← Κύπρος

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΝΙΚΟΥ ΡΑΦΙΔΙΑ, Αρ. Αγωγής: 2777/2017, 31/10/2022

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΝΙΚΟΥ ΡΑΦΙΔΙΑ, Αρ. Αγωγής: 2777/2017, 31/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2777/2017 Μεταξύ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Eναγόντων και ΝΙΚΟΥ ΡΑΦΙΔΙΑ Eναγόμενου Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κα Σ. Καρακατσιάνη για ΑΡΓΕΝΤΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: αυτοπροσώπως. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιστροφή από τον Εναγόμενο ποσού ύψους €1.655,50 το οποίο καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 02/08/13 η οποία συνήφθη μεταξύ των διαδίκων. Η επίδικη συμφωνία αφορούσε τη συμμετοχή του Εναγόμενου σε πρόγραμμα Erasmus σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού και το αξιούμενο ποσό αποτελεί μέρος του επιχορηγούμενου από τους Ενάγοντες ποσού για τη συμμετοχή του Εναγόμενου στο εν λόγω πρόγραμμα. Η επιστροφή του ρηθέντος ποσού αξιώνεται από τους Ενάγοντες στη βάση κατ' ισχυρισμό παράβασης της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του Εναγόμενου. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι στην Έκθεση Απαίτησης υπήρχε επίσης αξίωση για καταβολή ποσού ύψους €427,15 ως υπόλοιπο διδάκτρων στο πλαίσιο της φοίτησης του Εναγόμενου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων των Εναγόντων, πλην όμως αυτή η αξίωση, αποσύρθηκε στις 9/4/2021 από τους συνήγορους των Εναγόντων και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, κατά τον Ιούνιο του 2009 ο Eναγόμενος είχε επιλεγεί για εισδοχή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα μερικής φοίτησης στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων των Εναγόντων. Ακολούθως, ο Eναγόμενος είχε εγκριθεί για συμμετοχή στο πρόγραμμα Erasmus για το ακαδημαϊκό έτος 2013 - 2014 στο Πανεπιστήμιο ISC Paris της Γαλλίας από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Δημόσιας Διοίκησης και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα MBA των Εναγόντων. Στις 02/08/13 οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία δυνάμει της οποίας θα καταβάλλονταν τμηματικά χρηματικά ποσά στον Εναγόμενο κατά την παραμονή του στο εξωτερικό, ήτοι κατά τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα Erasmus για το ακαδημαϊκό έτος 2013 - 2014 στο πανεπιστήμιο ISC Paris της Γαλλίας (εν τοις εφεξής «η επίδικη συμφωνία»). Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, κατά ή περί τις 10/09/2013 οι Ενάγοντες κατέβαλαν στον Eναγόμενο το συνολικό ποσό των €1.655,50 στη βάση της επίδικης συμφωνίας. Ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας ότι, εάν ο Εναγόμενος δεν ολοκλήρωνε τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο ISC Paris της Γαλλίας, θα έπρεπε να επιστρέψει το ποσό αυτό στους Ενάγοντες. Στις 20/11/13 το Πανεπιστήμιο ISC Paris της Γαλλίας ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε στην Κύπρο χωρίς να ολοκληρώσει το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του στο Παρίσι. Στις 06/11/14 οι Ενάγοντες με επιστολή τους ζήτησαν την επιστροφή του αξιούμενου με την αγωγή ποσού από τον Εναγόμενο, πράγμα το οποίο ο Eναγόμενος παρέλειψε να πράξει. Δικογραφείται επίσης ότι ο Εναγόμενος αποφάσισε τη διακοπή της φοίτησής του στο πρόγραμμα MBA των Εναγόντων αφού για 2 συνεχόμενα εξάμηνα δεν εγγράφηκε στα μαθήματα του προγράμματος με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη διαγραφή του. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Δικογραφεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή ότι η αγωγή αυτή είναι πρόωρη, καθότι εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Λευκωσίας προσφυγή με την οποία προσβάλλει την κατ' ισχυρισμό παράνομη απόφαση των Εναγόντων να ακυρώσουν την φοίτησή του στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Δημόσιας Διοίκησης των Εναγόντων, την απόφασή τους να κατακρατήσουν το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που θα λάμβανε στα πλαίσια του προγράμματος Erasmus, την απόφαση των Εναγόντων να απαιτήσουν επιπλέον δίδακτρα για τα μαθήματα του προγράμματος Erasmus και την απόφαση που του ζητά την καταβολή του ποσού των €1.655,50 που του κατεβλήθη εκπρόθεσμα στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ανταπαιτητικά αξιώνει απόφαση για το ποσό των €9.822,85 πλέον νόμιμο τόκο ως το ποσό που έχει ήδη καταβάλει στους Ενάγοντες, καθότι σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του, το πρόγραμμα φοίτησής του στους Ενάγοντες δεν ολοκληρώθηκε, εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων. Περαιτέρω, επιδιώκει την έκδοση απόφασης για ποσό «που θα υπολογιστεί στην ολοκλήρωση της αγωγής, και που θα αφορά στις όσες οικονομικές και/ή ηθικές ζημίες έχω υποστεί από τις παράνομες ενέργειες του Πανεπιστημίου Κύπρου».[1] Οι Ενάγοντες στην απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση, σύμφωνα με την οποία το δικόγραφο της έκθεσης Υπεράσπισης δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να περιέχει ένα δικόγραφο και ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και/ή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Χωρίς επηρεασμό της προδικαστικής ένστασής τους, επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην έκθεση απαίτησης και λέγουν ότι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αποτελεί εξ ολοκλήρου διαφορά ιδιωτικού δικαίου και/ή διαφορά που προέκυψε από παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων και ως εκ τούτου εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου και/ή αποκλειστικά αρμόδιο για να επιλύσει την παρούσα διαφορά είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η ανταπαίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και αξιώνουν την απόρριψή της με έξοδα εναντίον του Eναγόμενου. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρισή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Παρά την καταχώριση ανταπαίτησης το αντικείμενο της οποίας υπερέβαινε το ποσό των €3,000, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στις 9/1/2019 κατόπιν συμφωνίας των συνηγόρων των διαδίκων έδωσε οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας των διαδίκων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως εκ τούτου, η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5, 6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ουδείς εκ των διαδίκων υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση του μαρτύρων σε σχέση με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίστηκε από αμφότερους τους διαδίκους στο Δικαστήριο. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων καταχωρίστηκαν δύο ένορκες δηλώσεις. Πρόκειται για την ένορκη δήλωση της κας Έμμας Ζένιου, η οποία κατέχει τη θέση Λειτουργού στους Ενάγοντες και ειδικότερα στο Γραφείο Υποστήριξης Κινητικότητας στον Τομέα Διεθνών Σχέσεων των Εναγόντων και την ένορκη δήλωση της κας Αθηνάς Στυλιανού, Ανώτερης Λειτουργού των Εναγόντων. Για την πλευρά του Εναγόμενου καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του ίδιου. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[2] Σε ότι αφορά την ένορκη δήλωση της κας Ζένιου αυτή επαναλαμβάνει τους διακογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων και συνοπτικά αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του προγράμματος Erasmus στους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος ενδιαφέρθηκε για συμμετοχή στο πρόγραμμα Erasmus περί της 23/01/13 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος προς τη Βοηθό Λειτουργό των Εναγόντων στο πρόγραμμα ΜΒΑ και παραπέμφθηκε στην ίδια για περισσότερες πληροφορίες τις οποίες έδωσε στον Εναγόμενο. Αφού μεσολάβησε αλληλογραφία μεταξύ του Eναγόμενου, της ίδιας και άλλων προσώπων στην υπηρεσία των Εναγόντων, ο Εναγόμενος επιλέγηκε από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Δημόσιας Διοίκησης των Εναγόντων για συμμετοχή στο πρόγραμμα Erasmus για φοίτηση στο Πανεπιστήμιο ICS στο Παρίσι. Σύμφωνα με την κα Ζένιου, οι διάδικοι υπέγραψαν αρχικά στις 23/07/13 χρηματοδοτική σύμβαση σε σχέση με το πρόγραμμα Erasmus, η οποία αφορούσε περίοδο 4,25 μηνών από 01/09/13 μέχρι 31/12/13 με ποσό υποτροφίας €2.558,

  1. Στη συνέχεια, αναφέρεται σε σειρά αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με τη διαφωνία που εξέφρασε ο Εναγόμενος σε σχέση με την υπογραφή της συμφωνίας για περίοδο 4,25 μηνών, τη στιγμή που αυτός είχε εγκριθεί για ετήσια επιχορήγηση. Κατόπιν συζητήσεων μεταξύ των μερών, εν τέλει τα μέρη αποφάσισαν να υπογράψουν νέα σύμβαση. Ως εκ τούτου, στις 02/08/13 υπέγραψαν την επίδικη σύμβαση η οποία αφορούσε 2 εξάμηνα σπουδών και η οποία προέβλεπε ότι ο Εναγόμενος θα παρακολουθούσε πρόγραμμα σπουδών στο Πανεπιστήμιο ISC στη Γαλλία στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων για 9,25 μήνες από 01/09/13 μέχρι 31/05/14 με ποσό υποτροφίας €5.568,
  2. Λέγει επίσης ότι στις 20/10/13 μετά δηλαδή από ενάμιση μήνα που βρισκόταν στο Παρίσι ο Εναγόμενος και παρακολουθούσε κανονικά τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο και ενώ παρέλαβε τα χρήματα της πρώτης δόσης της χρηματοδότησης χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία, τους απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ότι δεν είχε βρει κατάλυμα ενώ αιτείτο από τους Ενάγοντες να του αποσταλούν όλα τα χρήματα της χρηματοδότησης για να μπορέσει να βρει κάπου να μείνει διαφορετικά θα επέστρεφε στην Κύπρο, πράγμα το οποίο του είχε γίνει ξεκάθαρο επανειλημμένα ότι δεν μπορούσε να γίνει και ότι εν πάση περιπτώσει δεν διελάμβανε κάτι τέτοιο η επίδικη συμφωνία. Προσθέτει ότι ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε την ύπαρξη αυτού του προβλήματος, με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος απέστειλε στην ίδια 2 ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 10/09/13 και 20/09/13 τα οποία αναφέρονταν αποκλειστικά στα μαθήματα του Πανεπιστημίου στη Γαλλία χωρίς να εκφράσει κάποιο παράπονο. Επιπρόσθετα, η κα Ζένιου αναφέρει ότι οι Ενάγοντες διαπίστωσαν εν τω μεταξύ ότιο Εναγόμενος ήθελε ακόμα 2 διδακτικές μονάδες για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να παραμείνει στο Παρίσι για ολόκληρη τη χρονιά, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσε να του δοθεί η επιχορήγηση για όλη την χρόνια, αλλά μόνο για το τρέχον χειμερινό εξάμηνο. Του επεξηγήθηκε επίσης ότι, εάν επιθυμούσε να παρακολουθήσει και άλλα μαθήματα στο Παρίσι αυτό θα έπρεπε να το κάνει με δικά του έξοδα. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι ακολούθησε σωρεία ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο πλαίσιο των οποίων ο Εναγόμενος κατηγορούσε τους Ενάγοντες για μεθοδεύσεις και κατακράτηση χρημάτων προβαίνοντας καταγγελίες σε διάφορους φορείς στους οποίους οι Ενάγοντες έδωσαν όλες τις απαιτούμενες εξηγήσεις και οι οποίοι φορείς, σύμφωνα πάντα με την κα Ζένιου, κατέληξαν ότι ουδεμία μεθόδευση ή ατόπημα επέδειξαν οι Ενάγοντες. Στις 20/11/13 οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν από την αρμόδια λειτουργό του Πανεπιστημίου ISC στο Παρίσι ότι ο Εναγόμενος εγκατέλειψε τις σπουδές του μη ολοκληρώνοντας τα μαθήματα ούτε του χειμερινού εξαμήνου. Όπως εξηγεί η κα Ζένιου, σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία, η ελάχιστη διάρκεια φοίτησης στο εξωτερικό, βάσει του προγράμματος Erasmus είναι 3 μήνες και με δεδομένο, σύμφωνα πάντα με την κα Ζένιου, ότι ο Εναγόμενος δεν συμπλήρωσε την ελάχιστη περίοδο των 3 μηνών, ο Εναγόμενος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ουδέποτε αθέτησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ακόμη και με το ζήτημα των διδακτικών μονάδων και την αναγκαστική μείωση της χρονικής περιόδου του προγράμματος Erasmus, ενημέρωσαν τον Εναγόμενο ότι μπορεί να συνεχίσει κανονικά τις σπουδές του για το χειμερινό εξάμηνο και στη συνέχεια να υπογραφεί αναθεωρημένο συμβόλαιο. Είναι ο Εναγόμενος που κατά την κα Ζένιου, αθέτησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις εγκαταλείποντας το Παρίσι και μη συμπληρώνοντας την ελάχιστη χρονική διάρκεια που προέβλεπε η επίδικη συμφωνία. Περαιτέρω αναφέρει ότι, ο Εναγόμενος κωλύεται να μέμφεται τους Ενάγοντες για την οικειοθελή εγκατάλειψη των σπουδών του, αφού ο ίδιος, ενώ σε ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 31/10/13 ανέφερε ότι η επίδικη συμφωνία βρίσκεται σε ισχύ και έχει το δικαίωμα να παραμείνει όλο τον χρόνο στο Παρίσι, εντούτοις ο ίδιος εγκατέλειψε το Παρίσι. Αναφέρεται επίσης σε διάφορες απαντήσεις που έλαβαν οι Ενάγοντες από τις διάφορες υπηρεσίες που διερεύνησαν τις καταγγελίες και παράπονα του Εναγομένου εναντίον των Εναγόντων εξηγώντας ότι όλοι οι φορείς και υπηρεσίες στις οποίες αποτάθηκε ο Εναγόμενος κατέληξαν ότι τα παράπονα του Eναγόμενου δεν ευσταθούν. Είναι η θέση της κας Ζένιου ότι ο Εναγόμενος εγκατέλειψε τις σπουδές του και τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα Erasmus, λόγω δικής του δυσαρέσκειας και όχι εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος οφείλει σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας να επιστρέψει το ποσό που έλαβε. Η κα. Α. Στυλιανού στη δική της ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε για την πλευρά των Εναγόντων αναφέρει ότι βάσει των κανόνων μεταπτυχιακής φοίτησης, τους οποίους και επισυνάπτει, όταν κάποιος μεταπτυχιακός φοιτητής δεν εγγράφεται για 2 συνεχόμενα εξάμηνα και δεν υπάρχει επικοινωνία μαζί του, τότε, η φοίτησή του οδηγείται σε αυτοδίκαιο τερματισμό. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο, λέγει ότι δεν προέβη σε εγγραφή σε μαθήματα για 2 συνεχόμενα εξάμηνα και ως εκ τούτου, με βάση τους προαναφερόμενους κανόνες, η φοίτησή του τερματίστηκε αυτοδίκαια. Αποστάληκε σχετική προς τούτο επιστολή στον Eναγόμενο εκ μέρους των Εναγόντων, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Λέει επίσης ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απάντηση εκ μέρους του Eναγόμενου στη ρηθείσα επιστολή. Σύμφωνα με την κα Στυλιανού, ο αυτοδίκαιος τερματισμός της φοίτησης του Εναγόμενου στους Ενάγοντες δεν ήταν παρά το διαδικαστικό αποτέλεσμα των ενεργειών και πράξεων του Εναγόμενου. Για την πλευρά του Εναγομένου καταχώρισε ένορκη δήλωση ο ίδιος. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι έχει στην κατοχή και φύλαξή του έγγραφα τα οποία αναφέρει στις επόμενες παραγράφους. Παρουσιάζει στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο αναφορικά με την προσφυγή υπ' αριθμόν 1562/14 με λεπτομερή, κατά τον ίδιο, περιγραφή των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν από τους διαδίκους κατά την επίμαχη περίοδο. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στα παραρτήματα 9 μέχρι 27 τα οποία επισυνάπτει καταγράφονται αναλυτικά δόλιες μεθοδεύσεις, απόκρυψη επίσημων εγγράφων και ψευδή πληροφόρηση που ακολούθησαν οι Ενάγοντες για να αποσπάσουν τις υπογραφές του ίδιου στις χρηματοδοτικές συμβάσεις κινητικότητας 23/07/13 και 02/08/13 (δηλαδή την επίδικη σύμβαση). Περαιτέρω, ο ίδιος παραπέμπει στα παραρτήματα 26 μέχρι 31 της γραπτής αγόρευσης που καταχωρίστηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο, όπου αναγράφεται, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, ότι οι Ενάγοντες άφησαν τον ίδιο να μεταβεί στο Παρίσι χωρίς σεντ από την χρηματοδότηση σε αντίθετη με τις επίσημες πρόνοιες της χρηματοδοτικής σύμβασης και με ψευδή και παραπλανητική πληροφόρηση. Κάνει επίσης αναφορά στο ότι οι Ενάγοντες έκαναν ψευδείς αναφορές σε εθνικούς κανονισμούς όταν επικοινωνούσαν με την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να πείσουν για την ορθότητα των ενεργειών τους, αλλά και όταν επικοινωνούσαν με τους εθνικούς φορείς ελέγχου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν κάθε αρχή νομιμότητας αποκρύπτοντας την επίσημη χρηματοδοτική σύμβαση κινητικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παραθέτει επίσης την ένσταση των Εναγόντων στη ρηθείσα προσφυγή και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ακολουθούσαν συνεχώς πρακτικές δόλου, με τις οποίες οικειοποιήθηκαν τα χρήματα που όφειλαν να καταβάλουν στον Εναγόμενο και επιδίωξαν να αποσπάσουν από τον Εναγόμενο επιπλέον χρήματα κατά τον Οκτώβριο του 2013, ισχυριζόμενοι την ύπαρξη κανονισμών που ουδέποτε παρουσίασαν και παραποιώντας τα πραγματικά γεγονότα, τόσο στην επικοινωνία τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και με τους εθνικούς φορείς ελέγχου. Παρουσιάζει επίσης ένα έγγραφο το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «κρυφό» και το οποίο αφορά σε κατ' ισχυρισμό κρυφές χρεώσεις φοιτητών και το οποίο επεξηγεί, κατά τον Εναγόμενο, την προσπάθεια απόσπασης χρημάτων. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να μελετήσει αναλυτικά τη μεθοδολογία που αναπτύσσουν οι Ενάγοντες για να εμφανίσουν νομιμότητα στις ενέργειες τους, καθώς, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, έρχεται σε σύγκρουση με τα πραγματικά γεγονότα και οι Ενάγοντες αποκρύπτουν συστηματικά τις επίσημες πρόνοιες του προγράμματος κινητικότητας από τα εποπτικά όργανα, κατακρατώντας τα χρήματα των δικαιούχων φοιτητών τους, επιχειρώντας να αποσπάσουν επιπρόσθετα χρήματα με ψευδείς παραστάσεις. Η παρούσα υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» που προνοείται στις διατάξεις της Δ.30 Θ. 5

(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συνοπτική εκδίκαση δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, εκτός στις περιπτώσεις όπου εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης μαρτύρων, καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[3] Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[4] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[5] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[6] Αμφότεροι οι πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[7] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[8] Καταρχάς, σε ότι αφορά το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου που εγέρθηκε από τον Εναγόμενο στην Έκθεση Υπεράσπισης του, ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του Εναγόμενου καθίσταται σαφές ότι ο Εναγόμενος δεν προώθησε αυτή τη θέση η οποία έχει ως εκ τούτου, εγκαταλειφθεί. Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά που γίνεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων σύμφωνα με την οποία η προσφυγή στην οποία αναφέρθηκε δικογραφικά ο Εναγόμενος έχει απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορούσε να στοιχειοθετήσει έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αγωγής η βάση της οποίας είναι η κατ' ισχυρισμό παράβαση της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του Εναγόμενου. Άλλωστε, ο ίδιος ο Εναγόμενος, εντελώς αντιφατικά, ενώ επικαλείται δικογραφικά την ύπαρξη προσφυγής η οποία, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου, αφορούσε και το ζήτημα της διακοπής της φοίτησης του στους Ενάγοντες, ο ίδιος προβάλλει ανταπαιτητικά αξιώσεις σε σχέση με το ζήτημα αυτό στηριζόμενος, προφανώς, στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί των αξιώσεων του. Το επόμενο ζήτημα το οποίο θα πρέπει σε αυτό το στάδιο να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Εναγόμενου εκφεύγει της πορείας που έχει προδιαγράψει το δικόγραφο του Εναγόμενου, αφού σε μία τέτοια περίπτωση, η μαρτυρία αυτή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, κατά τη διεργασία αξιολόγησης και εκτίμησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των ευρημάτων του από αυτήν, προς διαπίστωση της αλήθειας. Σχετική επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Γεωργία Κάτζιη ν. Φουκαρίδης & Σία Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, 11 Ιουλίου, 2017, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 40/2011 στην οποία λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, η δίκη σε αστική αγωγή διεξάγεται, αυστηρά, με αναφορά στα θέματα τα οποία καθίστανται επίδικα με τη συμπλήρωση της εκατέρωθεν δικογραφίας, (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Α. 549 και Latifundia Prop. Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670). Οποιαδήποτε μαρτυρία κατατίθεται κατά τη διάρκειά της, ακόμα και χωρίς ένσταση, η οποία εκφεύγει του προκαθορισθέντος, ως άνω, δικονομικού πλαισίου, δε λαμβάνεται υπόψη από το εκδικάζον Δικαστήριο, κατά τη διεργασία αξιολόγησης και εκτίμησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των ευρημάτων του από αυτήν, προς διαπίστωση της αλήθειας. (βλ. Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Σε διαφορετική περίπτωση, θα παραβιάζεται ο κανόνας του αντιπαραθετικού συστήματος, ο οποίος υπαγορεύει ότι τα διάδικα μέρη έχουν τον πρώτο λόγο στον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς μεταξύ τους. Το δικάζον δικαστήριο διατηρεί το ρόλο του ανεξάρτητου κριτή, βεβαιούμενο ότι η δίκη διεξάγεται όπως δικονομικά δρομολογείται, για εξασφάλιση, στο πλαίσιο αυτής, των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, προς επίτευξη του απώτερου σκοπού της, ήτοι της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ο οποίος βρίσκει την έκφρασή του στην τελική του απόφαση. Τοιουτοτρόπως, θα παραβιάζεται, συγχρόνως, η αρχή της διαφάνειας, την οποία καθιερώνει η Δ.19, κ. 13 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και, ειδικά, η πτυχή αυτής που είναι σχετική, εν προκειμένω, και προβλέπει ότι: "The defendant ..., must raise by his pleading ... all such grounds of defence ... as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, ..." (βλ. Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541, σελίδα 1562).» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Πούρικκος v. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιόν του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Δέστε επί του προκειμένου Homeros Th. Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης κ.ά. ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη κ.ά. (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Christakis Loucaides ν. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Νίκος Έλληνας ν. Αθανασίας Γιαννή κ.ά.
(1958)23 Α.Α.Δ. 22 και A.D. Hotel & Catering Ltd v. Takis Pilava
(1982)1 C.L.R. 81.». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως αναφέρθηκε στη Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Στην Γεώργιος Γ. Παφίτης & Άλλοι ν. Παναγιώτη Κώστα Κουκούρη & Άλλων,
(1992)1 ΑΑΔ 1154, 22 Οκτωβρίου, 1992 επισημάνθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα και δεν επιτρέπεται η διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων, ούτε σε περίπτωση που επιτράπηκε η προσαγωγή μαρτυρίας έξω από τα δικόγραφα χωρίς ένσταση. Είναι σαφής η διαχρονική τοποθέτηση της νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα προσδιοριζόμενα στη δικογραφία ώστε να αγνοείται οτιδήποτε εκτός δικογράφων.[9] Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η αναγκαιότητα να παραμείνει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα, έχει απασχολήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με ξεκαθαρισμένο πλέον το νομολογιακό πλαίσιο, ως αυτό έχει αναλυθεί ανωτέρω.[10] Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αφού η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και μόνο εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος μπορεί να γίνει δεκτή η μαρτυρία προς απόδειξη του.[11] Επανέρχομαι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και παρατηρώ ότι από μία απλή αντιπαραβολή του Υπεράσπισης του Εναγόμενου και της ένορκης δήλωσης που καταχώρισε στο Δικαστήριο, καθίσταται σαφές ότι επιδιώκεται μέσω της μαρτυρίας του να προωθηθεί μία νέα γραμμή υπεράσπισης η οποία με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο, βρίσκεται εκτός της πορείας που έχει προδιαγράψει το δικόγραφο του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του αναφέρεται γενικά και αόριστα σε κατ' ισχυρισμό δόλιες μεθοδεύσεις εκ μέρους των Εναγόντων, απόκρυψη επίσημων εγγράφων και ψευδή πληροφόρηση από την πλευρά των Εναγόντων για να αποσπάσουν την υπογραφή του Εναγόμενου στην επίδικη συμφωνία. Αναφέρεται επίσης γενικά και αόριστα σε πρακτικές δόλου τις οποίες κατ' ισχυρισμό ακολούθησαν οι Ενάγοντες και με τις οποίες, κατ' ισχυρισμό, οικειοποιήθηκαν τα χρήματα που όφειλαν να καταβάλουν στον Εναγόμενο. Κάνει επίσης αναφορά σε απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Τα όσα γενικά και αόριστα παρέθεσε για πρώτη φορά στη μαρτυρία του εκφεύγουν της πορείας που έχει προδιαγράψει η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου. Για να καθίσταντο εξεταστέα τέτοια γεγονότα και ισχυρισμοί, θα έπρεπε να είχαν σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί κατ' επιταγή της Δ.19 θ. 4 και θ. 5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.[12] Πρόκειται συνεπώς για μαρτυρία η οποία, κατ' εφαρμογή των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών ως αυτές έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία προς εξέταση, κατά τη διεργασία διαπίστωσης της αλήθειας μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ως εκ των ως άνω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να λάβει υπόψη του αυτή τη μαρτυρία του Εναγόμενου αφού σε μία τέτοια περίπτωση, θα δινόταν η ευκαιρία στον Εναγόμενο να προβάλει τους λόγους της υπεράσπισης του χωρίς να τους έχει προβάλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πράγμα ανεπίτρεπτο στο αντιπαραθετικό μας σύστημα διεξαγωγής της δίκης. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου το ξεκαθαρισμένο νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, το γεγονός ότι η εκτός δικογράφων μαρτυρία δόθηκε χωρίς ένσταση υπό την έννοια ότι μετά την καταχώρισή της δεν προωθήθηκε οποιοδήποτε αίτημα για διαγραφή της, δεν διαφοροποιεί την κατάληξη του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και με τις αναφορές που έγιναν από τον Εναγόμενο για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων του. Ειδικότερα, ανατρέχοντας στο κείμενο της αγόρευσης του Εναγόμενου αυτός αναφέρεται σε εξαναγκασμό για υπογραφή της επίδικης σύμβασης, σε άσκηση ψυχικής πίεσης, σε απάτη, ψευδείς παραστάσεις και πλάνη. Πρόκειται για γενικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν παραδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων.[13] Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να αγνοήσει τις ρηθείσες αναφορές.[14] Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγόντων σημειώνω ότι, μελετώντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που παρουσιάστηκαν για την πλευρά των Εναγόντων, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Οι ένορκες δηλώσεις της κας Ζένιου και της κας Στυλιανού έχουν εσωτερική συνοχή, δεν περιέχουν αντιφάσεις, συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και συνάδουν επίσης με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτουν. Δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος που να καθιστά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά των Εναγόντων μη αποδεκτή. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, η μαρτυρία κας Ζένιου και της κας Στυλιανού κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής είναι όπως τα έχουν καταθέσει οι μάρτυρες που καταχώρισαν ένορκες δηλώσεις για την πλευρά των Εναγόντων. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της μαρτυρίας κας Ζένιου και της κας Στυλιανού όπως την έχει παραθέσει το Δικαστήριο πιο πάνω, συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η αποδεκτή μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγόντων, όπως την έχω συνοψίσει πιο πάνω, είναι επαρκής για να αποδείξει τη βάση της αγωγής τους. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης σε ότι αφορά την αγωγή φέρουν οι Ενάγοντες και σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος. Αμφότεροι οφείλουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ποιότητα της μαρτυρίας των Εναγόντων στοιχειοθετεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου εδράζουν την αξίωση τους. Τα γεγονότα που παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο και έχουν καταστεί ευρήματα του Δικαστηρίου αποδεικνύουν επαρκώς τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας στις 02/08/13 μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου δυνάμει της οποίας ο Εναγόμενος είχε εγκριθεί για συμμετοχή στο πρόγραμμα Erasmus για το ακαδημαϊκό έτος 2013 - 2014 στο Πανεπιστήμιο ISC Paris της Γαλλίας από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Δημόσιας Διοίκησης και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα MBA των Εναγόντων. Τα γεγονότα καταδεικνύουν περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις παρέχοντας την πρώτη δόση της χρηματοδότησης στον Εναγόμενο, καταβάλλοντας σε αυτόν το συνολικό ποσό των €1.655,50 στη βάση της επίδικης συμφωνίας. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο Εναγόμενος εγκατέλειψε το Παρίσι πριν την ολοκλήρωση του προγράμματος. Με δεδομένο ότι ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας ότι, εάν ο Εναγόμενος δεν ολοκλήρωνε τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο ISC Paris της Γαλλίας, θα έπρεπε να επιστρέψει το ποσό της χρηματοδότησης στους Ενάγοντες, η συμπεριφορά του Εναγόμενου συνιστά παράβαση της συμφωνίας των μερών με αποτέλεσμα να δίδει δικαίωμα στους Ενάγοντες να διεκδικούν αποζημίωση για τη ζημιά που έχουν υποστεί συνεπεία της παράβασης. Η ζημιά αυτή ισούται με το ποσό της χρηματοδότησης που έλαβε ο Εναγόμενος χωρίς να ολοκληρώσει το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου έλαβε την χρηματοδότηση. Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει τόσο τη βάση αγωγής τους όσο και το ποσό των €1.655,50 οποίο αξιώνουν. Δεν έχουν διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Αφενός, η παραδοχή εκ μέρους των Εναγόντων ότι υπήρξε μικρή καθυστέρηση στην καταβολή της πρώτης δόσης μέχρι το έμβασμα να ξεκαθαρίσει στον λογαριασμό του Εναγόμενου και αφετέρου, το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία προέβλεπε την παραμονή του Εναγόμενου στο Παρίσι στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus για δύο εξάμηνα και όχι για ένα όπως ουσιαστικά εκ των υστέρων ενημερώθηκε ο Εναγόμενος από τους Ενάγοντες, όταν προέκυψε το ζήτημα με τις διδακτικές μονάδες. Δεν υπάρχει όμως δικογραφημένη θέση ότι ο Εναγόμενος τερμάτισε τις σπουδές του στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus στο Παρίσι για οποιοδήποτε λόγο ο οποίος συναρτάτο με τη συμπεριφορά των Εναγόντων. Δεν έχει δικογραφηθεί ότι ο Εναγόμενος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι και το πρόγραμμα Erasmus εξαιτίας της όποιας συμπεριφοράς των Εναγόντων, όπως για παράδειγμα ο χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης ή η ενημέρωση που έγινε εκ μέρους τους εκ των υστέρων ως προς τη χρηματοδότηση ενός μόνο εξαμήνου και όχι δύο. Άλλωστε, από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι η θέση του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες ήταν ότι θα παρέμενε στο Παρίσι για δύο εξάμηνα επειδή έτσι προέβλεπε η επίδικη συμφωνία χωρίς όμως να τεθούν εκ μέρους του οποιαδήποτε γεγονότα ως προς τους λόγους για τους οποίους τελικά εγκατέλειψε πρόωρα το Παρίσι. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd, Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του. Αξιώνει ανταπαιτητικά το ποσό των διδάκτρων που κατέβαλε στους Ενάγοντες στο πλαίσιο της φοίτησης του Εναγόμενου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων των Εναγόντων, στη βάση του ότι το πρόγραμμα φοίτησής του στους Ενάγοντες δεν ολοκληρώθηκε, εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων. Πέραν του ότι δικογραφικά δεν τέθηκε τίποτα προς στοιχειοθέτηση της κατ' ισχυρισμό υπαιτιότητας των Εναγόντων, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντιθέτως, τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι ο τερματισμός της φοίτησης του Εναγόμενου στο πρόγραμμα Διοίκησης Επιχειρήσεων (MBA) των Εναγόντων επήλθε εξ υπαιτιότητας του Εναγόμενου αφού για 2 συνεχόμενα εξάμηνα δεν εγγράφηκε στα μαθήματα του προγράμματος. Συνακόλουθα, η ανταπαίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούνται οι Ενάγοντες σχετικές είναι οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ
  1. Έχει τονισθεί ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπό κρίση υπόθεση οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση της παραβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου από τα τέλη του 2013 και οι ίδιοι απέστειλαν μάλιστα επιστολή στις 06/11/14 ζητώντας την επιστροφή του αξιούμενου με την αγωγή ποσού στην οποία δεν ανταποκρίθηκε ο Εναγόμενος. Εντούτοις, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 11/7/
  2. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως το ποσό των €1.655,50 φέρει τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ήτοι 11/7/
  3. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω: (α) εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.655,50 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 11/7/2017, μέχρι εξόφλησης. (β) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα θα είναι περιορισμένα σε ένα κονδύλι εξόδων εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση.[15] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αιτητικό Β της Έκθεσης Απαίτησης. [2] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [3] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [4] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [5] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [6] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [7] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [8] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [9] Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, [10] Βλ. επίσης Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28 και Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, 17.10.14 Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422. [11] Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Awake Security Services Ltd v. Μαυρομμάτη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1257, A.M. Stasis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860 και Exalco S.A. v. Αλουμινέξ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 991, Νεοφύτου ν. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25. [12] FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) v. ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ,
(2011)1 ΑΑΔ 1422, 18 Iουλίου, 2011 [13] El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.α.
(1992)1B ΑΑΔ 1255, 1270, Hamisi Mwinyi Selmani v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 235/2013 ,ημ. 5/6/2015. [14] Σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, του Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη, Β΄ Έκδοση, σελ. 128, Mitsui And Co. Ltd And Others V Rockwell Marine Ltd And Another
(1989)1 CLR 112, ημερ. 22/2/1989. [15] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.