ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «[ ] 11» ν. ΑΥΡΑ ΚΑΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 44/2022, 19/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A360 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 44/2022 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «[ ] 11» Ενάγουσας -και- ΑΥΡΑ ΚΑΡΟΥ Εναγόμενης Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 14/1/2022 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Θ. Κοντάκος για Α. & Α. Κ. Κ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ & Κ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ι. Χατζηπαρασκευάς για C. D. MESSIOS LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 14/01/22 με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο. Αξιώνεται η έκδοση απόφασης εναντίον της Eναγόμενης για ποσό ύψους €3,098.23 το οποίο, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, αφορά καθυστερημένα και οφειλόμενα κοινόχρηστα σε σχέση με τη συντήρηση και λειτουργία της πολυκατοικίας "[ ]" (στο εξής η Πολυκατοικία). Περαιτέρω, αξιώνεται η έκδοση απόφασης εναντίον της Eναγόμενης για ποσό ύψους €25 μηνιαίως από τον Νοέμβριο του 2021 και κάθε πρώτη μέρα έκαστου επόμενου μηνός ως ενδιάμεσα οφέλη και/ή κοινόχρηστα. Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Eναγόμενη όπως επιτρέψει και/ή να μην εμποδίζει την Ενάγουσα και τους αντιπροσώπους αυτής από του να εισέρχονται σε λογικές ώρες εντός του διαμερίσματος ιδιοκτησίας της Eναγόμενης το οποίο βρίσκεται στην Πολυκατοικία με αποκλειστικό σκοπό την επιδιόρθωση της υφιστάμενης υγρομόνωσης της βεράντας και/ή αυλής του διαμερίσματος 01 και/ή των σωλήνων υδροδότησης και/ή αποχέτευσης της βεράντας και/ή αυλής του. Σημειώνεται ότι έκθεση απαίτησης παρά την πάροδο οκτώ
(8)μηνών από την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, δεν έχει ακόμη καταχωριστεί. Στις 14/01/22 καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση του ακόλουθου διατάγματος. «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Eναγόμενη όπως επιτρέψει και/ή να μην εμποδίζει την Ενάγουσα και/ή τους υπηρέτες και/ή εκδοχείς και/ή αντιπροσώπους αυτής και/ή αρμόδιους υπαλλήλους που έχει διορίσει από του να εισέρχονται σε λογικές ώρες εντός διαμερίσματος της ιδιοκτησίας της Eναγόμενης υπ' αριθμό 001, το οποίο βρίσκεται στην πολυκατοικία [ ]'' με αποκλειστικό σκοπό την επιδιόρθωση της υφιστάμενης υγρομόνωσης της βεράντας και/ή αυλής του διαμερίσματος 001 και/ή των σωλήνων υδροδότησης και/ή αποχέτευσης της βεράντας και/ή αυλής του μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή ολοκλήρωση των σχετικών επιδιορθώσεων.» Σε ότι αφορά τη νομική βάση της υπό κρίσης αίτησης, αυτή βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ. 1, 4, 8 και 9, στα άρθρα 38 Α μέχρι 38 ΙΒ, 38 ΙΘ μέχρι 38 ΛΚ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224) καθώς στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της κυρίας Πηνελόπης Κουπή, γραμματέα στην εταιρεία N. KOUPIS ENTERPRISES LTD, εταιρεία που είναι εξουσιοδοτημένη να ενεργεί εκ μέρους της Ενάγουσας προς είσπραξη των οφειλόμενων κοινόχρηστων καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με τη διαχείριση της Πολυκατοικίας (στο εξής η ΠΚ και η Ένορκη Δήλωση Κουπή). Σύμφωνα με τη ΠΚ, η Ενάγουσα ήταν και είναι η διαχειριστική επιτροπή της Πολυκατοικίας η οποία λειτουργεί, σύμφωνα πάντα με την ΠΚ, κανονικά και νομότυπα βάσει των προνοιών του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224). Όπως εξηγεί η ΠΚ, η Eναγόμενη είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και κάτοχος του διαμερίσματος με αριθμό 001 στην Πολυκατοικία (στο εξής το διαμέρισμα της Eναγόμενης). Η ΠΚ εξηγεί ότι η Ενάγουσα ούσα υποχρεωμένη να διατηρεί σε καλή κατάσταση και λειτουργικότητα την Πολυκατοικία διαπίστωσε προβλήματα τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την εισροή και απορροή όμβριων υδάτων από συγκεκριμένα διαμερίσματα. Προς τούτο, η Ενάγουσα διόρισε πραγματογνώμονα/αρχιτέκτονα από το ΕΤΕΚ προκειμένου να διερευνήσει κατά πόσο η εισροή και η απορροή όμβριων υδάτων προέρχονται από το διαμέρισμα της Εναγόμενης. Σύμφωνα με την ΠΚ, ο αρχιτέκτονας που διορίστηκε διαπίστωσε ότι έγιναν προσθηκομετατροπές στο διαμέρισμα της Eναγόμενης οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η απορροή των ομβρίων υδάτων με αποτέλεσμα το νερό να μην μπορεί να βρει διέξοδο δια μέσου της υδρορροής και να βρίσκει άλλες διόδους μέσα από την τοιχοποιία και την έξοδο του διαμερίσματος
- Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 σχετική έκθεση του πραγματογνώμονα. Ακολούθως, αναφέρει ότι η Eναγόμενη απευθύνθηκε η ίδια σε πολιτικό μηχανικό ο οποίος κατέληξε στην έκθεσή του ότι προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα χρειάζεται να λάβουν χώρα εργασίες στην αυλή του διαμερίσματος της Eναγόμενης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν απορρέει υδρορροή στην αυλή του διαμερίσματος της Eναγόμενης και να γίνουν οι απαιτούμενες ενέργειες ως αναφέρονται στην έκθεση. Η σχετική έκθεση επισυνάπτεται από την ΠΚ ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Κουπή. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση Κουπή, η Ενάγουσα κατέβαλε πολλές προσπάθειες προκειμένου να βρει εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης του προβλήματος ένεκα της άρνησης της Eναγόμενης να επιτρέψει την πρόσβαση στα αρμόδια πρόσωπα της Ενάγουσας προς επίλυση του προβλήματος που παρουσιάστηκε, οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες. Κατά την ΠΚ, η συνεχής άρνηση της Eναγόμενης προς επίλυση του προβλήματος το οποίο κατ' ισχυρισμό πηγάζει από την αυλή του διαμερίσματος της Eναγόμενης, συνιστά αντικειμενική, ουσιαστική, υπέρμετρη και κατά συνήθεια επέμβαση στην απόλαυση και στην εύλογη χρήση της περιουσίας των υπολοίπων ενοίκων. Κατά την ΠΚ, η Eναγόμενη θέτει αδικαιολόγητα προσκόμματα και προφάσεις εμποδίζοντας την Ενάγουσα στην εκτέλεση των καθηκόντων της, όπως αυτά προκύπτουν από τη σχετική νομοθεσία. Ειδικότερα, σύμφωνα πάντα με την ΠΚ, η Eναγόμενη εμποδίζει την πρόσβαση για επιδιόρθωση του προβλήματος προκαλώντας προβλήματα στη λειτουργικότητα του συνόλου του κτιρίου της κοινόκτητης οικοδομής και θέτοντας αδικαιολόγητα προσκόμματα στην εκπλήρωση των καθηκόντων της Ενάγουσας προς το συμφέρον όλων των ενοίκων. Η Eναγόμενη καταχώρισε στις 08/04/22 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση αίτηση προβάλλοντας 17 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: - Δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Τυχόν έκδοση του διατάγματος επιλύει την ουσία της αγωγής. - Η αίτηση προωθείται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα και/ή με την έκδοση του διατάγματος επιδιώκεται θεραπεία για την οποία υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης. - Η Ενάγουσα δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση. - Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τεχνηέντως αναφέρει γεγονότα αποσπασματικά και διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα. Σε ότι αφορά τη νομική βάση της ένστασης, αυτή βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48, Θ. 1, 2, 3, 7 και 9, Δ.64, Δ.27, Δ.39, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 224, στις αρχές του Δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Eναγόμενης (στο εξής η ΑΚ και η Ένορκη Δήλωση Κάρου). Η ΑΚ παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος στην Πολυκατοικία στο οποίο λέγει ότι διαμένει από το 1990 και αμφισβητεί την ύπαρξη της διαχειριστικής επιτροπής. Σε ό,τι αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης η οποία επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση Κουπή ως Τεκμήριο 3, η ΑΚ αναφέρει ότι ουδέποτε της παραδόθηκε αντίγραφο της έκθεσης αντίγραφο της οποίας έλαβε γνώση για πρώτη φορά με την επίδοση της υπό κρίσης αίτησης και αμφισβητεί το περιεχόμενο της αφού, κατά την ίδια, το πρόσωπο που την ετοίμασε δεν τήρησε αυστηρή αντικειμενικότητα και δεν εξέφερε γνώμη με υπευθυνότητα καθ' ότι, μεταξύ άλλων, ουδέποτε ζήτησε άδεια από την ίδια για να εξετάσει το διαμέρισμα της το οποίο ουδέποτε εξέτασε. Περαιτέρω, απορρίπτει ότι η ίδια προέβη σε οποιεσδήποτε προσθηκομετατροπές στο διαμέρισμα της ή στην αυλή της. Προσθέτει ότι περί το τέλος του 2014 διαπίστωσε ότι το ταβάνι του διαμερίσματός της παρουσίαζε διαρροές και υπήρχαν εμφανείς υγρασίες σε διάφορα σημεία. Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την AK, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος 101 που βρίσκεται πάνω από το δικό της διαμέρισμα και ο οποίος είναι και ο πρόεδρος της Ενάγουσας, ως η ίδια αναφέρει, (στο εξής το Διαμέρισμα του Προέδρου της Ενάγουσας) αποφάσισε να αφαιρέσει κάποια πλακάκια από τη βεράντα του διαμερίσματός του και να τοποθετήσει μία εξωτερική σωλήνα μέσω της οποίας διοχέτευε νερά μέσα στην υδρορροή. Σύμφωνα με την ΑΚ, ο Πρόεδρος της Ενάγουσας δεν μόνωσε ποτέ σωστά τη βεράντα του και από τότε ξεκίνησαν τα προβλήματα με τις υγρασίες τόσο στο δικό της διαμέρισμα όσο και σε διπλανό διαμέρισμα. Σε ότι αφορά την απορροή των όμβριων υδάτων, η ΑΚ αναφέρει ότι οι υδραυλικοί που έφερε πολλές φορές η Ενάγουσα για να εξετάσουν το θέμα, έβαζαν λάστιχο με νερό και το νερό έτρεχε κανονικά μέσα στην υδρορροή. Η ίδια, στην παρουσία κάποιου κυρίου Κουπή εκ μέρους της N. KOUPIS ENTERPRISES LTD και στην παρουσία του Προέδρου της Ενάγουσας, εισηγήθηκε, με τον κύριο Κουπή να συμφωνεί, όπως ακυρωθεί η υπάρχουσα υδρορροή και τοποθετηθεί εξωτερική σωλήνα που να την αντικαθιστά κάτι που δεν βρήκε σύμφωνο τον Πρόεδρο της Ενάγουσας επειδή αυτό προϋπέθετε το τρύπημα του τοίχου του διαμερίσματος του Προέδρου της Ενάγουσας. Η ΑΚ καταλογίζει τόσο στον κύριο Κουπή όσο και στην ΠΚ αλλά και στον πρόεδρο της Ενάγουσας ότι έπαιρναν μόνοι τους αποφάσεις για την επίλυση του προβλήματος αποφεύγοντας την προφανή, κατά την ίδια λύση, που τους είχε εισηγηθεί, δηλαδή την τοποθέτηση εξωτερικής σωλήνας υδρορροής. Ακολούθως, η ΑΚ αναφέρει ότι περί τις αρχές του 2019 διόρισε τον κύριο Μ. Μαλτέζο, αρχιτέκτονα, προκειμένου να προβεί σε σχετική έκθεση ως προς την αιτία των ζημιών που παρουσιάζονται στο διαμέρισμά της. Η ίδια λέγει ότι σύμφωνα με τον κύριο Μαλτέζο, η υγρασία προέρχεται από τη βεράντα του διαμερίσματος του Προέδρου της Ενάγουσας που βρίσκεται πάνω από το δικό της. Σύμφωνα με το συμπέρασμα του κύριου Μαλτέζου θα πρέπει να τερματιστεί η χρήση της υπάρχουσας υδρορροής και στη θέση της θα πρέπει να τοποθετηθεί εξωτερική υδρορροή η οποία θα ξεκινά από την ταράτσα και θα καταλήγει στο ισόγειο, στην πλευρινή όψη. Στη συνέχεια, η ΑΚ διόρισε και πολιτικό μηχανικό τον κύριο Λ. Βαρνάβα, ο οποίος επίσης ετοίμασε σχετική έκθεση αναφορικά με τις αιτίες πρόκλησης της υγρασίας στο διαμέρισμά της. Ο κύριος Βαρνάβα ουσιαστικά συμφώνησε με τον κύριο Μαλτέζο. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 2021 η ΑΚ αναφέρει ότι διόρισε τον πραγματογνώμονα πολιτικό μηχανικό κύριο Χ. Χατζηχρίστου, ο οποίος επίσης ετοίμασε έκθεση την οποία παρουσιάζει ως Τεκμήριο
- Διευκρινίζει ότι σε αυτήν την έκθεση αναφέρεται και η ΠΚ στην ένορκη δήλωση Κουπή πλην όμως, σύμφωνα με την ΑΚ, το αντίγραφο που παρουσιάζει η ΠΚ είναι διαφορετικό από αυτό που δόθηκε στην ίδια. Σύμφωνα με την ΑΚ, η ΠΚ προσπαθεί να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο λέγοντας ότι ο πραγματογνώμονας που διόρισε η Ενάγουσα και ο πραγματογνώμονας που διόρισε η ίδια η Eναγόμενη, κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα αναφορικά με την πηγή και τους τρόπους επίλυσης του προβλήματος. Η ΑΚ, εξηγεί ότι αυτό δεν είναι αλήθεια αφού στην έκθεσή του ο δικός της πραγματογνώμονας αναφέρει ότι η συνεχής ροή νερού δεικνύει ότι η απώλεια οφειλόταν σε λανθασμένη επέμβαση στην υδρορροή της βεράντας του διαμερίσματος του Προέδρου της Ενάγουσας. Η ΑΚ συνεχίζει λέγοντας ότι τον Σεπτέμβριο του 2021 διόρισε και τέταρτο ειδικό, τον πολιτικό μηχανικό, κύριο Ν. Ιωσηφίδη ο οποίος επίσης ετοίμασε έκθεση την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη της δήλωση. Σύμφωνα με τον κ. Ιωσηφίδη, η συσσώρευση υγρασίας στο διαμέρισμα της Eναγόμενης οφείλεται πιθανότατα στην αστοχία της ένωσης του κάθετου σωλήνα εντός της τοιχοποιίας (από την οροφή) και του οριζόντιου σωλήνα (εντός του δαπέδου στο διαμέρισμα της Eναγόμενης). Η αστοχία οφείλεται στο γεγονός ότι το εξωτερικό στόμιο του σωλήνα είναι καλυμμένο είτε με χώμα είτε με μπετόν και το νερό πλέον δεν μπορεί να διαφύγει βρίσκοντας διέξοδο από άλλα σημεία εντός της τοιχοποιίας ή του υποστρώματος στο δάπεδο. Σύμφωνα με την έκθεση του κύριου Ιωσηφίδη, αυτός εισηγείται την άμεση εξέταση του σωλήνα υδρορροής από εξειδικευμένο συνεργείο με τη χρήση καμερών για να εντοπιστούν τυχόν αστοχίες εντός του σωλήνα, χωρίς εκσκαφές καθώς και τον εντοπισμό διέλευσης του οριζόντιου σωλήνα εντός του υποστρώματος στο ισόγειο για να γίνει σχετική απόφραξη. Σύμφωνα με την ΑΚ, ο κύριος Ιωσηφίδης επισημαίνει ότι πρέπει να αποφευχθεί η έρευνα με την εκσκαφή σε τυχαία σημεία εντός της βεράντας της Eναγόμενης εφόσον αυτό θα δημιουργήσει περαιτέρω ταλαιπωρία και έξοδα. Περαιτέρω, όπως εξηγεί η ΑΚ, ο κ. Ιωσηφίδης επεσήμανε επίσης ότι στο απομακρυσμένο ενδεχόμενο που η έρευνα καμερών δεν είναι επιτυχής, προτείνει την αντικατάσταση του υδροσωλήνα, είτε μέρος του, είτε εξ' ολοκλήρου από την οροφή, με σωλήνα που θα αναπτύσσεται στην εξωτερική τοιχοποιία. Στη συνέχεια, η ΑΚ εξηγεί ότι ο κύριος Ιωσηφίδης ετοίμασε και δεύτερη έκθεση ημερομηνίας 05/10/21 σύμφωνα με την οποία επιμένει ότι η ορθή μεθοδολογία για διερεύνηση και εντοπισμό του προβλήματος του σωλήνα και της ενδεχόμενης βλάβης του είναι με τη χρήση εξειδικευμένων καμερών. Παραθέτει στη συνέχεια η ΑΚ λεπτομέρειες σε σχέση με τη μεθοδολογία που εισηγείται ο κύριος Ιωσηφίδης ο οποίος επίσης επισημαίνει ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχουν στη διάθεση τους σχέδια κατασκευής, οποιαδήποτε επέμβαση στο διαμέρισμα της Eναγόμενης θα είναι τυχαία και πιθανότατα θα δημιουργήσει περαιτέρω ζημιές και ταλαιπωρία. Τη σχετική έκθεση του κυρίου Ιωσηφίδη επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη της δήλωση. Η ΑΚ επίσης εξηγεί ότι ο κύριος Ιωσηφίδης διαπίστωσε επίσης ότι διάφορες βλάβες που παρατηρούνται στο διαμέρισμά της οφείλονται σε αστοχία της υγρομόνωσης στο υπόστρωμα της βεράντας του διαμερίσματος του Προέδρου της Ενάγουσας και παραθέτει τις εισηγήσεις του ως προς την αντιμετώπιση και αυτού του θέματος. Η ΑΚ αναφέρεται επίσης σε διάφορα γεγονότα σε σχέση με την είσοδο προσώπων εκ μέρους της Ενάγουσας στην περιουσία της χωρίς τη συγκατάθεση για να ελέγξουν την υδρορροή και την καταστροφή εκ μέρους τους του ανθώνα της, πράξη για την οποία η ίδια προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Η ΑΚ αναφέρει ότι ουδέποτε αρνήθηκε να συνεργαστεί για την επίλυση του προβλήματος το οποίο αποδέχεται ότι επηρεάζει και τη δική της περιουσία. Η ίδια κατ' επανάληψη δήλωσε έτοιμη και πρόθυμη να συνεργαστεί για την επίλυση του προβλήματος γι' αυτό και διόρισε ειδικούς για να εισηγηθούν τον τρόπο επίλυσης του. Η ίδια δεν μπορεί να συγκατατεθεί στο να γίνουν εκσκαφές σε τυχαία σημεία εντός της περιουσίας της αφού κανείς δεν γνωρίζει που καταλήγει η υδρορροή από τη στιγμή που υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα ως υποδείχθηκαν από τους ειδικούς που η ίδια διόρισε. Κατά την ΑΚ, η Ενάγουσα επιδιώκει με την υπό κρίση Αίτηση να δημιουργήσει τετελεσμένα επεμβαίνοντας στο διαμέρισμα της και παρεμποδίζοντας την ορθή και οριστική επίλυση του προβλήματος όπως την υπέδειξαν οι ειδικοί που διόρισε επισημαίνοντας ότι εάν εγκριθεί η υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα θα προβεί σε εκσκαφές σε τυχαία σημεία εντός της αυλής και βεράντας της καταστρέφοντας της τους ανθώνες, μάρμαρα και φυτά της και δημιουργώντας άλλες απρόβλεπτες ζημιές καταστρέφοντας της την περιουσία της. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
- Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.
- «Σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv»[1] σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα.[2] Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 με αναφορά στην Odysseos (ανωτέρω), ο όρος «pleadings» χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφες προτάσεις. Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγων συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή.[3] Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[4] Σε αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία.[5] Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[6] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32, υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον»[7] να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[8] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[9] Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[10] Περαιτέρω, σε ότι αφορά την έκδοση διαταγμάτων προστακτικής φύσεως σχετικά είναι και τα όσα έχουν νομολογηθεί στην Αγγλική υπόθεση Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652 η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071. Στην Morris (ανωτέρω) τέθηκαν οι ακόλουθες αρχές έκδοσης προστακτικής φύσεως διαταγμάτων: (α) Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορούν να χορηγηθούν όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον, (β) όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά και (γ) αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 W.L.R. 1405 αναγνωρίστηκε πως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνήθως δικαιολογούν την περιγραφή ενός διατάγματος ως προστακτικού είναι συνήθως πιο πιθανό να προκαλέσουν αθεράπευτη δυσχέρεια από ότι στην περίπτωση ενός απαγορευτικού διατάγματος αλλά παράλληλα αναφέρθηκε, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια γενίκευση. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[11] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[12] Προχωρώ να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς και της Ένορκης Δήλωσης Κουπή που καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης προκύπτει ότι η Ενάγουσα, είναι η Διαχειριστική Επιτροπή της επίδικης κοινόκτητης οικοδομής η οποία, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας λειτουργεί κανονικά και νομότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 (στο εξής ο Νόμος). Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΒ του Νόμου, κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει Διαχειριστική Επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεών της. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΣΤ του Νόμου, η Διαχειριστική Επιτροπή ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων και είναι υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών, έχει εξουσίες (άρθρο 38ΚΗ του Νόμου), υποχρεώσεις και καθήκοντα (άρθρο 38ΚΖ του Νόμου), και μπορεί μεταξύ άλλων, εκ του νόμου, να ενάγει σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά στην κοινόκτητη ιδιοκτησία ή την εφαρμογή του Νόμου, όπως και να συμβάλλεται. Ειδικότερα, έχει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να διατηρεί σε καλή κατάσταση και λειτουργικότητα και να συντηρεί την κοινόκτητη ιδιοκτησία, να ελέγχει, λειτουργεί, διαχειρίζεται και διευθύνει την κοινόκτητη ιδιοκτησία και να προβαίνει σε κάθε πράξη που είναι αναγκαία για τον πιο πάνω σκοπό. Έχει επίσης εξουσία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, να ιδρύει και να διατηρεί ταμείο που κατά την κρίση της είναι επαρκές και που μπορεί να χρησιμοποιεί για τα έξοδα διαχείρισης και για τον έλεγχο, τη λειτουργία, διεύθυνση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εκτέλεση ή εκπλήρωση οποιασδήποτε αρμοδιότητας, καθήκοντος ή υποχρέωσης της, καθορίζοντας και εισπράττοντας τα ποσά που πρέπει να εισπράττονται για αυτούς τους σκοπούς από κάθε κύριο μονάδας. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς και της Ένορκης Δήλωσης Κουπή καθίσταται σαφές ότι η Ενάγουσα ενάγει την Εναγόμενη επιδιώκοντας αφενός να ανακτήσει οφειλόμενα κοινόχρηστα και αφετέρου, την έκδοση διατάγματος προκειμένου η ίδια να είναι σε θέση να ασκήσει τις εξουσίες και υποχρεώσεις της ως αυτές απορρέουν από τον Νόμο, τις οποίες κατ' ισχυρισμό εμποδίζεται να ασκήσει ως εκ της συμπεριφοράς της Εναγόμενης. Πρόκειται συναφώς για αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αντλείται από τις πρόνοιες του Νόμου και κατά την κρίση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι το κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία έχω ήδη εκθέσει με συνοπτικό τρόπο κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην πλήρη τους έκταση, καθίσταται σαφές ότι η βασική θέση που προβάλλεται από την πλευρά της Ενάγουσας είναι ότι αφενός οφείλεται από την Εναγόμενη ποσό που αντιστοιχεί στα κοινόχρηστα και αποτελεί ουσιαστικά τη συνεισφορά της Εναγόμενης στην επίδικη κοινόκτητη οικοδομή και αφετέρου, ότι η συμπεριφορά της και δη η άρνηση της να αποδεχτεί την είσοδο εντός του διαμερίσματος της αρμόδιους υπαλλήλους και αντιπροσώπους της Ενάγουσας προκειμένου να προβούν σε εργασίες εντός του διαμερίσματος της με απώτερο σκοπό την επίλυση του προβλήματος που έχει ανακύψει με την απορροή των υδάτων, εμποδίζει την Ενάγουσα να συμμορφωθεί με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της όπως αυτές απορρέουν από τον Νόμο θέτοντας προσκόμματα στην ίδια και προκαλώντας προβλήματα στη λειτουργικότητα της επίδικης κοινόκτητης οικοδομής. Στην αντίπερα όχθη, η θέση της Εναγόμενης, πλην της αναγνώρισης του προβλήματος που έχει ανακύψει, είναι εκ διαμέτρου αντίθεση με την ίδια ουσιαστικά να υποστηρίζει ότι με αυτό στο οποίο διαφωνεί είναι με τη μεθοδολογία επίλυσης του προβλήματος την οποία εισηγείται η Ενάγουσα (είσοδος στην οικία της και εκσκαφές στην αυλή και στη βεράντα της προς εντοπισμό του προβλήματος) αφού οι πραγματογνώμονες που η ίδια διόρισε έχουν προτείνει άλλη μεθοδολογία η οποία θα προκαλέσει μικρότερη ταλαιπωρία και αναστάτωση στην ίδια. Αμφότερες οι πλευρές φαίνεται να συμφωνούν ότι υπάρχει πρόβλημα στην Πολυκατοικία το οποίο πρέπει να επιλυθεί πλην όμως φαίνεται να διαφωνούν στη μεθοδολογία επίλυσης του με την Εναγόμενη να μην αποδέχεται τα όσα της καταλογίζονται, ήτοι ότι θέτει προσκόμματα στη διαδικασία επίλυσης του προβλήματος εις βάρος των συμφερόντων των κυρίων της επίδικης κοινόκτητης οικοδομής. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις της Αιτήτριας ή οι αντίθετες θέσεις της Καθ' ης η αίτηση, δεν είναι επί του παρόντος σταδίου να αποφασιστεί. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης όπου στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης η κάθε πλευρά θα προσκομίσει τη μαρτυρία της με το Δικαστήριο μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, να είναι σε θέση να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα.[13] Επαναλαμβάνω τη σταθερή και σαφή γραμμή της νομολογίας ότι κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, αρχή η οποία όπως τονίστηκε στην απόφαση Milton Investment Co Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd
(2014)1 AAΔ.731 «πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[14] Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας έναντι της Καθ' ης η Αίτηση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ήτοι, το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν δοθεί τα αιτούμενο διάταγμα. Ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση παρατηρώ ότι σε σχέση με το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό ανεπανόρθωτης βλάβης, η ΠΚ αναφέρει ότι θα είναι εντελώς αδύνατος ο μελλοντικός υπολογισμός της ζημιάς. Προσθέτει ότι όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση Κουπή (έκθεση ενός εκ των πραγματογνωμόνων) αν η κατάσταση συνεχίσει να υφίσταται θα επηρεασθεί η αντοχή του κτιρίου. Περαιτέρω, η ΠΚ αναφέρει ότι η διαρροή νερού για μεγάλο χρονικό διάστημα θα επηρεάσει τα θεμέλια του κτιρίου ενώ δύναται το κτίριο να καταστεί επικίνδυνο αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα προς επίλυση του προβλήματος. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, στην υπόθεση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626 επισημάνθηκε ότι δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε γενική και αόριστη αναφορά ώστε να ικανοποιηθεί το κριτήριο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες και επεξηγήσεις που να υποστηρίζουν ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ο Αιτητής θα πρέπει να αιτιολογεί έναν τέτοιο ισχυρισμό με τρόπο ώστε να ικανοποιεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση περίπτωση ως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση εκ μέρους των Αιτητών ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς να υποστηριχθεί από σαφή και θετική προς τούτο μαρτυρία. Οι επίμαχες αναφορές ουδόλως εξειδικεύθηκαν και παρέμειναν μετέωρες. Ειδικότερα, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί πιθανότητας να καταστεί επικίνδυνη η επίδικη κοινόκτητη οικοδομή, αυτός ουδόλως υποστηρίζεται από οποιαδήποτε έκθεση οποιουδήποτε πραγματογνώμονα και φαίνεται να αποτελεί απλώς έναν γενικό και αόριστο ισχυρισμό της ομνύουσας. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς περί επηρεασμού των θεμελίων και της αντοχής του κτιρίου, ανατρέχοντας στην έκθεση που επισυνάφθηκε στην Ένορκη Δήλωση Κουπή (Τεκμήριο 4) ο κ. Χατζηχρίστου επισημαίνει και εξηγεί ότι θα πρέπει να ληφθούν δοκίμια με καρότα τόσο από την πλάκα οροφής με την άδεια του Προέδρου της Ενάγουσας (ως ιδιοκτήτη του επηρεαζόμενου διαμερίσματος) όσο και από το δάπεδο του διαμερίσματος της Εναγόμενης με τη δική της άδεια και θα πρέπει «να αναμένονται τα αποτελέσματα των δοκιμιών για να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα για το εάν και πόσο επηρεάστηκε η αντοχή της πλάκας οροφής του ισογείου διαμερίσματος 01 καθώς και τα θεμέλια όλης της οικοδομής».[15] Ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο όπως για παράδειγμα οποιαδήποτε τελεσίδικη αλλοίωση του χαρακτήρα της επίδικης κοινόκτητης οικοδομής ή ότι η οποιαδήποτε αλλοίωση σε περίπτωση που προκληθεί δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό η όποια ζημιά να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα είναι δυνατός και ευχερής ο υπολογισμός της. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των Αιτητών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα της καθ' ης η αίτηση και την τυχόν αδυναμία της να αποζημιώσει την Ενάγουσα σε περίπτωση που κληθεί προς τούτο, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης πως η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει στην Ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεν έχει, συνεπώς, αποδειχθεί θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς ή, καλύτερα, δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Υπό αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, οι Αιτητές χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως το αιτούμενο, παρέλκει, όπως είναι νομολογημένο, η αναγκαιότητα απασχόλησης του Δικαστηρίου με το ευρύτερο ζήτημα του αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.[16] Παρά ταύτα, κρίνω σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου να εξετάσω και το ζήτημα αυτό. Όπως προκύπτει από τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές ως αυτές έχουν αναλυθεί ανωτέρω, στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου, οι παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορούν να τύχουν εξαντλητικής απαρίθμησης με αποτέλεσμα τέτοιοι παράγοντες να είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το αιτούμενο διάταγμα είναι αδιαμφησβήτητα δραστικό και ταυτόσημο με μία εκ των θεραπειών που ζητούνται με την αγωγή. Το γεγονός αυτό, ήτοι ότι η φύση της θεραπείας που επιδιώκεται με την υπό κρίση Αίτηση η οποία είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή έχει άμεση συνάρτηση με το υπό εξέταση ζήτημα. Στην Χάρης Σταυράκης κ.α. ν.Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 68/2013, ημερομηνίας 24/3/2015 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει.» Πιο πρόσφατα στην Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Ιωάννη Κλουκίνα, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, 13/1/2014 διευκρινίστηκε ότι: «Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v.. Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2008, ημερ. 21.10.2011). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (ανωτέρω)).» Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει στην κατάλληλη περίπτωση προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις θεραπείες που αξιώνονται στην αγωγή, εξουσία που θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου, υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του, ότι η παρούσα δεν συνιστά τέτοια κατάλληλη περίπτωση. Όπως έχει διαφανεί από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου, ως αυτό συνοψίσθηκε πιο πάνω, η διαφωνία των διαδίκων ουσιαστικά έγκειται στη μεθοδολογία που θα χρησιμοποιηθεί προκειμένου να εντοπισθεί η φύση και έκταση του προβλήματος προκειμένου αυτό στη συνέχεια να επιδιορθωθεί με αμφότερες τις πλευρές να στηρίζονται στις γνώμες και εισηγήσεις των εμπειρογνωμόνων που διόρισαν οι οποίες διαφέρουν σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Συγκλίνω με τη θέση της Εναγόμενης ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο υπάρχει ορατός κίνδυνος να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα τη στιγμή που η ίδια, βασιζόμενη στους ειδικούς που διόρισε, θεωρεί ότι υπάρχει προσφορότερος και λιγότερο επαχθής τρόπος εντοπισμού και επίλυσης του προβλήματος από του να εισέλθουν οι αντιπρόσωποι της Ενάγουσας στην αυλή και βεράντα της προκειμένου να κάνουν εκσκαφές. Περαιτέρω, άμεση συνάρτηση με το υπό εξέταση ζήτημα έχει και το γεγονός ότι το λεκτικό του αιτητικού είναι ιδιαίτερα ευρύ και ασαφές με τρόπο ώστε να δίδεται, σε περίπτωση έκδοσης του, στην Ενάγουσα απεριόριστη εξουσία να προβεί ουσιαστικά σε οποιεσδήποτε ενέργειες η ίδια κρίνει σκόπιμες για την επιδιόρθωση του προβλήματος. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα δικαστικά διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το τι είναι αυτό που απαγορεύεται ή διατάσσεται να πράξει ο καθ' ου η Αίτηση και τούτο ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν συμμόρφωσης και τούτη (η συμμόρφωση) να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο σε περίπτωση υποβολής αίτησης παρακοής.[17] Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) κλίνει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας και προς όφελος της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 32
(1)εδάφιο β΄ του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- [2] βλ. επίσης το Σύγγραμμα Διατάγματα (Injuctions), Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ.
- [3] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [4] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [5] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [6] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014), ECLI:CY:AD:2014:A21 [7] Άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. [8] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [9] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788,
- [10] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/
- [11] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [12] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [13] Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 [14] T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802). [15] Σελ. 7 τελευταία παράγραφος του Τεκμηρίου 4 στην Ένορκη Δήλωση Κουπή. [16] Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/15. [17] Χριστοφής Κουνούνα ν. C. & A. Simos Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ 1361, Hussein Halin v. Naime Timour κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 424), Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 536, , Σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions, Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου,
- σελ. 63-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο