Απόστολος Λάμπρης ν. The Cyprus Investment Services and Securities Corporation Ltd, Αρ. Αγωγής: 4448/2014, 18/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4448/2014 Μεταξύ: Απόστολου Λάμπρη ενάγοντα -και- Laiki Financial Services Ltd εναγομένης Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.2.2017 Απόστολος Λάμπρης -και- The Cyprus Investment Services and Securities Corporation Ltd ................ Ημερομηνία: 18, Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα Σιαμμούτη με κα Τρυφωνίδου Για την εναγομένη: κ. Γιορδαμλής με κα Ανδρέου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιοί σειρά θεραπειών εναντίον της εναγομένης σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν ζημία που υπέστη από την αγορά αξιογράφων της Marfin Popular Bank Public Co Company Ltd. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
- Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη ήταν αδειούχο ίδρυμα για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Στις 13.4.2010 η Marfin Popular Bank Public Co Company Ltd εξέδωσε εμπιστευτικό πληροφοριακό μνημόνιο για την έκδοση αξιογράφων. Περί τον Απρίλιο του 2010 η εταιρεία Stalos Investments Ltd, η οποία ήταν συνδεδεμένη με την εναγόμενη, προσέγγισε τον εναγόντα για την αγορά αξιογράφων. Ο ενάγοντας, κατόπιν προτροπών των υπαλλήλων της εν λόγω εταιρείας, προσχώρησε στην αγορά αξιογράφων της Marfin Popular Bank Public Co Company Ltd, αξίας € 150.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τον χρόνο απόκτησης των επίδικων αξιογράφων ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος της εναγόμενης παρείχε σε αυτόν επενδυτική συμβουλή και παρείχε την υπηρεσία λήψης/ διαβίβασης εντολής για αγορά χρηματοοικονομικών προϊόντων κατά παράβαση του Νόμου. Δικογράφησε σχετικές λεπτομέρειες κατ' ισχυρισμόν παράβασης Νόμου. Παράλληλα, ο ενάγων επικαλέστηκε ότι υπήρξε θύμα απάτης δόλου και ψευδών παραστάσεων από τον συνδεδεμένο αντιπρόσωπο της ενάγουσας και δικογράφησε σχετικές λεπτομέρειες. Επικαλέστηκε, επίσης, ότι υπέστη άσκηση αθέμιτης επιρροής, απειλή και/ή εκβιασμός εκ μέρους της εναγομένης. Τέλος ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημία ίση με το πόσο της επένδυσής του. Η εναγόμενη στην τροποποιημένη Υπεράσπισή της ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας στις 18.2.2004 υπέγραψε σύμβαση για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με την Egnatia Financial Services ltd. Δέχθηκε ότι περί το έτος 2010, η Marfin Popular Bank Public Co Company Ltd εξέδωσε αξιόγραφα κεφαλαίου και δικογράφησε το ιστορικό της υπαγωγής της Marfin Popular Bank Public Co Company Ltd σε καθεστώς εξυγίανσης. Δέχθηκε ότι η εταιρεία Stalos Investments Ltd ήταν συνεργάτης της εναγόμενης και ισχυρίστηκε ότι ήταν εγκεκριμένος αντιπρόσωπος της εναγόμενης. Αρνήθηκε, όμως, ότι η εν λόγω εταιρεία παρείχε προς τον ενάγοντα επενδυτική συμβουλή και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις λεπτομέρειες της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας Stalos Investments Ltd. Ισχυρίστηκε ότι η αγορά αξιογράφων έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του ενάγοντα. Αρνήθηκε το σύνολο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα λεπτομερειών δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και παράβασης νόμιμων καθηκόντων. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι η οποιαδήποτε αγορά αξιογράφων έγινε από τον ενάγοντα, έγινε στη βάση συγκεκριμένων όρων και πληροφορίων που περιλαμβάνονταν στα σχετικά εμπιστευτικά πληροφοριακά μνημόνια και ενημερωτικά δελτία. Περαιτέρω, δικογράφησε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο των εμπιστευτικών πληροφοριακών δελτίων. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ουδεμία ευθύνη έχει η εναγόμενη προς τον ενάγοντα. Μέσα από τα δικόγραφα δεν αμφισβητείται ότι η εταιρεία Stalos Investments Ltd ήταν εγκεκριμένος αντιπρόσωπος της εναγόμενης. Επίσης, είναι παραδεκτό ότι ο ενάγοντας απέκτησε αξιόγραφα κατόπιν αίτησής του, ημερομηνίας 20.4.
- Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής του κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων και η Ε. Γεωργίου, ως ΜΕ
- Ο ενάγων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρθηκε στο επάγγελμα του και στον τρόπο που περιήλθε εις γνώση του η έκδοση αξιογράφων από την Λαϊκή Τράπεζα. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της ενημέρωσης που έτυχε από υπάλληλους της Λαϊκή Τράπεζας, αναφορικά με το προϊόν των αξιογράφων. Δήλωσε ότι ενημερώθηκε πως η αγορά μπορούσε να γίνει και μέσω της Marfin CLR και εντόπισε την εταιρεία Stalos Investments Ltd, η οποία συνεργαζόταν με την Marfin CLR. Αποτάθηκε στην εν λόγω εταιρεία, επειδή ο υπεύθυνός της ήταν φίλος του. Προχώρησε με την απόκτηση αξιογράφων αξίας € 150.
- Ουδέποτε γνώριζε ότι υπήρχε κίνδυνος να απωλέσει τα χρήματά του. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν υπέγραψε οποιαδήποτε σύμβαση για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αίτησης που υπέβαλε για την απόκτηση αξιογράφων, ως Τεκμήριο 2 επιστολή προς το Δ.Σ της Λαϊκής Τράπεζας, ημερομηνίας 30.8.2012, ως Τεκμήριο 3α απόδειξη ημερομηνίας 20.4.2010 και ως Τεκμήριο 3β απόδειξη, επίσης, ημερομηνίας 20.4.
- Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 επιστολή ημερομηνίας 7.6.2012 από τη Λαϊκή Τράπεζα και ως Τεκμήριο 5 επιστολή της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ημερομηνίας 14.5.
- Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στην εκπαίδευση και στο επάγγελμά του δηλώνοντας ότι εργάζεται ως γεωπόνος, καθώς και στην επιχειρηματική του δραστηριοποίηση, ως διευθυντής εταιρείας που ασχολείται με αγροτικές πληρωμές. Στην εν λόγω εταιρεία διευθυντής ήταν και ο διευθυντής της εταιρείας Stalos Investments Ltd. Δέχθηκε ότι ως μέτοχος της Λαϊκής Τράπεζας έλαβε επιστολή από αυτή ως προς την έκδοση αξιογράφων. Τότε έλαβε γνώση για την ύπαρξη των αξιογράφων από τη Λαϊκή Τράπεζα και ο ίδιος επισκέφθηκε κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας περί τις δυο με τρεις φορές. Επέμεινε στη θέση του ότι κατά τις συναντήσεις του στο υποκατάστημα της Λαϊκής, ρώτησε εάν μπορεί η αίτηση να υποβληθεί και μέσω της Marfin CLR. Επέμεινε, επίσης, ότι υπέβαλε την αίτηση μέσω της εταιρείας Stalos Investments Ltd, λόγω της σχέσης του με τον διευθυντή αυτής. Επίσης αναφέρθηκε σε προηγούμενες δοσοληψίες που είχε σχετικά με αγορά μετοχών και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ημερομηνίας 18.2.2004, μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας Egnatia Financial Services (Cyprus) Ltd. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε εμπιστοσύνη στις τράπεζες. Ανέφερε, επίσης, ότι περιήλθε εις γνώση του ένας τόμος, ως ανέφερε, σχετικά με τα αξιόγραφα της Λαϊκής τράπεζας, ο οποίος κατέγραφε κινδύνους. Παρόλο που έβαλε, απ' ότι θυμόταν, μονογραφή δεν διάβασε το περιεχόμενό του. Επέμεινε, επίσης, στη θέση ότι κατά τον χρόνο απόκτησης των επίδικων αξιογράφων θεωρούσε ότι επρόκειτο για καταθετικό προϊόν. Σε σχέση με την αίτηση απόκτησης αξιογράφων δέχθηκε ότι δεν τη διάβασε. Δέχθηκε, παράλληλα, ότι ο διευθυντής της εταιρείας stalos Investments ltd, δεν τον απέτρεψε από το να τη διαβάσει. Επιπροσθέτως κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση το «Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο». Αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά την επίσκεψη του στον διευθυντή της εταιρείας stalos Investments ltd πριν την υπογραφή τα αίτησης, του δόθηκε το εν λόγω έγγραφο. Περαιτέρω, κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση επιστολή ημερομηνίας 21.10.
- Επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 επιστολή της Marfin Laiki Bank, ημερομηνίας 31.5.2011, προς τον ενάγοντα. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Ε. Γεωργίου, ως ΜΕ
- Η ΜΕ 1 εργάζεται στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς- στο Τμήμα Εποπτείας. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην πείρα και στα καθήκοντά της. Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στον Νόμο 144(Ι)
- Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι η ίδια δεν γνώριζε τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αγορά αξιογράφων. Επίσης, ανέφερε ότι για την υπό κρίση υπόθεση δεν υποβλήθηκε καταγγελία, αλλά λήφθηκε κάποια επιστολή από τον ενάγοντα. Τέλος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση, επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς την Laiki Financial Services Ltd, ημερομηνίας 7.10.
- Εκ μέρους της εναγομένης κατέθεσε, ο Σ.Πασχάλης ως ΜΥ
- Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό αλλαγών ονομάτων της αρχικής εναγομένης, αλλά και συγχωνεύσεων που οδηγήσαν στη νομιμοποίηση αυτής. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 το διάταγμα του Ε/Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 17.12.2008, με το οποίο συγχωνεύθηκε η εταιρεία Egnatia Financial Services ( Cyprus) Ltd με άλλες εταιρείες και απορρόφηση τους από την εταιρεία CLR Securities and Financial Services Ltd. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 9 πιστοποιητικά αλλαγής ονόματος της εταιρείας CLR Securities and Financial Services Ltd σε Marfin CLR ( Fianancial Services) Ltd, και ακολούθως σε Laiki Financial Services Ltd. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 το διάταγμα του Ε/Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 12.11.2015, με το οποίο συγχωνεύθηκε η εταιρεία Laiki Financial Services Ltd με την εταιρεία The Cyprus Investment and Securities Corporation Ltd και ως Τεκμήριο 11, πιστοποιητικό της διάλυσης της αρχικής εναγόμενης. Επίσης, αναφέρθηκε στην επαγγελματική του πείρα και στα καθήκοντα του τόσο στην αρχική εναγόμενη όσο και στην υφιστάμενη. Ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση Τεκμήριο 6 καθόριζε τη σχέση του ενάγοντα με την εναγόμενη και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμήριου
- Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 12 τη σύμβαση αντιπροσώπευσης της προκατόχου της εναγομένης με την εταιρεία Stalos Investments Ltd. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην έκδοση των αξιογράφων του έτους 2010 εξηγώντας ότι η Cyprus Popular Bank εξέδωσε δυο σειρές αξιογράφων. Στο πιο πάνω πλαίσιο αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 13 στη διαδικασία. Δέχθηκε ότι ο ενάγοντας υπέγραψε την αίτηση Τεκμήριο 1 στα γραφεία της Stalos Investments ltd, αλλά ισχυρίστηκε ότι μετά την υπογραφή ο ενάγοντας υπέβαλε την αίτηση μέσω του υποκαταστήματος της Τράπεζας στο Ξυλοφάγου. Δήλωσε ότι η εναγόμενη ήταν διευθυντής έκδοσης της επίδικης σειράς αξιογράφων και αναφέρθηκε στη διαδικασία αποστολής του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου. Κατάθεσε σχετικό έντυπο επί του οποίο σύμφωνα με τον ίδιο, φαίνεται η παράδοση του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου προς τον ενάγοντα, ως Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε επίσης στο ιστορικό επενδύσεων του ενάγοντα και κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, έντυπο με τίτλο, Πράξεις - Αναγγελίες - Πελάτης. Τέλος αναγνώρισε τα Τεκμήρια Γ και Β προς αναγνώριση τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι περί το έτος 2010 η Λαϊκή τράπεζα κατείχε ένα μεγάλο ποσοστό των μετοχών της Marfin CLR. Αναφέρθηκε επίσης στη διαδικασία αποστολής του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Δελτίου προς τους επενδυτές. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δήλωσε ότι δεν γνώριζε το κατά πόσο ο ενάγοντας παρέλαβε το εν λόγω δελτίο. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι στάλθηκε. Ο ίδιος δεν κατείχε οποιοδήποτε ερωτηματολόγιο που να συμπλήρωσε ο ενάγοντας. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των διαδίκων και αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί σκόπιμο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα Η μαρτυρία του ενάγοντα στον βαθμό που άπτεται των επίδικων γεγονότων, σε μεγάλο βαθμό δεν έχει αμφισβητηθεί και κρίνεται αξιόπιστη. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί ότι απέκτησε αξιόγραφα της Marfin Popular Bank Public Co Ltd αξίας € 150.
- Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέτασή του ότι η αίτηση για απόκτηση αξιογράφων υποβλήθηκε μέσω της εταιρείας Stalos Investments Ltd στις 20.4.
- Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527 και η σχετικά πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Συνεπώς, ως προς τα ανωτέρω κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Περαιτέρω, η θέση του ότι σε κάποιο στάδιο σταμάτησε η εκδότης των αξιογράφων να του καταβάλλει τόκο, δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι υπόλοιπες του θέσεις, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, καθότι δεν συνάδουν με τα δικόγραφα ή έμειναν αόριστες αναφορές. Ειδικότερα οι θέσεις του ότι πείσθηκε για να προσχωρήσει στην αγορά αξιογράφων από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Marfin Laiki στο Ξυλοφάγου είναι έκτος δικογράφων. Στην έκθεση απαίτησής του ο ενάγοντας προέβαλε τη θέση ότι προχώρησε στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κατόπιν προτροπών και συστάσεων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου της εναγόμενης. Επομένως, οι σχετικές θέσεις που προέβαλε στη μαρτυρία του όχι μόνο δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα αλλά είναι και σε διάσταση με αυτά. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ
- Επομένως, οι πιο πάνω θέσεις δεν μπορούν να γίνου αποδεκτές. Επιπροσθέτως, η θέση του ότι περί τον Μάρτιο του 2013 αντιλήφθηκε ότι χάθηκαν τα χρήματά του τέθηκε υποθετικά. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ένεκα της μη καταβολής τόκων «κατάλαβε» ότι χάθηκαν τα χρήματα του μαζί με το κούρεμα. Όμως η πιο πάνω δήλωση εκφράζει την υποκειμενική του πεποίθηση. Το τι συμπερασματικά αντιλήφθηκε ο μάρτυρας από το γεγονός της παύσης καταβολής τόκων δεν μπορεί να αποτελέσει βάθρο για την εξαγωγή ευρήματος. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΕ 1 Η ΜΕ1 ήταν υπάλληλος που εργαζόταν στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς. Η ΜΕ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όμως η μαρτυρία της δεν μπορεί να είναι βοηθητική για τα επίδικα θέματα, αφού όπως δήλωσε δεν γνώριζε τα γεγονότα που περιέβαλαν την υπό κρίση υπόθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ 1 Ο ΜΥ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και πειστικότητα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Συγκεκριμένα οι θέσεις του ως προς τη νομική υπόσταση, αλλαγή ονομάτων και ιστορικό συγχωνεύσεων και εξαγορών που οδηγήσαν στην εναγόμενη δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι η Marfin Popular Bank Public Co Ltd το έτος 2010 εξέδωσε δυο σειρές αξιογράφων. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα επίδικα αξιόγραφα αφορούν την πρώτη έκδοση. Επιπροσθέτως, οι θέσεις του ως προς την ύπαρξη συμφωνίας αντιπροσώπευσης μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας Stalos Investments Ltd και το περιεχόμενο αυτής δεν έχουν αμφισβητηθεί και υποστηρίζονται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία, ήτοι το Τεκμήριο
- Επιπλέον, οι θέσεις του ως προς το επενδυτικό ιστορικό του ενάγοντα επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 15 και δεν έχουν αντικρουσθεί ή αμφισβητηθεί. Τέλος, οι θέσεις του ο ενάγων υπέβαλε καταγγελία στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς και ότι η εναγόμενη απάντησε συνάδουν με τα Τεκμήρια 16 και 17 και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Τέλος η θέση του ότι ο ενάγοντας εισέπραξε συνολικά το ποσό των € 23.000 ως τόκους από τα επίδικα αξιόγραφα δεν έχει αμφισβητηθεί. Αντιθέτως, η θέση του ότι η αίτηση του ενάγοντα, για απόκτηση αξιογράφων, δεν υποβλήθηκε μέσω της αντιπροσώπου της εναγομένης, εταιρείας stalos Investments Ltd, αλλά απευθείας στην τράπεζα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' αρχάς η πιο πάνω θέση τέθηκε επί υποθετικής βάσης. Ο μάρτυρας με βάση την ηλεκτρονική σφραγίδα στο πάνω δεξιό μέρος της αίτησης, Τεκμήριο 1, κατέληξε ότι η αίτηση υποβλήθηκε από τον ενάγοντα απευθείας στην τράπεζα. Όμως, η πιο πάνω σφραγίδα το μόνο που δεικνύει είναι ότι η αίτηση υποβλήθηκε στο σύστημα της τράπεζας, η οποία ήταν ο εκδότης των αξιογράφων. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στο σύστημα του εκδότη των αξιογράφων δεν μπορεί να οδηγήσει κατά λογική αναγκαιότητα στο ότι την αίτηση υπέβαλε απευθείας ο ενάγοντας στην τράπεζα. Επιπλέον τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα κατά τη αντεξέταση. Αντιθέτως, η θέση που υποβλήθηκε στον ενάγοντα, από τον συνήγορο της εναγόμενης, ήταν ότι η εταιρεία stalos Investments Ltd το μόνο που έπραξε ήταν να διαβιβάσει τις εντολές του στην τράπεζα. Σύμφωνα, όμως, με τη νομολογία οι δηλώσεις του συνηγόρου δεσμεύουν τον διάδικο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Μαρσέλλο κ.ά ν. Κωνσταντίνου Ποινική Έφεση 167/2013, ημερομηνίας 18.1.
- Έτσι στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον η προβαλλόμενη θέση του μάρτυρα δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα αλλά υποβλήθηκε μια εντελώς διαφορετική, κρίνω ότι δεν μπορώ να δεχθώ τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του ΜΥ
- Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυράι του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η εναγόμενη ήταν ίδρυμα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δυνάμει του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Aγoρών Nóμoυ του 2007, N.144(I)/
- Η εταιρεία stalos Invstements Ltd ήταν εγκεκριμένος/συνδεδεμένος αντιπρόσωπος της εναγόμενης. Δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 4.3.2010, η εταιρεία Stalos Investments Ltd μπορούσε να παρέχει υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης εντολών σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα. Ο ενάγοντας κατόπιν αίτησής του, ημερομηνίας 20.4.2010, απέκτησε 150 αξιόγραφα, της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ονομαστικής αξίας € 1.000 έκαστο. Η αίτησή του υποβλήθηκε μέσω της εταιρείας Stalos Investments Ltd. O ενάγοντας διατηρούσε από τις 18.2.2004 σύμβαση συνεργασίας με την εταιρεία Egnatia Financial Services (Cyprus) Ltd, για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Τα στοιχεία ενεργητικού της Egnatia Financial Services (Cyprus) Ltd, μέσω σειράς συγχωνεύσεων περιήλθαν στην κατοχή της εναγομένης και ως εκ τούτου η εναγόμενη κατέστη διάδοχος της εν λόγω εταιρείας. Τα επίδικα αξιόγραφα θα έφεραν τόκο. Ο ενάγοντας έλαβε το ποσό των € 23.000 ως τόκους από τα επίδικα αξιόγραφα. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο ενάγοντας δικογράφησε διάφορες βάσεις αγωγές εναντίον της εναγόμενης. Μεταξύ άλλων δικογράφησε δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, απειλή, εκβιασμό, και οικονομική πίεση. Όμως για τα πιο πάνω ουδεμιά μαρτυρία προσέφερε. Υπενθυμίζεται ότι οι εν λόγω βάσεις αγωγής στρέφονταν κατά της εναγόμενης. Τουναντίον ο ενάγοντας στη μαρτυρία αναφέρθηκε σε πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων της Λαϊκής Τράπεζας. Επομένως, οι πιο πάνω βάσεις αγωγής δεν έχουν προωθηθεί και εν πάση περιπτώσει δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία προς υποστήριξη των σχετικών δικογραφημένων ισχυρισμών. Η μόνη βάση αγωγής που παρέμεινε είναι η βάση αγωγής, η οποία ερείδεται επί του Νόμου, Ν.144(Ι)/2007. Για τα πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει επαρκής δικογράφηση της κατ' ισχυρισμόν παρανομίας, αφού στην έκθεση απαίτησης καταγράφεται ρητά ο Νόμος, προβλήθηκαν ισχυρισμοί γεγονότων και δόθηκε μαρτυρία που άπτεται των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Νόμο. Θεμέλιο, λοιπόν, της αξίωσης του ενάγοντα είναι η παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Σε σχέση με την αστική ευθύνη δυνάμει του Ν.144(Ι)/2007 σχετικό είναι το άρθρο 143 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 143.-
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζηµιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζηµιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/
- Προκύπτει, συνεπώς, ότι τυχόν παράβαση του Νόμου γεννά αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα. Η νομική φύση του σχετικού αγώγιμου δικαιώματος έχει εξεταστεί ενδελεχώς στην απόφαση του αδελφού Δικαστή Ν.Α.Π. Γεωργιάδη στην αγωγή ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3858/2014, 14/1/2021, του Ε/Δ Λευκωσίας, όπου με παραπομπή σε αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά: «
- Στην Αγγλία, σε σειρά υποθέσεων, αποφασίστηκε σε σχέση με ανάλογη πρόνοια του Financial Services and Markets Act 2000[8] («FSMA»), ότι όπου υφίσταται θέσμιο καθήκον (statutory duty), τυχόν παράλληλο καθήκον ευθύνης (duty of care[9]) με βάση το κοινοδίκαιο δεν επεκτείνεται πέραν των υποχρεώσεων που προβλέπει ο νόμος.
- Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking (ηλεκτρονική έκδοση - LexisNexis), Part VII Investments and Financial Products/Chapter 29 - Advising on Financial Products/1 Scope of Advising on Financial Products, στην § [29.10] αναφέρονται τα ακόλουθα: 'In Green v Royal Bank Scotland[10] of it was held that the existence of a regulatory statutory duty does not give rise to a co-extensive common law duty of care with regulatory obligations actionable under FSMA, where those obligations are not actionable. However, where a common law duty arises, it was recognised that the standard of reasonable skill and care will often be informed by regulatory obligations[11]. When the regulatory obligations are actionable, the Court has generally treated the obligations at common law as going no wider than the regulatory obligations, per Walker v Inter-Alliance Group Plc (In Liquidation)[12].' (Έμφασις δική μου) 68.Ως προς την παρεχόμενη θεραπεία, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms (ηλεκτρονική έκδοση - LexisNexis)/Mortgages Vol 28
(1)/Practice/G: Defences, Other Claims and Third Parties/2: Other Claims/
- Claim for damages) στην § [102]: 'Apart from any cause of action for damages at common law for breach of contract or possibly breach of a common law duty of care, a contravention by an authorised person of a rule made by the Financial Conduct Authority[13] is actionable at the suit of a private person who suffers loss as a result of the contravention[14]. This is treated as a claim for damages for breach of statutory duty. Contravention of the rules does not make any transaction void or unenforceable[15] and is not a defence to a claim for possession[16]. Nor does the existence of a statutory duty give rise to a co-extensive duty of care at common law[17].' (Έμφασις δική μου)
- Κατ' αναλογία, κρίνω ότι το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/2007, όπου υφίσταται παράβαση των προνοιών του και/ή των Οδηγιών που έχουν σχέση με την εφαρμογή του, δημιουργεί ιδιώνυμη αστική βάση αγωγής. Το κοινοδίκαιο (και επομένως οι πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148), δεν μπορούν να διευρύνουν υποχρεώσεις Τράπεζας (ή να δημιουργήσουν επιπρόσθετα καθήκοντα) πέραν των όσων προνοούν ο Ν.144(Ι)/2007(και κατ' επέκταση η MiFID) και οι Οδηγίες.» Για σκοπούς της παρούσας υιοθετώ την πιο πάνω ανάλυση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θα εξετάσω την ενώπιον μου αγωγή υπό το πρίσμα του άρθρου 143 του Ν.144(Ι)/
- Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι ο Ν.144(Ι)/2007 θεσπίστηκε προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες της οδηγίας Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/39/ΕΚ γνωστής ως MIFID. Ο Ν.144(Ι)/2007 έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα. Για σκοπούς της παρούσας οι αναφορές στον Ν.144(Ι)/2007 περιλαμβάνουν και τον τροποποιητικό Ν.106(Ι)/2009, αφού η επίδικη σύμβαση απόκτησης αξιογράφων έλαβε χωρά στις 20.04.
- Κατά την κρίση μου χρήσιμο ερμηνευτικό βοήθημα του Ν. 144
(1)/2007 αποτελεί και το προοίμιο της οδηγίας 2004/39/ΕΚ (εφεξής MIFID), όπου καταγράφεται ότι σκοπός της θέσπισής της, είναι μεταξύ άλλων, και η προστασία των επενδυτών. Σύμφωνα δε με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Comercial Hostelera de Grandes Vinos, C-604/11, EU:C:2013:344, σκέψη 39, η προστασία των επενδυτών αποτελεί έναν από τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Niahm Moloney EC Securities Regulation, second edition, Oxford University Press, σελ. 591 κεφάλαιο 7, υπό το τον τίτλο Mifid and the Conduct of Business Regime, υποκεφάλαιο, The Core Principles: «it is designed to establish a rigorous investor protection regime in order, in part, to encourage the development of a stronger retail market. » Από το σύνολο της υπό συζήτηση οδηγίας αλλά και ως προκύπτει από το ανωτέρω σύγγραμμα σκοπός της οδηγίας MIFID ήταν η προστασία των επενδυτών και μάλιστα η θέσπιση ενός αυστηρού καθεστώτος προστασίας των επενδυτών. Το πεδίο εφαρμογής του Νόμου προσδιορίζεται στο άρθρο 3 αυτού, ως ακολούθως: 3.-
(1)Ο παρών Νόμος ρυθμίζει- (α) Την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών καθώς και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, η δε παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στη Δημοκρατία περιλαμβάνει- . (ii) οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από τη Δημοκρατία ή από πρόσωπο που βρίσκεται, κατοικεί ή διαμένει στη Δημοκρατία και απευθύνεται προς πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας· (iii) .
(2)Εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου- . (ια) τα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στη διενέργεια συναλλαγών σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό· η παρούσα εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή όταν τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο, του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας» Ο ορισμός του όρου επενδυτική υπηρεσία παρέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου, ως ακολούθως: «επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·» Στο δε Μέρος ΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος σταχυολογούνται οι πράξεις που εμπίπτουν στην έννοια του όρου επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες : «1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή/και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης.» Στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται στον όρο χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Μεταβιβάσιμες κινητές αξίες. 2. Μέσα χρηματαγοράς. ...» Η έννοια του όρου λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως: «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών µέσων για λογαριασμό πελατών.» Στην υπό κρίση υπόθεση είχε συνομολογηθεί σύμβαση αγορά αξιογράφων μεταξύ του ενάγοντα και της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. H αίτηση για αγορά των επίδικων αξιογράφων υποβλήθηκε μέσω της εταιρείας stalos Investments Ltd, η οποία είναι αντιπρόσωπος της εναγομένης. Από τα πιο πάνω προσδιορίζεται ότι η μόνη υπηρεσία που δόθηκε στον ενάγοντα είναι αυτή της λήψης και διαβίβασης εντολών σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. Επομένως, προκύπτει ότι η εταιρεία Stalos Investments Ltd παρείχε επενδυτική υπηρεσία στον ενάγοντα. Οι υποχρεώσεις των εταιρειών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες προσδιορίζονται στο άρθρο 36 του Νόμου ως ακολούθως: «Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
- i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
- ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (iii) τους τόπους εκτέλεσης, (
- iv)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· (ε) η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποτελούμενες αποκλειστικά και μόνο από τη λήψη και διαβίβαση εντολών του πελάτη ή/και την εκτέλεσή τους, με ή χωρίς την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της χωρίς να εφαρμόζει την παράγραφο (δ), εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις: (
- i)Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους όπου ενσωματώνονται παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, μια δε αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις προβλεπόμενες στο Μέρος Χ, (
- ii)η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή του πιθανού πελάτη, (iii) ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοοικονομικού μέσου που του προσφέρεται ή της υπηρεσίας που του παρέχεται και ότι, επομένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχή προστασία των οικείων κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας· η ενημέρωση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή, (
- iv)η ΚΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 29 υποχρεώσεις της· (στ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται οποιαδήποτε έγγραφα που καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και της ΚΕΠΕΥ και που αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους η ΚΕΠΕΥ θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη· τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα· (ζ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να χορηγεί στους πελάτες της επαρκείς αναφορές σχετικά με τις υπηρεσίες που τους παρέχει· στις αναφορές αυτές πρέπει να περιλαμβάνεται, όπου συντρέχει η περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών και των υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται για λογαριασμό τους· (η) όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοοικονομικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε κοινοτική νομοθεσία άλλη από την Oδηγία 2004/39/EK ή σε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου των πελατών ή/και τις απαιτήσεις περί πληροφοριών, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με το παρόν άρθρο υποχρεώσεις.
(2)Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τα μέτρα εφαρμογής για τη συμμόρφωση των ΚΕΠΕΥ με τις αρχές του εδαφίου
(1)κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών στους πελάτες ή πιθανούς πελάτες τους.» ( η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Προκύπτει από το λεκτικό του Νόμου ότι όταν η ΚΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες υπέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Μία εξ αυτών είναι και η υποχρέωση ελέγχου συμβατότητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 40
(3)του Νόμου: «ΚΕΠΕΥ που αποφασίζει να ορίσει συνδεδεµένο αντιπρόσωπο εξακολουθεί να ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου αντιπροσώπου, όταν αυτός ενεργεί για λογαριασµό της.» Επομένως, η εναγόμενη, εκ του νόμου, ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη της εταιρείας stalos Investments Ltd. Ως έχει σημειωθεί ανωτέρω η εταιρεία stalos investments Ltd παρείχε τις υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης εντολών. Επομένως, είχε καθήκον να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου
- Η εναγόμενη θα μπορούσε να διαφύγει των εν λόγω υποχρεώσεων μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 (ε) (i με iv). Θεμελιακή προϋπόθεση για την πιο πάνω δυνατότητα είναι οι παρεχόμενες υπηρεσίες να αφορούν μη περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο. Ως προς την έννοια του όρου «περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο» διαφωτιστική είναι η ΚΔΠ 558/2007, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Χρηματοοικονομικό μέσο μη προσδιοριζόμενο στο άρθρο 36
(1)(ε)(i) του Νόμου θεωρείται μη περίπλοκο εφόσον πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) δεν εμπίπτει στην παράγραφο (γ) του ορισμού «κινητές αξίες» του άρθρου 2
(1)του Νόμου ή στις παραγράφους 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου∙ (β) υπάρχουν συχνές ευκαιρίες διάθεσης, εξαγοράς ή ρευστοποίησής του με άλλο τρόπο, σε τιμές που είναι δημόσια διαθέσιμες στους συμμετέχοντες στην αγορά και αποτελούν είτε τιμές της αγοράς είτε τιμές που διατίθενται ή επαληθεύονται από συστήματα αποτίμησης το οποία είναι ανεξάρτητα από τον εκδότη∙ (γ) δεν συνεπάγεται για τον πελάτη καμία πραγματική ή ενδεχόμενη υποχρέωση που υπερβαίνει το κόστος απόκτησης του μέσου∙ (δ) είναι διαθέσιμες στο κοινό επαρκείς περιεκτικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του που να είναι εύκολα κατανοητές, ώστε να παρέχεται στο μέσο ιδιώτη πελάτη η δυνατότητα να λάβει απόφαση βασισμένη σε σωστή ενημέρωση στο κατά πόσο, να διενεργήσει ή όχι μια συναλλαγή στο εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο.» Στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007 ο όρος κινητές αξίες έχει την ακόλουθη έννοια: «κινητές αξίες» σημαίνει τις κατηγορίες αξιών που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως- (α) Μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων νομικών προσώπων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών, (β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα τέτοιων αξιών, (γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών ή που τυγχάνει δικαιώματος εκκαθάρισης τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ' αναφορά προς αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη·» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι τα αξιόγραφα συνιστούν μη περίπλοκά χρηματοοικονομικά μέσα. Περαιτέρω, το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα αξιόγραφα είναι κινητές αξίες οι οποίες φέρουν τόκο. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε αυτά να καταταχθούν στην έννοια των κινητών αξιών για σκοπούς του Ν. 144/2007. Εφόσον, λοιπόν, συνιστούν κινητές αξίες εν τη εννοία του Νόμου η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε σχέση με αυτά δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του 36 (ε) (i με iv), αφού αυτά δεν θεωρούνται μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Επομένως, η εταιρεία stalos investments Ltd όφειλε να τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 36 του Νόμου. Δηλαδή είχε υποχρέωση να αντλήσει τις αναγκαίες πληροφορίες σε σχέση με τη γνώση του ενάγοντα στο συγκεκριμένο τύπο επενδυτικού μέσου, ώστε να του σύστηνε τα χρηματοοικονομικά μέσα που ήταν κατάλληλα για την περίπτωσή του και να προέβαινε σε έλεγχο συμβατότητας. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας στο παρελθόν, πριν τη θέση σε ισχύ του Ν.144(Ι)/2007, συνομολόγησε σύμβαση για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με εταιρεία που στην πορεία συγχωνεύθηκε με την εναγόμενη, δεν συνεπάγεται ότι δεν έπρεπε να ακολουθηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 36, ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης. Η πιο πάνω εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του Νόμου. Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση A.D «Pallada Athena» Developers Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού και του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 82/2015, ημερομηνίας 1.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:C84, όπου συγκεφαλαιώθηκε η σχετική νομολογία. Σημειώνεται δε ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι υπέρτερης τυπικής ισχύος από τις πρόνοιες της ΚΔΠ που επικαλέστηκε ο συνήγορος της εναγομένης. Επομένως κρίσιμες είναι οι διατάξεις του Νόμου που θεσπίζει τη σχετική υποχρέωση. Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τον Νόμο, άρθρο 36(δ) (ανωτέρω), η υποχρέωση της εταιρείας που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες είναι να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας. Επομένως το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και απαιτεί λήψη πληροφορίων σε σχέση με την πείρα στο εκάστοτε συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν. Συνακόλουθα, τυχόν πληροφόρηση που λήφθηκε στο παρελθόν αναφορικά με άλλα επενδυτικά προϊόντα δεν μπορεί να έχει σημασία για σκοπούς του παρόντος Νόμου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η συνδεδεμένη αντιπρόσωπος της εναγομένης δεν έπραξε οτιδήποτε για να αντλήσει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους, ώστε να του σύστηνε τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που ήταν κατάλληλα για την περίπτωσή του. Επίσης ουδεμία μαρτυρία υφίσταται σε σχέση με το κατά πόσο το πωλούμενο χρηματοοικονομικό μέσο ήταν συμβατό με τον ενάγοντα. Η πιο πάνω παράλειψη ήταν επίσης ουσιαστική καθότι λόγω της παράλειψη ελέγχου συμβατότητας η εναγόμενη δεν μπορούσε να συμμορφωθεί την υποχρέωση της, σε περίπτωση που φαινόταν μη συμβατό, να τον προειδοποιήσει περί τούτου. Επομένως, θεμελιώνεται παράβαση του Νόμου. Ως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα ο ενάγοντας αξιώνει σειρά θεραπειών. Όμως στο άρθρο 143 του Νόμου η μόνη θεραπεία που προβλέπεται είναι η θεραπεία των αποζημιώσεων. Εφόσον η αγωγή πέτυχε μόνο στη βάση του άρθρου 143 του Νόμου μπορούν να εξεταστούν μόνο οι θεραπείες που προνοεί το εν λόγω άρθρο. Από το λεκτικό του άρθρου 143 του Νόμου ( ανωτέρω) εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα πως το γεγονός ότι η συνδεδεμένη αντιπρόσωπος δεν συμμορφώθηκε με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της δεν οδηγεί από μόνο του στην απόδοση αποζημιώσεων. Ως προκύπτει από το άρθρο 143 του Νόμου, για την απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγων έχει υποστεί ζημία λόγω ενέργειας ή παράλειψης που έλαβε χώρα κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον Νόμο. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απόδοση αποζημιώσεων. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγων έχει υποστεί ζημία εξ αιτίας της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Νόμου. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές από το λεκτικό του Νόμου, ότι απαιτείται η απόδειξη της ζημίας αλλά και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με τη μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου. Επομένως κεφαλαιώδους σημασίας ήταν η απόδειξη ζημίας. Εν προκειμένω, ουδεμία μαρτυρία έχει προσφερθεί ως προς την τύχη των αξιογράφων που απέκτησε ο ενάγοντας. Η μόνη αναφορά που υφίσταται είναι ότι τα χρήματα που επένδυσε δεν βρίσκονται στον λογαριασμό του ενάγοντα και ότι σταμάτησε να λαμβάνει τόκο. Όμως, το ότι δεν βρίσκονται τα χρήματα στον λογαριασμό του δεν συνεπάγεται ζημία, αφού τα χρήματά του χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά αξιογράφων. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εκδότης των επίδικων αξιογράφων έπαυσε να καταβάλλει τόκο δεν αποδεικνύει από μόνη της ζημία. Έτσι, το γεγονός ότι η συνδεμένη αντιπρόσωπος της εναγομένης δεν συμμορφώθηκε με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της, κατά το στάδιο παροχής της επενδυτική υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης εντολών, δεν επαρκεί για την απόδειξη της ζημίας. Ελλείψει μαρτυρίας ως προς την ύπαρξη ζημίας και το ύψος αυτής δεν μπορεί να αποδοθεί η θεραπεία των αποζημιώσεων. Ακόμα, όμως, και να αποδεικνυόταν η ύπαρξη ζημίας δεν θα αποδεικνυόταν η αιτιώδης συνάφειας μεταξύ της μη συμμόρφωσης και της πρόκλησης της ζημίας. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία που να τείνει να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η οποιαδήποτε τυχόν ζημία υπέστη ο ενάγων προέκυψε αιτιωδώς από πράξεις ή παραλείψεις της αντιπροσώπου της εναγομένης. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, η γραμμή που προωθήθηκε ήταν ότι ενάγοντας είχε ήδη πειστεί για την ανάγκη αγοράς αξιογράφων πριν αποταθεί στη συνδεμένη αντιπρόσωπο της εναγομένης. Επιπλέον, ως ο ενάγοντας δήλωσε δεν έχει κανένα παράπονο από τον διευθυντή της συνδεμένης αντιπροσώπου της εναγόμενης και ότι η όποια απώλειά του προέκυψε από κακή πρόθεση της Λαϊκής τράπεζας. Τα πιο πάνω δεικνύουν ακριβώς ότι η θέση που προωθήθηκε ήταν ότι η μη συμμόρφωση της συνδεμένης αντιπροσώπου με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της, δεν επενέργησε και ούτε, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, θα μπορούσε να επενεργήσει στη βούληση του ενάγοντα για απόκτηση αξιογράφων. Επομένως, η αγωγή εναντίον της εναγομένης δεν μπορεί να επιτύχει Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο