← Κύπρος

Ροδόθεος Ροδοθέου ν. Δάφνη Χριστοδούλου, Αγωγή: 1159/21, 21/12/2022

Ροδόθεος Ροδοθέου ν. Δάφνη Χριστοδούλου, Αγωγή: 1159/21, 21/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A407 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Αγωγή: 1159/21 Μεταξύ:- Ροδόθεος Ροδοθέου Ενάγοντα -και- Δάφνη Χριστοδούλου Εναγομένης Αίτηση, ημ. 9/12/2021 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2022 Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Μ. Χριστοφόρου Για τους Εναγόμενη / Καθ' ης η Αίτηση: κα Π. Νικολάου για κ. Π. Χριστοδυλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση, ο Ενάγων/Αιτητής αιτείται: «Α. Συνοπτική απόφαση εναντίον της εναγομένης συμφώνως της αξιώσεως του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως η αξίωσης του ήτοι Α μέχρι Ε του αιτητικού πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον έξοδα επιδόσεως καθότι η εναγόμενη στερείται υπεράσπισης. Β. Τα έξοδα της παρούσας αιτήσεως.». Σύμφωνα με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι αξιώσεις Α μέχρι Ε του Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης είναι: «Α. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου εναντίον της εναγομένης για ποσό €70,000 και/ή ως συμφωνηθέν ποσό και/ή ως υπόλοιπο συμφωνηθέντος ποσού και/ή ως αναγνωρισμένη οφειλή και/ή χρέος και/ή για παράβαση συμφωνίας ημερ. 05.12.20 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή άλλως πως. Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου για Γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Γ. Τόκο 8% ετησίως επί παντός επιδικαζόμενου ποσού από 01.01.21 μέχρι εξοφλήσεως Δ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό της περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα επιπλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2, θ. 6, Δ.18, θ. 1(α), Δ.48, θ. 1, 2, 3, 4, 9, Δ.64 και επί των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Ροδόθεου Ροδοθέου, Ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει συνοπτικά τα πιο κάτω: - Η Εναγόμενη-Καθ' ης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εν σχέσει με την αγωγή είναι εγγεγραμμένη ως αδειούχος επενδυτής με αρ. άδειας X στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. - Με γραπτή συμφωνία διευθέτησης οφειλής, ημερομηνίας 5/12/2020, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, ο ίδιος ως Συμβαλλόμενο μέρος 2 συμφώνησε με την Εναγομένη ως Συμβαλλόμενο μέρος 1 τα ακόλουθα: - Επειδή κατά ή περί το έτος 2020, παρέδωσε στην Καθ' ης η Αίτηση το χρηματικό ποσό των €100,000 με σκοπό να το επενδύσει, στο εξής καλούμενο «το οφειλόμενο ποσό επένδυσης», και επειδή η Καθ' ης ανέλαβε να επενδύσει χρηματικό ποσό ύψους €100,000 που παρέλαβε από τον ίδιο και επειδή οι επενδύσεις για την Καθ' ης δεν απέδωσαν κέρδη μέχρι σήμερα και επειδή η Καθ' ης προτίθετο να του επιστρέψει το χρηματικό ποσό των €100,000 που παρέλαβε για σκοπούς επένδυσης, συμφώνησαν γραπτώς όπως το ποσό των €100,000 του επιστραφεί ως εξής: o Η Καθ' ης υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ X με σκοπό να πωλήσει ένα διαμέρισμα για το ποσό των €180,

  1. Αναφέρει ότι την εν λόγω απόδειξη κατάθεσης δεν την έχει στην κατοχή του πλην όμως παρουσιάζει ως Τεκμήριο 2 το σχετικό πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 24/9/
  2. o Με την συμφωνία, ημερομηνίας 5/12/2020 είχαν συμφωνήσει όπως διευθετήσουν οποιεσδήποτε διαφορές προκύπτουν μεταξύ τους αναφορικά με την επένδυση του οφειλόμενου ποσού επένδυσης και να διακόψουν την συνεργασία τους. o Συμφώνησε όπως το εν λόγω οφειλόμενο ποσό αποπληρωθεί από την Καθ' ης ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου της. o Επίσης συμφώνησαν ότι σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του ακινήτου εντός 2 εβδομάδων από την υπογραφή της συμφωνίας, του καταβληθεί το ποσό των €70,000 σε μια δόση, το οφειλόμενο ποσό της επένδυσης να θεωρηθεί πλήρως εξοφληθέν και καμιά απαίτηση θα είχε από την Καθ' ης. o Επίσης, ήταν όρος της συμφωνίας ότι η Καθ' ης σε περίπτωση που δεν γινόταν η πληρωμή των €70,000 με βάση τις πρόνοιες του όρου 3 της συμφωνίας, ημερομηνίας 5/12/2020, τότε θα έπρεπε να αποπληρώσει προς τον ίδιο όλο το ποσό επένδυσης, ήτοι των €100,000 πλέον τόκο ίσο προς 8% ετησίως από 1/1/2021, ταυτόχρονα με την είσπραξη του αναφερόμενου ποσού από την πώληση του ακινήτου και σε κάθε περίπτωση το αργότερο μέχρι τις 31/3/
  3. o Σε κάθε περίπτωση είτε η Καθ' ης πληρώσει το χρηματικό ποσό με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της συμφωνίας είτε με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 της συμφωνίας, συμφώνησε ότι δεν θα είχε καμία άλλη απαίτηση εναντίον της. - Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι όλοι οι όροι της συμφωνίας, ημερομηνίας 5/12/2020 είναι ουσιώδεις και νοείται ότι σε περίπτωση που η Καθ' ης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις που την βάρυναν από την συμφωνία τότε έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει παν ποσό το οποίο οφείλεται και/ή τα νόμιμα δικαιώματα του. - Στη συμφωνία ρητά αναγράφεται ότι έγινε με την ελεύθερη θέληση των συμβαλλομένων, οι οποίοι ρητώς δηλώνουν ότι δεν είχε ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση επ' αυτών και ότι ενεργούν καλή τη πίστη και χωρίς δόλο (όρος 7). Αναφέρει ότι η συμφωνία είχε υπογραφεί από δύο μάρτυρες και ότι η συμφωνία, ημερομηνίας 5/12/2020, ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο της Καθ' ης, την οποία του απέστειλε στις 2/12/2020 με ηλεκτρονικό μήνυμα (email). Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 την εν λόγω αλληλογραφία. - Η Καθ' ης υπέγραψε και κατέθεσε πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 24/9/20 (Τεκμήριο 2) για την πώληση του διαμερίσματος με αρ. εγγραφής τίτλου ιδιοκτησίας [ ] με τιμή πώλησης €180,000 και ενώ πραγματοποιήθηκε η πώληση και η μεταβίβαση του αναφερόμενου στη συμφωνία διαμερίσματος και ενώ επωφελήθηκε και είσπραξε τα χρήματα της πώλησης και σε κάθε περίπτωση ενώ είχε υποχρέωση ως οι όροι της συμφωνίας, η Καθ' ης αποδεχόμενη εμπράκτως τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ρητές πρόνοιες της συμφωνίας, ημερομηνίας 5/12/20, κατέβαλε μόνο το ποσό των €30,
  4. Ειδικότερα, στις 22/2/21 κατέβαλε το ποσό των €10,000, στις 24/2/21 κατέβαλε το ποσό των €10,000 και στις 26/2/21 κατέβαλε το ποσό των €10,
  5. Οι εν λόγω καταβολές και/ή πληρωμές φαίνονται σε σχετικό έντυπο το οποίο η Καθ' ης υπέγραφε σε κάθε καταβολή, το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  6. - Η Καθ' ης κατά παράβαση των ουσιωδών και ρητών όρων της συμφωνίας, ημερομηνίας 5/12/20 δεν κατέβαλε το υπόλοιπο συμφωνηθέν ποσό και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του παραλείπει να εξοφλήσει το συμφωνηθέν υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και μέχρι σήμερα οφείλει το ποσό των €70,000 πλέον τόκους. - Εξ όσων γνωρίζει αλλά και όπως τον πληροφορεί ο δικηγόρος του, η Καθ' ης παράνομα και αντισυμβατικά μέχρι σήμερα αρνείται να προβεί στην εξόφληση των οφειλών της ενώ δεσμεύτηκε γραπτώς και συγκεκριμένα να το πράξει αφού η ίδια μέσω του δικηγόρου της πρότεινε την συμφωνία αποπληρωμής του ποσού που του οφείλει και τους όρους της, τους οποίους δεν τήρησε. - Εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η οποία στηρίζεται σε αναντίλεκτη γραπτή μαρτυρία και η Καθ' ης δεν έχει υπεράσπιση. - Στις 11/5/21 καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε στην Καθ' ης στις 26/5/
  7. Η Καθ' ης δια των δικηγόρων της καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 7/6/
  8. - Οι απαιτήσεις του εναντίον της εναγομένης, όπως εμφαίνονται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι γνήσιες και δίκαιες και τις βεβαιώνει και καμία υπεράσπιση έχει η Καθ' ης για να τις αντικρούσει. - Ειλικρινά πιστεύει και βεβαιώνει και ως ο δικηγόρος του τον συμβουλεύει ότι η εναγόμενη ουδεμία υπεράσπιση έχει, καταχώρησε δε εμφάνιση για σκοπούς καθυστέρησης της έκδοσης απόφασης και μόνο. («ΕΔ Ενάγοντα») Η Εναγόμενη καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας 13 λόγους ένστασης, ως ακολούθως:
  9. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή υπεράσπιση και καταδεικνύει συζητήσιμη υπόθεση ενώ προβάλει καλή τη πίστη υπεράσπιση.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.
  11. Εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν εάν δεν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία.
  12. Η Ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση του Αιτητή δεν γίνεται από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία αναφέρει.
  13. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή είναι ελλιπή ψευδή και παραπλανητικά.
  14. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή είναι ασαφή και αόριστα.
  15. Τα τεκμήρια τα οποία συνοδεύουν την Ένορκη Δήλωση δεν υποστηρίζονται με σαφήνεια από την Ένορκη Δήλωση.
  16. Ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην επιτρέπεται στην Εναγόμενη να καταχωρίσει υπεράσπιση.
  17. Η Αίτηση του Ενάγων-Αιτητή αντιβαίνει στο άρθρο 30 και 35 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το δικαίωμα της Εναγόμενης σε ακρόαση και στο να προβάλει την υπεράσπιση της ενώπιον Δικαστηρίου.
  18. Η αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει της Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση είναι παράτυπες και αντικανονικές.
  19. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  20. Η Καθ' ης έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  21. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την άσκηση πίεσης ενώ είναι υποκινούμενη από αλλότρια κίνητρα του Ενάγοντα σε βάρος της Καθ'ης η Αίτηση. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Δάφνης Χριστοδούλου, Εναγόμενης, η οποία αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: - Παραδέχεται ότι κατά πάντα ουσιώδη είναι εγγεγραμμένη αδειούχος επενδυτής. - Η συμφωνία, ημερομηνίας 5/12/2020 υπογράφηκε κατόπιν άσκησης πίεσης και απειλών εκ μέρους του Ενάγοντα. - Ο Ενάγοντας ασκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα πίεση σε βάρος της για να του επιστραφούν τα χρήματα ενώ γνώριζε ότι τα χρήματα της επένδυσης του δεν ήταν εγγυημένα. Συγκεκριμένα: o Ο Ενάγοντας για πολλές ημέρες πήγαινε έξω από το σπίτι της και της κτυπούσε τα κουδούνια και παράλληλα την έβριζε δημόσια μέσα στην γειτονιά της ενώ έβριζε επίσης και την ηλικιωμένη μητέρα της. o Στη συνέχεια άρχισε και απειλούσε την ίδια και την μητέρα της για την ζωή τους. o Έβαζε πολλές φορές άτομα να παρακολουθούν το σπίτι της από το πρωί μέχρι το βράδυ. - Συνεπεία των πιο πάνω ενεργειών έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο της όπως ετοιμάσει δείγμα συμφωνίας και όπως το αποστείλει προς τον Ενάγοντα. Στο μεταξύ ο Ενάγοντας συνέχιζε να την εκβιάζει και να την απειλεί για τη ζωή της, τόσο την ίδια όσο και την ηλικιωμένη μητέρα της με την οποία διαμένει μέχρις ότου υπέγραψε την συμφωνία. - Συγκεκριμένα την 5/12/2020 για να σταματήσουν οι απειλές και οι εκβιασμοί του Ενάγοντα υπέγραψε την συμφωνία, Τεκμήριο
  22. Στην συνέχεια λόγω του ότι η μεταβίβαση και η ολοκλήρωση της πώλησης του ακινήτου δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 καθυστερούσε ένεκα διάφορων λόγων παρακάλεσε κατ' επανάληψη τον Ενάγοντα όπως της επιτρέψει να εξοφλήσει το ποσό με περιοδικές πληρωμές αφού η πληρωμή του ποσού με εφάπαξ καταβολή ποσού δεν ήταν εφικτή. - Ο Ενάγοντας συμφώνησε και προς τούτο ξεκίνησε περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2021 να καταβάλλει ποσά έναντι. Για την είσπραξη των ποσών τα οποία κατέβαλλε δεν την επισκεπτόταν ποτέ ο Ενάγοντας αλλά άλλα πρόσωπα τα οποία παρουσιάζονταν ως αντιπρόσωποι του και τα οποία δεν γνώριζε. Για κάθε πληρωμή στην οποία προέβαινε υπέγραφε σε συγκεκριμένο έντυπο. - Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι στο έγγραφο Τεκμήριο 4 εμφαίνονται όλες οι πληρωμές της και ειδικότερα αναφορικά με το ότι αυτό φέρει την υπογραφή της αναφέρει ότι η ίδια ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου ενώ παράλληλα αυτό το έντυπο δεν περιέχει το σύνολο των πληρωμών στις οποίες προέβη αφού μέχρι και την 20/4/2021 προέβαινε κανονικά σε πληρωμές προς κάποια X η οποία ήταν και μια εκ των προσώπων τα οποία παρουσιάζονται ως αντιπρόσωποι του Ενάγοντα και εξόφλησε πλήρως το οφειλόμενο ποσό των €100,000 κατά την ανωτέρω ημερομηνία. - Μετά τις πληρωμές στις οποίες προέβη τον Φεβρουάριο 2021 η X δεν ξαναέφερε το έντυπο Τεκμήριο 4 για να το υπογράφει στις επόμενες πληρωμές που έκανε μέχρι και την 20/4/2021 αφού της ανέφερε ότι υπήρχε λάθος στη σύνταξη του καθότι φαινόταν ότι η ίδια λάμβανε ποσά και όχι ο Ενάγοντας αφού ανέγραφε και στις δύο στήλες ο παραλαβών και ο λαβών και προς τούτο της είπε ότι ο Ενάγοντας θα της εξέδιδε απόδειξη εξόφλησης με την πλήρη εξόφληση του ποσού στο τέλος. - Αρκούμενη στα όσα της ανέφερε το εν λόγω πρόσωπο κατά τις συναντήσεις τους όπου και παρέδιδε ποσά σε μετρητά ανέμενε με την εξόφληση του ποσού να της αποστείλει ο Ενάγοντας σχετική απόδειξη εξόφλησης. Παρά ταύτα ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη αντίθετα παρέλαβε στις 26/5/2021 την αγωγή και έμεινε έκπληκτη στα όσα καταλογίζονται σε αυτή. - Υπολογίζει ότι η X ή κάποιο από τα πρόσωπα τα οποία την επισκέπτονταν ως αντιπρόσωποι του Αιτητή για να παραλάβουν τα ποσά που κατέβαλλε τα οικειοποιήθηκαν και δεν τα παρέδωσαν στον Αιτητή με αποτέλεσμα σήμερα να κινδυνεύει με την έκδοση απόφασης σε βάρος της χωρίς να χρωστά οποιοδήποτε ποσό προς τον Ενάγοντα. Προς τούτο επιφυλάσσει το δικαίωμα της να καλέσει οποιοδήποτε τυχόν πρόσωπο παρέλαβε χρήματα παρουσιαζόμενο ως αντιπρόσωπος του Αιτητή ως τριτοδιάδικο στην κυρίως υπόθεση νοουμένου ότι την συμβουλέψει αναλόγως ο δικηγόρος της. - Πέραν των πιο πάνω επισημαίνει ότι ο Ενάγοντας δεν είναι ικανός για να επιβεβαιώσει ούτε και γνωρίζει την ορθότητα των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 4 αφού δεν είναι ο συντάκτης του ούτε ήταν ποτέ παρόν για να γνωρίζει τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε εξ ου και δεν είναι ο αρμόδιος για να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωση του. - Αναφέρει ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στον Ενάγοντα και ότι το έχει εξοφλήσει με τα ποσά που του έχει καταβάλει ως περιγράφει ανωτέρω. - Αναφέρει ότι σε καμιά περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής για όλους του λόγους που αναφέρει ανωτέρω και ότι θα πρέπει να της επιτραπεί να προβάλει τις θέσεις της και την υπεράσπιση της σε ακρόαση δια ζώσης και επί της ουσίας της υπόθεσης καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα αποστερηθεί του δικαιώματος της στην ακρόαση και στην πρόσβαση της στο Δικαστήριο. - Περαιτέρω, ισχυρίζεται ως οι λόγοι ένστασης και ότι καταδεικνύεται ότι έχει σοβαρή υπεράσπιση και αιτείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα, πλέον ΦΠΑ εναντίον τους. («ΕΔ Εναγομένης») Η ακρόαση της Αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και δεν κρίνεται απαραίτητη η λεπτομερής αναφορά σε αυτές, πέραν του αναγκαίου κατωτέρω. Νομική πτυχή Η Δ.18 επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση έτυχε εκτενούς ανάλυσης στη νομολογία. Σημαντική είναι η υπόδειξη στην Ζερβός ν Euroinvestment & Finance Ltd

(2003)1 ΑΑΔ 1968: «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Στην Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11, ημ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης: «Οι αρχές επί των οποίων στηρίζεται μια αίτηση για συνοπτική απόφαση εδραζόμενη στη Δ.18, θ. 1, έχουν κατ' επανάληψη τονιστεί σε σειρά αποφάσεων που στόχο έχουν να καταστήσουν μια διαδικασία τελεσίδικη, όταν και εφόσον η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ταυτοχρόνως δεν έχει προβληθεί από πλευράς των εναγομένων καλόπιστη υπεράσπιση. Θεωρούμε σημαντικό να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την υπόθεση R.C.K. Sports Ltd. v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, όπου αναφέρθηκε από το Δικαστή Καλλή, με αναφορά στο αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 και την αγγλική Διαταγή, αντίστοιχη της Δ.18, το εξής: ″Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray v. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, H.L.; Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322).″ Συνεπώς, τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθηθούν στη βάση της Δ.18, θ. 1 είναι:
(1)Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο.
(2)Ο εναγόμενος να έχει καταχωρίσει εμφάνιση και
(3)Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, τα οποία να επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και επίσης να δηλώνεται ρητά ότι, από ότι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. επίσης την υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd. κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1795).». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) (Δέστε, επίσης, Atlaspantou Co Limited v Angelos Nicolaides Holdings Limited
(2013)1 ΑΑΔ 2553, Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 ΑΑΔ 977, Μάρκος Νικολάου Λίμιτεδ ν Adamko Constructions Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 376, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818, Μεττή κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 ΑΑΔ 418, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912, Subotic ν Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστορος
(1989)1Ε ΑΑΔ 204, Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 CLR 333, CY.E.M.S. Co. Limited v The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897, Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Σε σχέση με τα πιο πάνω κριτήρια, σύμφωνα με το φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι ο Ενάγων καταχώρισε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα κατά την Δ.2, θ.6 στις 11/5/2021 και η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 7/6/2021. Σχετικά με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, αυτή γίνεται από τον Ενάγοντα. Στην Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο πιο πάνω θ.1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. .. Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης προβάλλει στην γραπτή αγόρευση του ότι ο Ενάγων δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα αφού δεν είναι το πρόσωπο που λάμβανε τα χρήματα για να μπορεί να επιβεβαιώσει το συνολικό ποσό που κατέβαλε η Εναγομένη και εάν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό καθώς και ότι πέραν από τον Ενάγοντα θα έπρεπε να ορκιστούν και να παραθέσουν γεγονότα και τα άτομα τα οποία ήταν αντιπρόσωποι του Ενάγοντα και τα οποία εισέπρατταν ποσά σε μετρητά από την Εναγομένη. Για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, σημειώνω ότι η Εναγόμενη με την παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της, παραδέχεται το περιεχόμενο της παρ. 1 της ΕΔ Ενάγοντα όπου αναφέρονται τα εξής: «Είμαι ο Ενάγοντας - αιτητής και για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης γνωρίζω καλώς και προσωπικά τα γεγονότα τα οποία πρόκειται να αναφέρω και για όσα δε από τα οποία αναφέρω δεν έχω ίδια γνώση αναφέρω την πηγή πληροφόρησης τους.». Με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ΕΔ Ενάγοντα, και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αξίωσης και το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο Ενάγων που ορκίζεται, διαπιστώνεται ότι αυτός είναι ικανός να ορκισθεί προς υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση στην αγωγή του. Ο Ενάγων εκθέτει προσωπική του γνώση και επισυνάπτει ως τεκμήρια τα έγγραφα που επικαλείται. Ένα από αυτά τα έγγραφα είναι και το Τεκμήριο 4 στην ΕΔ Ενάγοντα, το οποίο κατ΄ ισχυρισμό του Ενάγοντα περιλαμβάνει τις πληρωμές στις οποίες προέβη η Εναγόμενη. Περαιτέρω, ο Ενάγων αναφέρεται σε γεγονότα που επαληθεύουν την αιτία αγωγής του και τις αξιώσεις του. Επιπρόσθετα, δηλώνει στην παρ. 16 της ΕΔ του ότι ειλικρινά πιστεύει και βεβαιώνει και ως ο δικηγόρος του τον συμβουλεύει ότι η Εναγόμενη ουδεμία υπεράσπιση έχει και ότι καταχώρισε εμφάνιση για σκοπούς καθυστέρησης της έκδοσης απόφασης και μόνο. Ενόψει των πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί άδεια στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί την αγωγή. Δεδομένου ότι ο Ενάγων έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, θ.1, το βάρος μετατοπίζεται στην Εναγόμενη για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή ώστε να της δοθεί η δυνατότητα καταχώρησης υπεράσπισης (Χαραλάμπους ν Νεοφύτου κ.α., Πολ. Εφ. 292/11, ημ. 7/7/2017, ECLI:CY:AD:2017:A251, Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11, ημ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Ch. Aresti Estates Limited κ.α. ν Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd, Πολ. Εφ. 68/11, ημ. 21/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:A492, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν Τράπεζας Κύπου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795). Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, στην Χαραλάμπους ν Μελά, Πολ. Εφ. Ε242/14, ημ. 3/9/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση».». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) (δέστε, επίσης, Χαράκης ν Βρυνώνη, Πολ. Εφ. Ε28/17, ημ. 24/10/2018, LCA Domiki Limited v ICE Developers Ltd, Πολ. Εφ. 473/11, ημ. 28/9/2017) Περαιτέρω, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Κωνσταντίνου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. Ε75/13, ημ. 5/3/2019: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, κατά το στάδιο εξέτασης της Δ.18 θ.1, πρέπει το Δικαστήριο να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση. Στο Annual Practice του 1955 στην ανάλυση της αντίστοιχης αγγλικής Ο.14, σελ.178, διαβάζουμε: «Even though the defence is not clearly established, but only reasonable probability of there being a real defence, leave to defend should be given (Manger ν. Cash, 5 T.L.R. 271). So also in an action on a bill of exchange where the defendant sets up the defence that the bill was given without valuable consideration and in consequence of misrepresentation on the part of the plaintiff (Wing ν. Thurlow, 10 T.L.R. 53, 151). And where in an action of bills of exchange the defendant set up by affidavit under O.14 the defence that the bills sued on were given as part of a series of stock exchange transactions, and claimed an account of the whole transactions, the Judge in Chambers gave leave to defence conditionally on payment into Court of the amount of the bills. The C.A., however, in the absence of any affidavit by the plaintiff in answer, gave unconditional leave to defence (Carter v. Countess of Warwick (unreported), C.A. , June 2, 1910)" (ο τονισμός δικός μας) . Το Δικαστήριο, εφόσον παρατίθενται λεπτομέρειες προβαλλόμενης καλής υπεράσπισης, ενώ, κατ΄αρχήν δεν δύναται να αξιολογήσει το αληθινό της υπεράσπισης, μπορεί να εξετάσει εάν οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκδηλα ψευδείς. Στη Βanque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray
(1984)1 Loyd's Rep.21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Στη Bhogal v. Punjab National Bank,
(1988)2 All E.R. 296 "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, όπου αναφέρθησαν και τα ακόλουθα: Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)˜ Προκειμένου να καταδειχθεί καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να δίδονται από τον εναγόμενο επαρκείς λεπτομέρειες καθώς γενικοί ισχυρισμοί δεν επαρκούν. Στην J&M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 818).». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) (Δέστε, επίσης, Φιλίππου κ.α. ν Κούτρα, Πολ. Εφ. 397/12, ημ. 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A235, Χριστοδούλου ν Σάββα, Πολ. Εφ. 139/12, ημ. 12/9/2018, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 504/12, ημ. 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235, Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11, ημ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Ch. Aresti Estates Limited κ.α. ν Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd, Πολ. Εφ. 68/11, ημ. 21/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:A492, Καμένος κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 102/11, ημ. 22/7/2014, ECLI:CY:AD:2014:A554) Υπενθυμίζεται ότι η προσέγγιση του δικαστηρίου κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσο προβάλλεται καλόπιστη υπεράσπιση είναι αντικειμενική, εξετάζονται, δηλαδή, αντικειμενικά τα γεγονότα όπως προκύπτουν συνολικά, χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Ως λέχθηκε στην J&M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280: «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Αρθρο 30 του Συντάγματος).». (δέστε, επίσης, Κωνσταντίνου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. Ε75/13, ημ. 5/3/2019) Εν προκειμένω, η αξίωση του Ενάγοντα περιστρέφεται γύρω από τη συμφωνία, ημερομηνίας 5/12/
  1. Η Εναγόμενη προβάλλει στην ένορκη δήλωση της ουσιαστικά δύο ζητήματα: (α) ότι η συμφωνία, ημερομηνίας 5/12/2020, υπογράφηκε κατόπιν άσκησης πίεσης και απειλών εκ μέρους του Ενάγοντα, και, (β) ότι εξόφλησε πλήρως το συμφωνηθέν ποσό των €100,
  2. Σε ό,τι αφορά το πρώτο ζήτημα, η Εναγόμενη δεν πείθει ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι θα πρέπει να της δοθεί άδεια να υπερασπιστεί. Τούτο διότι ενώ αναφέρει ότι υπέγραψε τη συμφωνία κατόπιν πίεσης και απειλών εκ μέρους του Ενάγοντα, παραδέχεται ότι η ίδια έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο της να ετοιμάσει τη συμφωνία, ως και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, και ουδόλως ισχυρίζεται ότι η εν λόγω συμφωνία κατέστη ακυρώσιμη κατ' εκλογή της ή ότι είναι άκυρη. Επίσης, ουδόλως ισχυρίζεται ότι ο όρος 7 της συμφωνίας, την οποία επισυνάπτει τόσο ο Ενάγων όσο και η Εναγόμενη ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση τους, ο οποίος προνοεί ότι έγινε με την ελεύθερη θέληση των συμβαλλομένων, οι οποίοι ρητά δήλωσαν ότι δεν έχει ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση επ' αυτών και ότι ενεργούν με καλή πίστη και χωρίς δόλο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή ότι προστέθηκε κατόπιν απειλών ή πιέσεων εκ μέρους του Ενάγοντα. Περαιτέρω, η θέση της περί υπογραφής της συμφωνίας κατόπιν απειλών ή εκβιασμών έρχεται σε αντίθεση με το δεύτερο ζήτημα που προβάλλει, ότι δηλαδή έχει καταβάλει εξ ολοκλήρου το συμφωνηθέν ποσό στον Ενάγοντα. Επομένως, δεν διαπιστώνεται ως προς αυτό το ζήτημα καλόπιστη υπεράσπιση ώστε να δοθεί άδεια στην Εναγομένη να υπερασπιστεί στην αγωγή. Όσον αφορά το ζήτημα της εξόφλησης του συμφωνηθέντος τιμήματος, κρίνω ότι ούτε επ' αυτού η Εναγόμενη έχει καταδείξει καλόπιστη υπεράσπιση. Εν πρώτοις διαπιστώνω ότι ενώ η Εναγόμενη προβάλλει στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης της ότι για κάθε πληρωμή στην οποία προέβαινε υπέγραφε σε συγκεκριμένο έντυπο, στην παρ. 10 αναφέρει ότι μετά τις πληρωμές στις οποίες προέβη τον Φεβρουάριο 2021 σε κάποια X, η τελευταία δεν ξαναέφερε το τεκμήριο 4 για να το υπογράφει αναφορικά με τις επόμενες πληρωμές που έκανε μέχρι και την 20/4/2021, προβάλλοντας ως λόγο τα όσα κατ΄ ισχυρισμό της ανέφερε το εν λόγω πρόσωπο περί ύπαρξης λάθους στη σύνταξη του εγγράφου αυτού. Η Εναγόμενη ουδέν άλλο σχετικό έγγραφο παρουσιάζει ή επικαλείται προκειμένου να καταδείξει καλή υπεράσπιση σχετικά με την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου. Ισχυρίζεται δε ότι το εν λόγω πρόσωπο της ανέφερε ότι ο Ενάγοντας θα της εξέδιδε απόδειξη εξόφλησης με την πλήρη εξόφληση του ποσού στο τέλος. Ακόμα, όμως, και έτσι, θα αναμενόταν η Εναγόμενη να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες, όπως απαιτείται από τις ως άνω νομολογιακές αρχές, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση της. Προς τούτο, η Εναγόμενη επικαλείται γενικά ότι μέχρι και την 20/4/2021 εξόφλησε πλήρως το οφειλόμενο ποσό, χωρίς, όμως, να παραθέτει λεπτομέρειες των καταβολών στις οποίες προέβη και χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο για αυτές. Όσον αφορά την αναφορά της Εναγομένης περί του ότι υπολογίζει ότι η X ή κάποιο από τα πρόσωπα που την επισκέπτονταν ως αντιπρόσωποι του Ενάγοντα για να παραλάβουν τα ποσά που κατέβαλλε τα οικειοποιήθηκαν και δεν τα παρέδωσαν στον Ενάγοντα, υπενθυμίζεται ότι το βάρος να καταδειχθεί καλή υπεράσπιση βαραίνει την ίδια την Εναγόμενη. Εν προκειμένω, η Εναγόμενη αρκείται σε γενικούς ισχυρισμούς περί καταβολής του οφειλόμενου ποσού με περιοδικές πληρωμές σε αντιπροσώπους του Ενάγοντα, χωρίς να παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία που να στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς της. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η Εναγόμενη απέτυχε να καταδείξει καλόπιστη υπεράσπιση και επί του δεύτερου ζητήματος που προβάλλει. Τέλος, σημειώνεται ότι δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κατάχρηση από μέρους του Αιτητή ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης σε αυτή τη βάση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι ο Ενάγων δικαιούται να λάβει από την Εναγόμενη το ποσό των €70,000, πλέον τόκο 8% ετησίως από 1/1/2021 μέχρι εξόφλησης. Ενόψει του ότι το εν λόγω ποσό συνιστά ουσιαστικά το μόνο ποσό που ο Ενάγων ζητά με την αγωγή, η εξέταση οποιουδήποτε θέματος που αφορά σε γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις καθίσταται περιττή. Εν όψει των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €70,000, πλέον τόκο 8% ετησίως από 1/1/2021 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ. (Υπ.)............ Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.