Astrobank Public Company Limited ν. Εύρος Ευριπίδου κ.α., Αρ. Aγωγής: 12118/1997, 17/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A370 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 12118/1997 Astrobank Public Company Limited Ενάγουσα -και-
- Εύρος Ευριπίδου
- Μαρία Ευριπίδου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 17/10/2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητες: Ο Α. Κυριάκου για Α.Π. Κυριάκου Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγουσα- Καθ'ής η Αίτηση: Η κα Α. Λουκαρή για Δρα. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση, ημερομηνίας 21.7.21, για ακύρωση και παραμερισμό επιβαρυντικού Διατάγματος) Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι ο παραμερισμός μέρους του επιβαρυντικού Διατάγματος, ημερομηνίας 28.02.2020, («το επιβαρυντικό Διάταγμα»). Το εν λόγω επιβαρυντικό Διάταγμα εκδόθηκε προς όφελος της Ενάγουσας-καθ'ής η αίτηση («Καθ'ής η Αίτηση») και εναντίον της Εναγομένης 2, στα πλαίσια της πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η Καθ'ής η Αίτηση, με μονομερή της αίτηση, πέτυχε την έκδοση του προς το σκοπό εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης που εξασφάλισε υπέρ της. Αιτητές στην παρούσα αίτηση είναι η εταιρεία Αlbrook International Ltd (Αιτήτρια 1), Alexander Zhukov (Αιτητής 2) και Alexander Ratskevich (Αιτητής 3). Το μέρος του εκδοθέντος επιβαρυντικού Διατάγματος του Δικαστηρίου, για το οποίο ζητείται η ακύρωση και παραμερισμός του, έχει ως ακολούθως: «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ επιβαρύνει 5 χιλιάδες συνήθεις μετοχές, τις οποίες κατέχει η Εναγόμενη 2 ‑ Μαρία Ευριπίδου, από τη Λευκωσία, στην εταιρεία,PΑNCRΑSS Ltd, (αριθμό εγγραφής 88411), προς τον σκοπό εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 20.11.1997 που εκδόθηκε στην υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ την καθ'ής η αίτηση καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, επιβάρυνση, ρευστοποίηση και/ή διάθεση των 5 χιλιάδες συνήθεις μετοχών, στην εταιρεία PΑNCRΑSS Ltd, (αριθμό εγγραφής 88411) και το οποίο θα επεκτείνεται στην απαγόρευση πληρωμής και/ή καταβολής οποιουδήποτε μερίσματος και/ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου, σε σχέση με τις μετοχές.» Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 και Δ.48, στα άρθρα 31, 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα άρθρα 6, 7 και 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στο άρθρο 3
(4)του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων, Ν. 31(Ι)/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την αρχική και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας. Ελένης Ηλία, διευθύντρια στην εταιρεία PΑNCRΑSS Ltd («η Pancrass»). Η καθ'ης η αίτηση αντέδρασε στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος καταχωρώντας σχετική προς τούτο ένσταση, προβάλλοντας 21 λόγους ένστασης. Αυτοί μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου, στο ότι η παρούσα αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, δεν δικαιολογείται επαρκώς ο λόγος που δεν δίνεται μαρτυρία από εκπρόσωπο των Αιτητών, υπάρχει αδικαιολόγητη και ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, προβάλλονται αόριστοι και αβάσιμοι ισχυρισμοί, η έκδοση του επιβαρυντικού Διατάγματος εκδόθηκε νομότυπα, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του αναθεωρώντας δική του απόφαση, τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν είναι έγκυρα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, δεν αποκαλύπτουν οι Αιτητές ότι έχει προκληθεί σε αυτούς οποιανδήποτε ζημιά από την έκδοση του επιβαρυντικού Διατάγματος, η αίτηση είναι κακόπιστη, η αιτούμενη ακύρωση του Διατάγματος επιβάρυνσης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση και οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα και δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ένσταση συνοδεύεται από την αρχική ένορκη δήλωση του Ηρόδοτου Ταλιαδώρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση, καθώς και από την απαντητική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Προτού συνοψίσω τα όσα οι ομνύοντες ισχυρίζονται προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, όπως προκύπτει, μέσα από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών: α) Την 20.11.1997 εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή απόφαση υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων (ειδικότερα εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1, για το ποσό των ΛΚ 45.408,69 πλέον τόκους και εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των ΛΚ 30.000 πλέον τόκους). Επιδικάστηκαν επίσης εναντίον των Εναγομένων και τα Δικαστικά έξοδα της. Με την απόφαση του Δικαστηρίου διατάττετο επίσης η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του Εναγόμενου 1, προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων (Υποθήκες αριθμός Υ4947/94 και Υ2206/96 του Επαρχιακού Κτηματολογικού γραφείου Λεμεσού.) β) Στις 18.12.2013 εκδόθηκε Διάταγμα ανανέωσης της πιο πάνω δικαστικής απόφασης για δέκα έτη. γ) Σε μία προσπάθεια εκτέλεσης της πιο πάνω Δικαστικής απόφασης η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε memo τόσο επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 1 όσο και επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης
- δ) Η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε και σε καταχώρηση αίτησης, για αναγκαστική πώληση των ακινήτων, δηλαδή εκποίηση των υποθηκών με αριθμό Υ4947/94 και Υ2206/
- ε) Στις 23.12.2019 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση μονομερής αίτηση επιβάρυνσης μετοχών εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Στις 27.02.2020 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση τότε), εξέδωσε Διάταγμα Επιβάρυνσης μετοχών εναντίον των Εναγομένων. στ) Η Εναγόμενη 2 είχε καταχωρήσει αίτηση, ημερομηνίας 10.12.2020, με την οποία ζητούσε την ακύρωση και παραμερισμού μέρους του εν λόγω επιβαρυντικού Διατάγματος, αξιώνοντας δηλαδή ακριβώς την ίδια θεραπεία με την οποία οι Αιτητές αξιώνουν με την παρούσα αίτηση. Στις 12.04.2021 το Δικαστήριο (και πάλι υπό διαφορετική σύνθεση), απέρριψε την εν λόγω αίτηση. ζ) Μέτοχος της PΑNCRΑSS ως φαίνεται στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών είναι η Εναγόμενη
- η) Ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε τον Σεπτέμβρη του
- θ) Η Καθ'ής η Αίτηση, παρά τα πιο πάνω μέτρα εκτέλεσης που προέβη, δεν έλαβε κανένα ποσό μέχρι και σήμερα προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους των Εναγομένων. ΘΕΣΗ ΑΙΤΗΤΩΝ Είναι η θέση της ομνύουσας ότι προέβη στην καταχώρηση και των δύο ενόρκων δηλώσεων της αφού έλαβε σχετική εξουσιοδότηση από τους Αιτητές. Ο Εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δικηγόρος και η Εναγόμενη 2 είναι σύζυγός του. Ο Εναγόμενος 1 παρείχε, μεταξύ άλλων, ως δικηγόρος, διοικητικές υπηρεσίες σε διάφορες εταιρείες. Μεταξύ αυτών των υπηρεσιών ήταν και η παροχή υπηρεσιών εντολοδόχου (nominee). Η Εναγόμενη 2 ήταν, μεταξύ άλλων, και ονομαστική μέτοχος και/ή εμπιστευματοδόχος στην εταιρεία PΑNCRΑSS. Ιδιοκτήτρια της PΑNCRΑSS είναι η Αιτήτρια 1 ( βλέπε Τεκμήριο 1(α), το οποίο αποτελεί αντίγραφο του εμπιστεύματος μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Αιτήτριας 1). Επισύναψε επίσης αριθμό Τεκμηρίων (βλέπε Τεκμήρια 1(β)‑ (ζ) τα οποία αφορούν τιμολόγια και πληρωμές που εκδόθηκαν προς όφελος της εταιρείας Ε. EVRIPIDOU MANAGEMENT LTD, την οποία διατηρούσε ο Εναγόμενος 1 για παροχή διοικητικών και νομικών υπηρεσιών) με σκοπό να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια των εν λόγω μετοχών. Διευκρίνισε ότι οι πληρωμές των πιο τιμολογίων γίνονταν από την εταιρεία COMΑΤRΑNS SΑ, εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Ελβετία, και η οποία επίσης ασχολείται με την παροχή διοικητικών υπηρεσιών και νομικών υπηρεσιών. Μεταξύ άλλων παρέχει υπηρεσίες προς την Αιτήτρια 1 και τους τελικούς δικαιούχους της. Οι τελικοί δικαιούχοι της Αιτήτριας 1 και συνεπώς και της PΑNCRΑSS, είναι οι Αιτητές 2 και 3 (Τεκμήριο 2). Τον Φεβρουάριο του 2021 επιχείρησαν να προχωρήσουν με μεταβίβαση μετοχών στην εταιρεία PΑNCRΑSS. Εκεί ενημερώθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών ότι εκδόθηκε επιβαρυντικό Διάταγμα για τις εν λόγω μετοχές, το οποίο και δεν επέτρεπε τη μεταβίβαση τους. Έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να ερευνήσουν το όλο ζήτημα. Προς έκπληξή τους ενημερώθηκαν για την έκδοση Δικαστικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Χωρίς να γνωρίζουν ότι βρισκόταν σε εξέλιξη αίτηση της Εναγόμενης 2, για ακύρωση του μονομερούς εκδοθέντος Διατάγματος επιβάρυνσης των μετοχών, έδωσαν οδηγίες να ενημερώσουν την Καθ'ής η Αίτηση ως προς το πραγματικό καθεστώς των μετοχών της PΑNCRΑSS. Αρχικά η Καθ'ής η Αίτηση ήταν πολύ θετική, αποδεχόμενη προφορικά ότι το αίτημά τους για απόσυρση του επιβαρυντικού Διατάγματος θα διευθετείτο. Ανταλλάχθηκε μεταξύ του δικηγόρου τους και της λειτουργού της Καθ' ης η Αίτηση ηλεκτρονική επικοινωνία (Τεκμήριο 3). Μετά από τη λήψη των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων ενημερώθηκαν ότι υπήρχε σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία, η οποία αφορούσε σε αίτηση που καταχωρίστηκε από την Εναγόμενη
- Εν τέλει, η Καθ' ης η Αίτηση δεν αποδέχθηκε την απόσυρση της επιβάρυνσης από τις μετοχές της PΑNCRΑSS. Είναι η θέση της ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να επιτύχει λόγω του ότι η πραγματική δικαιούχος της PΑNCRΑSS είναι η Αιτήτρια 1 και όχι η Εναγόμενη
- Η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 2 δεν είναι η πραγματική ιδιοκτήτρια των μετοχών και τούτο γιατί θα μπορούσε εύκολα η Καθ' ης η Αίτηση να εντοπίσει το γεγονός αυτό, μέσα από τους εγκεκριμένους λογαριασμούς της PΑNCRΑSS, οι οποίοι βρίσκονται καταχωρημένοι στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχρηστικά επιβαρύνει τις μετοχές στην εταιρεία PΑNCRΑSS προκαλώντας στους Αιτητές σημαντικές οικονομικές ζημιές. Στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση καταθέτει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία σε μία προσπάθεια της να καταδείξει ότι πραγματικοί τελικοί δικαιούχοι των μετοχών της PΑNCRΑSS είναι οι Αιτητές (βλέπε Τεκμήριο 1, αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος Ελβετικής τράπεζας, στην οποία η PΑNCRΑSS διατηρούσε λογαριασμό, και στο οποίο αναγράφονται ως τελικοί δικαιούχοι της εν λόγω εταιρείας οι Αιτητές 2 και 3, Τεκμήριο 2(α) και (β) οικονομικές καταστάσεις της PΑNCRΑSS, Τεκμήριο 4 σχετική αλληλογραφία στην οποία φαίνονται οι οδηγίες που δόθηκαν από πλευράς PANCRASS όπως προχωρήσει ο Εναγόμενος 1 στη μεταφορά μετοχών προς την Εναγόμενη 2, Τεκμήριο 5 οδηγία που δόθηκε προς τους προηγούμενες ονομαστικούς μετόχους της PΑNCRΑSS που τους καλούσε να μεταφέρουν τις μετοχές της προς την εταιρεία POINΤ WΕST Ltd, εταιρεία ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1, Τεκμήριο 6 έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, όπου φαίνεται πως η Εναγόμενη 2 ήταν διευθύντρια την ίδια περίοδο και είναι σε αυτήν που ζητούσαν οι πελάτες να μεταβιβαστούν οι επίδικες μετοχές). Ο κ. Ηρόδοτος Ταλιαδώρος, μέσω της ένορκης του δήλωσης επαναλαμβάνει, υιοθετεί και αναπτύσσει περαιτέρω όλους τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Αναφέρει επιπρόσθετα, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ότι ουδέποτε η Καθ'ής η Αίτηση δήλωσε ότι είχε οποιαδήποτε πρόθεση να αποδεχθεί το αίτημα των Αιτητών (βλέπε Τεκμήριο 5). Ουδέποτε είχε γνώση η Καθ' ης η Αίτηση ότι οι Αιτητές ήταν οι τελικοί δικαιούχοι των μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη
- Ούτε και οι Αιτητές έχουν παραθέσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, στο οποίο να υποδηλώνει ότι η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, για τα κατ' ισχυρισμόν συμφέροντα των Αιτητών επί των επίδικων μετοχών. Η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει για την κατ' ισχυρισμόν δήλωση εμπιστεύματος, καθότι κάτι τέτοιο δεν ήταν κατατεθειμένο στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι η θέση του ότι το κατ' ισχυρισμόν εμπίστευμα φαίνεται να υπογράφηκε περί το έτος 2105, όταν ήδη η Δικαστική απόφαση είχε εκδοθεί και όταν ήδη υφίστατο το εξ αποφάσεως χρέος. Συνεπώς η πράξη αυτή της Εναγόμενης 2 φαίνεται να είναι πράξη καταδολιευτική, εφόσον προσπάθησε μέσω του εμπιστεύματος να αποξενώσει περιουσιακά της στοιχεία. Αρνείται ότι τα Τεκμήρια που οι Αιτητές έχουν καταθέσει, με σκοπό να πείσουν το Δικαστήριο ως προς τους ισχυρισμούς τους, αποδεικνύουν ότι πραγματικοί δικαιούχοι των μετοχών της Pancrass είναι οι ίδιοι και όχι η Εναγόμενη
- Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και μέσω των γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές παρέδωσαν στο Δικαστήριο, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους και παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάσθηκε οιοσδήποτε των ενόρκως δηλούντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ των δύο πλευρών, ότι το επιβαρυντικό Διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 3 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν.31(Ι)/92 («ο Νόμος»). Σύμφωνα με την υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1463, οι μετοχές δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επιβαρυντικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 4
(2)(α)(ii) του εν λόγω Νόμου εφόσον συμπεριλαμβάνονται στα «ομόλογα (stock)», όπως ο όρος ερμηνεύεται στο άρθρο 2
(1). Μετά την έκδοση τέτοιου διατάγματος παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο ακύρωσης ή διαφοροποίησης αυτού, κατόπιν σχετικής αίτησης, η οποία δύναται να καταχωριστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(4)του Νόμου το οποίο προνοεί ότι: «
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Συνεργατικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ,
(2013)1 ΑΑΔ 2090, λέχθηκε πως το άρθρο 3
(4)του Νόμου προβλέπει ότι σε περίπτωση που εκδοθεί «επιβαρυντικό διάταγμα» ως μέτρο εκτέλεσης, ως η προκειμένη περίπτωση, ο οφειλέτης ή άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει δικαίωμα να αποταθεί στο δικαστήριο και με αίτηση να ζητήσει την ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος. Αυτό έχουν πράξει και με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές εφόσον υποστηρίζουν ότι είναι πρόσωπα που έχουν συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο (στην προκειμένη οι μετοχές της Pancrass) στο οποίο γίνεται αναφορά στο επιβαρυντικό Διάταγμα. Προβάλλεται εκ μέρους τους η θέση ότι οι ίδιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι των μετοχών της Pancrass και όχι η Εναγόμενη 2. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (Reissue), σελ. 176, παρ. 320 γίνεται αναφορά για το ποια πρόσωπα έχουν δικαίωμα και νομιμοποιούνται να αιτηθούν την ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «The interested persons have to have some form of interest, such as a proprietary interest or something akin to that, whereby legal rights and liabilities are directly affected by the charging order.» Προτού εξετάσω την ουσία της παρούσας αίτησης θα ασχοληθώ, κατά προτεραιότητα, με την θέση της Καθ'ής η αίτηση ότι η νομική της βάση είναι λανθασμένη εφόσον σε αυτήν δεν συμπεριλαμβάνεται η Δ.48
(8)
(4), παρά μόνο γίνεται γενική αναφορά στην Δ.48. Από την άλλη, οι Αιτητές διατείνουν ότι η νομική βάση της αίτησης είναι καθόλα ορθή εφόσον σε αυτήν περιλαμβάνεται το άρθρο 3
(4)του Νόμου και είναι στη βάση αυτού που το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας ώστε να εξετάσει την παρούσα αίτηση. Με κάθε σεβασμό η εισήγηση της Καθ'΄ης η Αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πράγματι η Δ.48
(8)
(4)αφορά τις περιπτώσεις για τις οποίες ένα πρόσωπο αμφισβητεί και επιθυμεί να παραμερίσει ένα Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο προηγουμένως έχει εκδοθεί μονομερώς. Όπου όμως ένας Κανονισμός ή Νόμος προβλέπει ειδική ρύθμιση για το δικαίωμα ενός προσώπου να αμφισβητήσει ένα διάταγμα, το οποίο έχει εκδοθεί μονομερώς, είναι αυτή η ειδική αντίστοιχη νομοθετική πρόνοια που δίδει δικαιοδοσία και εξουσία στο Δικαστήριο να αποφασίσει την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Επί του προκειμένου, το άρθρο 3
(4)του Νόμου προσδίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχουν οποιοιδήποτε λόγοι ώστε να ακυρώσει το επιβαρυντικό Διάταγμα που έχει εκδοθεί στα πλαίσια του άρθρου 3 του Νόμου. Επομένως από τη στιγμή που στο σώμα της υπό κρίση αίτησης έχει συμπεριληφθεί το πιο πάνω σχετικό δικαιοδοτικό της βάθρο το Δικαστήριο έχει αποκτήσει και την ανάλογη εξουσία. Στην υπόθεση Egiazaryan κ.ά. v. Denoro Investments Ltd, Πολ. Έφ. 75/11, ημ. 19.2.13, υποβλήθηκε αίτημα από τους εφεσείοντες για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας στα πλαίσια της έφεσης. Η αίτηση στηριζόταν μόνο στη Δ.35 Θ.8, ενώ έγινε εισήγηση από τους εφεσίβλητους ότι η αίτηση έπρεπε να στηρίζεται στο άρθρο 25
(3)του Ν.14/60. Το Εφετείο αποδέκτηκε την θέση των εφεσιβλήτων με το εξής σκπετικό: «Είναι γεγονός ότι το άρθρο 25
(3)είναι σαφώς δικαιοδοτικό και περικλείει την όλη εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη δικαιοδοσία του ως Εφετείου, να εξετάζει οποιαδήποτε έφεση χωρίς δέσμευση από τα πραγματικά γεγονότα και τις αποδείξεις που ήσαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου .. Το άρθρο 25
(3)ως δικαιοδοτικό υπερτερεί της κανονιστικής ρύθμισης που εμπεριέχεται στη Δ.35 θ.8, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως μετά. Ακριβώς διότι το άρθρο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία κατ΄ επανάληψη περιοριστικά, κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν την προσοχή τους και σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου...» Ενόψει των πιο πάνω η εισήγηση της Καθ'ής η Αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση κρίνεται ως ανεδαφική. Η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει επίσης την θέση ότι οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα αίτηση λόγω Δεδικασμένου. Έρεισμα για την προβολή του σχετικού λόγου ένστασης αποτελεί το γεγονός ότι ήδη η Εναγόμενη 2 καταχώρισε αίτηση στο Δικαστήριο, στη βάση του οποίου ζητούσε την ακύρωση του εν λόγω επιβαρυντικού διατάγματος, και η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με βάση σχετική του Απόφαση. Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αξιώνουν από το Δικαστήριο την ίδια ακριβώς θεραπεία. Υπάρχει εν ολίγοις, ήταν πάντοτε η θέση της, αφενός ταύτιση επίδικων θεμάτων αλλά και αφετέρου ταύτιση διαδίκων. Αναφορικά με τις περιπτώσεις στις οποίες η αρχή του δεδικασμένου έχει εφαρμογή αλλά και αναφορικά με τις καταβολές της, παραπέμπω στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, στη σελ.914, υπό τον τίτλο «Κώλυμα λόγω δεδικασμένου»: «Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει (R v. West
(1962)2 All ER 624, R v. Kent Justices, Ex parte Machin
(1952)1 All ER 1123) και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα (Alikhani v. Προδρόμου και Άλλης, ΠΕ 22/09, ημερ. 10.4.12, Thoday v. Thoday
(1964)1 All ER 341)...» Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1Β ΑΑΔ 1125 λέχθηκε ότι για να μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή του δεδικασμένου, σε οποιαδήποτε έκφανσή της, πρέπει να συντρέχουν οι εξής 4 προϋποθέσεις: -Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη -Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων -Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων -Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων Μελετώντας τις πιο πάνω αρχές και εφαρμόζοντας τες στα ενώπιον μου γεγονότα ούτε και αυτή η εισήγηση της Καθ'΄ης η Αίτηση, με κάθε σεβασμό, με βρίσκει σύμφωνο. Καταρχάς, οφείλω να σημειώσω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Και τούτο γιατί Αιτητές στην παρούσα αίτηση είναι άλλα πρόσωπα και όχι η Εναγόμενη 2, η οποία ήταν και η Αιτήτρια στην προγενέστερη αίτηση. Η Καθ'΄ης η Αίτηση προς υποστήριξη των θέσεων της παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέας Γιάννη Γαβριήλ v Γεωργίου Αγαπίου
(1990)1ΑΑΔ 1868 θέλοντας να καταδείξει ότι η ταύτιση διαδίκων, η οποία αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του δεδικασμένου, πληρείται όχι μόνο στις περιπτώσεις που οι διάδικοι και στις δύο Δικαστικές διαδικασίες είναι ίδιοι αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις των διαδόχων των διαδίκων (privies), κατηγορία η οποία περιλαμβάνει και τους διαδόχους περιουσίας ή συμφέροντος. Στην εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνονται επίσης όλα τα πρόσωπα, των οποίων το συμφέρον στη διαδικασία ταυτίζεται με εκείνο των διαδίκων στην πρώτη αγωγή. Στη προκειμένη όμως περίπτωση το συμφέρον της Εναγόμενης 2 και των Αιτητών δεν ταυτίζεται, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και οι δύο αναζητούσαν την ίδια θεραπεία. Και τούτο γιατί με την αίτηση της η Εναγόμενη 2 αιτήθηκε από το Δικαστήριο την ακύρωση του επιβαρυντικού Διατάγματος προβάλλοντας ουσιαστικά την θέση ότι οι μετοχές δεν είναι δικής της ιδιοκτησίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το λεκτικό της απόφασης του Λ.Πασχαλίδη, ημερομηνίας 12.4.21, όπου λέχθηκε ότι: «Υπενθυμίζω εδώ ότι η θέση της εναγομένης 2 περιορίζεται ουσιαστικά στο ότι αυτή κανένα συμφέρον δεν έχει στις επίδικες μετοχές εφόσον είναι απλά ονομαστική μέτοχος....» Είναι προφανές ότι η Εναγόμενη 2 αποτάθηκε στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την ακύρωση του επιβαρυντικού Διατάγματος, με σκοπό να αποδείξει ότι οι μετοχές της δεν είναι δικές της και δεν της ανήκουν, ανεξαρτήτως των οποιοδήποτε ισχυρισμών προέβαλε ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι είναι άλλα πρόσωπα. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε λόγω του ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε η ίδια δικαίωμα, με βάση το άρθρο 3
(4)του Νόμου, να αιτηθεί τον παραμερισμό του επιβαρυντικού Διατάγματος εφόσον δεν είναι τα δικά της συμφέροντα που πρόβαλε αλλά συμφέροντα τρίτων. Συνάγεται επομένως από το περιεχόμενο της εν λόγω Απόφασης ότι δεν εξετάστηκε στην ουσία της η Αίτηση και δεν εξετάστηκε κατά πόσο οι μετοχές της Pancrass, πράγματι ανήκουν σε τρίτους. Παραθέτω το σκεπτικό της εν λόγω Απόφασης: «Κατά δεύτερο, η παρούσα αίτηση αναφέρει ρητά ότι υποβάλλεται αποκλειστικά από την εναγόμενη 2 και μάλιστα υπό την προσωπική της ιδιότητα ως εξ' αποφάσεως οφειλέτρια των εναγόντων και χωρίς να γίνεται καμία επίκληση στη διευθυντική ιδιότητα που η τελευταία κατέχει στην PANCRASS ή στην κατ' ισχυρισμό ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου της ALBROOK ως βάση για την καταχώρηση της αίτησης. Με άλλα λόγια, η παρούσα αίτηση δεν υποβάλλεται ούτε από την PANCRASS, ούτε από την ALBROOK αλλά μόνο από την εναγόμενη 2 προσωπικά. Όμως, αν και η εναγόμενη 2 έχει δικαίωμα με βάση το Νόμο να αιτηθεί η ίδια τον παραμερισμό του επίδικου διατάγματος, αφ' ης στιγμής δεν είναι τα δικά της συμφέροντα που προβάλλει για το σκοπό αυτό, ισχυριζόμενη μάλιστα κι ότι η ίδια δεν έχει κανένα συμφέρον στις επίδικες μετοχές, δεν μπορεί να επικαλείται τα ξένα συμφέροντα για να ακυρώσει η ίδια το επίδικο διάταγμα και δη τα ξένα συμφέροντα προσώπων που δεν συμμετέχουν με κάποιο τρόπο στη διαδικασία. Αν η ALBROOK όντως συνιστά πρόσωπο που επηρεάζεται από το διάταγμα τότε αυτή είχε και έχει δικαίωμα με βάση το Νόμο να καταχωρήσει η ίδια αίτηση παραμερισμού οπόταν και τότε είναι που θα μπορεί να εξεταστεί η ουσία και ο βαθμός επηρεασμού αυτών των κατ' ισχυρισμό δικαιωμάτων της. Άλλωστε, υπό το φως της αμφισβήτησης που εγείρουν οι ενάγοντες ως προς την γνησιότητα και εγκυρότητα των κατ΄ισχυρισμό συμφερόντων της ALBROOK, η οποιαδήποτε προσπάθεια του Δικαστηρίου να εξετάσει την ουσία αυτών των ξένων συμφερόντων στα πλαίσια της παρούσας αίτησης της εναγόμενης 2 και στην απουσία της ALBROOK, θα απέληγε ουσιαστικά σ αυτό ακριβώς που παραπονείται η εναγόμενη 2 ότι έχει γίνει, ότι δηλαδή το Δικαστήριο αγνόησε τα δικαιώματα των άμεσα επηρεαζόμενων τρίτων.» Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι και ότι είναι πρόσωπα που έχουν συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται στο επιβαρυντικό Διάταγμα, επίδικο ζήτημα το οποίο και ασφαλώς διαφέρει σε σχέση με το τί η Καθ'ής η Αίτηση επικαλείτο στο Δικαστήριο στα πλαίσια της δικής της αίτησης. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, για τους πιο πάνω λόγους, δεν υπάρχει ούτε ταυτότητα διαδίκων αλλά και ούτε ταυτότητα επίδικων θεμάτων με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής το Δόγμα του Δεδικασμένου. Επίσης, ως προκύπτει, η ουσία της παρούσας αίτησης για το ποιος δηλαδή είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μετοχών της Pancrass δεν έχει αποφασισθεί τελεσίδικα, εφόσον ούτε καν εξετάστηκε ένα τέτοιο ζήτημα στη βάση της πιο πάνω Απόφασης. Επομένως και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το κώλυμα λόγω Δεδικασμένου. Συνεπακόλουθα και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται ως ανεδαφικός. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης, δηλαδή του κατά πόσο οι Αιτητές είναι πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται στο επιβαρυντικό Διάταγμα. Επί του επίδικου αυτού ζητήματος υπάρχει διάσταση των μερών. Και τούτο γιατί είναι η θέση των Αιτητών ότι οι ίδιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι των μετοχών της Pancrass που βρίσκονται εγγεγραμμένες στο όνομα της Εναγομένης 2 και που έχουν επιβαρυνθεί. Από την άλλη αποτελεί θέση της Καθ'ής η Αίτηση ότι τα όσα έχουν επισυνάψει οι Αιτητές δεν είναι ικανοποιητικά ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ενόψει των πιο πάνω θέσεων το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το πραγματικό καθεστώς ιδιοκτησίας των μετοχών της Pancrass, πέραν του παρουσιαζόμενου νομικού πλαισίου, δηλαδή επί της ουσίας να εξετάσει τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από την παρουσιαζόμενη νομική κατάσταση των πραγμάτων. Υπενθυμίζω ότι, και τούτο αποτελεί κοινό τόπο, με βάση την υπάρχουσα κατάσταση ιδιοκτήτρια των μετοχών, με βάση τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, είναι η Εναγόμενη 2. Η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική. Επί τούτου άντλησα καθοδήγηση από την πρωτόδικη απόφαση PJSC "Alfa-Bank" ν. Podolskiy, Γενική Αίτηση Αρ. 46/2018, 19/4/2019, την οποία και υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας. Στην εν λόγω αίτηση αντικείμενο της ήταν, όπως και εδώ, η ακύρωση επιβαρυντικού Διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε και ανέλυσε Αγγλική επί του θέματος Νομολογία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «H υπόθεση Walker International Holdings Ltd v. Republique Populaire Du Congo and others
(2005)EWHC 2813 (Comm) αφορούσε επιβαρυντικό διάταγμα βάσει του Charging Orders Act 1979 επί ακίνητης περιουσίας, ιδιοκτησίας εταιρείας, ο εξ αποφάσεως πιστωτής ήταν το Κράτος του Κογκό και το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο η εταιρεία ήταν εικονική ("sham") με σκοπό την απόκρυψη των περιουσιακών στοιχείων στο Κογκό. Το Δικαστήριο προέβη σε μια ενδελεχή αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας που είχε τεθεί ενώπιον του. Στα πλαίσια της αξιολόγησης κατ΄ αρχάς είναι αξιοσημείωτη η παρατήρηση του Δικαστηρίου για την παράλειψη εμφάνισης κάποιων προσώπων στη διαδικασία αλλά και για την παράλειψη των μετεχόντων σε αυτή να προσκομίσουν μαρτυρία, στοιχείο το οποίο συνεκτίμησε κατά την αξιολόγηση, μη διστάζοντας να αναφέρει πως αυτή η παράλειψη ήταν εσκεμμένη και στόχευε στη μη παρουσίαση όλης της αλήθειας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως χαρακτηριστικά είπε: «. This was not an accidental failure to call relevant evidence; it was not a failure due to language or distance since the court has access to satisfactory video links; nor was it a failure because of expense; it was deliberate so as to avoid the court having a full and comprehensive picture of the truth.» Ακολούθως το Δικαστήριο επισήμανε πως δεν ήταν ασφαλές να στηριχθεί στην όψη των εγγράφων καθότι ο τύπος και η πραγματικότητα πιθανόν να μην συμπίπτουν και φαίνεται να υιοθέτησε το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να καταλήξει στην απόφαση του πως παρόλο που η Fininco ήταν ο ονομαστικός μέτοχος, στην πραγματικότητα οι μετοχές ανήκαν στη SNPC/Kongo. Θεωρώ διαφωτιστικές τις ακόλουθες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου: «[100] Furthermore, I am not persuaded that it would be safe to rely on the face value of the documents. Form and reality may not coincide. [106] Since I have had no reliable oral evidence, and no evidence at all from people who could have helped most, including in particular Mr Itoua, I have had to rely upon documents, which may be more for show than reality. I cannot conclude for certain that Fininco was set up because Walker had made attempts to seize the assets of SNPC in France. On a balance of probabilities, this seems a reasonable inference to draw. The circumstances in which it was incorporated [see paras 20 - 40 above] show that it was done in a hurry. The cross investment between COSER and Fininco is very odd: each apparently investing in the other, even though Fininco's investment in COSER is not recorded in its books and COSER itself never paid any money by way of share capital to Fininco. [107] I am satisfied for the reasons referred to earlier in this judgment that the shares in Jackson were acquired with SNPC funds without any management participation by the Board of Fininco, which had no money or bank account when the contract to buy the shares was made. Fininco's incorporation was, as was noted, incompatible with the objectives of the World Bank/IMF that the State oil company should be privatised. I infer from the circumstances of its incorporation, the way the compte courant was established, and the way the shares were bought that Fininco was simply a tool of the Congo /SNPC in 2002 and 2003. Although Fininco nominally held the shares in Jackson, in reality ownership of them was retained by SNPC/Congo. Fininco was no more than an extension of SNPC using Government money to undertake various projects. As such, it was a device used by Congo to spend more of the money, which should have gone to the Treasury, for its own ends. Whether Mr Trace QC is right to say that it was used for the purpose of frustrating creditors I am not absolutely sure, but reach that conclusion on a balance of probabilities. . [128] It follows, therefore, that I hold that Congo are beneficially interested in the shares of Jackson and Jackson's property.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ζήτημα του βάρους απόδειξης επανήλθε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Walton and another v. Allman
(2015)EWHC 3325 (Ch). Σε εκείνη την υπόθεση μεταξύ της έκδοσης του προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος και της ακρόασης για την οριστικοποίηση του ο σύζυγος της εξ αποφάσεως οφειλέτιδος, (στο όνομα του οποίου ήταν εγγεγραμμένη η περιουσία), αμφισβήτησε ότι αυτή είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην εν λόγω περιουσία. Παρόλο που το σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου ήταν ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει επιβαρυντικό διάταγμα στις περιπτώσεις όπου ικανοποιείται πως ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει κάποιο συμφέρον επί της σχετικής περιουσίας, χωρίς την αναγκαιότητα καθορισμού του ακριβούς βαθμού κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, εντούτοις και εδώ το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η σύζυγος είχε συμφέρον με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης και την πρόθεση των μερών, παρόλο που ο μοναδικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο σύζυγος της και δεν αφορούσε οικογενειακή οικία όπου εκεί ισχύουν διαφορετικές αρχές. Τέλος, η υπόθεση Shalabayev v. JSC BTA Bank
(2016)EWCA Civ 987, αφορούσε επιβαρυντικό διάταγμα επί ακίνητης περιουσίας βάσει δύο αποφάσεων εναντίον του Ablyazov όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε την αίτηση του εφεσείοντος να παρέμβει ενώ ισχυρίζετο πως αυτός ήταν ο δικαιούχος της υπό κρίση περιουσίας και πως αυτή δεν ανήκε στον Ablyazov. H θέση της Τράπεζας ήταν πως ο Ablyazov χρησιμοποιούσε ένα μεγάλο και πολύπλοκο δίκτυο εταιρειών, συσταθείσες σε διάφορες δικαιοδοσίες, Βρετανικές Παρθένες Νήσους, Σεϋχέλλες, Κύπρο και Νήσους Marshall, για να διαχειρίζεται και αποκρύβει τα περιουσιακά του στοιχεία, στο οποίο δίκτυο χρησιμοποιούσε διάφορα πρόσωπα εμπιστοσύνης του, συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντος. Το Δικαστήριο δεν του επέτρεψε να παρέμβει στη βάση κατάχρησης διαδικασίας και κωλύματος. Το Εφετείο ανέτρεψε αυτή την απόφαση θεωρώντας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του και πως ο εφεσείων είχε δικαίωμα να αμφισβητήσει το επιβαρυντικό διάταγμα εφόσον φέρετο ως ο μοναδικός δικαιούχος. Παρόλο που το σκεπτικό της απόφασης αφορά διαφορετική βάση, εντούτοις διαφαίνεται πως στα πλαίσια της εξέτασης των θέσεων του εφεσείοντος ως προς το συμφέρον του, το Δικαστήριο δικαιούται να υπεισέλθει σε όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και να δει κατά πόσο πίσω από τον εφεσείοντα τελικός δικαιούχος είναι άλλο πρόσωπο, και δη ο εξ αποφάσεως οφειλέτης. Στη βάση των όσων προκύπτουν από τις πιο πάνω αποφάσεις, θεωρώ πως κατ΄ αντιστοιχία στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να δει πίσω από τη φαινόμενη κατάσταση πραγμάτων για να διαπιστώσει κατά πόσο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης βρίσκεται ή κρύβεται πίσω από αυτή. Βεβαίως αυτό το ζήτημα είναι θέμα γεγονότων το οποίο θα αποφασιστεί στη βάση όλων των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στη βάση της μόνης λογικής διαπίστωσης ως προς το ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διατηρεί συμφέρον επί της περιουσίας που είναι αντικείμενο επιβαρυντικού διατάγματος, χωρίς την ανάγκη καθορισμού του σε αυτό το στάδιο που είναι ένα και μοναδικό για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, με το επόμενο στάδιο να είναι η έκδοση διατάγματος πώλησης. Σε αυτό ακριβώς το πρώτο στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο συνάγεται ως εύλογη διαπίστωση ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διατηρεί οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία, αντικείμενο των επιβαρυντικών διαταγμάτων. .... Επομένως, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος το Δικαστήριο δύναται να αξιολογήσει τα ενώπιον του στοιχεία για να καταλήξει κατά πόσο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει κάποιο συμφέρον στην περιουσία, αντικείμενο του διατάγματος επιβάρυνσης, ενώ στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για πώληση υποχρεούται πλέον να προσδιορίσει και καθορίσει αυτό το συμφέρον και ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου πριν προχωρήσει στο μέτρο εκτέλεσης, ήτοι την πώληση αυτής της περιουσίας. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με το λεκτικό του Νόμου και την πρόθεση του Νομοθέτη, καθότι εάν στα πλαίσια αίτησης για ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος δεν διαφανεί στον απαιτούμενο βαθμό η ύπαρξη κάποιου συμφέροντος του εξ αποφάσεως οφειλέτη στην υπό επιβάρυνση περιουσία, τότε δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος το διάταγμα επιβάρυνσης, που επιφέρει δραστικές συνέπειες, να παραμένει σε ισχύ.» Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο οι Αιτητές, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είναι πρόσωπα που έχουν συμφέρον επί των επίδικων μετοχών, δηλαδή αν είναι στην πραγματικότητα οι πραγματικοί και τελικοί δικαιούχοι τους. Η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο είναι καταφατική. Και τούτο γιατί οι Αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συντριπτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τους ισχυρισμούς τους. Ειδικότερα, οι Αιτητές έχουν επισυνάψει αντίγραφο του εμπιστεύματος (declaration of trust) μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Αιτήτριας (Τεκμήριο 1 (α)). Σε αυτό αναφέρεται ρητά ότι η Εναγόμενη 2 κατέχει τις μετοχές της PΑNCRΑSS εξ ονόματος και δια λογαριασμό της Αιτήτριας 1, αλλά και ότι η τελευταία είναι η πραγματική δικαιούχος των μετοχών (beneficial owner of the said shares). Αποτελεί κοινό τόπο ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν κατατεθειμένο στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αμφισβήτησε την πλαστότητα του εν λόγω εγγράφου. Αυτό το οποίο προβάλλει ήταν ότι αυτό αφενός δεν φέρει καμία σφραγίδα καταχώρησής του σε κάποιο επίσημο και Δημόσιο προσβάσιμο μητρώο και ότι αφετέρου αυτό φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της δημιουργίας του εξ αποφάσεως χρέους. Επί του 1ου της ισχυρισμού, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πρώτον γιατί έχει προωθηθεί πολύ γενικά και αόριστα χωρίς παραπομπή σε οποιαδήποτε αυθεντία που να θέλει να προτείνει κάτι διαφορετικό και εν πάση περιπτώσει από πουθενά δεν προκύπτει ότι οι Αιτητές είχαν τέτοια υποχρεώση εκ του Νόμου. Τέτοια βεβαίως υποχρέωση προκύπτει πλέον μετά την ψήφιση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 (η «5η Οδηγία κατά της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες»,). Η 5η Οδηγία κατά της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες ενσωματώθηκε στην Κυπριακή Νομοθεσία μέσω των Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007-2021 (ο «Νόμος») στις 23 Φεβρουαρίου
- Η ΕΕ απαιτούσε από τα κράτη μέλη της να δημιουργήσουν μητρώα πραγματικών δικαιούχων εταιρειών τα οποία θα ήταν προσβάσιμα στο κοινό. Ο Νόμος προβλέπει τη δημιουργία κεντρικού μητρώου πραγματικών δικαιούχων για εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες. Τέτοια υποχρέωση όμως κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υφίστατο. Επομένως η μη καταχώρηση του δεν σημαίνει και αυτομάτως ότι αυτό δεν έχει καταρτισθεί. Σε ό,τι αφορά την ημερομηνία σύνταξής του, δεν συμμερίζομαι τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση και τούτο γιατί κρίσιμος χρόνος στην προκειμένη είναι ότι αυτό φέρει ημερομηνία σύνταξης, προγενέστερη της έκδοσης του επιβαρυντικού Διατάγματος. Δεν έχει σημασία ότι αυτό συντάχθηκε μετά τη δημιουργία του εξ αποφάσεως χρέους. Τουναντίον δεικνύει ότι από την στιγμή που το εμπίστευμα φέρεται να δημιουργήθηκε αρκετά χρόνια πριν την επιβάρυνση των μετοχών της Pancrass δεν προκύπτει καμία πρόθεση καταδολίευσης της καθ'ής η αίτηση, ως η τελευταία υποστηρίζει μέσω της ένστασης της. Ουσιώδης χρόνος λογίζεται η ημερομηνία έκδοσης του επιβαρυντικού Διατάγματος και ποιος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μετοχών της Pancrass. Σε κάθε όμως περίπτωση η πιο πάνω παρατήρηση μου ότι οι Αιτητές είναι οι τελικοί δικαιούχοι των μετοχών της Pancrass δεν περιορίζονται μόνο στο εν λόγω εμπίστευμα αλλά αυτό αποτελεί ένα στοιχείο, που μαζί με τα υπόλοιπα Τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί από τους Αιτητές, στα οποία θα αναφερθώ αμέσως κατωτέρω, ικανοποιούν το Δικαστήριο για το βάσιμο των ισχυρισμών τους. Ειδικότερα, σημαντικό στοιχείο προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών των Αιτητών αποτελούν και οι οικονομικές καταστάσεις της PΑNCRΑSS (Τεκμήριο 2(α) και (β), βλέπε σελ. 28 και σελίδα 22, αντιστοίχως), και ανεξαρτήτως του πότε αυτές έχουν καταχωριστεί στον Έφορο εφόσον μοναδικό ζητούμενο στην παρούσα Αίτηση δεν είναι κατά πόσο αυτές ήταν προσβάσιμες στην Καθ'ής η Αίτηση αλλά το περιεχόμενο τους. Σε αυτές αναφέρεται ότι η εν λόγω εταιρεία ελέγχεται (controlled) από την Αιτήτρια 1 και ότι τελικός δικαιούχος της είναι ο Αιτητής
- Επισυνάφθηκε επίσης αριθμός τιμολογίων και πληρωμές, προς την εταιρεία G. EVRIPIDOU MANAGEMENT LTD (Τεκμήρια 1 (β)-(ζ)) την οποία διατηρούσε ο Εναγόμενος για παροχή διοικητικών υπηρεσιών. Τις εν λόγω πληρωμές φέρεται να τις πραγματοποιεί η εταιρεία COMΑΤRΑNS η οποία παρείχε διοικητικές υπηρεσίες προς τους Αιτητές (Τεκμήριο 2). Στο εν λόγω Τεκμήριο και πάλι διαφαίνεται ότι τελικοί δικαιούχοι της Αιτήτριας 1 είναι οι Αιτητές 2 και
- Επί του ιδίου ζητήματος σχετικό είναι και το Τεκμήριο 1, της συμπληρωματικής δήλωσης της κυρίας Ηλία, στο οποίο ελβετική τράπεζα βεβαιώνει ότι η PANCRASS διατηρούσε λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα, μέχρι και τις 16.10.2009 και ότι τελικοί της δικαιούχοι ήταν οι Αιτητές 2 και
- Περαιτέρω έχουν επισυναφθεί και ως Τεκμήρια 5 και 6 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κυρίας Ηλία οδηγίες που δόθηκαν για μεταβίβαση μετοχών της PANCRASS Ltd. Μέσα από το περιεχόμενο των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων συνάγεται ότι δόθηκαν οδηγίες στον Εναγόμενο 1 να μεταβιβαστούν οι μετοχές του προγενέστερου ονομαστικού μετόχου προς τον διευθυντή της Pancrass, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η Εναγόμενη
- Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα πιο πάνω Τεκμήρια αλλά και γεγονότα έχουν παραμείνει αναντίλεκτα εφόσον η Καθ' ης η Αίτηση επέλεξε να μην αντεξετάσει την κα Ηλία, επί του περιεχομένου αυτών. Ενόψει των πιο πάνω στοιχείων που έχουν προσκομισθεί, ιδώμενα αυτά, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, είμαι ικανοποιημένος, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι οι Αιτητές απέδειξαν ότι αφενός η Εναγόμενη 2 δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επιβαρυντικού διατάγματος, η πραγματική ιδιοκτήτρια των μετοχών και ότι αφετέρου οι Αιτητές ήταν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών της Pancrass και συνεπακόλουθα είναι πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον σε περιουσία, για την οποία εκδόθηκε εναντίον της το επίδικο επιβαρυντικό Διάταγμα. Ασφαλώς και οι Αιτητές με την έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος επί της δικής τους περιουσίας υφίστανται ζημιά εφόσον δεν μπορούν να την αξιοποιήσουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Οι Αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα που οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί τους είναι πιο πιθανοί παρά όχι (Χρυσάνθου Χρυσάνθη και Άλλος, υπο την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή, ανήλικου, δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου, συζύγου Μάριου Χρίστου Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Κλείνοντας θα ήθελα να σχολιάσω και την θέση της Καθ'΄ης η Αίτηση ότι η κα Ηλία δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωριστεί στο Δικαστήριο εκ μέρους των Αιτητών και ότι δεν αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων τους. Ούτε και αυτή η εισήγηση, με κάθε σεβασμό, με βρίσκει σύμφωνο. Ως προκύπτει η κα. Ηλία είναι διευθύντρια της PANCRASS, στην οποία έχω καταλήξει ανωτέρω ότι οι τελικοί δικαιούχοι της είναι οι Αιτητές και ως εκ τούτου είναι το κατάλληλο πρόσωπο, ως η διευθύντρια αυτής, να προβεί στις επίδικες ένορκες δηλώσεις προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών των Αιτητών και με δεδομένο ότι η ίδια έχει δηλώσει ότι έχει λάβει σχετική εξουσιοδότηση από τους αυτούς, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Η κα. Ηλία είναι η διευθύντρια της εταιρείας, οι μετοχές τις οποίας έχουν επιβαρυνθεί Επίσης ανάφερε ότι έλαβε γνώση των γεγονότων τόσο από τους ίδιους τους Αιτητές όσο και τον συνήγορο τους. Επομένως και αυτός ο λόγος ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση κρίνεται ανεδαφικός. Ούτε και έχω επίσης διαπιστώσει ότι οι Αιτητές, ως διατείνει η Καθ' ης η Αίτηση, έχουν καταχωρήσει με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση την παρούσα Αίτηση. Οι οποιεσδήποτε εισηγήσεις της Καθ' ης η Αίτηση επί του προκειμένου, με σκοπό να τεκμηριώσει τη θέση της, είναι δικοί της συνειρμοί και εικασίες. Τουναντίον ως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας (Τεκμήριο 4 και 5, στην ένορκη δήλωση της κας Ηλία), προτού καταχωρηστεί η επίδικη αίτηση, οι Αιτητές, μέσω του συνηγόρου της, προσπάθησαν να ενημερώσουν την Καθ' ης η Αίτηση, ως προς το πραγματικό καθεστώς των μετοχών. Είναι μόνο μετά που ναυάγησαν οι μεταξύ τους συζητήσεις που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Ούτε και μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές γνώριζαν περί της καταχώρησης εκ μέρους της Εναγόμενης 2 της αίτησης της για ακύρωση του επιβαρυντικού Διατάγματος. Αυτό συνάγεται και από το ότι η Καθ'ής η Αίτηση απέστειλε (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Ταλιαδώρου) στον συνήγορο των Αιτητών την Απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 12.4.21. Αν πράγματι οι Αιτητές είχαν γνώση δεν θα υφίστατο οποιαδήποτε ανάγκη η Καθ'ής η Αίτηση να αποστείλει αντίγραφο στον συνήγορο τους την πιο πάνω Δικαστική Απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ δίκαιο και ορθό όπως το αίτημα των Αιτητών επιτύχει και συνεπακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος A της αίτησης με έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ'΄ης η αίτηση για το ποσό των €1200 (πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει), πλέον €56 πραγματικά έξοδα. (Υπ.) ............. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο