POP LIFE ELECTRIC SHOPS LTD ν. ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ - ΦΡΟΥΤΑΡΙΑ ΛΑΜΑΚΟ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 6569/2013, 27/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6569/2013 Μεταξύ: POP LIFE ELECTRIC SHOPS LTD Eνάγουσας και ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ - ΦΡΟΥΤΑΡΙΑ ΛΑΜΑΚΟ ΛΙΜΙΤΕΔ Eναγόμενης Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Σ. Νικολάου για ΘΕΟΔΩΡΟΣ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κα Π. Α. Οδυσσέως για ΗΡΑΚΛΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει την καταβολή ποσού ύψους €1.714,12 από την Εναγόμενη στη βάση επί πιστώσει πώλησης εμπορευμάτων και/ή ως υπόλοιπο εμπορικού λογαριασμού. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι αυτή πωλούσε επί πίστωσει και παρέδιδε στην Eναγόμενη διάφορα εμπορεύματά της. Προς τούτο, διατηρείτο εμπορικός λογαριασμός στον οποίο αναγράφονταν λεπτομερώς οι πωλήσεις, οι πληρωμές, τυχόν επιστροφές εμπορευμάτων και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Κατά τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ο επίδικος εμπορικός λογαριασμός στις 04/06/13 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας εκ €1.714,
- Η Ενάγουσα κάλεσε την Eναγόμενη να εξοφλήσει τον λογαριασμό της, πλην όμως αυτή παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας παρέλειψε να εξοφλήσει το χρέος της. Η Eναγόμενη, στην Έκθεση Υπεράσπισής της, αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ως αυτοί περιέχονται στην έκθεση απαίτησής της, πλην του γεγονότος ότι, η Ενάγουσα και η Eναγόμενη διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις περί τα έτη 2008 μέχρι το έτος
- Αρνείται την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου και δικογραφεί ότι καμία κατάσταση λογαριασμού διατηρούσε η Ενάγουσα και εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε έλαβε από την Ενάγουσα οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση της Eναγόμενης ότι, οι οποιεσδήποτε παραγγελίες προϊόντων λάμβαναν χώρα, εξοφλούνταν κατά την παραλαβή από την Eναγόμενη τοις μετρητοίς ή και με επιταγή σε σύντομη χρονική περίοδο από την ημέρα παραλαβής των προϊόντων. Είναι η περαιτέρω θέση της ότι, τα ισχυριζόμενα ποσά προκύπτουν από εμπορεύματα, τα οποία η Eναγόμενη ουδέποτε παρήγγειλε. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα παρουσίασε ένα
(1)μάρτυρα. Πρόκειται για την κα Μ. ΧατζηΣάββα, υπεύθυνη λογιστηρίου της Ενάγουσας (ΜΕ1). Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία ένας
(1)μάρτυρας, ο κ. Χ. Χαρίτωνος, διευθυντής της Eναγόμενης (ΜΥ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Η ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέτασή της, επανέλαβε τους διακογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και κατέθεσε ως τεκμήρια αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού μεταξύ της Ενάγουσας και Eναγόμενης (Τεκμήριο 6) καθώς και δέσμη 4 τιμολογίων (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5). Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι, τα 4 τιμολόγια που κατέθεσε στο Δικαστήριο είναι ενδεικτικά της εμπορικής σχέσης που είχε η Ενάγουσα με την Eναγόμενη. Ερωτηθείσα να εξηγήσει τη φύση των επί πιστώσει πωλήσεων, ανέφερε ότι, επί πιστώσει τιμολόγιο σημαίνει τη μη εξόφληση του κατά την ημέρα που παραδίδεται ένα εμπόρευμα και εκδίδεται το συγκεκριμένο τιμολόγιο. Περαιτέρω ανέφερε ότι, από το 2006 μέχρι και το 2012 υπήρχαν εμπορικές δοσοληψίες μεταξύ της Ενάγουσας και Eναγόμενης και μέσα στο 2012 έγινε μια είσπραξη ενός μικρού ποσού έναντι του υπολοίπου της Εναγόμενης. Κληθείσα να επεξηγήσει την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, ανέφερε ότι, σε αυτήν καταγράφονται οι χρεώσεις που αφορούν τα τιμολόγια που παραδίδονταν στην Εναγόμενη, καθώς επίσης οι εκάστοτε πληρωμές που λάμβαναν χώρα ή οι επιστροφές προϊόντων που γίνονταν από την εναγόμενη, με την τελευταία στήλη να δείχνει κάθε φορά το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι, η ίδια ήταν υπεύθυνη για τις καταχωρήσεις των τιμολογίων της Ενάγουσας, καθώς και τις καταχωρήσεις των εκάστοτε πιστώσεων που γίνονταν. Ανέφερε ότι η ίδια κατέχει δίπλωμα higher στη λογιστική, το οποίο την καθιστά ικανή να καταχωρεί λογιστικές πράξεις. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, εξήγησε με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 6, ότι τα τιμολόγια που φέρουν μπροστά την ένδειξη «EI» είναι ηλεκτρονικά τιμολόγια τα οποία βγαίνουν από το λογιστικό σύστημα, τα πενταψήφια είναι χειρόγραφα που βγαίνουν από μπλοκ τιμολογίων και τα τιμολόγια που φέρουν μπροστά την ένδειξη «EC» είναι εισπράξεις. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, οι πωλητές της Ενάγουσας έφερναν τα τιμολόγια μετά την παράδοση των εμπορευμάτων για να τα καταχωρήσει η ΜΕ1 στο σύστημα. Όπως εξήγησε, όταν γίνονταν επιστροφές εμπορευμάτων έβγαινε και το αντίστοιχο πιστοποιητικό έγγραφο επιστροφής. Ακολούθως, σε σχετικές ερωτήσεις που τις υποβλήθηκαν, επέμενε στη θέση της ότι, οι όποιες πληρωμές γίνονταν ανά διαστήματα από την Eναγόμενη, γίνονταν πάντα έναντι του λογαριασμού που υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας και Eναγόμενης, αφού πάντοτε έμενε υπόλοιπο. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο ξέρει ποια τιμολόγια παρέμειναν ανεξόφλητα, ανέφερε ότι, πρόκειται για τα τιμολόγια που παρουσίασε ως τεκμήρια (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5) καθώς και 2 άλλα ηλεκτρονικής μορφής, τα οποία δεν έχει η Ενάγουσα στην κατοχή της γιατί, όπως εξήγησε, έχουν καταστραφεί και τα οποία είναι αυτά που καταγράφονται στην αναλυτική κατάσταση - Τεκμήριο 6, με ημερομηνία 23/11/09 και 06/08/
- Όταν της υποβλήθηκε ότι ο Διευθυντής της Εναγόμενης μίλησε με τον Διευθυντή της Ενάγουσας και ότι είδαν τις καταστάσεις λογαριασμού και πως το ποσό των €431,25 που φαίνεται να πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό στις 22/02/12 στο Τεκμήριο 6 έγινε προς εξόφληση του επίδικου λογαριασμού και πως αυτός θα έπρεπε να είναι μηδενικός, η ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή αυτήν λέγοντας ότι ο Διευθυντής της Ενάγουσας δεν μιλά ποτέ με τους πελάτες. Πρόσθεσε επίσης ότι αυτό το ποσό δόθηκε έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού. Ο ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι, όλα τα τιμολόγια της Ενάγουσας που αφορούν εμπορεύματα που έχουν παραδοθεί και παραληφθεί από την Eναγόμενη έχουν πλήρως εξοφληθεί. Πρόσθεσε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που οι πωλητές παρέδιδαν περισσότερα εμπορεύματα από αυτά που παρήγγειλε η Εναγόμενη στην προσπάθειά τους να πωλήσουν περισσότερα και να λάβουν προμήθεια από τις εισπράξεις. Ορισμένες φορές αποδεχόταν η Εναγόμενη επιπλέον εμπορεύματα, τις περισσότερες φορές όμως τα επέστρεφε. Σε περίπτωση που ο λογαριασμός της Eναγόμενης, όπως εξήγησε, χρεωνόταν για τα εμπορεύματα αυτά, έπρεπε να γίνεται αντίστοιχη πίστωση μετά την επιστροφή. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι, περί τα τέλη του 2009 αρχές του 2010 υπήρξαν διαφωνίες ως προς τα οφειλόμενα ποσά και πως εκπρόσωποι της Ενάγουσας επέμεναν ότι εξακολουθεί να παραμένει ως οφειλόμενο το ποσό των €413,12, ενώ αυτός επέμενε ότι το 2009 έγινε επιστροφή εμπορευμάτων, τα οποία αδίκως χρεώθηκε η Eναγόμενη. Εν πάση περιπτώσει, όπως ανέφερε, πλήρωσε το 2012 το εν λόγω ποσό, γιατί δεν ήθελε να είχε οποιαδήποτε προβλήματα. Προς έκπληξή του το 2013 η Ενάγουσα προχώρησε με την προώθηση της παρούσας αγωγής, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει σε ποια τιμολόγια και εμπορεύματα αφορά το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Υποστήριξε επίσης ότι, ουδέποτε προηγουμένως η Ενάγουσα μετά την πληρωμή του ποσού των €413,12 τον κάλεσε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Σε ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η Ενάγουσα (Τεκμήριο 6), ανέφερε ότι, ο ίδιος πιστεύει ότι ο λογαριασμός αυτός είναι λανθασμένος και ανακριβής εφόσον δεν παρουσιάζει καμία πίστωση εντός του έτους 2009 που έγιναν επιστροφές εμπορευμάτων. Αντεξεταζόμενος, διαφώνησε ότι υπάρχει σήμερα το υπόλοιπο που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί ότι στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 6 καταγράφονται όλες οι αγορές που γίνονταν, καθώς και οποιαδήποτε εμπορεύματα παρήγγειλε η Eναγόμενη, απάντησε ότι δεν ήταν σίγουρος και ότι υπήρχαν και επιστροφές που δεν έβλεπε πάνω στον λογαριασμό. Διαφώνησε με την υποβολή ότι, το ποσό των €413,12 που ο ίδιος ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του, αφορούσε απλώς τα τελευταία 2 τιμολόγια που καταγράφονται στο Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 23/11/09 και 16/02/
- Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι, μετά από 2 χρόνια μη συνεργασίας, τον καλούσαν και τους καλούσε να πληρώσουν και τους έλεγε να του φέρουν τα τιμολόγια να τα ελέγξει για να τους πληρώσει. Του έφεραν, όπως είπε, τα τιμολόγια μετά από 2 χρόνια και συμφώνησε με πρόσωπο της Ενάγουσας ότι, χρωστούσε μόνο το ποσό των €431,25 το οποίο και πλήρωσε. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 22/02/12 είχαν συνάντηση με τους ανθρώπους της Ενάγουσας και συμφώνησαν να τους πληρώσουν το εν λόγω ποσό και ότι θα εξοφλούσαν. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι εκείνο που θυμάται είναι ότι, ο άνθρωπος που ήρθε εκ μέρους της Ενάγουσας, έφερε ορισμένα τιμολόγια, ότι είχε ορισμένα τιμολόγια και ο ΜΥ1 «τα σουμάραμε» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αφαίρεσε πιστωτικές που έπρεπε να του είχε δώσει, όπως είπε, η Ενάγουσα και κατέληξαν σε αυτό το ποσό (δηλαδή στο €431,25) το οποίο και κατέβαλε. Ακολούθως, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, επέμενε ότι δεν του αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αποδέχθηκε ότι, του έστελνε η Ενάγουσα καταστάσεις κάθε μήνα, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι αυτός που ερχόταν να πάρει την επόμενη παραγγελία έφερνε μαζί του και την κατάσταση του προηγούμενου μήνα. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ανέφερε ότι, όταν τους κίνησε αγωγή η Ενάγουσα, από το 2013 με 2014 τους είπε να του φέρουν τα τιμολόγια που τους χρωστάει για να πληρώσει, πλην όμως, όπως άνέφερε, δεν υπήρξε ανταπόκριση. Όταν του υποβλήθηκε ότι όποτε γίνονταν επιστροφές αυτές καταχωρούνταν στο σύστημα ο ίδιος απάντησε ότι δεν βλέπει καταχωρίσεις μέσα στο σύστημα. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Η ΜΕ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας της, η εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Εξήγησε με συνοχή το τι διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Κατέστη σαφές από τη μαρτυρία της ότι αυτή ήταν το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να εξηγήσει την επίδικη αναλυτική κατάσταση λογαριασμού -Τεκμήριο 6 αφού όπως εξήγησε, ήταν αυτή το πρόσωπο το οποίο προέβαινε για λογαριασμό της Ενάγουσας σε όλες τις σχετικές καταχωρίσεις στο λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας σε σχέση με την επίδικη συνεργασία. Ειδικότερα, ήταν σε θέση να εξηγήσει με ευκρίνεια, επάρκεια και σταθερότητα το περιεχόμενο της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού - Τεκμήριο 6 από την αρχή της επίδικης συνεργασίας μέχρι και τη λήξη της και παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι οι όποιες πληρωμές γίνονταν από την Εναγόμενη γίνονταν έναντι του εκάστοτε υπολοίπου καθώς και ότι η Εναγόμενη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει το υπόλοιπο που φαίνεται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού, ήτοι €1,714.
- Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία της εν λόγω μάρτυρος δεν έχει κλονιστεί. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι η ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα που προσπάθησε συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία της ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον ΜΥ1, ο εν λόγω μάρτυρας δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια, ο ίδιος δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, υπέπεσε σε αντιφάσεις και αναιρούσε τα λεγόμενα του. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν. Όταν κλήθηκε να αναφέρει εάν συμφωνεί ότι στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 6 καταγράφονται όλες οι αγορές που έγιναν καθώς και οι επιστροφές προϊόντων απάντησε ότι δεν ήταν σίγουρος προσθέτοντας ότι υπήρχαν και επιστροφές που δεν έβλεπε και ότι έβλεπε μόνο μερικές επιστροφές χωρίς όμως να εξειδικεύσει στο Δικαστήριο αυτή τη γενική τοποθέτηση του. Περαιτέρω, ενώ αρχικά επέμενε ότι η Ενάγουσα δεν του απέστελλε καταστάσεις λογαριασμού στη συνέχεια, σε πλήρη αντίφαση με αυτήν του την τοποθέτηση δέχθηκε ότι λάμβανε τέτοιες καταστάσεις από την Ενάγουσα και μάλιστα σε μηνιαία βάση αναιρώντας την προηγούμενη θέση του επί τούτου. Εξαιρετικά αρνητική εντύπωση και ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του μάρτυρα ήταν και το εξής: Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι είχε συναντηθεί με κάποιο εκπρόσωπο της Ενάγουσας και ότι συμφώνησαν ότι η Εναγόμενη όφειλε μόνο το ποσό των €431,25 (ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται) το οποίο και κατέβαλε 2 χρόνια μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, ήτοι το 2012 (πληρωμή η οποία φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 6 να έλαβε χώρα στις 22/2/2012) και ότι ήταν με έκπληξη του που έλαβε αυτήν την αγωγή, σε άλλο σημείο και σε πλήρη αντίφαση με αυτή του την τοποθέτηση, ανέφερε ότι όταν έλαβε την αγωγή ζήτησε από την Εναγόμενη από το 2013 -2014 να του φέρουν τα τιμολόγια που οφείλει για να πληρώσει και ότι δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του η Ενάγουσα. Είναι βεβαίως άξιο απορίας πως ενώ κατ' ισχυρισμό δεν όφειλε η Εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και δημιούργησε στον ΜΥ1 έκπληξη η καταχώριση της παρούσας αγωγής εντούτοις, μετά την καταχώριση της, επιδίωξε να διαβουλευθεί με την Εναγόμενη προς εξεύρεση του οφειλόμενου υπολοίπου. Εντελώς γενική και αόριστη ήταν και η τοποθέτηση του σε σχέση με την επίδικη κατάσταση λογαριασμού για την οποία αρκέστηκε να αναφέρει ότι είναι λανθασμένη και ανακριβής χωρίς όμως να είναι σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένα και απτά στοιχεία προς στοιχειοθέτηση αυτής της αναφοράς του. Το μόνο που ανέφερε σε μία προσπάθεια να πείσει για το λανθασμένο της επίδικης κατάστασης ήταν ότι δήθεν δεν παρουσιάζει πίστωση εντός του 2009 που έγιναν επιστροφές πλην όμως ουδόλως επεξήγησε αυτήν την γενική αναφορά του. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του ΜΥ1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης ή για τα οποία υπάρχουν παραδοχές στα δικόγραφα[6], προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά: Η εμπορική συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη άρχισε το έτος 2006 και συνεχίστηκε μέχρι το έτος
- Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, η Ενάγουσα πωλούσε επί πίστωσει και παρέδιδε διάφορα εμπορεύματά της στην Eναγόμενη. Από την έναρξη της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, η Ενάγουσα διατηρούσε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταχωρούνταν όλες οι χρεώσεις, οι πιστώσεις, οι τυχόν επιστροφές εμπορευμάτων και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο (Τεκμήριο 6). Κατά τη διάρκεια της ρηθείσας συνεργασίας η Εναγόμενη προέβαινε σε διάφορα διαστήματα σε διάφορες πληρωμές έναντι του εκάστοτε οφειλόμενου υπολοίπου της. Μετά τη λήξη της συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη και πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής η Εναγόμενη κατέβαλε στις 22/2/2012 ποσό ύψους €431,
- Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[7] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[8] Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[9] Σε ότι αφορά αξιώσεις για οφειλόμενο υπόλοιπο προς απόδειξη των οποίων παρουσιάζονται καταστάσεις λογαριασμού εκείνο το οποίο προκύπτει από τη σχετική νομολογία[10] είναι ότι εκεί όπου αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ως οφειλόμενου ποσού θα πρέπει να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία από την οποία να προκύπτουν οι χρεοπιστώσεις και κίνηση των λογαριασμών από την έναρξη της ισχύος του λογαριασμού μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αγωγής και έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και συνεπώς, δικαιούται το υπόλοιπο που αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) η οποία συνιστά τη βάση της απαίτησης της εναντίον της Εναγόμενης που δείχνει τις χρεοπιστώσεις από την έναρξη της επίδικης συνεργασίας μέχρι τη λήξη της με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πώς προκύπτει το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού και τι ακριβώς περιλαμβάνεται σ' αυτό. Όπως προκύπτει από την επίδικη αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, αυτή αρχίζει στις 17/2/2006 με μηδενικό υπόλοιπο και συνεχίζει με διάφορες χρεοπιστώσεις μέχρι τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων δεικνύοντας υπόλοιπο ύψους €1,714.12. Δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τις καταχωρίσεις στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού οι οποίες με τη σειρά τους καταλήγουν στο επίδικο χρεωστικό υπόλοιπο. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία που αποδεικνύει την ύπαρξη και το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου στον επίδικο λογαριασμό. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1,714.12 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 16/10/2013, μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454. [5] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C
- Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [6] Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300. [7] Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και . [8] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [9] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [10] D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 A.A.Δ. 263, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ.1390, Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.846 ,Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της Περιουσίας της Εταιρείας Deme-Dairy Ltd κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. 246/2013, 11/12/2019. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο