F.V. ν. Ι.Κ., Αρ. Αγωγής: 1631/2015, 30/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A401 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1631/2015 Μεταξύ: F.V. Ενάγοντα και Ι.Κ. Εναγόμενου Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Λαδάς με κα. Δ. Λαδά Για τον Εναγόμενο: κ. Ζ. Νικολαΐδης με κα. Ν. Γεωργιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €153.078,00 ως οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή υποσχετικού σημειώματος και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους ημερομηνίας 1.12.2014 πλέον τόκους, έξοδα χαρτοσήμανσης του εν λόγω εγγράφου και δικηγορικά έξοδα. Ο Εναγόμενος αρνείται την αξίωση του Ενάγοντα και στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρισε ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό που αναφέρεται στο γραμμάτιο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό από τον Ενάγοντα. Αναφέρει περαιτέρω ότι μαζί με τον Ενάγοντα αγόρασαν ένα κτήμα το οποίο είχαν πρόθεση να πωλήσουν και λόγω του ότι ο Ενάγων απουσίαζε στο εξωτερικό, ο τελευταίος του ζήτησε όπως το κτήμα εγγραφεί επ' ονόματι του και όπως υπογράψει έγγραφο με το οποίο δεσμευόταν πως σε περίπτωση πώλησης του κτήματος θα πληρώσει στον Ενάγοντα το ½ ποσό, πράγμα το οποίο δέχθηκε. Ο Ενάγων παρουσίασε στον Εναγόμενο το εν λόγω γραμμάτιο στην παρουσία δικηγόρου, το οποίο ο Εναγόμενος αρνήθηκε αρχικά να υπογράψει, πλην, όμως, τελικά υπέγραψε κατόπιν εξαναγκασμού και απειλής ότι σε περίπτωση άρνησής του να υπογράψει θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία και στο Σύνδεσμο Λογιστών για απόσπαση ποσού €153.078,
- Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου για απειλές, πιέσεις και εξαναγκασμό και ισχυρίζεται ότι περί τον Αύγουστο του 2005 οι διάδικοι συμφώνησαν να αγοράσουν μαζί ένα κτήμα στο Μαρώνι της Επαρχίας Λάρνακας αντί του ποσού των €153.774,
- Για το σκοπό αυτό ίδρυσαν την εταιρεία K.V. ZYPRES Ltd με κεφάλαιο Λ.Κ. 5,000 διαιρεμένο σε 5,000 συνήθεις μετοχές εκ Λ.Κ. 1,00 έκαστη και έλαβαν από 2,500 μετοχές ο καθένας. Η εταιρεία συνήψε συμβόλαιο αγοράς του κτήματος και ο Ενάγων κατέβαλε στον Εναγόμενο σε μετρητά το αναλογούν ποσό του τιμήματος πώλησης, ώστε αυτός να προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για μεταβίβαση του κτήματος επ' ονόματι της εταιρείας. Κατά την περίοδο που μεσολάβησε από τη σύναψη της συμφωνίας μέχρι το 2011, για λόγους που ο Ενάγων δεν γνωρίζει, το κτήμα χωρίστηκε σε δυο τεμάχια, ενώ το φθινόπωρο του 2014 αυτός διαπίστωσε ότι και τα δυο τεμάχια ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Εναγόμενου, αντί στο όνομα της εταιρείας. Μετά από αρκετές συζητήσεις μεταξύ τους, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο Ενάγων αποσυρθεί από την εταιρεία μεταβιβάζοντας τις μετοχές του στον Εναγόμενο με αντάλλαγμα την άμεση πληρωμή σε αυτόν του ποσού των €153.078,00 ως αντιπροσωπεύον την αξία που συμφωνήθηκε ότι θα είχαν οι μετοχές του Ενάγοντα εάν το κτήμα είχε εγγραφεί στο όνομα της εταιρείας, το δε κτήμα θα παρέμενε εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Εναγόμενου. Η δε μεταβίβαση των μετοχών και η παραίτηση του Ενάγοντα από τη θέση του αξιωματούχου της εταιρείας θα γινόταν ταυτόχρονα με την εξόφληση του εν λόγω ποσού. Για το σκοπό αυτό ο Εναγόμενος εκτέλεσε το επίδικο έγγραφο. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ήταν πολύ σύντομη. Προς απόδειξη της απαίτησης έδωσε μαρτυρία ο Ενάγων, ενώ ο Εναγόμενος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης. Σημειώνω, επίσης, ότι έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται πιο κάτω. Το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς ευχερέστερης αντίληψης των θέσεων που προώθησαν οι δυο πλευρές, παραθέτω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο ο Ενάγων (Μ.Ε.) υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και ανέφερε ότι κατά την περίοδο από το 2002 μέχρι το τέλος του 2014 κατοικούσε στην Κύπρο και η σχέση του με τον Εναγόμενο ήταν αρχικά επαγγελματική και αργότερα φιλική. Αναφερόμενος στο επίδικο έγγραφο (Τεκμήριο 1), ο μάρτυρας κατέθεσε πως αυτό υπογράφθηκε από τον Εναγόμενο στο γραφείο του τελευταίου στη Λευκωσία. Ο μάρτυρας είχε μαζί του το έγγραφο εκτυπωμένο και έτοιμο για υπογραφή αλλά ο Εναγόμενος αρνείτο να το υπογράψει λόγω της πρόνοιας για τόκο ύψους 8%, το οποίο θεώρησε ψηλό. Έτσι, μετά από κάποια συζήτηση, συμφωνήθηκε τελικά όπως ο τόκος μειωθεί σε 5% και αφού το έγγραφο τροποποιήθηκε ιδιοχείρως, ακολούθως ο Εναγόμενος το υπέγραψε. Η υπογραφή τέθηκε στην παρουσία της γραμματέα του Εναγόμενου και μιας άλλης υπαλλήλου του, οι οποίες επίσης υπέγραψαν επί του εγγράφου. Για τη χαρτοσήμανση του εγγράφου ο Ενάγων πλήρωσε το ποσό των €275,83 (η σχετική απόδειξη πληρωμής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Παρόλες τις οχλήσεις του προς τον Εναγόμενο (σχετικό μεταξύ άλλων και το ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερομηνίας 27.2.2015 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3), αυτός μέχρι σήμερα ουδέν ποσό κατέβαλε. Σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του Τεκμηρίου 1, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συμφωνία του με τον Εναγόμενο για αγορά του κτήματος στο Μαρώνι για το ποσό των €153.774,12 και την ίδρυση της εταιρείας K.V. ZYPRES Ltd προς το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη συμφωνία αγοράς του κτήματος και προσκόμισε ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο της συμφωνίας και ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του κτήματος. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Ενάγων, ο ίδιος κατέβαλε σε μετρητά το αναλογούν μερίδιο και ο Εναγόμενος ανέλαβε να προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις ώστε το κτήμα να εγγραφεί στο όνομα της εταιρείας. Παρόλα αυτά, αφού το κτήμα χωρίσθηκε σε δυο τεμάχια, το φθινόπωρο του 2014 ο ίδιος ανακάλυψε με έκπληξη ότι και τα δυο τεμάχια ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Εναγόμενου αντί της εταιρείας (αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας κατατέθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 7). Μετά από πολλές συζητήσεις, χωρίς την εμπλοκή δικηγόρων, συμφωνήθηκε η απόσυρση του Ενάγοντα από την εταιρεία με αντάλλαγμα την άμεση πληρωμή σε αυτόν του ποσού των €153.078 από τον Εναγόμενο και για το λόγο αυτό υπογράφθηκε το Τεκμήριο 1, καθώς επίσης συμφωνία ημερομηνίας 16.10.2014 για μεταβίβαση των 2,500 μετοχών του Ενάγοντα στην εταιρεία K.V. ZYPRES Ltd στον Εναγόμενο με την πληρωμή του εν λόγω ποσού (αντίγραφο της συμφωνίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Ο Ενάγων ουδέν ποσό έλαβε μέχρι σήμερα και για το λόγο αυτό δεν προχώρησε με τη μεταβίβαση των μετοχών στον Εναγόμενο ή την παραίτηση του από τη θέση του αξιωματούχου της εταιρείας (σχετικό έντυπο πληροφοριών από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών από το οποίο προκύπτει ότι ο Ενάγων εξακολουθεί να είναι μέτοχος και αξιωματούχος στην εταιρεία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγων αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια η οποία να ισοδυναμεί με εξαναγκασμό ή απειλή. Για τους σκοπούς της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος (Μ.Υ.) υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β). Σε αυτήν αναφέρθηκε στην αρχικά επαγγελματική και στην πορεία φιλική σχέση του με τον Ενάγοντα και στη συζήτηση που είχαν για αγορά ενός ακινήτου. Ως είχαν συνεννοηθεί, ο Εναγόμενος προέβηκε σε έρευνα αγοράς και αφού έλαβε τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα, του ζήτησε να καταβάλει το μερίδιο του και αυτός υποσχέθηκε να το πράξει. Λόγω του ότι ο Ενάγων ουδέποτε του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και επειδή δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία, ο Εναγόμενος προχώρησε και αγόρασε μόνος του το ακίνητο, το οποίο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του το
- Ο Ενάγων γνώριζε για τα πιο πάνω και δεν έδειξε να διαφωνεί, ενώ ο Εναγόμενος θεωρούσε ότι το ακίνητο του ανήκει αποκλειστικά. Σε κάποια στιγμή, την οποία ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ο Ενάγων έδειξε με τη συμπεριφορά του ότι θεωρούσε πως το μισό μερίδιο του ακινήτου του ανήκει, ενώ ο Εναγόμενος του υπέδειξε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθότι ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Περί το 2015, ο Ενάγων τον επισκέφθηκε στο γραφείο του σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζοντας ότι του ανήκει το μισό μερίδιο του ακινήτου, ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων που δήθεν είχε δώσει. Λόγω του ότι ο Ενάγων τον απειλούσε ότι θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία και το Σύνδεσμο Λογιστών Κύπρου και δεδομένου ότι όλο το προσωπικό του γραφείου του άκουε τον Ενάγοντα να φωνάζει, ο Εναγόμενος αναγκάστηκε να υπογράψει το έγγραφο που του υπέδειξε ο Ενάγων, χωρίς καν να το διαβάσει, υποκύπτοντας στον εκβιασμό. Και τούτο παρόλο που ο ίδιος δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τον Ενάγοντα. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014), ECLI:CY:AD:2014:A339, ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ως αληθή. Πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος κρίνεται αξιόπιστος. Κατά τη μαρτυρία του ήταν σαφής και σταθερός, απαντούσε αυθόρμητα και με αμεσότητα. Τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο συνάδουν απόλυτα με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και παρέμεινε σταθερός στον τρόπο που παρουσίασε τα γεγονότα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η αντεξέταση του περιορίστηκε στην ουσία σε δυο ζητήματα: το γεγονός της μη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού στον Εναγόμενο από τον Ενάγοντα και της μη αγοράς του ακινήτου από τους διαδίκους αλλά μόνο από τον Εναγόμενο σε μεταγενέστερο στάδιο με προσωπικά του χρήματα και για δικούς του σκοπούς. Ο Ενάγων δεν αντεξετάστηκε επί των υπόλοιπων θέσεων του, ενώ οι υπόλοιπες θέσεις που προωθήθηκαν από τον Εναγόμενο στα πλαίσια της μαρτυρίας του, μεταξύ των οποίων η θέση περί υπογραφής του Τεκμηρίου 1 υπό συνθήκες απειλής ή εξαναγκασμού, δεν είχαν τεθεί στον Ενάγοντα προκειμένου να τοποθετηθεί. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Στο πλαίσιο αυτό έλαβα υπόψη τη συνολική εικόνα της μαρτυρίας του, τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τη συνοχή της μαρτυρίας του και την πειστικότητα των θέσεων του και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αμέσως πιο κάτω δεν μπορώ να θεωρήσω τη μαρτυρία του αξιόπιστη. Αντιθέτως, κρίνω ότι με τη μαρτυρία του προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς τα πραγματικά γεγονότα με μοναδικό σκοπό να αποφύγει την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 και να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η επιμονή του ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα, ακόμα και όταν οι ερωτήσεις που του είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση αφορούσαν άλλα ζητήματα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη στάση που τηρούσε όταν του υποδεικνύονταν διάφορα έγγραφα από τον κ. Λαδά οπότε και απέφευγε να τοποθετηθεί ευθέως ως προς τι αφορούσαν τα έγγραφα, προβάλλοντας ασαφείς θέσεις. Ειδικότερα, σημειώνεται πως ο Εναγόμενος δίσταζε να αναγνωρίσει το Τεκμήριο 1, απαντώντας, όταν του είχε υποδειχθεί, πως «κάτι είχε υπογράψει», αποφεύγοντας να τοποθετηθεί με τρόπο συγκεκριμένο, ενώ λίγο αργότερα προέβαλλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς αναφορικά με το έγγραφο. Αυτό αφορά και τη θέση του ως προς τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 για τα οποία ανέφερε πως δεν είναι σίγουρος αν επρόκειτο για τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου λόγω του ότι, ως ανέφερε, είχαν διάφορα ακίνητα στο Μαρώνι, ενώ κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, τέτοια θέση δεν προωθήθηκε. Συναφώς σημειώνεται ότι ενώ η αντεξετάση του Ενάγοντα ήταν πολύ περιορισμένη και επικεντρώθηκε σε δυο μόνο σημεία, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος προέβαλε αρκετές άλλες θέσεις, οι οποίες υπό τις περιστάσεις δεν μπορούν να τύχουν της δέουσας αξιολόγησης εφόσον ουδέποτε τέθηκαν στον Ενάγοντα προκειμένου να τοποθετηθεί (βλ. μεταξύ άλλων Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785). Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται, μεταξύ άλλων, οι θέσεις του Εναγόμενου αναφορικά με τη διόρθωση του Τεκμηρίου 1 ως προς τον τόκο και ότι η υπογραφή του Τεκμηρίου 1 έγινε κατόπιν απειλών και εξαναγκασμού. Ως προς το θέμα του τόκου, κληθείς να τοποθετηθεί αναφορικά με τη θέση του Ενάγοντα ότι η χειρόγραφη αλλαγή του επιτοκίου που αναφερόταν στο Τεκμήριο 1 από 8% σε 5% έγινε από τον ίδιο, ο Εναγόμενος έδιδε αντιφατικές απαντήσεις. Αρχικά, αρνήθηκε την υποβολή που του τέθηκε επί τούτου και μάλιστα με τρόπο κατηγορηματικό δήλωσε πως η αλλαγή του επιτοκίου έγινε από τον Ενάγοντα. Στη συνέχεια, πρόσθεσε πως η εν λόγω τροποποίηση έγινε κατόπιν συζήτησης μεταξύ τους κατά την οποία ο Ενάγων τον ρώτησε για το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και όταν ο ίδιος του απάντησε πως ήταν 5%, ο Ενάγων έκανε την ανάλογη αλλαγή. Αργότερα, διαφοροποίησε τη θέση του ισχυριζόμενος πως ενδεχομένως ο Ενάγων να ρώτησε άλλα άτομα για το ύψος του νόμιμου τόκου και να άλλαξε το επιτόκιο προτού του παρουσιάσει το έγγραφο. Η βασική θέση του Εναγόμενου κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο επί τω ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα γιατί το ακίνητο αγοράστηκε από τον ίδιο προσωπικά και για δικούς του σκοπούς δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του στην Έκθεση Υπεράσπισης όπου προβάλλεται ότι η αγορά του ακινήτου έγινε από τον ίδιο και τον Ενάγοντα και πως το ακίνητο ενεγράφη στο όνομα του Εναγόμενου κατόπιν μεταξύ τους διευθέτησης (βλέπε παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Παρομοίως, τα όσα επικαλέστηκε ο Εναγόμενος αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους υπογράφθηκε το Τεκμήριο 1 επίσης δεν βρίσκουν έρεισμα στις δικογραφημένες θέσεις του. Και εξηγώ: Στην Έκθεση Υπεράσπισης, και δη την παράγραφο 3 αυτής, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων του παρουσίασε το εν λόγω έγγραφο στην παρουσία δικηγόρου, το οποίο αυτός αρνήθηκε να υπογράψει αφού γνώριζε τη δέσμευση που θα αναλάμβανε και ζήτησε από τον Ενάγοντα να υπογράψει απλά ένα έγγραφο με το οποίο θα δήλωνε τη συνεισφορά του Ενάγοντα για την αγορά του ακινήτου. Στη δε παράγραφο 4 αναφέρει πως η υπογραφή του Τεκμηρίου 1 έγινε κατόπιν απειλών για καταγγελία στην Αστυνομία και το Σύνδεσμο Λογιστών, ενώ στην παράγραφο 5 γίνεται αναφορά σε πιέσεις, απειλές και εξαναγκασμό υπογραφής του Τεκμηρίου 1 με τη μεταξύ τους συνεννόηση ότι το έγγραφο ήταν απλά για να εγγυηθεί το ποσό το οποίο θα καταβαλλόταν στον Ενάγοντα μετά την πώληση του ακινήτου το οποίο είχαν αγοράσει με κοινή συνεισφορά. Στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β) ο Εναγόμενος ανέφερε ότι αν και αρχικά συμφώνησαν με τον Ενάγοντα να αγοράσουν μαζί το ακίνητο, λόγω του ότι ο τελευταίος δεν του απέστελλε τα χρήματα, αποφάσισε να αγοράσει ο ίδιος το ακίνητο, όπως και έπραξε χρησιμοποιώντας δικά του χρήματα (σημ: προφορικά ανέφερε ότι το ακίνητο αγοράστηκε με χρήματα από δάνειο που είχε εξασφαλίσει). Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Ενάγων τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και τον εξανάγκασε συνεπεία απειλών να υπογράψει το Τεκμήριο 1, το οποίο, ως του ανέφερε, είχε ετοιμάσει ο δικηγόρος του (χωρίς αναφορά ότι ο δικηγόρος ήταν παρών). Ο Εναγόμενος το υπέγραψε κάτω από συναισθηματική φόρτιση παρόλο που δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Εναγόμενος κατέθεσε πως η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 εξασφαλίστηκε με εκβιασμό και δόλο γιατί ο Ενάγων του ανέφερε ότι δήθεν έπρεπε να παρουσιάσει το Τεκμήριο 1 στην τράπεζα ώστε να μπορέσει να μεταφέρει τα χρήματα στην εταιρεία για την αγορά του ακινήτου και χρειαζόταν κάποια κάλυψη για το ποσό που θα έβαζε προς το σκοπό αυτό. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι πιο πάνω θέσεις του Εναγόμενου δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές και δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να λεχθεί πως με δεδομένη τη θέση του Εναγόμενου περί υπογραφής του Τεκμηρίου 1 κατόπιν απειλών, εκβιασμών και δόλου, θα ανέμενε κανείς όπως ο ίδιος προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία, κάτι το οποίο δεν έπραξε, λέγοντας πως δεν επρόκειτο «να ασχοληθεί με τον V», θέση η οποία και δεν θα μπορούσε να κριθεί πειστική, ούτε λογική. Παρομοίως, θα ανέμενε κανείς ότι ο Εναγόμενος θα απαντούσε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντα ημερομηνίας 27.2.2015 (Τεκμήριο 3), με το οποίο ο τελευταίος τον καλούσε να εξοφλήσει το χρέος του προς αυτόν εκ €155,070, κάτι το οποίο επίσης δεν έπραξε. Η δε θέση του πως δεν θυμόταν καν αν έλαβε ποτέ τέτοιο μήνυμα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα. Σημειώνεται πως μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς και τα έχω λάβει υπόψη για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασης μου. Στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του Ενάγοντα (Μ.Ε.), καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα τα οποία μπορούν να συνοψισθούν εις το ότι την 25.11.2014 ο Εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 1 με το οποίο υποσχέθηκε την 1.12.2014 να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €153.078, ως αξία που έλαβε σε μετρητά, με τόκο προς 5% το χρόνο από 1.12.2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης, και σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας, τα έξοδα αυτής. Η υπογραφή του Τεκμηρίου 1 έγινε στην παρουσία δύο μελών του προσωπικού του Εναγόμενου. Κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, ο Εναγόμενος δεν απειλήθηκε ούτε έτυχε οποιουδήποτε εκβιασμού από τον Ενάγοντα. Μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό έναντι του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, αν και ο Ενάγων τον κάλεσε αρκετές φορές να πράξει τούτο, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 27.2.2015 (Τεκμήριο 3). Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν ο Ενάγων έχει αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Όπως είναι καλά γνωστό, το γενικό βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος οφείλει να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του (βλέπε Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A247) και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A71 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Στο πλαίσιο αυτό προέχει η εξέταση κατά πόσον το έγγραφο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 πληροί τις προϋποθέσεις εκείνες που το καθιστούν γραμμάτιο συνήθους τύπου δυνάμει του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Με βάση το πιο πάνω άρθρο, γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι «γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Εξετάζοντας το Τεκμήριο 1, διαπιστώνεται ότι στην όψη του φέρει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ο Εναγόμενος, ο οποίος το υπέγραψε, υποσχέθηκε και ανέλαβε όπως την 1.12.2014 πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €153.078, το οποίο έλαβε σε μετρητά. Στο Τεκμήριο 1 καθορίζεται τόκος προς 5% ετησίως από 1.12.2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Περαιτέρω, με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντα, το γραμμάτιο υπογράφθηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων, γεγονός το οποίο και δεν αμφισβητήθηκε, ούτε προωθήθηκε ισχυρισμός επί τω ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν ικανά προς το συμβάλλεσθαι. Από την πλευρά της υπεράσπισης προωθήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων πως το επίδικο έγγραφο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, καθότι δεν περιλαμβάνει πρόνοια για καταβολή τόκου με την υπογραφή του εγγράφου. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, τόκος θα ήταν πληρωτέος μόνο σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του ποσού που αναφέρεται στο έγγραφο την 1.12.2014, με τρόπο, σύμφωνα την εισήγηση, το Τεκμήριο 1, να μην πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που να το καθιστούν γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο κ. Νικολαϊδης παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή με αρ. 3803/212 στην Karagiorgis TechnoPro Ltd εμπορευόμενη υπό την επωνυμία Life Style Technology κ.α.ν. M.A. KTHMA MAKENZY LTD κ.ά.,απόφαση ημερομηνίας 7.1.2016, όπου εξετάστηκε το ίδιο ζήτημα. Σε εκείνη την υπόθεση, ο Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Δεν εναπόκειται στον πιστωτή να αναφέρει ότι η πρόνοια για τόκο αφορά σε δικό του ευεργέτημα το οποίο μπορεί να αποποιηθεί. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσε με την ίδια λογική να υποστηρίξει ότι δεν θα επιθυμούσε να διεκδικήσει τα συναφή έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Μπορεί βέβαια να συμβληθεί με όποιο τρόπο επιθυμεί, όμως το έγγραφο του δεν θα είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες συμφώνησαν ότι αν τους καταβάλλονταν οι αναφερόμενες δόσεις δεν θα δικαιούνταν σε τόκο. Το Δικαστήριο συμφωνεί με την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι η αναφορά στο άρθρο 78 στον τόκο αφορά σε τόκο από την ημέρα της υπογραφής του γραμματίου και όχι από οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο. Το άρθρο αναφέρεται «...για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο ... ποσού χρημάτων, πλέον τόκο ...». Στην προκειμένη περίπτωση αφορούσε την πληρωμή σε ορισμένο χρόνο ποσών χρημάτων χωρίς τόκο. Μόνο εάν δεν πληρωνόταν μια δόση το γραμμάτιο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο, αλλά και πάλιν ο τόκος θα ήταν πληρωτέος από την ημέρα της καθυστερήσεως, που το ενωρίτερο που θα μπορούσε να ήταν, ήταν επτά ημέρες μετά την 25.6.2012 και όχι την 11.6.2012 που εκτελέστηκε το γραμμάτιο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν συμμορφώνεται με την πρόνοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, αναφορικά με τον τόκο, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω. Δεν είναι συνεπώς γραμμάτιο συνήθους τύπου. Η αξίωση που εδραζόταν αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου δεν μπορεί να επιτύχει». Με όλο τον σεβασμό, η πιο πάνω προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Αποτελεί κρίση μου ότι με την φράση «...για πληρωμή, ... ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος», δεν εξυπακούεται ότι ο τόκος που προνοείται θα πρέπει να υπολογίζεται από την ημερομηνία υπογραφής του εγγράφου και δεν αποκλείεται ο καθορισμός μηδενικού επιτοκίου. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 78 του Κεφ.
- Ό,τι προκύπτει ως μοναδικό απαιτούμενο σε σχέση με το ποσοστό επιτοκίου είναι αυτό να μην υπερβαίνει το ποσοστό του 9% ετησίως. Στην παρούσα περίπτωση, το Τεκμήριο 1 δεν περιλαμβάνει πρόνοια για καταβολή τόκου για το χρονικό διάστημα προτού το χρέος καταστεί ληξιπρόθεσμο. Στην ουσία, το επιτόκιο που καθορίστηκε από τα μέρη για την περίοδο αυτή ήταν μηδέν. Μετά την επέλευση του γεγονότος που καθιστούσε το χρέος ληξιπρόθεσμο, ήτοι μετά την παράλειψη πληρωμής του ποσού των €153.078,00 την 1.12.2014, το ποσό θα έφερε τόκο προς 5% ετησίως. Αν και δεν έχω εντοπίσει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου να εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, εντούτοις η ορθότητα του συλλογισμού του παρόντος Δικαστηρίου υποστηρίζεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 181/2012, απόφαση ημερ. 21.12.2018, όπου ο εφεσίβλητος υπέγραψε δύο γραμμάτια για το συνολικό ποσό των ΛΚ53,800,τα οποία ήταν πληρωτέα διά δόσεων. Και τα δύο έγγραφα προνοούσαν για τόκο 8% ετησίως σε περίπτωση καθυστέρησης οιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής. Όπως και στην παρούσα υπόθεση, έτσι και σε εκείνη την περίπτωση, αν ο εφεσίβλητος πλήρωνε τις δόσεις που προέβλεπε το γραμμάτιο, τότε δεν θα καλείτο να πληρώσει τόκο. Το χρέος θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και θα απαιτείτο τόκος μόνο σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής. Στην απόφαση του, αν και δεν εξέτασε ειδικά το ζήτημα αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω έγγραφα είχαν όλα τα χαρακτηριστικά γραμματίου συνήθους τύπου και εξέδωσε απόφαση υπέρ του ενάγοντα-εφεσείοντα. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η πρόνοια του Τεκμηρίου 1 για καταβολή τόκου μόνο στην περίπτωση που το ποσό δεν πληρωθεί την 1.12.2014 δεν αντίκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 78 του Κεφ.149 και επομένως το Τεκμήριο 1 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σε περιπτώσεις όπου ένα έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 78, ως η παρούσα, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 149 σύμφωνα με τις οποίες το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται εκτός αν αποδειχθεί μια από τις τρεις υπερασπίσεις: (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Προχωρώ στην εξέταση της θέσης του Εναγόμενου ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1 υπό συνθήκες εξαναγκασμού και/ή απειλών. Υπενθυμίζεται ότι η επί τούτου μαρτυρία του Εναγόμενου απορρίφθηκε για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Τονίζεται, ωστόσο, πως ακόμα και εαν γινόταν δεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου και πάλιν δεν θα στοιχειοθετείτο η υπεράσπιση που προβλήθηκε αφού η υποβολή καταγγελίας στην Αστυνομία και τον Σύνδεσμο Λογιστών Κύπρου, δεδομένης της αποδεκτής μαρτυρίας του Ενάγοντα για απάτη από μέρους του Εναγόμενου, θα ήταν μια καθόλα νόμιμη ενέργεια εκ μέρους του Ενάγοντα (βλ. άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Παραπέμπω σχετικά στην Γεώργιου Μάρκου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Χρυσάνθης Μάρκου κ.α. ν. Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού των Εταιρειών Πατισερι Παναγιώτης και Παπαφιλίππου Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 219/2010, απόφαση ημερομηνίας 26.6.2015, ECLI:CY:AD:2015:A462, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Τέλος, αν και το θέμα της πίεσης με αναφορά σε λήψη νομικών μέτρων, παρέμεινε σε επίπεδο υποβολών χωρίς να στοιχειοθετηθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι, η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά, κατ' αρχήν, εξαναγκασμό, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R.v.Attorney General for England and Wales [2003] UKPC 22).» Ως προς την έτερη θέση της Υπεράσπισης περί μη ύπαρξης ανταλλάγματος, υπό την έννοια της μη είσπραξης οποιουδήποτε ποσού από τον Εναγόμενο πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε περιπτώσεις γραμματίων συνήθους τύπου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή και να εξετάσει την αντιπαροχή που αναγράφεται στα γραμμάτια. Στην υπόθεση Λεωνίδου κ.α. ν. Σπυριδάκη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1694 λέχθηκαν τα εξής: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» (βλ. επίσης Δημητρίου ν. Δημητρίου (πιο πάνω) και Σαλοχώρη ν. Παναγιωτίδου, Πολ. Έφ. 257/2010, ημερ. 1.3.2016), ECLI:CY:AD:2016:A129. Με δεδομένη, λοιπόν, την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου επί τω ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, δεν χωρεί εξέτασης η θέση του Εναγόμενου περί έλλειψης αντιπαροχής ή ανταλλάγματος. Συνεπώς, δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό του γραμματίου, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί. Περαιτέρω, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Χαρτοσήμων Νόμου Ν. 19/1963 που καθορίζουν την υποχρέωση του εκδότη ή υπογράφοντα του γραμματίου να καταβάλει τα έξοδα χαρτοσήμου, τα οποία εν τέλει επωμίσθηκε ο Ενάγων, ο τελευταίος δικαιούται απόφαση για το ποσό των €275,83 που κατέβαλε προς το σκοπό αυτό (βλ. Τεκμήριο 2). Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως εξής: Α. Για το ποσό των €153.078 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από 1.12.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Β. Για το ποσό των €275,83 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο