Γιαννούλας Χαραλάμπους ν. Σάββα Λυθραγκωμίτη, Αγωγή: 2330/21, 31/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A403 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Αγωγή: 2330/21 Μεταξύ:- Γιαννούλας Χαραλάμπους Ενάγουσας -και- Σάββα Λυθραγκωμίτη Εναγομένου Αίτηση, ημ. 29/4/2022 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 31/10/2022 Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Μ. Πανάου Για τους Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Στ. Σταύρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση, η Ενάγουσα/Αιτήτρια αιτείται: «Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον του Εναγομένου ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Ε και ΣΤ ως η αξίωση της Ενάγουσας στην οπισθογραφημένη Έκθεση Απαιτήσεως». Σύμφωνα με την οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης, οι αξιώσεις Α, Β, Γ, Ε και Στ της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου είναι: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δι' ανάκτηση κατοχής και όπως διατάσσεται ο Εναγόμενος όπως εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή της κατοικίας, η οποία βρίσκεται στη κατοχή του επί της οδού [ ]. Β. €4.300 ως καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 2020 και Ιανουάριο μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021 ως οι λεπτομέρειες κατωτέρω. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση που να διατάσσει τον Εναγόμενο όπως καταβάλει στην Ενάγουσα ενδιάμεσα οφέλη εκ ποσού €350,00 για κάθε μήνα που μεσολαβεί μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας πλέον νόμιμο τόκο. Ε. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία θεωρήσει το Δικαστήριο ως εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 10350059J), πλέον έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ. 1-9, Δ.48, θ. 1, 2, 3, 7, 9, Δ.39, Δ.64 στα άρθρα 22
(3)(β) και 22
(4)(α)(δδ) και 29 του περί Δικαστηρίων νόμου 14/60, ως επίσης στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους κανόνες της επιείκειας, στην πρακτική του Δικαστηρίου, επί της νομολογίας. Και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Γιαννούλας Χαραλάμπους, Ενάγουσας, η οποία αναφέρει συνοπτικά τα πιο κάτω: - Είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της κατοικίας επί της οδού [ ] (εφεξής «το Ακίνητο»). - Δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, ημερομηνίας 1/9/2017, ο Εναγόμενος ενοικίασε από την ίδια το Ακίνητο για περίοδο 1 έτους με συμφωνηθέν ενοίκιο ύψους €400 μηνιαίως. Το Ενοικιαστήριο Έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, το συμφωνηθέν ενοίκιο θα πληρωνόταν την 20η μέρα κάθε μηνός με κατάθεση σε συμφωνηθέντα τραπεζικό λογαριασμό και σε περίπτωση καθυστέρησης έως το τέλος του μήνα. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε όπως οποιαδήποτε παράβαση οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας δίνει το δικαίωμα στον Ιδιοκτήτη να τερματίσει την ενοικίαση και/ή να λάβει δικαστικά μέτρα για έξωση και παράδοση κατοχής του ακινήτου, νοουμένου ότι ο Εναγόμενος θα εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος για τα καθυστερημένα ενοίκια. - Με τη λήξη της συμφωνίας την 31/8/2018 ενημέρωσε προσηκόντως τον Εναγόμενο για να εκκενώσει και να της παραδώσει κενή την κατοχή του ακινήτου της για σκοπούς ιδιοκατοίκησης, αφού θα ερχόταν μαζί με τον σύζυγο της στην Κύπρο μετά τη λήξη του συμβολαίου για να εγκατασταθούν μόνιμα στο ακίνητο. - Ο Εναγόμενος της ζήτησε όπως του δώσει ένα σύντομο χρονικό περιθώριο για το λόγο ότι η κατοικία του δεν είχε τελειώσει και χρειαζόταν ακόμη λίγο χρόνο, αν όμως μέσα στο διάστημα που θα του έδινε, δεν καθίστατο εφικτό να μετακομίσει εκεί, τότε θα πήγαινε, όπως της είπε, να εξεύρει νέα κατοικία προς ενοικίαση. Ένεκα της υπόσχεσης που της έδωσε, αποδέχθηκε να συνεχίσει και να διαμένει μέσα στο Ακίνητο και να καταβάλλει το ενοίκιο όπως ήταν συμφωνημένο εξ αρχής. Παρ' όλα αυτά αρνείται να της παραδώσει το Ακίνητο. - Αρχές του 2019, ενώ ήταν έτοιμοι να έρθουν στην Κύπρο, ο Εναγόμενος τους ενημέρωσε ότι θα χρειαζόταν να μείνει για ακόμη ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο Ακίνητο. Εντωμεταξύ, δεν κατέστη εφικτό να έρθουν στην Κύπρο και ο Εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την κατάσταση συνέχιζε να διαμένει στο Ακίνητο και ξεκίνησε να μην ήταν συνεπώς με την πληρωμή των ενοικίων. - Στις 14/1/2020 τηλεφώνησε στον Εναγόμενο και τον ενημέρωσε ότι εντός των επόμενων ημερών θα έκλεινε αεροπορικά εισιτήρια για την επιστροφή της στην Κύπρο στις 11/4/
- Η ειδοποίηση που του έδωσε για να παραδώσει κενή κατοχή ήταν πέραν των 2 μηνών. Λόγω του κορονοϊού, η επιστροφή τους δεν κατέστη εφικτή. - Ο Εναγόμενος συνέχιζε να διαμένει στο ακίνητο, αδιαφορώντας για τις επανειλημμένες οχλήσεις που του έκανε, παρατείνοντας και αναβάλλοντας από μόνος του την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής του ακινήτου και αγνοώντας την πιο πάνω ειδοποίηση που του είχε δώσει. Είχε εξουσιοδοτήσει πρόσωπο να παραλάβει την κατοχή του ακινήτου, ωστόσο ο Εναγόμενος εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην Κύπρο λόγω της πανδημίας και συνέχιζε να διαμένει στο Ακίνητο και αρνούνταν να παραδώσει την κενή κατοχή. - Κατά τον Ιανουάριο 2021, προκειμένου να διευκολύνει τον Εναγόμενο, του ζήτησε να της καταβάλλει για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2020, το μηνιαίο ενοίκιο ως ήταν έκτοτε συμφωνημένο, €400, και για τον Ιανουάριο 2021 να της καταβάλλει €350, ώστε να μαζέψει χρήματα για να ενοικιάσει νέα κατοικία ώστε να της παρέδιδε το Ακίνητο σε σύντομο χρονικό διάστημα. - Η τελευταία πληρωμή που της κατέβαλε ο Εναγόμενος ήταν στις 11/12/2020, για το ποσό των €1600, η οποία αντιστοιχούσε σε απλήρωτα ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο
- Ο Εναγόμενος εξακολουθεί να διαμένει παράνομα στο ακίνητο της χωρίς να πληρώνει ενοίκιο και αρνείται να παραδώσει την κατοχή. - Ο Εναγόμενος παρέλειψε να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό από τον Νοέμβριο του 2020 μέχρι και την ημερομηνία της ΕΔ της/Απρίλιο 2022 έναντι των οφειλόμενων ενοικίων, ήτοι το ποσό των €6,400, παρά τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές οχλήσεις τόσο της ιδίας όσο και της θυγατέρας της. - Τα ενοίκια καταβάλλονταν σε τραπεζικό λογαριασμό της θυγατέρας της. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο συναλλαγών του τραπεζικού λογαριασμού για την περίοδο 1/8/2017-31/3/
- - Ο Εναγόμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να έρθει στην Κύπρο ένεκα του κορονοϊού, συνέχιζε να διαμένει στο Ακίνητο και από τον Νοέμβριο 2020 να μην καταβάλλει κανένα ποσό ενοικίου. - Στις 8/9/2021 απέστειλε μέσω των δικηγόρου της, με ιδιώτη επιδότη, επιστολή στον Εναγόμενο ενημερώνοντας τον για τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης και καλώντας τον όπως της παραδώσει το ακίνητο και όπως καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια που ανέρχονταν σε €3,950 (Τεκμήριο 7). - Ειλικρικά πιστεύει και έχει νομική συμβουλή ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε Υπεράσπιση και ότι ο λόγος καταχώρισης εμφάνισης και υπεράσπισης ήταν για να καθυστερήσει την έκδοση τελικής απόφασης. Οι επιμέρους υπερασπιστικές γραμμές που προβάλλει είναι παντελώς αβάσιμες και ενοχλητικές. - Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας καθότι ο Εναγόμενος ήταν θέσμιος ενοικιαστής και/ή το επίδικο ακίνητο ανεγέρθει πριν το 2000, είναι ολοφάνερο ότι δεν αποτελεί βάσιμη υπερασπιστική γραμμή αφού με βάση το Τεκμήριο 1 φαίνεται ότι το ακίνητο ανεγέρθη μετά το
- - Ως προς τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης, θεωρεί ότι έχει καταχωριθεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένεκα του κορονοϊού χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να μπορέσει να έρθει στην Κύπρο, δεν ήταν εφικτή η προώθηση της σε προγενέστερο χρόνο. (εφεξής «ΕΔ Ενάγουσας»). Ο Εναγόμενος καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας 10 λόγους ένστασης, ως ακολούθως:
- Η Αίτηση είναι πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Οι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν την Αίτηση είναι ανυπόστατοι, γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι.
- Ο Καθ' ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση τόσο επί της ουσίας όσο και επί νομικών θεμάτων, τα οποίο πρέπει να του επιτραπεί να προβάλει στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.
- Ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί επί της ουσίας το δικαίωμα της Αιτήτριας στις αιτούμενες θεραπείες της Αγωγής και την ορθότητα των απαιτήσεων της.
- Ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί τους ισχυρισμούς επί των οποίων βασίζεται η απαίτηση.
- Οι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν την απαίτηση είναι ανυπόστατοι, γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι.
- Η Αιτήτρια σκοπίμως αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα.
- Η Αιτήτρια παρουσιάζει μόνο μέρος των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων και παραπλανεί το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και το πραγματικό περιεχόμενο και νόημα των εγγράφων. Η Αίτηση στηρίζεται σε ανεπαρκή μαρτυρία και/ή μη αποδεκτή μαρτυρία.
- Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καμιά αιτία αγωγής εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Σάββα Λυθραγκωμίτη, Εναγόμενου, ο οποίος αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: - Ουδέποτε τέθηκε ζήτημα από την Ενάγουσα να αποχωρήσει από το ακίνητο την 31/8/2018 και τα όσα ισχυρίζεται αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Η Αιτήτρια εξ όσων τον ενημέρωνε βρισκόταν στην Αγγλία και ήταν πρόθεση των μερών να ανανεωθεί η συμφωνία ενοικίασης προφορικά για περαιτέρω χρονική περίοδο έως ότου ολοκληρωθεί η ανέγερση της ιδιόκτητης κατοικίας του χωρίς όμως να ορίζουν χρονική περίοδο. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι συνέχιζε να καταβάλλει ενοίκιο μηνιαίως ως η μεταξύ τους συμφωνία. - Ουδέποτε οχλήθηκε για να παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή της οικίας της Ενάγουσας από την ίδια. Αντιθέτως, είχε επαφή προφορικά με τη θυγατέρα της, η οποία ζητούσε συνεχώς να της καταβληθεί μεγαλύτερο ποσό από το συμφωνηθέν ποσό ενοικίου ύψους €350 μηνιαίως με αποτέλεσμα να παραβιάζουν την μεταξύ τους προφορική συμφωνία. - Το συμφωνηθέν ενοίκιο από την 1/9/2018 και έπειτα ήταν €350 και όχι €400 όπως παραπλανητικά αναφέρει η Αιτήτρια. Έχει καταβάλει το χρηματικό ποσό στην θυγατέρα της Αιτήτριας που του είχε ζητήσει σε ανύποπτο χρόνο και προς τούτο δεν γίνεται καμιά αναφορά από την Αιτήτρια. - Τα χρήματα πληρώνονταν στην θυγατέρα της Αιτήτριας και όχι στην ίδια και διαφαίνεται πως η θυγατέρα της δεν την ενημέρωσε για την καταβολή σημαντικών χρηματικών ποσών από τον Εναγόμενο στην ίδια. - Ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και έχει τηρήσει όλους τους όρους της συμφωνίας καταβάλλοντας τα οφειλόμενα ενοίκια στην θυγατέρα της Αιτήτριας. Αναφέρει ότι είναι απορίας άξιο γιατί δεν ορκίζεται η θυγατέρα της για να αναφέρει η ίδια ότι δεν κατέβαλλε τα ενοίκια όλα αυτά τα χρόνια και ορκίζεται η ίδια η Ενάγουσα, η οποία ελάχιστη επαφή είχε μαζί του και κυρίως τηλεφωνική. - Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται αρμοδιότητας για εκδίκαση της υπόθεσης ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο είχε ανεγερθεί πολύ πριν το 2002, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η Ενάγουσα, και προσφερόταν προς ενοικίαση χρόνια προηγουμένως. Παραπλανητικά η Ενάγουσα καταχώρησε ενώπιον του Δικαστηρίου μια πολεοδομική άδεια, ημ. 30/7/2002, χωρίς να καθορίζει το ακίνητο που αφορά αυτή και αν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με το επίδικο ακίνητο όταν την αναφέρει και ως άδεια οικοδομής. - Δεν αποκαλύπτεται ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εύλογα γεννάται η απορία γιατί υπήρξε όλη αυτή η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και για ποιο λόγο η θυγατέρα της, με την οποία είχε πάντα επικοινωνία για την ενοικίαση της κατοικίας και ήταν αυτή που γνωρίζει τα γεγονότα και η ίδια λάμβανε τα χρηματικά ποσά από τον ίδιο, δεν προχώρησε με ένορκη δήλωση. - Δεν αποκαλύπτεται ίχνος αγώγιμου δικαιώματος και θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του. («ΕΔ Εναγομένου) Η ακρόαση της Αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων καθώς και διευκρινίσεων που δόθηκαν προφορικά στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και δεν κρίνεται απαραίτητη η λεπτομερής αναφορά σε αυτές, πέραν του αναγκαίου κατωτέρω. Ο συνήγορος του Εναγομένου ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο πως σε ό,τι αφορά την ένσταση περί του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα, αλλά έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, δεν θα προωθηθεί περαιτέρω καθότι ο Λυθροδόντας, όπου βρίσκεται το Ακίνητο, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Επίσης, ανέφερε ότι δεν θα προωθήσει ούτε τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. Νομική πτυχή Η Δ.18 επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση έτυχε εκτενούς ανάλυσης στη νομολογία. Σημαντική είναι η υπόδειξη στην Ζερβός ν Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1968: «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Στην Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11, ημ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης: «Οι αρχές επί των οποίων στηρίζεται μια αίτηση για συνοπτική απόφαση εδραζόμενη στη Δ.18, θ. 1, έχουν κατ' επανάληψη τονιστεί σε σειρά αποφάσεων που στόχο έχουν να καταστήσουν μια διαδικασία τελεσίδικη, όταν και εφόσον η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ταυτοχρόνως δεν έχει προβληθεί από πλευράς των εναγομένων καλόπιστη υπεράσπιση. Θεωρούμε σημαντικό να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την υπόθεση R.C.K. Sports Ltd. v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, όπου αναφέρθηκε από το Δικαστή Καλλή, με αναφορά στο αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 και την αγγλική Διαταγή, αντίστοιχη της Δ.18, το εξής: ″Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray v. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, H.L.; Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322).″ Συνεπώς, τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθηθούν στη βάση της Δ.18, θ. 1 είναι:
(1)Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο.
(2)Ο εναγόμενος να έχει καταχωρίσει εμφάνιση και
(3)Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, τα οποία να επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και επίσης να δηλώνεται ρητά ότι, από ότι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. επίσης την υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd. κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1795).». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) (Δέστε, επίσης, Atlaspantou Co Limited v Angelos Nicolaides Holdings Limited
(2013)1 ΑΑΔ 2553, Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 ΑΑΔ 977, Μάρκος Νικολάου Λίμιτεδ ν Adamko Constructions Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 376, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818, Μεττή κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 ΑΑΔ 418, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912, Subotic ν Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστορος
(1989)1Ε ΑΑΔ 204, Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 CLR 333, CY.E.M.S. Co. Limited v The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897, Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Σε σχέση με τα πιο πάνω κριτήρια, σύμφωνα με το φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα καταχώρισε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα κατά την Δ.2, θ.6 στις 18/10/2021 και ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης, αρχικά αυτοπροσώπως, την 1/11/2021, και ακολούθως δια δικηγόρου στις 26/1/2022. Σχετικά με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, αυτή γίνεται από την Ενάγουσα. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου η θέση ότι η Ενάγουσα δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με το θέμα αυτό διαπιστώνω ότι: Η Ενάγουσα δηλώνει στην παρ. 1 της ΕΔ της ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αποκαλύπτει και για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της, για δε θέματα αμιγώς νομικά λαμβάνει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της. Στην Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο πιο πάνω θ.1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. .. Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ΕΔ Ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αξίωσης και το γεγονός ότι είναι η ίδια η Ενάγουσα που ορκίζεται, διαπιστώνεται ότι αυτή είναι ικανή να ορκισθεί προς υποστήριξη της Αίτησης για συνοπτική απόφαση στην αγωγή της. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η Ενάγουσα εκθέτει προσωπική της γνώση και επισυνάπτει ως τεκμήρια τα έγγραφα που επικαλείται. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις καταβολές των οφειλόμενων ενοικίων, παρ' όλο που δεν καταβάλλονταν σε δικό της, προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό, για τους λόγους που αναφέρει στην παρ. 18 της ΕΔ της, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της κατάστασης του σχετικού τραπεζικού λογαριασμού. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα αναφέρεται σε γεγονότα που επαληθεύουν την αιτία αγωγής της και τα ποσά που αξιώνει και δηλώνει στην παρ. 24, όπως και στην παρ. 26, της ΕΔ της ότι ειλικρινά πιστεύει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και ότι ο λόγος καταχώρησης της υπεράσπισης είναι η καθυστέρηση στην έκδοση τελικής απόφασης. Ενόψει των πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί άδεια στον Εναγόμενο να υπερασπιστεί την αγωγή. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης στις 31/3/2022, πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτηση. Ως λέχθηκε στην Sigma Radio T.V. Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, η καταχώρηση υπεράσπισης δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση στην κατάλληλη περίπτωση. Λέχθηκε, περαιτέρω, ότι ορθώς δεν λαμβάνεται υπόψη η ήδη καταχωρηθείσα έκθεση υπεράσπισης εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Δεδομένου ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, θ.1, το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί η δυνατότητα καταχώρησης υπεράσπισης (Χαραλάμπους ν Νεοφύτου κ.α., Πολ. Εφ. 292/11, ημ. 7/7/2017, ECLI:CY:AD:2017:A251, Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11, ημ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Ch. Aresti Estates Limited κ.α. ν Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd, Πολ. Εφ. 68/11, ημ. 21/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:A492, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν Τράπεζας Κύπου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795). Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, στην Χαραλάμπους ν Μελά, Πολ. Εφ. Ε242/14, ημ. 3/9/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση».». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) (δέστε, επίσης, Χαράκης ν Βρυνώνη, Πολ. Εφ. Ε28/17, ημ. 24/10/2018, LCA Domiki Limited v ICE Developers Ltd, Πολ. Εφ. 473/11, ημ. 28/9/2017) Περαιτέρω, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Κωνσταντίνου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. Ε75/13, ημ. 5/3/2019: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, κατά το στάδιο εξέτασης της Δ.18 θ.1, πρέπει το Δικαστήριο να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση. Στο Annual Practice του 1955 στην ανάλυση της αντίστοιχης αγγλικής Ο.14, σελ.178, διαβάζουμε: «Even though the defence is not clearly established, but only reasonable probability of there being a real defence, leave to defend should be given (Manger ν. Cash, 5 T.L.R. 271). So also in an action on a bill of exchange where the defendant sets up the defence that the bill was given without valuable consideration and in consequence of misrepresentation on the part of the plaintiff (Wing ν. Thurlow, 10 T.L.R. 53, 151). And where in an action of bills of exchange the defendant set up by affidavit under O.14 the defence that the bills sued on were given as part of a series of stock exchange transactions, and claimed an account of the whole transactions, the Judge in Chambers gave leave to defence conditionally on payment into Court of the amount of the bills. The C.A., however, in the absence of any affidavit by the plaintiff in answer, gave unconditional leave to defence (Carter v. Countess of Warwick (unreported), C.A. , June 2, 1910)" (ο τονισμός δικός μας) . Το Δικαστήριο, εφόσον παρατίθενται λεπτομέρειες προβαλλόμενης καλής υπεράσπισης, ενώ, κατ΄αρχήν δεν δύναται να αξιολογήσει το αληθινό της υπεράσπισης, μπορεί να εξετάσει εάν οι προβαλλόμενες θέσεις είναι έκδηλα ψευδείς. Στη Βanque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray
(1984)1 Loyd's Rep.21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Στη Bhogal v. Punjab National Bank,
(1988)2 All E.R. 296 "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, όπου αναφέρθησαν και τα ακόλουθα: Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Προκειμένου να καταδειχθεί καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να δίδονται από τον Εναγόμενο επαρκής λεπτομέρειες καθώς γενικοί ισχυρισμοί δεν επαρκούν. Στην J&M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 818).». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) (Δέστε, επίσης, Φιλίππου κ.α. ν Κούτρα, Πολ. Εφ. 397/12, ημ. 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A235, Χριστοδούλου ν Σάββα, Πολ. Εφ. 139/12, ημ. 12/9/2018, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 504/12, ημ. 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235, Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11, ημ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Ch. Aresti Estates Limited κ.α. ν Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd, Πολ. Εφ. 68/11, ημ. 21/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:A492, Καμένος κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 102/11, ημ. 22/7/2014, ECLI:CY:AD:2014:A554) Υπενθυμίζεται ότι η προσέγγιση του δικαστηρίου κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσο προβάλλεται καλόπιστη υπεράσπιση είναι αντικειμενική, εξετάζονται, δηλαδή, αντικειμενικά τα γεγονότα όπως προκύπτουν συνολικά, χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Ως λέχθηκε στην J&M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280: «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Αρθρο 30 του Συντάγματος).». (δέστε, επίσης, Κωνσταντίνου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. Ε75/13, ημ. 5/3/2019) Όσον αφορά τη θέση του Εναγομένου περί έλλειψης αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ενόψει της μη προώθησης της από το συνήγορο του, θα πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την ΚΔΠ 519/2007, ο Λυθροδόντας, όπου βρίσκεται το Ακίνητο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται, δεν εμπίπτει στις ελεγχόμενες περιοχές για τους σκοπούς εφαρμογής του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/1983, ως έχει τροποποιηθεί. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος δεν έχει καταδείξει επί του σημείου αυτού καλόπιστη υπεράσπιση ώστε να χρειάζεται να διεξαχθεί δίκη (δέστε L. P. Loukaides Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, Πολ. Εφ. Ε211/14, ημ. 22/2/2022: «. αν τα γεγονότα που αφορούν στην εκάστοτε περίπτωση είναι σαφή και κατ' ουσίαν αναντίρρητα - όπως εδώ - το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, αν έτσι κρίνει πως αρμόζει, το όποιο εγειρόμενο νομικό σημείο.»). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του Ακινήτου και ότι δυνάμει συμφωνία ενοικίασης, ο Εναγόμενος ενοικίασε το Ακίνητο για περίοδο ενός έτους (1/9/2017-31/8/2018) με συμφωνηθέν ενοίκιο €400, καταβλητέο την 20η μέρα κάθε μήνα, και σε περίπτωση καθυστέρησης, καταβλητέο μέχρι το τέλος του μήνα, σε συμφωνηθέντα λογαριασμό της ΑΒ. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε πως οποιαδήποτε παράβαση, θα έδινε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τερματίσει την ενοικίαση και να λάβει δικαστικά μέτρα για έξωση ενώ ο Εναγόμενος θα εξακολουθούσε να είναι υπεύθυνος για τα καθυστερημένα ενοίκια. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι μετά τη λήξη της συμβατικής περιόδου ενοικίασης ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κατέχει το Ακίνητο. Ο Εναγόμενος ουσιαστικά εγείρει τα πιο κάτω ζητήματα στην ΕΔ του:
- Ότι ουδέποτε οχλήθηκε για να αποχωρήσει από το Ακίνητο
- Ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, δηλαδή του τερματισμού της ενοικίασης, ο Εναγόμενος αναφέρει «ουδέποτε τέθηκε ζήτημα από την Ενάγουσα να αποχωρήσω[ει] από το ενοικιαζόμενο ακίνητο την 31/8/2018» (παρ. 4, ΕΔ Εναγόμενου), δηλαδή κατά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης ενοικίασης, αντίθετα ήταν πρόθεση τους να ανανεωθεί η συμφωνία ενοικίασης προφορικά μέχρι να ολοκληρωθεί η ανέγερση της ιδιόκτητης κατοικίας του, χωρίς να ορίζεται χρονική περίοδος, εξ ου και συνέχιζε να καταβάλλει το ενοίκιο ως η συμφωνία τους. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, η Ενάγουσα αναφέρει στην παρ. 8 της ΕΔ της ότι ο Εναγόμενος της ζήτησε να του δώσει ένα σύντομο χρονικό περιθώριο για τον λόγο ότι η δική του κατοικία δεν είχε τελειώσει και χρειαζόταν ακόμη λίγο χρόνο και αν όμως μέσα στο διάστημα αυτό δεν καθίστατο δυνατή η μετακόμιση του εκεί, τότε θα εξεύρισκε άλλη κατοικία προς ενοικίαση. Έτσι, ένεκα της υπόσχεσης του, «αποδέχθηκα[ε] να συνεχίσει και να διαμένει μέσα στο ακίνητο μου[της] και να καταβάλλει το ενοίκιο όπως ήταν συμφωνημένο εξ αρχής». Επομένως, προκύπτει ότι μετά τη λήξη της συμβατικής περιόδου ενοικίασης, η ενοικίαση συνεχίστηκε από μήνα σε μήνα, το οποίο αποτελεί και την βάση αγωγής της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος, περαιτέρω, αναφέρει ότι «ουδέποτε οχλήθηκα[ε] για να παραδώσω[ει] ελεύθερη και κενή την κατοχή της οικίας της Ενάγουσας από την ίδια» (παρ. 5, ΕΔ Εναγομένου). Αντιθέτως, αναφέρει ότι είχε προφορική επαφή με τη θυγατέρα της Ενάγουσας, η οποία του ζητούσε μεγαλύτερο ποσό από το συμφωνηθέν των €350 μηνιαίως με αποτέλεσμα να παραβιάζουν την μεταξύ τους προφορική συμφωνία. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, αντικειμενικά διαπιστώνεται ότι ο Εναγόμενος ουδέν προβάλλει περί της επιστολής, Τεκμήριο 7 στην ΕΔ Ενάγουσας, η οποία, ως αναφέρει η Ενάγουσα, απευθύνθηκε και επιδόθηκε στον ίδιο, και δια αυτής ειδοποιήθηκε «ότι το δικαίωμα ενοικίασης τερματίζεται στις 10/10/2021» και κλήθηκε να παραδώσει κατ' εκείνη την ημέρα την κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου. Ο Εναγόμενος δεν προβάλλει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό σχετικά με την επιστολή, Τεκμήριο 7, την οποία ουδόλως σχολιάζει στην ΕΔ δήλωση του. Ενόψει τούτου, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί εύλογη πιθανότητα ύπαρξης πραγματικής και καλόπιστης υπεράσπισης σχετικά με τον τερματισμό της ενοικίασης δια αυτής της επιστολής, η οποία είναι μεταγενέστερη των προφορικών οχλήσεων της Ενάγουσας. Ακόμα και αν εκληφθεί ότι η αναφορά του Εναγόμενου ότι «ουδέποτε οχλήθηκα[ε] για να παραδώσω[ει] ελεύθερη και κενή την κατοχή της οικίας της Ενάγουσας από την ίδια» καλύπτει και την επιστολή αυτή, η άρνηση αυτή είναι γενική και θα αναμενόταν ο Εναγόμενος να προβάλει συγκεκριμένα ή επαρκή γεγονότα, λεπτομέρειες και θέσεις σχετικά με την επιστολή αυτή ώστε να καταδειχθεί καλόπιστη υπεράσπιση. Αναφορικά με το ζήτημα των οφειλόμενων ενοικίων, ο Εναγόμενος αναφέρει πως το συμφωνηθέν ενοίκιο από την 1/9/2018 και έπειτα ήταν €350 και όχι €400 (παρ. 6, ΕΔ Εναγομένου). Αναφέρει, επίσης, ότι «έχω[ει] καταβάλει το χρηματικό ποσό στην θυγατέρα της Αιτήτριας που μου είχε ζητήσει σε ανύποπτο χρόνο» (παρ. 6, ΕΔ Εναγομένου). Περαιτέρω, αναφέρει ότι τα χρήματα πληρώνονταν στη θυγατέρα της Ενάγουσας και όχι στην ίδια «εξού και το ότι διαφαίνεται πως η θυγατέρα της Αιτήτριας δεν την ενημέρωσε για την καταβολή σημαντικών χρηματικών ποσών από εμένα στην ίδια» (παρ. 7, ΕΔ Εναγομένου). Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι «ουδέν ποσό οφείλω[ει] στην Αιτήτρια και εν πάσει[sic] περιπτώσει έχω[ει] τηρήσει όλους τους όρους της συμφωνίας μας[τους] καταβάλλοντας τα οφειλόμενα ενοίκια στην θυγατέρα της Αιτήτριας.» (παρ. 8, ΕΔ Εναγομένου). Εν πρώτοις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος δέχεται, σε συμφωνία με την Ενάγουσα, ότι τουλάχιστον από τον Ιανουάριο 2021 και έπειτα, το συμφωνηθέν ενοίκιο είναι, €350 μηνιαίως. Ως προς το κατά πόσο υπάρχει οφειλόμενο ποσό, ο Εναγόμενος πέραν της γενικής θέσης του ότι ουδέν ποσό οφείλει, δεν αναφέρει στην ΕΔ του συγκεκριμένες ημερομηνίες ή λεπτομέρειες πληρωμής του αξιούμενου οφειλόμενου υπολοίπου, ούτε παραπέμπει στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6 στην ΕΔ Ενάγουσας ή σε άλλο έγγραφο, ώστε να καταδειχθεί ότι όντως τα ποσά που αξιώνει η Ενάγουσα έχουν καταβληθεί και δεν οφείλονται ή να καταδειχθεί προς τούτο καλόπιστη υπεράσπιση με αναφορά σε επαρκή γεγονότα. Ο Εναγόμενος περιορίζεται στη γενική άρνηση του ότι ουδέν ποσό οφείλει, το οποίο ως προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές, δεν είναι αρκετό ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Επιπρόσθετα, διαπιστώνεται ότι παρά τη θέση του Εναγομένου ότι το ενοίκιο ήταν €350 από την 1/9/2018, δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι τα αξιούμενα οφειλόμενα ενοίκια ή ποσά έχουν προπληρωθεί, με την έννοια ότι είχε καταβληθεί σε προηγούμενο χρόνο μεγαλύτερο ποσό από το τότε οφειλόμενο ώστε το ενοίκιο επόμενης περιόδου να είχε καλυφθεί. Αντίθετα, σημειώνεται ότι ενώ στην παρ. 16, ΕΔ Ενάγουσας αναφέρεται ότι καταβλήθηκε το ποσό των €1,600 ευρώ για 4 μήνες (Ιούλιος-Οκτώβρη 2020), δηλαδή €400 ανά μήνα, ο Εναγόμενος ουδόλως αναφέρεται συγκεκριμένα ή αρνείται το γεγονός αυτό στην ΕΔ του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγομένου στην παρ. 7 της ΕΔ του ότι «τα χρήματα πληρώνονταν στην θυγατέρα της και όχι στην ίδια εξού και το ότι διαφάινεται πως η θυγατέρα της Αιτήτριας δεν την ενημέρωσε για την καταβολή σημαντικών χρηματικών ποσών από εμένα στην ίδια» και τον ισχυρισμό του στην παρ. 8 ότι «είναι απορίας άξιο γιατί δεν ορκίζεται η θυγατέρα της Αιτήτριας για να αναφέρει η ίδια ότι εγώ δεν κατέβαλλα τα ενοίκια για την ενοικίαση της κατοικίας όλα αυτά τα χρόνια», υπενθυμίζεται ότι σε αυτό το στάδιο το βάρος να καταδειχθεί καλόπιστη υπεράσπιση βαρύνει τον Εναγόμενο. Ως λέχθηκε και πιο πάνω, ο Εναγόμενος περιορίζεται σε γενικές τοποθετήσεις χωρίς να προβάλλονται επαρκή γεγονότα περί της καταβολής των αξιούμενων ενοικίων ώστε να δικαιολογείται να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω πως ο Εναγόμενος δεν έχει καταδείξει καλόπιστη υπεράσπιση και δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Κατάληξη Η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται: Α. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Εναγόμενος, εντός 30 ημερών από την επίδοση σε αυτόν του παρόντος διατάγματος, να παραδώσει στην Ενάγουσα την ελεύθερη κατοχή της κατοικίας, η οποία βρίσκεται στη κατοχή του επί της οδού [ ]. Β. Απόφαση ο Εναγόμενος να πληρώσει στην Ενάγουσα €4.300 ως καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 2020 και Ιανουάριο μέχρι και τον Οκτώβριο του
- Γ. Διάταγμα δια του οποίου ο Εναγόμενος διατάσσεται να πληρώσει στην Ενάγουσα €350,00 μηνιαίως, ως ενδιάμεσα οφέλη, από την 1/11/2021 και κάθε επόμενο μήνα, μέχρι την παράδοση της ελεύθερης κατοχής της πιο πάνω κατοικίας, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που έκαστο ποσό καθίσταται οφειλόμενο. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο