τις διορθώσεις που έγιναν στα ελαττωματικά τραπεζάκια με σκοπό την σταθεροποίησή τους. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες εφοδίασαν τους Εναγόμενους με τραπεζάκια που ήταν κακής ποιότητας ή/και δεν ανταποκρίνονταν στο δείγμα βάσει του οποίου οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην παραγγελία, αφού είχαν λάθος χρωματισμό. Στο πλαίσιο αυτό, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 φωτογραφία στην οποία φαίνονται τα τραπεζάκια που λέει ότι παρήγγειλαν οι Εναγόμενοι και ως Τεκμήριο 6 φωτογραφία με τα τραπεζάκια που λέει ότι οι Ενάγοντες τους παρέδωσαν. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν, κατόπιν διαμαρτυρίας των Εναγομένων, σε αντικατάσταση των εν λόγω τραπεζιών, και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 11/01/2016 που αναφέρει ότι οι Ενάγοντες εξέδωσαν για την αντικατάσταση τους, ισχυριζόμενος ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν ξανά τους Εναγόμενους παρά την ευθύνη τους περί ελαττωματικότητας των συγκεκριμένων τραπεζιών. Για τα τραπεζάκια που αναφέρει ότι αντικαταστάθηκαν από τους Ενάγοντες, ο ομνύοντας ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να πληρώσουν προς μία εταιρεία το ποσό των €249,90 για χάραξη τους και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 08/01/
- Καταλήγει ο ομνύοντας ότι, ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι υπέστησαν οικονομική ζημιά αλλά και ζημιά στην φήμη τους. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι υπέστησαν οικονομική ζημιά συνολικού ύψους €1.936,21, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει εκείνο που αναγκάστηκαν οι Εναγόμενοι να δαπανήσουν είτε για να προβούν σε αντικατάσταση των ελαττωματικών προϊόντων είτε στην επιδιόρθωση των ελαττωμάτων στα προϊόντα που τους προμήθευσαν οι Ενάγοντες. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, πέραν της προαναφερόμενης οικονομικής ζημιάς, πλήγηκε κατάφορα και η καλή φήμη των Εναγομένων, οι οποίοι αποτελούν νεοανερχόμενη εταιρεία στο χώρο της επαγγελματικής επίπλωσης εδώ και περίπου έξι χρόνια και οι οποίοι, λόγω της καλής τους φήμης, επαγγελματισμού και ποιότητας την οποία προσφέρουν στους πελάτες τους, παρουσιάζουν αλματικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Εξαιτίας, όπως ισχυρίζεται, της προμήθειας προς τους πελάτες τους με ελαττωματικά ή/και κακής ποιότητας προϊόντα τα οποία εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος παρουσίασαν σοβαρά ελαττώματα, οι πελάτες τους ήταν δυσαρεστημένοι με τις υπηρεσίες τους και διέκοψαν κάθε συνεργασία με τους Εναγόμενους με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά. Καταλογίζει στους Ενάγοντες ότι τους προμήθευσαν με προϊόντα μη αποδεκτής ποιότητας ενώ αρνείται ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Αφού αναφέρεται σε μία επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων, ημερομηνίας 04/12/2017, βάσει της οποίας, όπως αναφέρει, τους ζητήθηκε η πληρωμή του ποσού που αξιώνονταν με την Αγωγή, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο απαντητικής επιστολής των δικηγόρων των Εναγομένων, ημερομηνίας 29/12/2017, σύμφωνα με την οποία αρνήθηκαν ότι οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό και με την οποία ζήτησαν από αυτούς την πληρωμή του ποσού που ανταπαιτούν (€1.936,21). Γ. Αξιολόγηση και Ευρήματα Με δεδομένο ότι καμία πλευρά δεν αντεξέτασε τον ομνύοντα ή τους ομνύοντες της άλλης, και με δεδομένο επίσης ότι οι πρόνοιες της νέας Διαταγής 30, στο πλαίσιο της οποίας εκδικάστηκε εν προκειμένω η Ανταπαίτηση, δεν διαφοροποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε υποθέσεις όπως η παρούσα - τόσο σε σχέση με το πώς αποσείεται το βάρος απόδειξης που φέρει ένας διάδικος όσο και σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του - τυγχάνουν και στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμογής οι νομολογιακές αρχές που, παγίως, έχουν καθιερωθεί ως προς την προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων σε αστικής φύσεως υποθέσεις, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Όπως προειπώθηκε, στην υπό κρίση περίπτωση η ακρόαση προχώρησε μόνο σε σχέση με την Ανταπαίτηση των Εναγομένων, οι οποίοι είναι και αυτοί που φέρουν το βάρος να αποδείξουν με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία τους ισχυρισμούς τους σε ό,τι αφορά την Ανταπαίτηση τους, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων[1]. Εγείρεται ως πρώτο ζήτημα με την αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόντων ότι στην μαρτυρία των Εναγομένων περιλαμβάνονται μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει τις δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμούς των Εναγομένων σε συνάρτηση με την από πλευράς τους καταχωρηθείσα μαρτυρία, καταλήγει ότι η μαρτυρία τους βρίσκεται εντός του δικονομικού πλαισίου που έχει προκαθοριστεί με τη δικογραφία και σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, ως αυτά έχουν αποκρυσταλωθεί μέσω της Ανταπαίτησης και της υπεράσπισης που καταχωρήθηκε σε αυτήν από τους Ενάγοντες. Εν προκειμένω, στο δικόγραφο των Εναγομένων καταγράφονται συνοπτικά τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων βασίζουν την Ανταπαίτηση τους και στην καταχωρηθείσα από πλευράς τους ένορκη δήλωση παρατίθεται η μαρτυρία, με αναφορά σε λεπτομέρειες και στοιχεία, βάσει της οποίας επιδιώκουν να αποδείξουν την αξίωση τους, στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών τους. Εάν οι Ενάγοντες θεωρούσαν πως το δικόγραφο των Εναγομένων δεν περιείχε εκείνες τις αναγκαίες λεπτομέρειες, θα μπορούσαν να είχαν ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες (βλ. Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδης Πολ. Έφεση 94/2013 ημ. 30/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:D288), όπως άλλωστε επιφυλάχθηκαν με την υπεράσπιση τους να κάνουν στο «κατάλληλο στάδιο», κάτι που ουδέποτε έπραξαν. Συνεπώς, η μαρτυρία των Εναγομένων κρίνω ότι αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία, υποκείμενη βεβαίως σε αξιολόγηση, στην έκταση που αναφέρεται σε αμφισβητούμενα ζητήματα, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων. Συνακόλουθα, και έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς διαδίκων, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα αμφισβητούμενα και επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης[2], με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, έχοντας κατά νου ότι δεν αναμένεται από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη[4]. Είναι κοινό έδαφος ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε συνεργασία και ότι, στο πλαίσιο αυτής, οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τους Ενάγοντες διάφορες ξυλουργικές εργασίες, τις οποίες οι τελευταίοι εκτέλεσαν κατά την διεξαγωγή των εργασιών τους, πωλώντας και παραδίδοντας στους Εναγόμενους διάφορα ξυλουργικά προϊόντα, με τα μέρη όμως να μην συμφωνούν ως προς την ποιότητα των εν λόγω προϊόντων. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, η θέση των Εναγομένων ότι τα προϊόντα που τους προμήθευσαν οι Ενάγοντες ήταν κακής ποιότητας, όπως και η περαιτέρω θέση τους ότι έλαβαν προϊόντα που δεν ανταποκρίνονταν στο δείγμα βάσει του οποίου προέβηκαν στην παραγγελία, προωθήθηκε μέσω της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους. Το εν λόγω πρόσωπο προβάλλει στην ένορκη του δήλωση σχετικούς ισχυρισμούς, εξιστορώντας γεγονότα, όπως ο ίδιος τα βίωσε, με αναφορά σε ημερομηνίες αλλά και έγγραφα τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια, προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης των Εναγομένων, χωρίς να υποπέσει σε ουσιαστικές εγγενείς αντιφάσεις, παρουσιάζοντας παράλληλα για το πιο πάνω ζήτημα μία εκδοχή γεγονότων συμπαγή, με λογική συνοχή και υποστηριγμένη από το συναφές και αναντίρρητο μαρτυρικό υλικό που επισυνάπτεται σε αυτήν. Ισχυρίζεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι όσον αφορά τα προϊόντα που τους προμήθευσαν οι Ενάγοντες και τα οποία οι Εναγόμενοι πώλησαν και παρέδωσαν με την σειρά τους σε πελάτες τους, έλαβε μετά από λίγες ημέρες διάφορα παράπονα από τους τελευταίους αναφορικά με διάφορα ελαττώματα και την κακή ποιότητα που αυτά παρουσίαζαν, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι «Σε ορισμένα τραπεζάκια τα ξύλινα καπάκια των τραπεζιών άρχισαν να ξεφλουδίζουν και να διαλύονται στις άκρες [.] Σε κάποια άλλα τραπεζάκια στα καππάκια (κατασκευασμένα από ξύλο Σουηδικό) παρουσιάστηκε στρέβλωση η οποία προήλθε από την κακή κατασκευή»), και παρουσιάζει δέσμη φωτογραφιών που λέει ότι έλαβε κατά την επίσκεψη και επιθεώρηση των ρηθέντων προϊόντων (Τεκμήριο 1), οπότε και προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τους Ενάγοντες για να διαμαρτυρηθεί και να ζητήσει την επιδιόρθωση ή αντικατάσταση τους, χωρίς καμία ανταπόκριση. Περαιτέρω, παρουσιάζοντας τα Τεκμήρια 5 - 7, αναφέρει ακόμα ότι οι Ενάγοντες εφοδίασαν τους Εναγόμενους με προϊόντα που δεν ανταποκρίνονταν στο δείγμα βάσει του οποίου προέβηκαν στην παραγγελία, αφού είχαν λάθος χρωματισμό, για τα οποία, ωστόσο, ως αναφέρει, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε αντικατάσταση τους, μετά από διαμαρτυρία των Εναγομένων. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του, όπως και οι περαιτέρω ισχυρισμοί του αναφορικά με τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν από τους Εναγόμενους προς αντικατάσταση ή επιδιόρθωση των προϊόντων, αν και είναι ουσιαστικοί, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους Ενάγοντες, εφόσον ο ομνύοντας των Εναγομένων δεν αντεξετάστηκε, ενώ ούτε καταρρίπτονται από την γενικόλογη αναφορά των ενόρκως δηλούντων της πλευράς των Εναγόντων, οι οποίοι ό,τι σχετικά αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση δεν αποτελεί παρά απλή επανάληψη των διαζευκτικά δικογραφημένων ισχυρισμών τους ότι οι Ενάγοντες «εκτέλεσαν διάφορες ξυλουργικές εργασίες, οι οποίες ήταν της απόλυτης εκλογής και/ή έγκρισης και/ή αρεσκείας των Εναγομένων». Συναφώς, αποδέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία των Εναγομένων, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ προς διατύπωση των αναγκαίων ευρημάτων. Δεν αποδέχομαι, ωστόσο, το μέρος της μαρτυρίας των Εναγομένων ως προς το ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού και της πρόκλησης ζημιάς στην φήμη τους, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, θεωρείται ότι έχει εγκαταληφθεί εφόσον δεν υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την ακρόαση, μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγομένων. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ο ομνύοντας των Εναγομένων προβαίνει σε κάποιες γενικές και αόριστες αναφορές, δίχως να παρουσιάζει επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν ότι πράγματι επηρεάστηκε η φήμη των Εναγομένων, λόγω της εμπορίας των προϊόντων που τους προμήθευσαν οι Ενάγοντες, αλλά και σε ποιο βαθμό έγινε αυτό. Ενώ αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι αποτελούν νεοανερχόμενη εταιρεία που, λόγω της καλής τους φήμης, παρουσιάζουν αλματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ισχυρίζεται, από την άλλη, ότι πλήγηκε κατάφορα η καλή τους φήμη χωρίς, όμως, να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία ως προς την ισχυριζόμενη έκταση του δυσμενούς επηρεασμού ή της ζημιάς στη φήμη τους με αναφορά, επί παραδείγματι, στο πελατολόγιο, στον κύκλο εργασιών και στην οικονομική κατάσταση που είχαν οι Εναγόμενοι πριν και μετά την αναφερόμενη προμήθεια των ελαττωματικών προϊόντων σε πελάτες τους. Ούτε προσδιορίζει σε πόσους από τους πελάτες των Εναγομένων προμηθεύτηκαν τέτοια προϊόντα και ποιοι από αυτούς ήταν οι «παραπονούμενοι», ενώ δεν εξηγεί πώς γίνεται αυτοί να παρέμειναν «δυσαρεστημένοι», διακόπτοντας «κάθε συνεργασία με τους Εναγόμενους», τη στιγμή που οι Εναγόμενοι ανταποκρίθηκαν στα παράπονα τους, προβαίνοντας εν τέλει σε ανάλογες, όπως υποστήριξε, ενέργειες, επωμιζόμενοι οι ίδιοι τα έξοδα για την επισκευή ή αντικατάσταση των αναφερόμενων ελαττωματικών προϊόντων που τους προμήθευσαν. Ούτε αποδέχομαι την μαρτυρία των Εναγόντων, η οποία χαρακτηρίζεται από γενικές, αόριστες, χωρίς απολύτως καμία τεκμηρίωση, αλλά και συνάμα ασαφείς αναφορές. Η μαρτυρία τους περιορίζεται σε απλή επανάληψη των δικογραφημένων ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων (οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, έπαυσαν να έχουν οποιοδήποτε έρεισμα και σημασία μετά από την απόσυρση της Αγωγής τους), χωρίς παράλληλα να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αναφορά, σε επίπεδο πλέον μαρτυρίας (δια της παρουσίασης συγκεκριμένων στοιχείων) στους ισχυρισμούς γεγονότων που είχαν συμπεριληφθεί στην υπεράσπιση που καταχώρισαν στην Ανταπαίτηση. Σε αμφότερες ένορκες δηλώσεις προβάλλεται απλώς η θέση ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν το χρέος για τις εκτελεσθείσες ξυλουργικές εργασίες, με αναφορά σε εκδοθέντα τιμολόγια τα οποία, όμως, δεν παρουσιάζονται, όπως επίσης δεν παρουσιάζεται και η κατάσταση λογαριασμού ή οποιαδήποτε επεξήγησή της, παρά την σχετική αναφορά που γίνεται από την λογίστρια των Εναγόντων στην ένορκη της δήλωση. Ό,τι περαιτέρω σχετικά αναφέρεται στην μαρτυρία των Εναγόντων, το οποίο εμπίπτει στους δικογραφημένους με την υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ισχυρισμούς τους, είναι ότι οι Ενάγοντες «εκτέλεσαν διάφορες ξυλουργικές εργασίες, οι οποίες ήταν της απόλυτης εκλογής και/ή έγκρισης και/ή αρεσκείας των Εναγομένων», δίχως όμως και πάλι να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία σε σχέση με τις εν λόγω ξυλουργικές εργασίες, ούτε διασαφηνίζεται ποια από τις διαζευκτικά αναφερόμενες θέσεις τους ισχύει ως προς την παροχή αυτών των εργασιών προς τους Εναγόμενους, αν δηλαδή αυτές ήταν της «απόλυτης εκλογής» ή «έγκρισης» ή «αρεσκείας» τους και πώς τούτο στοιχειοθετείται. Συναφώς, η μαρτυρία των Εναγόντων, όπως αυτή παρουσιάστηκε από τον διευθυντή και την λογίστρια τους μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, και με υπόβαθρο τόσο την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή όσο και τα γεγονότα που είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία που ασχολείται με την επίπλωση επαγγελματικών χώρων και η οποία διατηρούσε συνεργασία με τους Ενάγοντες. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, οι Εναγόμενοι ζήτησαν τον Δεκέμβριο του 2015 από τους Ενάγοντες να τους προμηθεύσουν με διάφορα ξυλουργικά προϊόντα και να τους εκτελέσουν διάφορες ξυλουργικές εργασίες. Προς εκτέλεση της πιο πάνω παραγγελίας, οι Ενάγοντες πώλησαν κατά την διεξαγωγή των εργασιών τους και παρέδωσαν στους Εναγόμενους ξύλινα καπάκια τραπεζιών, τα οποία οι Εναγόμενοι με την σειρά τους πώλησαν και παρέδωσαν, στο πλαίσιο των εργασιών τους, σε πελάτες τους. Μετά την παρέλευση λίγων ημερών οι Εναγόμενοι άρχισαν να λαμβάνουν μέσω του διευθυντή τους διάφορα παράπονα από τους πελάτες τους σχετικά με διάφορα ελαττώματα που παρουσίαζαν τα καπάκια τραπεζιών που τους είχαν προμηθεύσει, απαιτώντας την επιδιόρθωση ή αντικατάσταση τους από τους Εναγόμενους. Τότε, ο διευθυντής των Εναγομένων επισκέφθηκε στις 10/02/2016 τους παραπονούμενους πελάτες τους και επιθεώρησε τα συγκεκριμένα τραπεζάκια, λαμβάνοντας φωτογραφίες (ως το Τεκμήριο 1) και διαπιστώνοντας και ο ίδιος τα ελαττώματα τους, τα οποία συνίσταντο στο ότι ορισμένα ξύλινα καπάκια τραπεζιών άρχισαν να ξεφλουδίζουν και να διαλύονται στις άκρες ενώ σε κάποια άλλα καπάκια παρουσιάστηκε στρέβλωση η οποία προήλθε από την κακή κατασκευή. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του διευθυντή των Εναγομένων να επικοινωνήσει με τους Ενάγοντες για να διαμαρτυρηθεί ως προς την ελαττωματικότητα και κακή ποιότητα των πιο πάνω προϊόντων και επειδή ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε από πλευράς Εναγόντων, οι Εναγόμενοι προχώρησαν με δικά τους έξοδα σε αντικατάσταση κάποιων και σε επιδιόρθωση άλλων ελαττωματικών καπακιών των τραπεζιών, καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €1.186,51 (ως τα Τεκμήρια 2 και 3, πλέον €200 εργατικά). Περαιτέρω, οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους τραπεζάκια (ως το Τεκμήριο 6), τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στο δείγμα βάσει του οποίου οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην παραγγελία (ως το Τεκμήριο 5) αφού είχαν λανθασμένο χρωματισμό. Κατόπιν διαμαρτυρίας των Εναγομένων, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην αντικατάσταση των εν λόγω τραπεζιών και, για την ρηθείσα αντικατάσταση, εξέδωσαν προς τους Εναγόμενους το τιμολόγιο ημερομηνίας 11/01/2016 (Τεκμήριο 7) για το ποσό των €499,
- Αναφορικά με τα εν λόγω τραπεζάκια, οι Εναγόμενοι πλήρωσαν για την χάραξη τους σε μία τρίτη εταιρεία το ποσό των €249,90, προς εξόφληση ενός τιμολογίου της ημερομηνίας 08/01/2016 (Τεκμήριο 8). Οι Εναγόμενοι, σε απάντηση μίας επιστολής των συνηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 04/12/2017, απέστειλαν μέσω των συνηγόρων τους προς την πλευρά των Εναγόντων την επιστολή ημερομηνίας 29/12/2017 (Τεκμήριο 9), σύμφωνα με την οποία αρνήθηκαν ότι οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό και ζήτησαν από τους Ενάγοντες να τους πληρώσουν το ποσό των €1.936,21, ως εκείνο το οποίο δαπάνησαν για την αντικατάσταση ή/και επιδιόρθωση των προϊόντων που οι Ενάγοντες τους πώλησαν και παρέδωσαν κατά ή περί τον Δεκέμβριο του
- Δ. Νομική Πτυχή και Τελικά Συμπεράσματα Στην υπό κρίση περίπτωση, η νομική βάση της αξίωσης των Εναγομένων προωθείται δυνάμει των προνοιών του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994) (στο εξής ο Νόμος), κατ' επίκληση του οποίου διεκδικείται η επιδίκαση αποζημιώσεων. Ειδικότερα, με αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου, είναι η θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν ουσιώδη σιωπηρό όρο της συμφωνίας πώλησης των πιο πάνω ξυλουργικών προϊόντων, αφού κάποια από τα εν λόγω προϊόντα που τους προμήθευσαν οι Ενάγοντες δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και άλλα δεν ήταν σύμφωνα με το δείγμα βάσει του οποίου έγινε η παραγγελία τους, με αποτέλεσμα να δικαιούνται ως αποζημίωση, διεκδικώντας με την Ανταπαίτηση τους, την επιδίκαση του ποσού που κατέβαλαν για την επιδιόρθωση ή αντικατάσταση τους. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο Νόμος προβλέπει την ύπαρξη σιωπηρών ουσιωδών όρων σε σύμβαση πώλησης για την προμήθεια αγαθών. Τέτοια περίπτωση είναι όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά την διεξαγωγή των εργασιών του, οπότε και υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά που προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας (βλ. άρθρο 16
(2)του Νόμου). Είναι δε αποδεκτής ποιότητας, για τους σκοπούς του Νόμου, αν τα αγαθά ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση (βλ. άρθρο 16
(3)του Νόμου). Στην ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνεται η κατάσταση τους, ενώ παράλληλα απαριθμούνται στο άρθρο 16
(4)του Νόμου κάποιοι παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων και η ανθεκτικότητα, έννοια η οποία, για τους σκοπούς του πιο πάνω εδαφίου, σημαίνει «εύλογη αντοχή στο χρόνο και τη χρήση και περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για τη διασφάλιση της». Άλλη περίπτωση είναι εκείνη της σύμβασης πώλησης βάσει δείγματος (βλ. άρθρο 17
(1)του Νόμου), οπότε και υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι το σύνολο των αγαθών θα ανταποκρίνεται στο δείγμα ως προς την ποιότητα (βλ. άρθρο 17
(2)(α) του Νόμου) και ότι τα αγαθά θα είναι απαλλαγμένα από οποιοδήποτε ελάττωμα που καθιστά την ποιότητα τους απαράδεκτη, και το οποίο δε θα ήταν φανερό μετά από εύλογη εξέταση του δείγματος (βλ. άρθρο 17
(2)(β) του Νόμου). Προβλέπονται, επίσης, στο Νόμο, η συνέπεια που έχει η παράβαση ουσιώδους όρου (η οποία, βάσει του άρθρου 12
(2)του Νόμου, παρέχει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας) αλλά και πότε ένας ουσιώδης όρος θεωρείται εγγυητική διαβεβαίωση (βλ. άρθρο 13
(1)και
(2)του Νόμου[5]), για την παράβαση της οποίας παρέχεται το δικαίωμα στον αγοραστή να εναγάγει τον πωλητή για να αξιώσει αποζημιώσεις (βλ. άρθρα 12
(3)[6] και 60
(1)(β) του Νόμου[7]). Προβλέπεται, ακόμα, στο άρθρο 42 του Νόμου, πότε ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχθηκε τα αγαθά, χωρίς, ωστόσο, τέτοια αποδοχή να τον εμποδίζει να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον πωλητή όταν υπάρχει ή θεωρείται η περίπτωση ότι αποτελεί παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης αφού, όπως ρητά προνοείται στα άρθρα 12
(3)και 60
(1)του Νόμου, η παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης δεν παρέχει το δικαίωμα στον αγοραστή να απορρίψει τα αγαθά, όμως αυτός δύναται να εναγάγει τον πωλητή αξιώνοντας αποζημιώσεις για την ρηθείσα παράβαση. Ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης, σχετικές επί του προκειμένου είναι οι νομολογιακές αρχές σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Κεφ. 149, το οποίο προβλέπει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου που ζημιώνεται από την παράβαση της σύμβασης να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο. Σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου μέρους αφορά την ζημιά η οποία προέκυψε φυσιολογικά, κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων, ή τη ζημιά που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ότι θα προέκυπτε ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αθώο μέρος αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης αποτελεί τη συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμφωνίας συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά. Αναφέρθηκε ακόμα ότι η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι η έκταση της ζημιάς, την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από τη διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης[8]. Επιπρόσθετα, στην Men Mar Ltd ως εμπορεύεται υπό την Εμπορική Επωνυμία M & M Caterhome v. Clp Catering Ltd Βιομηχανική Περιοχή Δρομολοξιάς, Πολ. Έφεση 27/2012 και 28/2012 ημ. 23/01/2018 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα (με την υπογράμμιση που ακολουθεί να είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ. στο Κεφάλαιο 20, που αφορά τις αποζημιώσεις για διάρρηξη σύμβασης, υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες στις οποίες ο ενάγων δύναται να εντάξει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά το λεγόμενο «expectation interest» που έχει ως βάση την προσδοκία του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και στην περίπτωση που δεν το πράττει, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να τον αποζημιώνουν με το να τον θέσουν στην ίδια καλή κατάσταση που θα ήταν αν ο εναγόμενος εκπλήρωνε την υπόσχεση του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το λεγόμενο «reliance interest» στην οποία εμπίπτουν οι ενέργειες τις οποίες προς βλάβη του έχει υποστεί ο ενάγων στη βάση της υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί διάφορα έξοδα τα οποία ο εναγόμενος θα πρέπει να αποκαταστήσει. Ο σκοπός εδώ είναι να τεθεί ο ενάγων στην ίδια καλή κατάσταση ως θα ήταν πριν την υπόσχεση που έδωσε ο εναγόμενος. Τέλος, ο ενάγων μπορεί να αξιώσει το λεγόμενο «restitution interest», κατά το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμεί να αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί, αλλά επιθυμεί να αποστερήσει από τον εναγόμενο το κέρδος το οποίο απεκόμισε σε βάρος του. Τα ίδια στην ουσία λέγονται και στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 547 κ.ε., σε σχέση με το «expectation loss». Εν προκειμένω, πρόδηλα οι Εναγόμενοι επέλεξαν να αξιώσουν αποζημίωση για παράβαση της σύμβασης πώλησης αγαθών με τους Ενάγοντες στη βάση του «expectation interest». Περαιτέρω, με υπόβαθρο τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, αναμφίβολα προκύπτει ότι τα ξύλινα καπάκια τραπεζιών που οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας. Αν και δεν προσδιορίστηκε ο χρόνος κατά τον οποίο τα εν λόγω προϊόντα παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έγινε η παραγγελία τους (Δεκέμβριο 2015) μέχρι και τη στιγμή που ο διευθυντής των Εναγομένων διαπίστωσε τα ελαττώματα τους (10/02/2016) είναι τόσο σύντομο που, στην απουσία άλλης μαρτυρίας σχετικής με οποιαδήποτε άλλη παράμετρο η οποία να είχε οδηγήσει στην δημιουργία των ελαττωμάτων ή να είχε επιδράσει στην αντοχή τους στο χρόνο και στη χρήση τους, καταδεικνύει ότι αυτά τα προϊόντα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονταν σε εκείνο το επίπεδο ποιότητας που κάποιο λογικό πρόσωπο θα ανέμενε ότι θα είχαν, τόσο ως προς το ζήτημα της ανυπαρξίας μικροελαττωμάτων όσο και με αναφορά στην ανθεκτικότητα τους, ώστε να ήταν αποδεκτής ποιότητας, έχοντας παράλληλα υπόψη το είδος των ρηθέντων προϊόντων (ξύλινα καπάκια τραπεζιών) σε συνδυασμό με την συνεπακόλουθη χρήση για την οποία προορίζονται καθώς επίσης και τη φύση αλλά και την έκταση των ελαττωμάτων που παρουσίασαν, ως αυτά προκύπτουν τόσο μέσα από την μαρτυρία του ομνύοντα των Εναγομένων όσο και από τις φωτογραφίες που παρουσίασε ως Τεκμήριο 1. Έπεται, συναφώς, ότι οι Ενάγοντες (πωλητές) δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους να προμηθεύσουν τους Εναγόμενους (αγοραστές) με ξύλινα καπάκια τραπεζιών αποδεκτής ποιότητας, ως οι πρόνοιες του άρθρου 16
(2)του Νόμου επιτάσσουν. Ωστόσο, η παράβαση αυτή θεωρείται υπό τις περιστάσεις ως παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης αφού, αφενός, οι Εναγόμενοι ουδέποτε απέρριψαν τα εν λόγω προϊόντα ούτε κατήγγειλαν την σύμβαση (βλ. άρθρα 12
(3)και 13
(1)του Νόμου), και επειδή, εν πάση περιπτώσει, η κυριότητα των ρηθέντων προϊόντων περιήλθε στους Εναγόμενους (βλ. άρθρο 13
(2)του Νόμου) με την πώληση και παράδοση τους σε αυτούς, γι' αυτό άλλωστε και οι τελευταίοι τα μεταπώλησαν με την σειρά τους σε δικούς τους πελάτες. Τέτοια παράβαση, παρά την περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Εναγόντων, παρέχει το δικαίωμα στους Εναγόμενους να διεκδικήσουν από τους Ενάγοντες αποζημιώσεις (βλ. άρθρο 12
(3)και 60
(1)του Νόμου) τέτοιου ύψους για την ζημιά που υπέστησαν συνεπεία της παράβασης, ώστε να βρεθούν στην θέση που θα ήταν αν αυτή δεν σημειωνόταν. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι θα πρέπει εν προκειμένω να επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων αποζημιώσεις ίσες με το ποσό που αυτοί κατέβαλαν για την αντικατάσταση κάποιων και την επιδιόρθωση άλλων ελαττωματικών καπακιών των τραπεζιών, το οποίο, βάσει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €1.186,
- Δεν είναι, όμως, ίδια η κατάληξη του Δικαστηρίου για το υπόλοιπο μέρος της αξίωσης των Εναγομένων, το οποίο εδράζεται στην πώληση προϊόντων τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στο δείγμα βάσει του οποίου οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην παραγγελία. Η ρηθείσα αξίωση σχετίζεται με το ποσό που οι Ενάγοντες χρέωσαν τους Εναγόμενους για τα τραπεζάκια που αντικατέστησαν, έπειτα από διαμαρτυρία των Εναγομένων (€499,80), καθώς και με το ποσό που οι Εναγόμενοι κατέβαλαν για την χάραξη των καινούριων (€249,90). Εν προκειμένω, δεν καταδεικνύεται από την μαρτυρία των Εναγομένων ότι τα νέα τραπεζάκια που τους παρέδωσαν οι Ενάγοντες, σε αντικατάσταση των προηγούμενων, δεν ανταποκρίνονταν και αυτά στο δείγμα βάσει του οποίου έγινε η πώληση, ούτε προκύπτει αν η χάραξη τους έγινε για να ανταποκρίνονται στο δείγμα αυτό. Αφενός, τα Τεκμήρια 5 και 6 αφορούν τα τραπεζάκια που τους πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες, πριν οι τελευταίοι προχωρήσουν στην αντικατάσταση τους. Αφετέρου, δεν αναφέρθηκε από τον ομνύοντα των Εναγομένων γιατί οι τελευταίοι δεν διαμαρτυρήθηκαν προς τους Ενάγοντες και για τα νέα τραπεζάκια που τους παραδόθηκαν σε αντικατάσταση των προηγούμενων, πριν προχωρήσουν στην χάραξη τους, αν ούτε αυτά ανταποκρίνονταν στο δείγμα ή ήταν ελαττωματικά, ως έπραξαν με τα προηγούμενα, όπως ούτε περαιτέρω αναφέρθηκε ότι οι Εναγόμενοι εξόφλησαν το τιμολόγιο (Τεκμήριο 7) με το οποίο οι Ενάγοντες χρέωσαν τους Εναγόμενους. Εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής των συνηγόρων των Εναγομένων (Τεκμήριο 9), το ποσό που τότε απαιτήθηκε από τους Ενάγοντες (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, αντιστοιχεί στο ύψος του ποσού που διεκδικείται με την Ανταπαίτηση) περιορίζεται σε αναφορές για δαπάνες που οι Εναγόμενοι έκαναν για την αντικατάσταση ή επιδιόρθωση των ελαττωματικών προϊόντων που πώλησαν σε δικούς τους πελάτες και όχι σε οποιεσδήποτε άλλες δαπάνες έγιναν σε εκείνα τα προϊόντα που οι Ενάγοντες αντικατέστησαν, εκδίδοντας το τιμολόγιο Τεκμήριο
- Για το εν λόγω τιμολόγιο, ό,τι αναφέρεται από τον ομνύοντα των Εναγομένων είναι πως «Οι Ενάγοντες προχώρησαν στην αντικατάσταση των τραπεζιών τα οποία ξανά χρέωσαν προς τους Εναγόμενους παρά την ευθύνη τους περί ελαττωματικότητας». Το αν όμως οι Ενάγοντες είχαν, υπό αυτές τις περιστάσεις, δικαίωμα να χρεώσουν το ποσό που αφορά το εν λόγω τιμολόγιο (Τεκμήριο 7) προς τους Εναγόμενους δεν παρέχει, άνευ ετέρου, στους τελευταίους το δικαίωμα να διεκδικούν, υπό μορφή αποζημιώσεων, το εν λόγω ποσό, για το οποίο μάλιστα δεν προκύπτει (ούτε προβλήθηκε) ότι καταβλήθηκε από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες. Ούτε κρίνεται δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις η επιδίκαση αποζημιώσεων σε σχέση με οποιαδήποτε βλάβη στην φήμη των Εναγομένων, εφόσον το ζήτημα αυτό δεν υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από πλευράς τους ενώ η επί του προκειμένου μαρτυρία τους δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ε. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, η Ανταπαίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται, στο πλαίσιο αυτής, απόφαση υπέρ των Εναγομένων (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων) και εναντίον των Εναγόντων (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων) για το ποσό των €1.186,51 πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρισης της Ανταπαίτησης (02/05/2018) μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, τα έξοδα της Ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων) και εναντίον των Εναγόντων (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι η Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε στο ίδιο πλαίσιο με την Αγωγή και επειδή τόσο η απαίτηση στην Αγωγή όσο και η Ανταπαίτηση προχωρούσαν ενιαία μέχρι και τις 21/04/2022, οπότε και η Αγωγή απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ των Εναγομένων, τα έξοδα της Ανταπαίτησης, στον βαθμό που είναι κοινά με την Αγωγή, θα είναι περιορισμένα σε ένα σετ εξόδων[9]. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. ενδεικτικά την Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές επί του θέματος αυθεντίες, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). [2] Βλ. την Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 974 και Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie - Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10 ημ. 30/09/2015. Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά παραδεκτός τρόπος απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση ώστε να μην είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1874 και STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολ. Έφεση 407/2011 ημ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300). [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αυτός αφήνει στο Δικαστήριο, εκεί όπου καταθέτει στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να συσχετίζεται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 328/11 ημ. 31/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202), η μνήμη του μάρτυρα, η πηγή των γνώσεων του, η πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας του, η σαφήνεια, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων σε εκείνα στα οποία κατέθεσε και ο βαθμός κατά τον οποίο η εκδοχή του συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. [5] Στο άρθρο 13
(1)και
(2)του Νόμου προβλέπεται ότι: «13.-
(1)Όταν σύμβαση πώλησης υπόκειται σε οποιοδήποτε ουσιώδη όρο που πρέπει να εκπληρωθεί από τον πωλητή, ο αγοραστής δύναται να παραιτηθεί από τον ουσιώδη όρο ή να επιλέξει να θεωρήσει την παράβαση ουσιώδους όρου παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και όχι λόγο καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 43, όταν σύμβαση πώλησης δεν είναι δεκτική διαχωρισμού και ο αγοραστής έχει αποδεχτεί τα αγαθά ή μέρος αυτών ή όταν η σύμβαση αφορά συγκεκριμένα αγαθά των οποίων η κυριότητα έχει περιέλθει στον αγοραστή, η παράβαση οποιουδήποτε ουσιώδους όρου που πρέπει να εκπληρωθεί από τον πωλητή δύναται να θεωρηθεί μόνο παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και όχι λόγος απόρριψης των αγαθών και καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας, εκτός αν υπάρχει όρος στη σύμβαση, ρητός ή σιωπηρός για το σκοπό αυτό.» [6] Στο άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπεται ότι «Εγγυητική διαβεβαίωση είναι ρήτρα συμπληρωματική για την επίτευξη του κύριου σκοπού της σύμβασης, παράβαση της οποίας δημιουργεί αξίωση για αποζημιώσεις, δεν παρέχει όμως δικαίωμα απόρριψης των αγαθών και καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας.» [7] Στο άρθρο 60
(1)του Νόμου προβλέπεται ότι: «60.-
(1)Όταν υπάρχει παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης από τον πωλητή, ή όταν ο αγοραστής επιλέγει ή υποχρεώνεται να θεωρήσει οποιαδήποτε παράβαση ουσιώδους όρου εκ μέρους του πωλητή παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης, ο αγοραστής δεν έχει το δικαίωμα εξαιτίας μόνο της παράβασης αυτής της εγγυητικής διαβεβαίωσης να απορρίψει τα αγαθά, αλλά όμως δύναται- (α) Να προβάλει έναντι του πωλητή την παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης προς μείωση ή εξάλειψη του τιμήματος˙ ή (β) να εναγάγει τον πωλητή για αποζημιώσεις για παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης.» [8] Βλ. Johnson and Another v. Agnew [1979] 1 All E.R. 883, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282, Saab and Another v. Holy Monaster of Ay. Neophytos
(1987)1 C.L.R. 499, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, Μουρτζινός ν. Του Πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80, George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199 Γρηγορίου ν. Sun Sea (SS) Developers Ltd κ.α. Πολ. Έφεση 1/2013 ημ. 30/01/2019. [9] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο