← Κύπρος

Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. P. Enohov Trading Ltd κ.α., Αρ. Aγωγής: 1872/2014, 20/12/2022

Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. P. Enohov Trading Ltd κ.α., Αρ. Aγωγής: 1872/2014, 20/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A397 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 1872/2014 Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Ενάγουσα -και-

  1. P. Enohov Trading Ltd
  2. Mιχάλη Κουρέα Εναγόμενοι Ημερομηνία: 20/12/2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Η κα. Ε. Αντωνιάδου για Παπαντωνίου και Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: Η κα Α. Κλώνη Παυλίδου για Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΑΤΗΚ ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων κ.α.

(2005)3 Α.Α.Δ. 20), παρέχει, μεταξύ άλλων, τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στο κοινό. Με την παρούσα αγωγή αξιώνει από τον εναγόμενους το ποσό των €498,11, ως οφειλόμενο υπολειπόμενο ποσό. Σημειώνω εξαρχής ότι η παρούσα αγωγή εναντίον της εναγόμενης 1 δεν προωθήθηκε, μέχρι και σήμερα, λόγω μη επίδοσής σε αυτήν του κλητηρίου εντάλματος. Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των διαδίκων, είτε στη βάση των δικογραφημένων θέσεων τους, είτε μέσω της μη αμφισβητούμενης και αναντίλεκτης μαρτυρίας, ότι η εναγόμενη 1, εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη κατά τον επίδικο χρόνο, επιθυμούσε να γίνει συνδρομητής της ενάγουσας. Για τον λόγο αυτό η εναγόμενη 1, μέσω του διευθυντή της Πέτρου Ενόχοβ (Τεκμήριο 4), υπέγραψε την 12.2.2009 με την ενάγουσα διπλή αίτηση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με αριθμό αίτησης NC 20334/09 και NC 19863/09 (Τεκμήριο 3), αντιστοίχως. Αφού εγκρίθηκαν οι ως άνω αιτήσεις υπεγράφη την ίδια ημέρα, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, Γενική Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών («η Σύμβαση»)-(Τεκμήριο 2). Στην εν λόγω σύμβαση επισυνάπτονταν επίσης οι ειδικοί όροι κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Στη βάση αυτής, η ενάγουσα ανέλαβε να παρέχει στην εναγόμενη 1, τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, για τους τηλεφωνικούς αριθμούς [ ], [ ] και [ ], αντιστοίχως. Λόγω του ότι οι πιο πάνω αιτήσεις υπεβλήθησαν από την εναγόμενη 1, η οποία αποτελούσε εταιρεία, ήταν τότε πολιτική της ενάγουσας να ζητά από τον υποψήφιο συνδρομητή της είτε τραπεζική είτε προσωπική εγγύηση. Για τον λόγο αυτό στις 12.2.2009 ο εναγόμενος 2 υπέγραψε εγγυητήριο («συμφωνία εγγύησης») -(Τεκμήριο 6), με την οποία εγγυήθηκε την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα, με βάση τους όρους της Σύμβασης. Ο εναγόμενος 2 ουδόλως αμφισβητεί το γεγονός ότι υπέγραψε την ως άνω συμφωνία εγγύησης. Ό,τι όμως προβάλλει σαν υπεράσπιση (βλέπε παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης του) είναι ότι υπέγραψε: «ένα φωτοαντίγραφο εγγυητήριου, ημερομηνίας 12/2/2009 και συγκεκριμένα στο σημείο που υφίστατο ένα τετράγωνο επί του εγγράφου, ότι εγγυάται την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου (Εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή), για την παροχή της υπηρεσίας με τους ακόλουθους μόνο τηλεφωνικούς αριθμούς [ ] και [ ].» Είναι δε η περαιτέρω θέση του ότι τα οποιανδήποτε οφειλόμενα ποσά που προκύπτουν από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας αναφορικά με τους αριθμούς [ ], [ ] και [ ], ουδέποτε τους εγγυήθηκε και ουδέποτε υπέγραψε εγγυητήριο έγγραφο στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι ως άνω εν λόγω αριθμοί. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο καταγράφεται σε αυτή ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα αναφορικά με 6 τηλεφωνικούς αριθμούς, δηλαδή τους [ ], [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ]. Εντός του τετραγώνου, το οποίο περιέχεται στην εν λόγω συμφωνία εγγύησης, καταγράφονται ιδιοχείρως οι αριθμοί [ ] και [ ], τους οποίους ο εναγόμενος 2 αποδέχεται ότι τους εγγυήθηκε. Όσον δε αφορά τους υπόλοιπους πιο πάνω αριθμούς, οι οποίοι επίσης καταγράφηκαν ιδιοχείρως και έξω από το τετραγωνισμένο κουτί, είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι κατά την στιγμή υπογραφής, εκ μέρους του, της συμφωνίας εγγύησης αυτοί αφενός δεν ήταν καταγεγραμμένοι και ότι αυτοί αφετέρου καταγράφηκαν εκ των υστέρων και μονομερώς από την ενάγουσα, χωρίς ο ίδιος να δώσει τη συγκατάθεσή του και χωρίς να ενημερωθεί. Συνεπώς ο ίδιος δεν είναι υπόλογος για τα οφειλόμενα υπόλοιπα ποσά που αφορούν υπηρεσίες για τις οποίες ο ίδιος ουδέποτε εγγυήθηκε και ως εκ τούτου δεν έχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση για την εξόφληση τους. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω θέσεων το κρίσιμο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείτε να απαντήσει και αποτελεί το βασικότερο επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσον ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε και τις τηλεφωνικές υπηρεσίες της εναγόμενης 1, στην βάση των οποίων η ενάγουσα αξιώνει τα οφειλόμενα ποσά. Η ενάγουσα για να αποδείξει την απαίτηση της κάλεσε δύο μάρτυρες, την Κυριακή Χ "Παρασκευά (Μ.Ε 1), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Εμπορικής Διαχείρισης-Καταναλωτικής Αγοράς-Δίκτυο Πωλήσεων της και τον Πανίκο Κιαγιά (Μ.Ε 2), λειτουργό της στο ούτω καλούμενο Τμήμα Χρηματοοικονομικής Διαχείρισης-Διαχείρισης Οικονομικών Πόρων-Τιμολόγησης, Εισπράξεις και Εισπράξεις Επισφαλειών. Από την πλευρά του εναγόμενου 2 μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος (Μ.Υ 1). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Ε 1 υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 1). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση της ότι όλα τα έγγραφα που υπέγραψε ο διευθυντής της εναγομένης 1, συμπεριλαμβανομένης και της συμφωνίας εγγύησης, καταχωρίστηκαν στο σύστημα αρχειοθέτησης που η ενάγουσα διατηρεί ως μία ενιαία σύμβαση. Όταν ολοκληρωνόταν η διαδικασία ηλεκτρονικά αποστελλόταν διατακτικό στο συνεργείο, το οποίο εγκαθιστούσε την υπηρεσία και μετά το συνεργείο ειδοποιούσε το λογιστήριο της ενάγουσας αναφορικά με τις χρεώσεις της (σχετικές εντολές που δόθηκαν από την ενάγουσα στο σύστημα της και καταχωρίστηκαν στην βάση δεδομένων της σε σχέση με τις τηλεφωνικές υπηρεσίες που παρείχε στην εναγόμενη 1 καταχωρίστηκαν ως Τεκμήριο 5). Η συμφωνία εγγύησης από τον εναγόμενο 2 υπεγράφη στην παρουσία της και είναι η ίδια που καταχώρησε τα στοιχεία των εναγομένων στη βάση των δεδομένων που η ενάγουσα διατηρεί (Τεκμήριο 7). Ήταν η θέση της ότι στάλθηκε σχετική προειδοποιητική επιστολή στον εναγόμενο 2, με προειδοποίηση 30 ημερών, με σκοπό την εξόφληση του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού. Ο εναγόμενος 2 ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είναι η ίδια που υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας, την αίτηση που υπέβαλε η εναγόμενη 1 για να καταστεί συνδρομητής της. Εξήγησε ότι οι αριθμοί που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 3 αφενός κάτω από τη φράση «διευκολύνσεις» και αφετέρου δίπλα από το σημείο της φράσης «μεταβίβαση». Ήταν η θέση της ότι λόγω του ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί αντίγραφο, κάποιοι αριθμοί που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 δεν είναι ευδιάκριτοι. Όλα όμως τα τηλέφωνα, για τα οποία η ενάγουσα παρείχε τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προς την εναγόμενη 1, καταγράφονται με λεπτομέρεια και είναι ευδιάκριτα στην συμφωνία εγγύησης. Ως προς τον λόγο που στην συμφωνία εγγύησης δεν αναγράφεται το όνομα του νομικού προσώπου, δηλαδή της εναγόμενης 1, η εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι επειδή η εν λόγω συμφωνία εγγύησης αποτελούσε μέρος των υπόλοιπων εγγράφων που υπέγραψε η τελευταία, όλα τα έγγραφα αρχειοθετήθηκαν στο σύστημα της ενάγουσας ως μία ενιαία σύμβαση και ήταν για τον λόγο αυτό που δεν κρίθηκε σκόπιμο να καταγραφεί εκ νέου το όνομα της. Ήταν η θέση της επίσης ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης στην παρουσία του διευθυντή της εναγομένης
  1. Του εξηγήθηκε δε αφενός ο λόγος που θα έπρεπε να την υπογράψει αλλά και αφετέρου για το τι ακριβώς ο ίδιος εγγυήθηκε. Διευκρίνισε ότι είναι η ίδια που κατέγραψε ιδιοχείρως και τους 6 τηλεφωνικούς αριθμούς επί της συμφωνίας εγγυήσεως στην παρουσία του εναγομένου
  2. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι αφενός η ενάγουσα πρόσθεσε μονομερώς στην συμφωνία εγγύησης και άλλα τηλέφωνα (αυτά δηλαδή που καταγράφονται έξω από το τετραγωνισμένο κουτί) χωρίς να ενημερώσει τον εναγόμενο 2 και ότι αφετέρου ο τελευταίος εγγυήθηκε μόνο τους δύο αριθμούς που είναι καταγραμμένοι μέσα στο τετράγωνο κουτί. Ο Μ.Ε 2, επίσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 8). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι η αποστολή των λογαριασμών της εναγόμενης 1 αποστέλλονταν στη δηλωμένη διεύθυνση της, δηλαδή επί της οδού Σταυρού 76 (δ), Τ.Κ 2035 Στρόβολος. Η εναγόμενη 1 λάμβανε κανονικά όλους τους λογαριασμούς της και τους αποπλήρωνε κανονικά, πλην τους λογαριασμούς Μάιο-Ιούλιο 2012, αναφορικά με την υπηρεσία [ ], Μάιο-Οκτώβριο 2012, αναφορικά με την υπηρεσία [ ] και Μάιο-Δεκέμβριο 2012, αναφορικά με την υπηρεσία [ ]. Οι υπηρεσίες [ ] και [ ], αντιστοίχως, τερματίστηκαν από την ενάγουσα λόγω απλήρωτων λογαριασμών ενώ σε ό,τι αφορά την υπηρεσία [ ] αυτή τερματίστηκε μετά από αίτηση της εναγομένης 1, χωρίς όμως να εξοφληθεί το σχετικό υπόλοιπο της (Τεκμήριο 9). Ενόψει των πιο πάνω η ενάγουσα απέστειλε 4 προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήριο 10) στη εναγόμενη 1 για πληρωμή των οφειλόμενων της ποσών χωρίς όμως καμία ανταπόκριση. Κατέθεσε επίσης σχετική κατάσταση οφειλών της εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 11). Ήταν η θέση του ότι ο εναγόμενος 2, ως εγγυητής της εναγόμενης 1, οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €498,
  3. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν προχώρησαν σε οποιανδήποτε εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, ήταν η πολιτική της ενάγουσας, προτού προχωρήσει με την καταχώρηση σχετικής αγωγής, να αναθέτει την υπόθεση σε εξωτερικό εισπράκτορα της με σκοπό την είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Στα πλαίσια αυτά κατέθεσε το έντυπο ενεργειών της ενάγουσας για είσπραξη της επίδικης οφειλής (Τεκμήριο 12), στο οποίο καταγράφονται οι ενέργειες που ο εν λόγω εισπράκτορας προέβη. Στις 21.3.2013 στάλθηκε στον εναγόμενο 2 προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 13) για την λήψη νομικών μέτρων εναντίον του στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν εξοφλούσε τα οφειλόμενα ποσά. Ο εναγόμενος 2 ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης μόνο για τους δύο αριθμούς που βρίσκονται στο τετράγωνο κουτί και ότι αυτός ουδέποτε ανάφερε στον εισπράκτορα όσα ο τελευταίος αναγράφει επί του Τεκμηρίου
  4. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε ο εναγόμενος 2 έλαβε την επιστολή του Τεκμηρίου 13, προσθέτοντας ότι όλες οι επιστολές αποστέλλονται μέσω ταχυδρομείων και παραλαμβάνονται από τους πελάτες της ενάγουσας. Αρνήθηκε τέλος σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 2 ανάφερε σε γενικές γραμμές ότι ο διευθυντής της εναγομένης 1, στα πλαίσια της μεταξύ τους επαγγελματικής σχέσης, του ζήτησε να υπογράψει ως εγγυητής της ως άνω εταιρείας, μόνο σε σχέση με δύο σταθερά τηλέφωνα, πράγμα το οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε. Για το σκοπό αυτό είχαν συνάντηση στα γραφεία της ενάγουσας. Εκεί μία λειτουργός της συμπλήρωσε την σύμβαση εγγύησης, στην οποία έγραψε δύο μόνο σταθερούς αριθμούς στο τετράγωνο κουτί της και ακολούθως ο ίδιος το υπέγραψε. Στη συνέχεια αποχώρησε. Ήταν η θέση του ότι δεν του δόθηκε οποιοδήποτε αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας εγγύησης αλλά ούτε και του δόθηκε να διαβάσει, προτού αυτός υπογράψει, οποιαδήποτε άλλη σύμβαση. Ήταν επίσης η θέση του ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τους τηλεφωνικούς αριθμούς που καταγράφονται έξω από το τετραγωνισμένο κουτί της συμφωνίας εγγύησης. Όταν ο ίδιος πληροφορήθηκε, για πρώτη φορά κατά το έτος 2013, ότι η ενάγουσα έχει απαίτηση εναντίον του επισκέφθηκε, προσωπικά, διάφορα υποκαταστήματα της ενάγουσας προσπαθώντας να εξεύρει λύση, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Ήταν η θέση του επίσης ότι ο εισπράκτορας, λόγω λάθους, έγραψε επί του Τεκμηρίου 12 άλλο αριθμό από αυτόν που του ανέφερε ο ίδιος ότι εγγυήθηκε. Επί του ζητήματος αυτού ανάφερε στον εισπράκτορα ότι ο ίδιος εγγυήθηκε μόνο τους αριθμούς που αναγράφονται στο τετραγωνισμένο κουτί της συμφωνίας εγγύησης. Ουδέποτε έλαβε οποιανδήποτε προειδοποιητική επιστολή από την ενάγουσα, παραδεχόμενος όμως ότι την επιστολή του Τεκμηρίου 13 ο ίδιος πράγματι την παρέλαβε. Αντεξεταζόμενος επέμενε στις πιο πάνω θέσεις του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων (P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Πολιτική Έφεση αριθμός 277/2009, ημερομηνίας 10.9.2014). Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)Α.Α.Δ. , Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014), ECLI:CY:AD:2014:A319. Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και υπό το πρίσμα της δικογραφηθείσας εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Έχοντας με ιδιαίτερη προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι και οι δύο μάρτυρες της ενάγουσας έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με την μαρτυρία του εναγομένου, η οποία δεν είναι καθόλου πειστική, έχει κενά και ασάφειες αλλά και περιβάλλεται από πολλές παλινδρομήσεις. Τόσο η Μ.Ε 1 όσο και ο Μ.Ε 2 μου άφησαν πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρες. Η μαρτυρία τους έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπαν την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτοί τα γνώριζαν από την θέση που κατείχε ο καθένας τους στην ενάγουσα, τόσο σε σχέση με τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο όσο και κατά τον χρόνο που έδιναν μαρτυρία. Απαντούσαν με αμεσότητα, ευθύτητα και βεβαιότητα. Έχω πεισθεί ότι και οι δύο ήταν ειλικρινείς χωρίς να έχουν διάθεση να αποκρύψουν και να αποφύγουν τα πραγματικά δεδομένα. Η μαρτυρία τους υποστηρίζεται δε πλήρως και ενισχύεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Στην υπόθεση Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388, λέχθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία είναι ο γνώμονας με βάση τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας. Κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση εφαρμόζονται και στα γεγονότα της παρούσας. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που γι' αυτούς σχημάτισε το Δικαστήριο. Η Μ.Ε.1 ήταν σε θέση να εξηγήσει και εξήγησε το ιστορικό της υπόθεσης των εναγομένων, όπως αυτό προκύπτει στη βάση των συμφωνιών που οι εναγόμενοι υπέγραψαν με την ενάγουσα. Εξήγησε με πειστικό τρόπο τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης με τον εναγόμενο 2. Έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις ότι είναι η ίδια που υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης αλλά και η ίδια που την συμπλήρωσε. Επίσης είναι το πρόσωπο που καταχώρησε τα στοιχεία των εναγομένων στην βάση δεδομένων της ενάγουσας μετά την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών. Έχω πεισθεί, μέσα από την μαρτυρία της, ότι κατέγραψε ιδιοχείρως και τους 6 αριθμούς τηλεφώνου επί της συμφωνίας εγγυήσεως στην παρουσία του εναγομένου 2 και όχι αργότερα, ως ο τελευταίος διατείνει. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι μέσα στο σύστημα της βάσης δεδομένων της ενάγουσας ο εναγόμενος 2 φέρεται την ίδια ημέρα ως εγγυητής όλων των τηλεφωνικών υπηρεσιών που καταγράφονται επί της συμφωνίας εγγυήσεως. Ο Μ.Ε.2, με την μαρτυρία του, επιβεβαίωσε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των εναγομένων, το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Εξήγησε επίσης τις ενέργειες που προέβη η ενάγουσα με σκοπό οι εναγόμενοι να αποπληρώσουν τις οφειλές τους. Μεταξύ άλλων, κατάθεσε έντυπό ενεργειών της ενάγουσας για την είσπραξη οφειλών, το οποίο συμπληρώθηκε από εισπράκτορα της. Η κατάθεση και το περιεχόμενο όμως του εν λόγω Τεκμηρίου 12 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ένα έγγραφο στο οποίο περιέχονται και καταγράφονται φερόμενες δηλώσεις του εισπράκτορα αλλά και του εναγομένου 2, στα πλαίσια της μεταξύ τους συνάντησης. Επισημαίνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία (την αποδοχή της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξηγεί (Ανδρέου κ.α. ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152) το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψη, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας και το κατά πόσο αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα αφενός δεν κάλεσε ως μάρτυρα τον εισπράκτορα, άγνωστο το γιατί προς το Δικαστήριο και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί το εν λόγω πρόσωπο ως μάρτυρας στη διαδικασία. Επίσης δεν μπορεί αφενός να αγνοηθεί και το γεγονός ότι, ως προκύπτει, τα όσα μεταφέρθηκαν από τον εν λόγω μάρτυρα είναι 2ου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία εφόσον περιέχονται δηλώσεις του εναγομένου 2 προς τον εισπράκτορα, τις οποίες ο Μ.Ε 2 μετέφερε στο Δικαστήριο καθώς και αφετέρου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι εν λόγω δηλώσει των πιο πάνω προσώπων έχουν μεταφερθεί επ' ακριβώς στο Δικαστήριο αλλά και ότι είναι αυτούσιες. Με βάση το άρθρο 27
(2)(ε) του Κεφ. 9 και λαμβάνοντας υπόψιν τα πιο πάνω δεδομένα το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι οι αναφορές του εναγομένου 2 μεταφέρθηκαν από τον εισπράκτορα και μετέπειτα από τον Μ.Ε 2 αυτούσιες. Ενόψει των πιο πάνω και αφού έλαβε υπόψιν όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα αναφορικά με τις φερόμενες δηλώσεις του εναγομένου 2 προς τον εισπράκτορα. Σε ό,τι όμως αφορά το γεγονός ότι ο εν λόγω εισπράκτορας είχε συνάντηση με τον εναγόμενο 2 και ότι αυτός του παρέδωσε σχετικό αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης θα προσδοθεί η ανάλογη βαρύτητα από το Δικαστήριο εφόσον είναι αποδεκτά από τον ίδιο τον εναγόμενο 2 στη βάση της ένορκης του μαρτυρίας. Ως προς το οφειλόμενο ποσό της εναγόμενης 1, το οποίο ο Μ.Ε 2 βεβαίωσε στο Δικαστήριο, αυτό ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά του εναγομένου 2. Ούτε καν τέτοια σχετική υποβολή υποβλήθηκε στους εν λόγω μάρτυρες περί αμφισβήτησης υπολογισμού του τελικού οφειλόμενου ποσού που αξιώνεται από τους εναγομένους. Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. AcuacInc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αποδέχομαι την μαρτυρία των Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2, πλην της πιο πάνω διευκρίνισης στην οποία έχω προβεί. Ο εναγόμενος, από την άλλη, δεν άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και η εκδοχή του δεν ήταν καθόλου πειστική. Η προσπάθεια του να ξεφύγει από ενδεχόμενη καταδίκη του για καταβολή οποιοδήποτε ποσού υπήρξε εμφανής. Προσπαθούσε να καλυφθεί πίσω από την εξήγηση που ο ίδιος έδιδε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα εφόσον δεν εγγυήθηκε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εναγομένης 1, πλην μόνο δύο σταθερών τηλεφώνων οι χρεώσεις των οποίων έχουν πλήρως εξοφληθεί. Στην προσπάθεια του αυτή να πείσει το Δικαστήριο, ως προς την δική του εκδοχή γεγονότων, η μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή, αντίθετα χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις ενώ σε κάποια σημεία αυτή συγκρούεται και με την κοινή λογική. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Καταρχάς ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος υπέγραψε ένα αντίγραφο (photocopy) της συμφωνίας εγγυήσης ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε η εν λόγω πρωτότυπη συμφωνία, όπου σε αυτήν αναγνώρισε την υπογραφή του. Επιπρόσθετα, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε στην κατοχή του την συμφωνία εγγύησης αργότερα ανασκεύασε, αποδεχόμενος την θέση ότι ο εισπράκτορας της ενάγουσας, στα πλαίσια της μεταξύ τους συνάντησης, του παρέδωσε σχετικό αντίγραφο αυτής. Περαιτέρω, ενώ αρχικά προέβαλε τη θέση ότι με τον εισπράκτορα της ενάγουσας είχαν μόνο μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία, όταν του υποδείχθηκε από την συνήγορο του το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, και πάλι ανασκεύασε την θέση του αποδεχόμενος ότι είχαν κατ΄ιδίαν μεταξύ τους συνάντηση. Αρνητική εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι ο ίδιος αφού έλαβε γνώση για το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης, με βάση την οποία ο ίδιος εγγυήθηκε, για λογαριασμό της εναγομένης 1, 6 συνολικά τηλεφωνικές υπηρεσίες (ενώ η θέση του ήταν πάντοτε ότι ο ίδιος είχε υπογράψει για μόνο 2 τηλεφωνικές υπηρεσίες) επί τούτου προστίθεται και σημειώνεται και η ενέργεια του να μην καταγγείλει το περιστατικό της κατ'ισχυρισμόν πλαστογραφίας στην αστυνομία είτε όταν περιήλθε στην αντίληψη του το γεγονός αυτό είτε ακόμη και μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Η θέση του ότι ίδιος, ως ισχυρίστηκε, επισκέφθηκε, κατά καιρούς, διάφορα υποκαταστήματα της ενάγουσας με σκοπό να ξεκαθαρίσει το όλο ζήτημα δεν είναι πειστική και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Πέραν του γεγονότος ότι αφενός μία τέτοια θέση δεν υπεβλήθη στους μάρτυρες της ενάγουσας ώστε να τοποθετηθούν επί του ζητήματος και αφετέρου δεν δικογραφείται, η θέση του αυτή διαψεύδεται με βάση το περιεχόμενο της επιστολής του Τεκμηρίου 13, την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε ότι έλαβε. Στην εν λόγω επιστολή αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι «επειδή σχετικές επιστολές και τηλεφωνήματα των πελατών μας έμειναν χωρίς θετική ανταπόκριση». Ουδεμία αντίδραση και αμφισβήτηση υπήρξε επί του ζητήματος αυτού από τον ίδιο τον εναγόμενο 2 για την περί αντιθέτου θέση του. Ούτε και προσκόμισε το οτιδήποτε στο Δικαστήριο που να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο ότι προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις και ενέργειες προς την ενάγουσα. Η λήψη εκ μέρους του μέτρων καθίστατο ακόμη πιο αναγκαία όταν έλαβε την επιστολή Τεκμήριο 13, ότι δηλαδή πρόθεση της ενάγουσας ήταν να διεκδικήσει τα εναντίον του οφειλόμενα ποσά μέσω αγωγής, για υπηρεσίες και χρεώσεις που ο ίδιος ουδέποτε είχε εγγυηθεί. Θα ανάμενε κανείς, ως φυσιολογική συμπεριφορά, την αντίδραση, την αγανάκτηση και την διαμαρτυρία του. Η συμπεριφορά του εναγόμενου 2, δεικνύει πολύ περισσότερο μια αδιαφορία ως προς τις οφειλές του και τις νομικές του υποχρεώσεις. Αρνητική εντύπωση αποτελεί και το γεγονός, το οποίο πλήττει την όλη εκδοχή του, ότι ενώ στους μάρτυρες της ενάγουσας υπεβλήθη η θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 13, στην συνέχεια και πάλι ανασκεύασε προβάλλοντας την θέση ότι ο ίδιος πράγματι έλαβε την σχετική επιστολή εφόσον είναι στη βάση αυτής που επικοινώνησε με τους τότε συνηγόρους της ενάγουσας. Ούτε και μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος αποδέχθηκε αρχικά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 και δεν αντέδρασε επί του περιεχομένου της στην συνέχεια, όταν ερωτήθηκε από την συνήγορο του για το ποιους αριθμούς ο ίδιος εγγυήθηκε σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, και πάλι ανασκεύασε αναφέροντας ότι ο εισπράκτορας ανέγραψε λάθος τον ένα εκ των αριθμών, τον οποίο ανάφερε ότι εγγυήθηκε. Ως προς την βασική θέση του εναγομένου 2, ότι δηλαδή ο ίδιος όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 6, σε αυτό αναγράφονταν μόνο 2 τηλεφωνικές υπηρεσίες και είναι μόνο γι' αυτές τις οποίες εγγυήθηκε αλλά και ότι η ενάγουσα πρόσθεσε μεταγενέστερα και μονομερώς τις υπόλοιπες υπηρεσίες, σημειώνω ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του αυτών βρίσκονται στους ώμους του. Η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει την συμφωνία εγγύησης και την απέδειξε με το να προσκομίσει αυτούσιο το εν λόγω Τεκμήριο, στο οποίο δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο 2 ότι αυτό φέρει την υπογραφή του. Τον ισχυρισμό περί μονομερής τοποθέτησης και άλλων τηλεφώνων είναι ο ίδιος που τον επικαλείται. Με την απάντηση της στην Υπεράσπιση αλλά και με την μαρτυρία της η ενάγουσα αρνήθηκε τον σχετικό ισχυρισμό. Συνεπώς ο εναγόμενος 2 έχει την υποχρέωση και το βάρος, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξει τους εν λόγω ισχυρισμούς του (Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Δημήτριου Κακαβού, Πολιτική Έφεση 278/2010, ημερομηνίας 15/10/2015), ECLI:CY:AD:2015:A683. Τίποτα δεν προσκόμισε ο εναγόμενος επί του προκειμένου και με δεδομένο ότι η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή έπεται ότι οι θέσεις του παρέμειναν μετέωρες και αόριστες και συνεπακόλουθα απορριπτέες. Και κάτι ακόμη. Ο εναγόμενος 2 με το να αμφισβητεί την συμφωνία εγγύησης που κατατέθηκε, προβάλλοντας την θέση ουσιαστικά ότι έχει αλλοιωθεί το περιεχόμενο της κατά τα άλλα συμφωνίας που έχει αποδεχθεί ότι φέρει την υπογραφή του, ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι το Τεκμήριο 6 έχει πλαστογραφηθεί. Όπως και πάλι έχει τονισθεί στην υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ (ανωτέρω) «.το βάρος απόδειξης πλαστογραφίας είναι με το διάδικο εκείνο που εγείρει τέτοιο ζήτημα, αλλά σε αστική δίκη το επίπεδο είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ στην ποινική δίκη το βάρος το έχει κατά κανόνα η κατηγορούσα αρχή που ισχυρίζεται πλαστογραφία εγγράφου στο επίπεδο της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Ο εναγόμενος 2 και πάλι δεν απέσεισε το βάρος αυτό λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι η μαρτυρία του δεν έχει γίνει αποδεκτή. Συνεπώς η όλη μαρτυρία του εναγομένου 2 απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την ενώπιον του Δικαστηρίου λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω, πέραν των πιο πάνω, στα ακόλουθα επιπρόσθετα τελικά ευρήματα: Στις 12.2.2009 ο εναγόμενος 2 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης με την οποία εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα αναφορικά με 6 τηλεφωνικούς αριθμούς, δηλαδή τους [ ], [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ]. Η εναγόμενη 1 λάμβανε κανονικά όλους τους λογαριασμούς της στην ως άνω διεύθυνση και τους αποπλήρωνε κανονικά, πλην τους λογαριασμούς Μάιο-Ιούλιο 2012, αναφορικά με την υπηρεσία [ ], Μάιο-Οκτώβριο 2012, αναφορικά με την υπηρεσία [ ] και Μάιο-Δεκέμβριο 2012, αναφορικά με την υπηρεσία [ ]. Η εναγόμενη 1 οφείλει στην ενάγουσα, αναφορικά με τις πιο πάνω υπηρεσίες που της έχουν παρασχεθεί, το συνολικό ποσό των €498,11. Το εν λόγω ποσό μέχρι και σήμερα παραμένει ανεξόφλητο. Η ενάγουσα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή, ημερομηνίας 21.3.13, στον εναγόμενο 2 για αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών. Μέχρι και σήμερα το εν λόγω ποσό παραμένει ανεξόφλητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους της ενάγουσας να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αποτελεί καλά εδραιωμένη αρχή ότι η ενάγουσα έχει το γενικό βάρος (burden of proof) να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική της εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι (Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858). Στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου η ενάγουσα έχει παρουσιάσει ικανή μαρτυρία αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου από την εναγομένη 1 ποσού, ποσό το οποίο προκύπτει από την χρήση των 3 τηλεφωνικών υπηρεσιών που της παρείχε. Εξάλλου ως έχει αναφερθεί το γεγονός αυτό ουδόλως αμφισβητήθηκε. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2, επισημαίνω ότι η απαίτηση εναντίον του εδράζεται στο γεγονός ότι ο ίδιος έχει εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένων και των οποιονδήποτε οφειλών της προς αυτήν. Η σύμβαση εγγύησης είναι αυτόνομη σύμβαση, αλλά είναι και το παρεπόμενο αποτέλεσμα της σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη (άρθρο 86 του Κεφ.149). Η σύμβαση εγγύησης λοιπόν ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει παράβαση από τον πρωτοφειλέτη των δικών του υποχρεώσεων (Το Δίκαιο των Συμβάσεων 2014, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, τόμος Β' σελ. 876). Εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό οι υποχρεώσεις της εναγομένης 1 ως αυτές πηγάζουν από τα υπολοιπόμενα οφειλόμενα ποσά προς την ενάγουσα. Επίσης έχει αποδειχθεί ότι η εναγόμενη 1 παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις εφόσον παρέλειψε να αποπληρώσει τα οφειλόμενα ποσά, με βάση τις υπηρεσίες που της έχουν παρασχεθεί. Επίσης με βάση τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 έναντι της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων και των τηλεφωνικών υπηρεσιών [ ], [ ] και [ ], τις εγγυήθηκε προσωπικά ο εναγόμενος 2, με βάση την συμφωνία εγγύησης που ο ίδιος υπέγραψε. Στην υπόθεση Γεώργιου Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αριθμός 293/2012, ημερομηνίας 7/2/2018, λέχθηκε επίσης ότι η υπογραφή κάποιου συμβαλλόμενου δεσμεύει και το βάρος απόδειξης επαφίεται σε αυτόν που έθεσε την υπογραφή του ώστε να αποδεσμευθεί από την εν λόγω πράξη του. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 84 του Κεφ.149 : «
  1. "Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής".» Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 86 η ευθύνη του εγγυητή είναι η ίδια με αυτή του πρωτοφειλέτη, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση. Επιπρόσθετα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Fifth Edition) 2008 στην παράγραφο 1013 (Τόμος 49) αναφέρονται τα ακόλουθα: "A guarantee is an accessory contract by which the promisor undertakes to be answerable to the promisee for the debt, default or miscarriage of another person, whose primary liability to the promisee must exist or be contemplated. As in the case of any other contract, a valid guarantee requires an agreement, made between parties intending to create legal relations and having the capacity to contract, supported by consideration, actual or implied." Ως αποτέλεσμα εάν ο οφειλέτης παραλείψει να εκτελέσει υποχρέωση η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης τότε ο πιστωτής μπορεί να ανακτήσει από τον εγγυητή ως αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εγγύησης οποιοδήποτε ποσό ο πιστωτής θα μπορούσε να ανακτήσει από τον οφειλέτη ως αποτέλεσμα αυτής της παράλειψης. Το μέτρο (δηλαδή, η έκταση) της υποχρέωσης του οφειλέτη προς τον πιστωτή είναι το ίδιο με αυτό του εγγυητή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέδειξε στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με επαρκή και θετική μαρτυρία την αξίωση της εναντίον του εναγομένου
  2. Ο δε τελευταίος εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα, με βάση την σύμβαση εγγύησης, και ως εκ τούτου καθίσταται και ο ίδιος νομικά υπόχρεος για την αποπληρωμή του οφειλόμενο ποσού. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 2 για το ποσό των €498,11, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.