← Κύπρος

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΤΣΙΑΜΑΝΕ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4279/13, 24/8/2022

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΤΣΙΑΜΑΝΕ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4279/13, 24/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A414 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4279/13 Μεταξύ:

  1. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΤΣΙΑΜΑΝΕ
  2. ΕΛΠΙΔΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόντων v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενων Ημερομηνία: 24 Αυγούστου, 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Μ. Σιαμμούτη (κα) Για την Εναγόμενη: Κ. Πολυβίου (κα) ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης, με την οποία, μία συμφωνία απόκτησης χρεογράφων (του 2008 - «τα Χρεόγραφα») και δύο συμφωνίες απόκτησης αξιόγραφων (του 2009 - Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου, στο εξής «τα ΜΑΚ» και του 2011 - Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, στο εξής «τα ΜΑΕΚ»), κριθούν ως άκυρες, καθώς επίσης και αποζημιώσεις σε σχέση με τα χρήματα που κατέβαλλαν προς αυτή για απόκτηση των πιο πάνω αξιών της. Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόντων, εκείνο που επικαλούνται είναι ότι η Εναγόμενη, μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της, τους παραπλάνησαν ως προς τη φύση των αξιών αυτών, παρουσιάζοντας τες ως καταθέσεις, τύπου γραμματίου με μεγαλύτερο επιτόκιο και μεγαλύτερης διάρκειας από το γραμμάτιο που διατηρούσαν στην Εναγόμενη πριν την αγορά τους, αποκρύπτοντάς τους, τους κινδύνους που ελλόχευαν από μια ενδεχόμενη αγορά τους. Είναι η επί του προκειμένου θέση των Εναγόντων ότι, ουδέποτε επέδειξαν οι ίδιοι πρόθεση να εξαργυρώσουν το αρχικό γραμμάτιό τους, και να αγοράσουν Χρεόγραφα και ότι, ο μόνος λόγος που συνέβη τούτο ήταν γιατί, η Εναγόμενη, μέσω των λειτουργών της και/ή αντιπροσώπων της, δια ψευδών και/ή αναληθών παραστάσεων και/ή διά μη αποκαλύψεως των υπαρκτών κινδύνων που ελλόχευαν από μια τέτοια αγορά (σχετικές λεπτομέρειες δικογραφούνται), τους έπεισε να δώσουν οδηγίες να εξαργυρωθεί το ασφαλές, κατά το 2008, γραμμάτιο που διατηρούσαν, και να αγορασθούν Χρεόγραφα αξίας €700.000,00, κατόπιν σχετικής αίτησης που υπέβαλαν αμφότεροι στην τελευταία. Όσον δε αφορά στα ΜΑΚ και στα ΜΑΕΚ, είναι η θέση των Εναγόντων ότι, οι ίδιοι λειτουργοί της Εναγόμενης, προσέγγισαν τον Ενάγοντα 1 (στο εξής «ο Ενάγοντας») και με πανομοιότυπες παραστάσεις ως αυτές που προηγήθηκαν της απόκτησης των Χρεογράφων, τον έπεισαν να υποβάλει αίτηση για μετατροπή τους (των Χρεογράφων), αρχικά σε ΜΑΚ (κατά το 2009) και ακολούθως σε ΜΑΕΚ (κατά το 2011). Ως προς τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν για σκοπούς της μετατροπής αρχικά σε ΜΑΚ και ακολούθως σε ΜΑΕΚ, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπεγράφησαν από την Ενάγουσα 2 (στο εξής «η Ενάγουσα»), και φέρουν μόνο την υπογραφή του Ενάγοντα. Είναι η επί του προκειμένου θέση των Εναγόντων ότι, ουδέποτε η Ενάγουσα συγκατατέθηκε στη μετατροπή των Χρεογράφων σε ΜΑΚ και ακολούθως των ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ, με αποτέλεσμα, στον βαθμό που αφορά στην ίδια, οι συμφωνίες που αφορούν τις αξίες αυτές να θεωρούνται άκυρες. Αποτελεί επιπρόσθετη, συναφή, δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι, με τον τρόπο που ενήργησε η Εναγόμενη, τόσο κατά την υποβολή των αιτήσεων για απόκτηση των πιο πάνω αξιών, όσον και κατά την προσέγγιση των Εναγόντων ώστε να πεισθούν να αγοράσουν τις πιο πάνω αξίες, στην ουσία, τούτη (η Εναγόμενη) παρείχε επενδυτικές συμβουλές και γενικότερα επενδυτικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, Ν.144

(1)/2007 (στο εξής «ο Νόμος»). Είναι η επί του προκειμένου θέση των Εναγόντων ότι, η Εναγόμενη, μολονότι παρείχε επενδυτικές συμβουλές και επενδυτικές υπηρεσίες, γενικότερα, εντούτοις δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που τις επιβάλουν οι πρόνοιες του Νόμου και ότι ενήργησε κατά παράβαση των εν λόγω προνοιών, με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να ζητούν ανάλογες θεραπείες. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί επιπρόσθετη, πλην όμως, επίσης συναφή δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι, ο τρόπος δράσης της Εναγόμενης, ως ανωτέρω περιγράφεται, ισοδυναμεί με απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και και/ή σκόπιμη μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών και/ή παράβαση καθήκοντος επιμέλειας ή εμπιστοσύνης (σχετικές λεπτομέρειες δικογραφούνται) και/ή παράβαση συμφωνίας. Είναι, τέλος, η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι, η ενέργεια της Εναγόμενης, από τη μια να ενεργεί ως εκδότρια των πιο πάνω αξιών και να τις θέτει προς πώληση, και από την άλλη να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες προς τα πρόσωπα που θα τις αποκτήσουν, είναι μεμπτή, καθότι εμπεριέχει το στοιχείο της σύγκρουσης συμφερόντων, κάτι που απαγορεύεται ρητά από τον Νόμο. Η Υπεράσπιση Η Εναγόμενη απορρίπτει τα όσα της προσάπτουν οι Ενάγοντες και προβάλλει τη θέση ότι, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την έκδοση και διάθεση των πιο πάνω αξιών της, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος, καθότι δεν παρείχαν οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες, ούτε επενδυτικές συμβουλές. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι, ενόψει του περιεχομένου των αιτήσεων που υπέβαλαν οι Ενάγοντες για απόκτηση των πιο πάνω αξιών, τούτοι κωλύονται από το να επικαλούνται άγνοια της φύσης και των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση τους, καθώς επίσης και ότι έτυχαν οποιασδήποτε επενδυτικής συμβουλής. Προβάλλει, επίσης, συναφώς πάντα με τα ανωτέρω, ότι, ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση και εντός των επιταγών του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο, Ν.114
(1)/2005 (στο εξής «ο Περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος»), οι πρόνοιες του οποίου τύγχαναν εφαρμογής. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι, καμία ενέργεια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της δεν έγινε κατά παράβαση οποιουδήποτε Νόμου και ότι, ενόψει τούτου, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιανδήποτε θεραπεία. Ως προς τους τελευταίους, προβάλλεται και/ή επιπρόσθετη θέση ότι, στο παρελθόν, είχαν αποκτήσει παρόμοιου τύπου αξίες, καθώς επίσης και μετοχές, με αποτέλεσμα να είναι συνειδητοποιημένοι επενδυτές και να γνωρίζουν εκ των προτέρων τη φύση, τύπο και κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση τέτοιων αξιών. Ακροαματική διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι Ενάγοντες παρουσίασαν, περιλαμβανομένων των ίδιων, τέσσερις μάρτυρες, ενώ για σκοπούς αναχαίτισης της αγωγής, η Εναγόμενη παρουσίασε τρείς. Πιο συγκεκριμένα, από πλευράς Εναγόντων, πρώτος κατέθεσε ο Εναγοντας, δεύτερη η Ν. Αναστασίου (Μ.Ε.2), τρίτη η Ενάγουσα (Μ.Ε.3) και τέταρτος ο Ν. Παυλίδης (Μ.Ε.4). Από πλευράς της Εναγόμενης, πρώτη κατέθεσε η E. Χ. Διομήδους (Μ.Υ.1), δεύτερος ο Α. Ανδρέου (Μ.Υ.2) και τρίτη η Σ. Κουμίδου (Μ.Υ.3). Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, ο οποίος είναι συνταξιούχος, απόφοιτος Δημοτικής Εκπαίδευσης, χωρίς, ως ισχυρίστηκε, επενδυτικές γνώσεις, ανέφερε ότι στο παρελθόν είχε κερδίσει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, το οποίο, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, είχε κατατεθειμένο στην Εναγόμενη, σε λογαριασμό τύπου γραμματίου, στο όνομα του ίδιου και της Ενάγουσας, συζύγου του. Σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου, τυχόν εξαργύρωση του πριν την ημερομηνία λήξης του, θα επέφερε οικονομική επιβάρυνση στους ίδιους (στο εξής «το πέναλτι»). Τα παιδιά των Εναγόντων διατηρούσαν και διατηρούν ακόμα πρατήριο καυσίμων στη Δευτερά, και καθημερινά ο ίδιος επισκεπτόταν το υποκατάστημα της Εναγόμενης στην περιοχή, για να καταθέτει τις εισπράξεις του πρατηρίου. Στα πλαίσια των καθημερινών αυτών επισκέψεών του, αλλά και του γεγονότος ότι διατηρούσε και το μεγάλο χρηματικό ποσό σε γραμμάτιο, αναπτύχθηκε μια στενή σχέση μεταξύ του και του τότε Διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος (πρόκειται για τον Μ.Υ.2). Επίσης, υποδιευθύντρια στο ρηθέν υποκατάστημα, πάντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η κόρη του πρώτου του ξαδέλφου, με την οποία επίσης συνδέονταν στενά, λόγω και της συγγένειας τους (στο εξής «η Ελένη»). Περί το 2008, τον προσέγγισε ο Μ.Υ.2, καθώς επίσης και η Ελένη και τον ενημέρωσαν ότι η Εναγόμενη θα θέσει προς πώληση ένα νέο προϊόν, τα Χρεόγραφα, και ότι πρόκειται στην ουσία για σχέδιο πενταετούς κατάθεσης με μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που απολάμβαναν (με την Ενάγουσα) από το γραμμάτιο που διατηρούσαν. Του ανάφεραν, ακόμα, ότι, η Εναγόμενη προορίζει τα Χρεόγραφα προς τους καλούς της πελάτες, στους οποίους συγκαταλέγονται αυτός και η Ενάγουσα, και ότι πρόκειται για μια πολύ καλή ευκαιρία που δεν θα πρέπει να την χάσει. Ο Μ.Υ.2, του είπε ακόμα ότι, επιδεικνύεται μεγάλη ζήτηση από τρίτους για απόκτηση των Χρεογράφων και ότι θα πρέπει να ενεργήσει τάχιστα και να υποβάλει σχετική αίτηση για την απόκτησή τους. Στα πλαίσια της προσπάθειας του Μ.Υ.2 να τον πείσει να υποβάλει τη σχετική αίτηση, του ανέφερε ότι η Εναγόμενη αποφάσισε να απαλλάξει τους κατόχους γραμματίων από οποιοδήποτε πέναλτι, λόγω πρόωρου τερματισμού τους, αν ο τερματισμός αυτός γίνει με σκοπό τα χρήματά του γραμματίου, να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση Χρεογράφων. Ήταν η βασική θέση του Ενάγοντα ότι, εκείνο που στην ουσία ο Μ.Υ.2 του ανέφερε ήταν ότι, η μετατροπή του γραμματίου σε Χρεόγραφα, απλά μεγάλωνε τη διάρκεια της κατάθεσης (σε πενταετή), αλλά και το επιτόκιο, με αποτέλεσμα να είναι πιο συμφέρουσα για τους Ενάγοντες από ότι το γραμμάτιο που διατηρούσαν προηγουμένως. Ο Ενάγοντας, του ανέφερε ότι θα σκεφτεί την πρόταση και θα επανέλθει. Πανομοιότυπες παροτρύνσεις από πλευράς του Μ.Υ.2 συνέχισαν, με αποτέλεσμα, τον Ιούλιο του 2008 ο Ενάγοντας να υπογράψει την αίτηση (Τεκμήριο 1) για σκοπούς απόκτησης των Χρεογράφων, αίτηση την οποία υπέγραψε και η Ενάγουσα. Τον επόμενο χρόνο
(2009), αλλά και δύο χρόνια αργότερα
(2011), ο Μ.Υ.2, αλλά και η Ελένη, με πανομοιότυπο τρόπο, όπως το 2008, παρότρυναν και εν τέλει έπεισαν τον Ενάγοντα, να μετατρέψει τα Χρεόγραφα, αρχικά σε ΜΑΚ και ακολούθως σε ΜΑΕΚ, δημιουργώντας σ' αυτόν την εικόνα ότι οι μετατροπές αυτές, απλά ήταν πιο συμφέρουσες για τον ίδιο, καθότι θα απολάμβανε μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που απολάμβανε προηγουμένως (το μεγαλύτερο στην αγορά) και ότι, μεταξύ άλλων, τα χρήματά τους δεν διατρέχουν οποιονδήποτε κίνδυνο[1]. Στη βάση των παροτρύνσεων και/ή παραστάσεων αυτών, αλλά και της πλήρους εμπιστοσύνης που είχε προς τους εν λόγω λειτουργούς της Εναγόμενης, προχώρησε και υπέβαλε τις αιτήσεις, Τεκμήρια 3 και 4, με αποτέλεσμα, κατά το 2009 να αποκτηθούν τα ΜΑΚ και το 2011 τα ΜΑΕΚ. Τόσο σε σχέση με τα Χρεόγραφα όσον και σε σχέση με τα ΜΑΚ, ο Ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο, καθότι λάμβανε το επιτόκιο που προέβλεπαν. Το πρόβλημα προέκυψε σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, κατά το 2012, όταν δεν έλαβε επιτόκιο, ως έπρεπε, με βάση τους όρους απόκτησής τους. Εκεί αναζήτησε να τύχει ενημέρωσης ως προς την αιτία της μη καταβολής επιτοκίου και ενημερώθηκε, για πρώτη φορά, ως προς τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση και κατοχή τέτοιων αξιών και ως προς το ότι αυτοί μετουσιώθηκαν σε πράξη, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να δηλώνει αδυναμία να καταβάλει σε αυτόν το προνοούμενο επιτόκιο. Ήταν, η εν προκειμένη θέση του Ενάγοντα ότι, αν γνώριζε, ευθύς εξ αρχής, πριν την απόκτηση των Χρεογράφων, ότι αυτά, αλλά και τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ, αποτελούσαν αξίες κινδύνου ή αυξημένου κινδύνου και ότι ενυπήρχε κίνδυνος να απωλέσει τα χρήματά του στη βάση παραγόντων έξω από τον έλεγχό του, δεν θα υπέβαλε αίτηση για απόκτησή τους και θα διατηρούσε τα χρήματά του κατατεθειμένα σε λογαριασμό, τύπου γραμματίου με εξασφαλισμένο χαμηλότερο, έστω, επιτόκιο. Ανάφερε, συναφώς, ότι, ο λόγος που αυτός και η Ενάγουσα δέχθηκαν να υποβάλουν την αίτηση για απόκτηση Χρεογράφων, αλλά και ακολούθως να υποβάλει ο ίδιος την αίτηση για απόκτηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, ήταν γιατί, η εικόνα που αποκόμισε από τα λεγόμενα του Μ.Υ.2 και της Ελένης ήταν ότι επρόκειτο στην ουσία για καταθετικούς λογαριασμούς, με μεγαλύτερη μεν διάρκεια από αυτή του γραμμάτιου, αλλά και με μεγαλύτερο επιτόκιο. Ενάγουσα Η Ενάγουσα, συνταξιούχος, επίσης απόφοιτη Δημοτικής Εκπαίδευσης, ανέφερε ότι γενικότερα δεν επισκεπτόταν το κατάστημα της Εναγόμενης στο οποίο διατηρούνταν οι λογαριασμοί της ίδιας και του Ενάγοντα, παρά μόνο αν της το ζητούσαν οι λειτουργοί της για να υπογράψει κάποιο έγγραφο. Περί το 2008, ενημερώθηκε από τον Ενάγοντα ότι τον προσέγγισε ο Μ.Υ.2 και η Ελένη και τον ενημέρωσαν περί ενός νέου καταθετικού σχεδίου, πενταετούς διάρκειας, με πιο ψηλό επιτόκιο από αυτό που απολάμβαναν με το γραμμάτιο που διατηρούσαν στην Εναγόμενη. Της ανέφερε, ακόμα, ότι, στην βάση των όσων οι δύο αυτοί λειτουργοί της Εναγόμενης του είπαν, θα έπρεπε να βιαστούν να αποκτήσουν το νέο αυτό προϊόν, καθότι επρόκειτο για πολύ καλή ευκαιρία που δεν θα έπρεπε να την χάσουν, αλλά και γιατί θα εξαντλείτο γρήγορα. Λόγω της μακράς συνεργασίας που είχαν, ως οικογένεια, με την Εναγόμενη, αλλά και της συγγένειας του Ενάγοντα με την Ελένη, η σχέση τους με τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους λειτουργούς της πρώτης χαρακτηρίστηκε ως σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, οι δύο πιο πάνω λειτουργοί της Εναγόμενης τους έλεγαν ότι τους θεωρούν από τους καλύτερους πελάτες τους και τους άφησαν να πιστεύουν ότι λειτουργούν πάντα προς όφελός τους. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και της διαβεβαίωσης που έτυχε και η ίδια από τους πιο πάνω λειτουργούς ότι, αφενός επρόκειτο για καταθετικό σχέδιο πενταετούς διάρκειας και αφετέρου ότι, με τον τερματισμό του γραμματίου, δεν θα τους επιβαλλόταν οποιοδήποτε πέναλτι, στις 15.07.2008, τερμάτισαν το γραμμάτιο που διατηρούσαν με τον Ενάγοντα και υπέγραψαν την αίτηση Τεκμήριο 1 για απόκτηση των Χρεογράφων συνολικής αξίας €700.
  1. Αυτή ήταν και η τελευταία ενέργειά της σε σχέση με τα χρήματα αυτά. Έμαθε αργότερα ότι ο Ενάγοντας, σε άλλες δυο περιπτώσεις, που ακολούθησαν, υπέγραψε αιτήσεις (τις οποίες η ίδια ουδέποτε υπέγραψε) με αποτέλεσμα το κεφάλαιο των Χρεογράφων, αρχικά να χρησιμοποιηθεί για αγορά ΜΑΚ ίσης αξίας και ακολούθως ΜΑΕΚ, ίσης, επίσης, αξίας. Όταν οι τόκοι που αφορούν στα ΜΑΕΚ δεν αποδίδονταν πλέον από την Εναγόμενη, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενημερώθηκε για την απάτη, ως την αποκάλεσε, που έγινε εις βάρος των καταθετών. Θεωρεί ότι η Εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που της έδειξαν αφού δεν τους αποκάλυψε τους κινδύνους που διέτρεχαν με την αγορά των Χρεογράφων και των Αξιογράφων, κίνδυνοι, τους οποίους αν γνώριζαν εξαρχής, θα επενεργούσαν ανασταλτικά στην αγορά των εν λόγω αξιών. Κατά την αντεξέταση της, αναγνώρισε την υπογραφή της και του Ενάγοντα επί αίτησης που υποβλήθηκε το 2004 για αγορά αξιογράφων από την Εναγόμενη, μη αποδεχόμενη, ωστόσο, ότι μέσω της απέκτησαν αξιόγραφα αξίας Λ.Κ.400.000, επιμένοντας ότι, πάντα διατηρούσαν τα χρήματά τους σε καταθέσεις τύπου γραμματίου. Ανέφερε, συναφώς, ακόμα, ότι, έτυχε στο παρελθόν, όταν έληγε κάποιο γραμμάτιο τους, να ενημερωθούν από τους λειτουργούς της Εναγόμενης περί ύπαρξης καλύτερου σχεδίου, και στη βάση της σχετικής αυτής πληροφόρησης, να προχωρήσουν και να καταθέσουν τα χρήματα τους στο νέο αυτό σχέδιο, το οποίο, ωστόσο, ως ισχυρίστηκε, επρόκειτο πάντα για καταθετικό σχέδιο τύπου γραμματίου. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, για όσο διάστημα η Εναγόμενη απέδιδε τον τόκο στα πλαίσια των Χρεογράφων, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, δεν υπήρχε από πλευράς της και του Ενάγοντα οποιοδήποτε παράπονο, παράπονο το οποίο προέκυψε με την μη καταβολή των προβλεπόμενων τόκων στα πλαίσια των ΜΑΕΚ. Κατά την υπογραφή της αίτησης για απόκτηση των Χρεογράφων, δεν θυμόταν κατά πόσο κάποια Λ. Χαραλάμπους ήταν παρούσα (πρόκειται για την Μ.Υ.1), αλλά ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι, ανεξάρτητα του αν ήταν ή όχι παρούσα, κανένας δεν τους συμβούλεψε ως προς τους κινδύνους που ελλόχευαν από την αγορά τους και γενικότερα ως προς την φύση και χαρακτήρα των αξιών αυτών, και η μόνη σχετική αναφορά των λειτουργών της τράπεζας ήταν ότι, επρόκειτο για νέο καταθετικό σχέδιο πενταετούς διάρκειας με καλύτερο επιτόκιο από αυτό που απολάμβαναν με το γραμμάτιο που διατηρούσαν την δεδομένη στιγμή. Κατά την επανεξέταση της, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε γνώριζε ότι τα Χρεόγραφα που απέκτησαν το 2008 μπορούσαν να πωληθούν. Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2, είναι λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (στο εξής «η Κεντρική Τράπεζα») και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στο τμήμα εποπτείας των τραπεζικών ιδρυμάτων σε σχέση με την συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες του Νόμου. Μέσω της κατατέθηκαν τα τεκμήρια 8 μέχρι και 12, τα οποία αφορούν σε ανταλλαγείσα, μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και της Εναγόμενης, αλληλογραφία, σε σχέση με έλεγχο που διενεργούσε η πρώτη αναφορικά με την συμμόρφωση της τελευταίας με το Νόμο κατά την έκδοση και διάθεση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο και την τελική απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με τον ρηθέντα έλεγχο (βλ. Τεκμήριο 13). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι τα κεφάλαια μίας τράπεζας είναι ο δείκτης ευρωστίας και φερεγγυότητας της. Πρόκειται για το «μαξιλαράκι» από το οποίο μπορεί να απορροφήσει κεφάλια για κάλυψη τυχόν μελλοντικών ζημιών. Συναφώς ανέφερε, ακόμα, ότι, τούτα (τα κεφάλαια), χωρίζονται σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, με τα πρώτα να αποτελούν την πρώτη πηγή από όπου θα αντληθούν κεφάλαια για την κάλυψη των εν λόγω, ενδεχόμενων, ζημιών. Στην βάση των όρων και της φύσης των επίδικων χρηματοοικονομικών μέσων, χαρακτήρισε τα Χρεόγραφα ως δευτεροβάθμια κεφάλαια, ενώ τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ ως πρωτοβάθμια. Κατά την αντεξέταση της, διευκρίνισε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν προέβηκε σε οποιονδήποτε εξέταση συγκεκριμένης καταγγελίας κάποιου επενδυτή, και ότι, στην ουσία, αυτό που διερευνήθηκε ήταν το γενικό παράπονο ότι, στα τέλη Ιουνίου του 2012 (που θα έπρεπε να καταβληθούν[2]) δεν καταβλήθηκαν τόκοι. Διευκρίνισε, ακόμα, ότι, ο εν προκειμένω έλεγχος αφορούσε αποκλειστικά στην επενδυτική συμβουλή, χωρίς η Κεντρική Τράπεζα να υπεισέλθει σε εξέταση ενδεχόμενης παροχής άλλων επενδυτικών υπηρεσιών, όπως η λήψη και διαβίβαση μιας εντολής. Τέλος, αφού αρχικά ανέφερε ότι η σχετική απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ήταν να απαλλάξει την Εναγόμενη σε σχέση με τα ΜΑΕΚ και να επιβάλει κάποιο πρόστιμο σε σχέση με τα ΜΑΚ, ακολούθως αποδέχτηκε τη θέση της συνηγόρου της τελευταίας, ότι η εν λόγω απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας, ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής 6330/2013, στις 09.06.
  2. Μ.Ε.4 Ο Μ.Ε.4 κλήθηκε από τους Ενάγοντες ως εμπειρογνώμονας (νομικός / Οικονομολόγος) με σκοπό να καταθέσει αναφορικά με τα χαρακτηριστικά και την φύση των επιδίκων Χρεογράφων, MΑΚ και ΜΑΕΚ, καθώς επίσης και τις υποχρεώσεις, διαδικασίες και μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από αδειοδοτημένες και εποπτευόμενές οντότητες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, και ειδικότερα την Εναγόμενη, για σκοπούς προστασίας των επενδυτών, περιλαμβανομένων και των μη επαγγελματιών πελατών, ως ήταν, κατά τη θέση του, οι Ενάγοντες. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα, καθώς επίσης και την εμπειρία που απέκτησε καθ' όλο το χρόνο που εργάζονταν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, αλλά και ακολούθως στον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ άλλων, και επί θεμάτων παροχής συμβουλής και στήριξης και ελέγχου επενδυτικών εταιρειών αναφορικά με την συμμόρφωση τους με την νομοθεσία γενικότερα, αλλά κυρίως με τον Νόμο[3] και τις Κ.Δ.Π. 557/2007 και Κ.Δ.Π. 558/
  3. Με αναφορά στην πιο πάνω, αλλά και άλλη, νομοθεσία, καθώς επίσης και σε συγκεκριμένες Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και Έγγραφα Ερωτοαπαντήσεων που εκδόθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (Committee of European Securities Regulators), και θεωρώντας ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν οι επίδικες αξίες από τους Ενάγοντες ήταν ως οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν, εξέφρασε τη γνώμη ότι: 1) Τα Χρεόγραφα, τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Κάθε μία έκδοση είχε αυξημένη περιπλοκότητα σε σχέση με τις προηγούμενες. 2) Υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τη διάθεση και την πώληση των ίδιων εκδοθεισών αξιών από την Εναγόμενη τράπεζα: η Εναγόμενη τράπεζα, δια μέσου των εκδόσεων ίδιων αξιών, αντλούσε από επαγγελματίες και ιδιώτες επενδυτές σημαντικά κεφάλαια για την ενίσχυση της κεφαλαιακής της επάρκειας και της χρηματοδότησης της λειτουργίας και επέκτασης της, επομένως, κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τους πελάτες σε σχέση με την πώληση περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων, είχε ίδιο όφελος. Για την προώθηση των τριών αξιών, χρησιμοποιείτο το ευρύ δίκτυο καταστημάτων της Εναγόμενης, και τα καταστήματα είχαν όφελος. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων, δεν φαίνεται να είχε επισημανθεί στους ενδεχόμενους πελάτες της Εναγόμενης πριν την απόκτηση των αξιών, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ζητήσουν ανεξάρτητη συμβουλή. 3) Σε σχέση με τους Ενάγοντες, δεν υπάρχει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, κατηγοριοποίηση πελάτη, αξιολόγηση της συμβατότητας των Εναγόντων με τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα μέσω ερωτηματολογίου με σύστημα βαθμολόγησης. Για την κατηγοριοποίηση φυσικών προσώπων ως επαγγελματίες επενδυτές, πρέπει να υπάρχει αίτηση και να πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια, και ελλείψει αυτών, οι Ενάγοντες εμπίπτουν στην κατηγορία των ιδιωτών πελατών. 4) Εάν παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή στους Ενάγοντες, θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί αξιολόγηση καταλληλότητας, και εάν, ως απόρροια της αξιολόγησης καταλληλότητας είχε βρεθεί ότι συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο δεν ήταν κατάλληλο για τους Ενάγοντες, ο πάροχος υπηρεσιών θα όφειλε να μην συστήσει στους Ενάγοντες το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο στο πλαίσιο της παροχής επενδυτικών συμβουλών. 5) Δεν φαίνεται να είχε παρασχεθεί στους Ενάγοντες κατάλληλη πληροφόρηση σε απλή και κατανοητή μορφή η οποία να επεξηγεί στους Ενάγοντες, λαμβάνοντας υπόψιν το ότι ήταν μη επαγγελματίες επενδυτές, τη φύση των χρηματοοικονομικών μέσων, τις διαφορές τους με καταθέσεις, τους ειδικούς κινδύνους που εμπεριείχαν, και τη σύγκρουση συμφερόντων που είχε η Εναγόμενη, η οποία διέθετε η ίδια χρηματοοικονομικά μέσα με τη χρήση του δικτύου της, και προειδοποίησης (εάν εφαρμόζετο), ότι, λαμβάνοντας υπόψιν την αξιολόγηση των γνώσεων και πείρας των Εναγόντων, αυτοί δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τους κινδύνους που συνδέονταν με τα προσφερόμενα ή ζητούμενα, περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Μ.Υ.1 Η Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ως λειτουργός της Εναγόμενης, η οποία κατείχε ειδική πιστοποίηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ώστε να μπορεί να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες. Ισχυρίστηκε ότι, το 2008, κλήθηκε από τον Μ.Υ.2 όπως επισκεφθεί το υποκατάστημα της Εναγόμενης στην Δευτερά και επεξηγήσει στον Ενάγοντα και σε πρόσωπο που τον συνόδευε τους όρους που διέπουν τα Χρεόγραφα, που σκοπούσε ο τελευταίος να αγοράσει. Αν και δεν θυμάται τι ακριβώς αναφέρθηκε μεταξύ της ίδιας και του Ενάγοντα, στην βάση των όσων ίσχυαν τότε, αλλά και των σχετικών οδηγιών της Εναγόμενης, ισχυρίστηκε ότι επεξήγησε τους όρους των Χρεογράφων στην βάση συγκεκριμένης ανακοίνωσης που είχε ετοιμαστεί από την τελευταία και την οποία είχε στην κατοχή της κατά την συνάντηση της αυτή. Ήταν κάθετη ότι δεν συμβούλεψε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Ενάγοντα ως προς την προτιθέμενη αγορά των Χρεογράφων, και ότι δεν είχε δικαίωμα να δώσει οποιαδήποτε σχετική συμβουλή, παρά μόνο να ενημερώσει, εκεί που ο πελάτης είχε οποιαδήποτε απορία, περί τους όρους των Χρεογράφων. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, «απλά πηγαίναμε κι εμείς αν ήθελε κάτι ο πελάτης να . ξαναδιαβάζαμε βασικά τους όρους μαζί με τον πελάτη». Ειδικά για την συνάντηση της με τον Ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι τον τελευταίο συνόδευε και μία κοπέλα, χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να πει αν επρόκειτο για την σύζυγό του ή την κόρη του. Ερωτηθείσα ειδικά ως προς το τι αναφέρθηκε από την ίδια προς τον Ενάγοντα, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι συζητήθηκε με αυτόν, προσθέτοντας ότι «είπα του λίγα πράγματα αλλά μπορείτε να βρείτε την ανακοίνωση», εννοώντας την ανακοίνωση που είχε ετοιμάσει η Εναγόμενη, στην βάσει του περιεχομένου της οποίας γινόταν και η ενημέρωση των πελατών από πρόσωπα που κατείχαν σχετική πιστοποίηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω ανακοίνωση δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Υ.1 ανέφερε ακόμα ότι, πέραν του ότι δεν συμβούλεψε τον Ενάγοντα σε σχέση με την προτιθέμενη από αυτόν αγορά των Χρεογράφων, ούτε τον ρώτησε αν έχει οποιαδήποτε εμπειρία σε σχέση με τέτοια χρηματοοικονομικά μέσα, προσθέτοντας ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αφενός γιατί δεν υπήρχε οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ της Εναγόμενης και του Ενάγοντα και αφετέρου γιατί, οι οδηγίες της ήταν απλά να παρέχει ενημέρωση στη βάση του περιεχομένου της ανακοίνωσης που ετοίμασε η Εναγόμενη, το περιεχόμενο της οποίας, ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να το αναφέρει στο δικαστήριο καθότι δεν κατείχε αντίγραφο της. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι, κατά τη συζήτηση της με τον Ενάγοντα δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά περί σύγκρουσης συμφερόντων της Εναγόμενης σε σχέση πάντα με την έκδοση και διάθεση των Χρεογράφων του
  4. Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2, κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης στην Δευτερά όπου και διατηρούσαν οι Ενάγοντες το λογαριασμό του τύπου γραμματίου, τα χρήματα του οποίου, αρχικά, χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των Χρεογράφων και ακολούθως, των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, καθώς επίσης και η επιχείρηση των παιδιών τους δικούς της λογαριασμούς. Ως ισχυρίστηκε, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ανέφερε στον Ενάγοντα για την έκδοση και διάθεση (από πλευράς της Εναγόμενης) των Χρεογράφων, χωρίς ωστόσο, ως ισχυρίστηκε, να του αναφέρει οτιδήποτε άλλο σχετικό. Δήλωσε γνώστης των όσων οι Ενάγοντες του αποδίδουν, καθότι ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, και αρνήθηκε τούτα, προβάλλοντας την απόλυτη θέση ότι, η όποια, ενδεχομένως, ανάμειξη του στα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, αφορά μόνο τα Χρεόγραφα και αυτή περιορίζεται απλά στο ενδεχόμενο να ανέφερε στον Ενάγοντα περί του ότι η Εναγόμενη θα διαθέσει τούτα προς το κοινό, χωρίς, ωστόσο, να του αναφέρει τα όποια πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα ή κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση τους. Αρνήθηκε επίσης και την σχέση εμπιστοσύνης που επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες μεταξύ του ίδιου και αυτών, αναφέροντας, συναφώς, ότι, την Ενάγουσα ίσως να μην την είδε ποτέ, ενώ η σχέση του με τον Ενάγοντα, μολονότι επισκεπτόταν καθημερινά το υποκατάστημα του, ήταν αυστηρώς επαγγελματική. Όσον αφορά στην Μ.Υ.1, ενθυμείται ότι τούτη επισκέφτηκε το υποκατάστημα τους με σκοπό να ενημερώσει τον Ενάγοντα για τα Χρεόγραφα και ότι, όντως, μια τέτοια συνάντηση έλαβε χώρα, πλην όμως στην απουσία του ίδιου και κατά συνέπεια χωρίς να γνωρίζει τι διαμείφθηκε μεταξύ τους. Δήλωσε πλήρη άγνοια ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ετοιμάστηκαν, συμπληρώθηκαν και υποβλήθηκαν οι αιτήσεις, Τεκμήρια 1, 3 και 4, μέσω των οποίων αποκτήθηκαν τα Χρεόγραφα, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, αντίστοιχα, δηλώνοντας ότι καμιά απ' αυτές τις αιτήσεις δεν έγινε στην παρουσία του. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν γνώστης της ακριβούς φύσης των επίδικων χρηματοοικονομικών μέσων και δήλωσε αδυναμία να εξηγήσει τα χαρακτηριστικά τους. Μ.Υ.3 Η Μ.Υ.3, παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη ως πρόσωπο που εργαζόταν στη θυγατρική της εταιρεία, CISCO, στο Τμήμα επενδυτικής Τραπεζικής, κατέχοντας την θέση, αρχικώς, του συμβούλου επενδύσεων, ακολούθως, του ανώτερου συμβούλου επενδύσεων και μετέπειτα, της διευθύντριας του εν λόγο τμήματος. Δήλωσε γνώστης των συνθηκών έκδοσης και διάθεσης των επίδικων αξιών, καθώς επίσης και της ετοιμασίας και σύνταξης των σχετικών με αυτές ενημερωτικών δελτίων. Όσον αφορά στα Χρεόγραφα, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για αξίες με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, αυτή των 10 ετών από την ημέρα έκδοσης, τα οποία, αρχικά, προσφέρθηκαν προς υφιστάμενους μετόχους της Εναγόμενης, με επιλογή της τελευταίας να τα εξαγοράσει. Όσον αφορά στα ΜΑΚ, επρόκειτο για αξίες που προσφέρθηκαν όχι μόνο προς μετόχους, αλλά και σε υφιστάμενους κατόχους των Χρεογράφων, ενώ τα ΜΑΕΚ είχαν προσφερθεί στους κατόχους των ΜΑΚ. Ισχυρίστηκε ότι, λόγω της φύσης και των όρων έκδοσης τους (χωρίς ωστόσο να δώσει περαιτέρω ειδικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες σε τι αναφερόταν), τα Χρεόγραφα δεν θεωρούνταν πολύπλοκα και σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, ενώ τόσο τα ΜΑΚ όσο και τα ΜΑΕΚ, ενόψει του γεγονότος ότι εμπεριέχουν το στοιχείο της αναγκαστικής μετατροπής, αποτελούσαν περίπλοκα και σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα. Ανάφερε, ακόμα, ότι, τα Χρεόγραφα, ως αξίες συγκεκριμένης χρηματοοικονομικής διάρκειας με δικαίωμα μετατροπής στον κάτοχο τους, θεωρούνται, για την Εναγόμενη, ως δευτεροβάθμια κεφάλαια, ενώ τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ, ενόψει της αορίστου διάρκειας τους, αλλά και της αυτόματης μετατροπής τους, ως πρωτοβάθμια κεφάλαια, προσθέτοντας ότι τα τελευταία αποτελούν την πρώτη πηγή άντλησης κεφαλαίων για κάλυψη αναγκών της Εναγόμενης στην περίπτωση που αυτή θα αντιμετώπιζε κάποιο οικονομικό πρόβλημα. Όσον αφορά στην ουσία της επίδικης διαφοράς, ήταν η θέση της Μ.Υ.3 ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγόμενη ήταν εκδότρια όλων των επίδικων αξιών τις οποίες διέθεσε προς το ευρύτερο κοινό, δεν παρείχε οποιαδήποτε επενδυτική υπηρεσία και ότι, κατά συνέπεια, δεν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου, και ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, εφαρμογής τύγχαναν μόνο οι πρόνοιες του Περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, σε συμμόρφωση με τις οποίες ενήργησε η Εναγόμενη. Ανάφερε, συναφώς, ότι, όλα τα ενημερωτικά δελτία που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη σε σχέση με τις επίδικες αξίες, εμπεριείχαν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε ο όποιος επενδυτής επιθυμούσε να αποκτήσει τούτες να γινόταν γνώστης όλων των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση τους. Ανάφερε, ακόμα, ότι, με εξαίρεση την περίπτωση των Χρεογράφων τα οποία αγοράστηκαν και από πρόσωπα που δεν ήταν αρχικά μέτοχοι της Εναγόμενης, προς τους οποίους δεν απεστάλη το σχετικό ενημερωτικό δελτίο ή έστω ολιγοσέλιδο έγγραφο που περιείχε περίληψη του, σε κάθε άλλη περίπτωση, τόσο σε σχέση με τα Χρεόγραφα όσο και σε σχέση με τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, προ της απόκτησης τους, απεστάλησαν από την Εναγόμενη προς τους προστιθέμενους επενδυτές ολιγοσέλιδα έντυπα, μέσω των οποίων τύγχαναν εκ των προτέρων σχετικής ενημέρωσης για τους βασικούς κινδύνους που ελλοχεύουν από την απόκτηση των εν λόγω αξιών, καθώς επίσης και περί της δυνατότητας τους να λάβουν γνώση του περιεχόμενου των σχετικών ενημερωτικών δελτίων για να τύχουν πλήρους και λεπτομερούς σχετικής ενημέρωσης. Ως προς του Ενάγοντες, με δεδομένο το γεγονός ότι κατείχαν αρχικά τα Αξιόγραφα, προτού υποβάλουν την αίτηση για απόκτηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, είχαν λάβει, ταχυδρομικώς, έγγραφα ως τα Τεκμήρια 35 και 36 για σκοπούς σχετικής ενημέρωσης τους και συνυπολογισμού τους προτού αποφασίσουν, αν θα αιτούντο για να αποκτήσουν τούτα. Αναφορικά με το ρόλο που διαδραμάτισαν τα καταστήματα της Εναγόμενης στην προώθηση των επιδίκων αξιών, ισχυρίστηκε ότι αυτός περιορίστηκε στην παραλαβή των αιτήσεων, καθώς επίσης και του χρηματικού τέλους που τις αφορούσε, χωρίς να δικαιούνται να προβούν σε συστάσεις, παροτρύνσεις, παροχή επενδυτικών συμβούλων, επίλυση αποριών, και χωρίς να λάβουν το ποσό που σκόπευε ο αιτητής να καταβάλει για αγορά των αξιών αυτών. Στη βάση όλων των ανωτέρω ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη δεν έπρεπε να προβεί σε οποιοδήποτε τεστ συμβατότητας ή καταλληλότητας, ούτε και σε κατηγοριοποίηση των προτεινόμενων αγοραστών, καθότι δεν παρείχε οποιανδήποτε επενδυτική υπηρεσία. Δέχθηκε, ακόμη, ότι, οι αιτήσεις για απόκτηση των επίδικων αξιών ήταν ανέκκλητες και ότι, ειδικά για τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, από την στιγμή που οι αιτήσεις εγκρίνονταν, η μετατροπή των αξιών αυτών σε μετοχές ήταν μονόδρομος. Προς υποστήριξη της θέσης της ότι η Εναγόμενη δεν επείχε οποιασδήποτε υποχρέωσης να προβεί, κατά την λήψη και διαβίβαση των αιτήσεων απόκτησης των επιδίκων μέσων σε τεστ συμβατότητας και καταλληλότητας, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 18, και ειδικότερα στις σχετικές απαντήσεις που δόθηκαν από την European Commission Request for Additional Information in Relation to Review of MiFiD, ημερομηνίας 29/7/
  5. Ήταν, τέλος, η θέση της ότι, το περιεχόμενο των ενημερωτικών δελτίων επαρκούσε για να ενημερώσει κάθε προτιθέμενο αγοραστή για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση των επίδικων αξιών. Αξιολόγηση Ενάγοντες Τόσο ο Ενάγοντας όσο και η Ενάγουσα μου έκαναν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι, επί των ουσιωδών, υπό αμφισβήτηση, επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής ανέφεραν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η επί τούτου τοποθετήσεις τους ήταν σαφείς, αταλάντευτες, πειστικές, και εκεί που ήταν αναγκαίο, αρκούντως περιγραφικές, ώστε το Δικαστήριο, στη βάση τους, να μπορεί να σχηματίσει εικόνα επί των πεπραγμένων. Εν πάση περιπτώσει, οι σχετικές τοποθετήσεις τους, σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων και γενικότερα την κοινή λογική. Παραδείγματος χάρη, η θέση τους ότι για να αποφασίσουν να αιτηθούν για να αποκτήσουν τα Χρεόγραφα, βασίστηκαν και επί του γεγονότος ότι δεν θα υπόκειντο σε οποιοδήποτε πέναλτι ως αποτέλεσμα του πρόωρου τερματισμού του γραμματίου που κατείχαν, υποστηρίζεται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, που θέλει ένα τέτοιο πέναλτι να επιβάλλεται σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού, καθώς επίσης και ότι, οι Εναγόμενοι, στα πλαίσια της προώθησης και διάθεσης των Χρεογράφων, απάλλασσαν κάθε προτιθέμενο αγοραστή τους από την όποια καταβολή του εν λόγω πέναλτι. Επίσης, με δεδομένο το γεγονός ότι, κατά τον ουσιώδη για την απόκτηση των Χρεογράφων χρόνο οι Ενάγοντες δεν ήταν μέτοχοι της Εναγόμενης, και κατά συνέπεια, δεν έλαβαν, ταχυδρομικώς κενή την αίτηση που θα έπρεπε να υποβληθεί για απόκτησή τους[4], η θέση τους ότι ενημερώθηκαν περί της έκδοσης και της διάθεσης των εν λόγω αξιών από λειτουργούς της τράπεζας, συμβαδίζει με την πρακτική που ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από τα καταστήματα της Εναγόμενης. Ας μην λησμονείται ότι, ούτε η Εναγόμενη αμφισβητεί τη θέση του Ενάγοντα, ότι περί της έκδοσης και διάθεσης των Χρεογράφων ενημέρωσης έτυχε από τον Μ.Υ.2, οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν απέκλεισε τέτοιο ενδεχόμενο. Σε συμφωνία με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, βρίσκεται και η θέση του Ενάγοντα, ότι για σκοπούς απόκτησης των Χρεογράφων του 2008 είχε συνομιλήσει εκ των προτέρων με τον Μ.Υ.2, ο οποίος με βάση της εκδοχή της Εναγόμενης (ως προωθήθηκε μέσω της γραπτής δήλωσης του τελευταίου) μεσολάβησε ώστε, πριν την υποβολή της εν προκειμένω αίτησης η Μ.Υ.1 να επισκεφτεί το υποκατάστημά της στη Δευτερά και να ενημερώσει τον Ενάγοντα σε σχέση με τα Χρεόγραφα, γεγονός που δεικνύει τουλάχιστον γνώση του περί της πρόθεσης των Εναγόντων να αποκτήσουν τούτα. Εν πάση περιπτώσει, καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε, η οποία να θέλει τον Ενάγοντα ή την Ενάγουσα να τυγχάνουν ενημέρωσης ως προς την έκδοση και διάθεση των Χρεογράφων, από άλλη πηγή, από ό,τι αυτοί επικαλέστηκαν. Με κάθε σεβασμό προς τη συνήγορο της Εναγόμενης, η εισήγησή της ότι θα πρέπει ο Ενάγοντας και η Ενάγουσα να κριθούν αναξιόπιστοι, καθότι η μαρτυρία τους παρουσιάζει αντιφάσεις, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οι όποιες σχετικές αναφορές της, με εξαίρεση το γεγονός ότι στο παρελθόν ήταν κάτοχοι αξιογράφων της Εναγόμενης, δεν παρουσιάζουν τη δυναμική που επιχειρεί να τους προσδώσει. Όσο τώρα αφορά στην άρνηση των Εναγόντων ότι στο παρελθόν
(2003)ήταν κάτοχοι αξιογράφων της Εναγόμενης, κάτι που από την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι ήταν γεγονός, δεν οδηγεί μονοδρομικά στην κρίση ότι επρόκειτο περί αναξιόπιστων μαρτύρων, οι οποίοι, επί σκοπό, ψεύσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο που στην ουσία ανέφεραν, και επέμειναν σε αυτό, είναι ότι ανέκαθεν διατηρούσαν στην Εναγόμενη λογαριασμούς τύπου καταθέσεων, γραμματίων για σκοπούς φύλαξης των χρημάτων τους. Πρόσθεσε, ωστόσο, συναφώς, η Ενάγουσα ότι, όποτε ενημερώνονταν ή συμβουλεύονταν από τους λειτουργούς της Εναγόμενης ότι η τελευταία εξέδωσε νέο καταθετικό σχέδιο που τους συμφέρει, ακολουθούσαν τις συμβουλές αυτές και μετέβαλλαν το καταθετικό τους σχέδιο. Ως ειδικότερα ισχυρίστηκε η Ενάγουσα, έτυχε αρκετές φορές στο παρελθόν (πριν την απόκτηση των χρεογράφων του 2008), να τους γίνει η εισήγηση για μετατροπή του καταθετικού σχεδίου που διατηρούσαν τη δεδομένη στιγμή, λέγοντάς τους ωστόσο ότι πρόκειται για νέο καταθετικό σχέδιο, τύπου γραμματίου, και ακολούθως μετέτρεπαν τις τότε καταθέσεις τους στο νέο αυτό διαφημιζόμενο καταθετικό σχέδιο της Εναγόμενης, χωρίς, προφανώς, να γνωρίζουν αν επρόκειτο για Χρεόγραφα ή Αξιόγραφα. Ας μην λησμονείται ότι, αυτή είναι και η θέση που προβάλλουν ως προς τους λόγους που, το 2008, το τότε καταθετικό σχέδιο τύπου γραμματίου που κατείχαν τερματίστηκε και αγοράστηκαν τα Χρεόγραφα, και ακολούθως, τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, και ότι, η πρώτη φορά που αντιλήφθηκαν ότι οι πιο πάνω μεταβολές των καταθέσεών τους δεν αφορούσαν σε καταθετικά σχέδια τύπου γραμματίου με σταθερό επιτόκιο και χρονική διάρκεια, ήταν όταν, κατόπιν της παύσης καταβολής επιτοκίου από την Εναγόμενη, ενημερώθηκαν πλέον για τη φύση και χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών που είχαν αγοράσει. Επίσης, η σχετική θέση τους περί του ότι δεν ήταν δυνατόν οι ίδιοι να κατανοήσουν τα ειδικά χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, καθώς επίσης και τους όποιους κινδύνους ελλόχευαν από την απόκτησή τους ακόμα και αν διάβαζαν το όποιο σχετικό με αυτά ενημερωτικό δελτίο, συμβαδίζει και με την ακαδημαϊκή τους μόρφωση, η οποία περιορίστηκε σε αυτή της δημοτικής εκπαίδευσης. Προστίθεται, συναφώς, ότι, κατά μια εκδοχή του Μ.Υ.2 (ο μόνος άλλος μάρτυρας που μπορούσε να εκφράσει σχετική γνώμη, ως πρόσωπο που για χρόνια συναλλασσόταν με τον Ενάγοντα), οι Ενάγοντες δεν είχαν γνώσεις για τα επίδικα χρηματοοικονομικά μέσα. Στη βάση των ανωτέρω, αλλά και του γεγονότος ότι ελλείπει μαρτυρία που να διαφωτίζει ως προς τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων του 2003, ώστε αυτά να μπορούν να ενταχθούν σε κάποια κατηγορία (π.χ. πολύπλοκο, σύνθετο χρηματοοικονομικό μέσο), δεν είναι δυνατό οι Ενάγοντες να θεωρηθούν ως πρόσωπα γνώστες των ρίσκων που περιέχει η απόκτηση τέτοιων αξιών, ως η συνήγορος της Εναγόμενης εισηγήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, αποδέχομαι, σχετικά, τη θέση τους ότι, ουδέποτε πριν το 2012 έλαβαν γνώση ότι ήταν κάτοχοι πολύπλοκων και σύνθετων χρηματοοικονομικών μέσων ή ότι επένδυσαν τα χρήματά τους σε τέτοια μέσα. Ως δε θα διαφανεί κατωτέρω, η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς αντίκρουση των ισχυρισμών τους αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες αποφάσισαν να υποβάλουν την αίτηση για την απόκτηση των Χρεογράφων, και ακολούθως ο Ενάγοντας, τις αιτήσεις για την απόκτηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, δεν γίνεται δεκτή, και η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Εναγόντων, αλλά βασίζεται αποκλείστηκα στις εγγενείς και άλλες ενδείξεις της ίδιας της μαρτυρίας που παρουσίασε η Εναγόμενη. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση τη θέση αμφοτέρων των Εναγόντων ότι δεν κατείχαν στο παρελθόν
(2003)Αξιόγραφα της Εναγόμενης[5], η λοιπή μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Μ.Ε.2 Η M.E.2 μου έκανε επίσης πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε. Ως τέτοια (ως αξιόπιστη) την αντιμετωπίζει και η συνήγορος της Εναγόμενης, η οποία, στην ουσία, αντεξέτασε τούτη μόνο δια διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις, επί των απαντήσεων της οποίας εδράζει και διάφορα επιχειρήματα στην αγόρευσή της. Στην ουσία, η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολό της. Μ.Ε.4 Και ο Μ.Ε.4 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Πλην όμως η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική ώστε να αποτελέσει υπόβαθρο για την κρίση επί των αμιγώς νομικών ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή ή μη της Κυπριακής νομοθεσίας στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή. Μολονότι πρόκειται για νομικό, οικονομολόγο, με μακρά πείρα τόσο σε τομείς του δικαίου, όσο και σε οικονομικούς τομείς, περιλαμβανομένης και της θητείας του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, εντούτοις, το κατά πόσο στη βάση των περιστάσεων που περιβάλλουν την απόκτηση από τους Ενάγοντες των επίδικων αξιών τύγχαναν ή όχι εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου[6], ή του περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, αφορά σε αμιγώς νομικό ζήτημα επί Κυπριακής νομοθεσίας με αποτέλεσμα η κρίση και η απόφανση επί τούτου να αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται για την περίπτωση αλλοδαπού δικαίου όπου, για σκοπούς ενημέρωσης του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή, και επιβαλλόμενη η παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας από νομικό γνώστη τούτης. Στον βαθμό, ωστόσο, που με τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στη φύση και χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, και στην κατηγοριοποίησή τους ως προς το κατά πόσο τούτα είναι πολύπλοκα, πολυσύνθετα, η μαρτυρία του ήταν αρκούντος διαφωτιστική και μέσω της δόθηκαν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και εχέγγυα που επιτρέπουν αφ' ενός, τον έλεγχο της ορθότητας της γνώμης του και αφετέρου την επ' αυτής εξαγωγή ανεξάρτητων ασφαλών σχετικών ευρημάτων και συμπερασμάτων από το ίδιο το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η επί του προκειμένου μαρτυρία του, σε σχέση με τα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, συμβαδίζει, με τις ανάλογες θέσεις της Μ.Υ.3, και δη ότι, τούτα, λόγω της φύσης και των χαρακτηριστικών τους και ιδιαίτερα της αυτόματης μετατροπής τους σε μετοχές αφορούν σε πολυσύνθετα, πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία αποτελούν πρωτοβάθμια κεφάλαια για την Εναγόμενη. Ως προς τα Χρεόγραφα, ο Μ.Ε.4, ήταν ο μόνος μάρτυρας που παρουσίασε πειστικά επιχειρήματα και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα χαρακτηριστικά τους εκείνα που τα κατατάσσουν σε πολυσύνθετα, σε σύγκριση με τις καταθέσεις τύπου γραμματίου, χρηματοοικονομικά μέσα, επιτελώντας έτσι το καθήκον του, ως εμπειρογνώμονας, να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εχέγγυα για να μπορεί τούτο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που η μαρτυρία του Μ.Ε.4 αφορά σε αμιγώς νομικά ζητήματα επί της εφαρμογής ή μη του Νόμου, ή του περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, ή άλλης δευτερογενούς Κυπριακής νομοθεσίας, και ανεξάρτητα αν τούτη, ενδεχομένως, να διαφανεί ότι ήτο ορθή, δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε χρήσης από το Δικαστήριο. Από την άλλη, η μαρτυρία του, στον βαθμό που αφορά στη φύση και χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκαν, καθώς επίσης και τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτησή τους, γίνεται αποδεκτή. Μ.Υ.1 Η Μ.Υ.1, ως προς το γεγονός ότι συναντήθηκε, το 2008, με τον Ενάγοντα, τον οποίο συνόδευε μία γυναίκα, με έπεισε με την μαρτυρία της. Οι σχετικές τοποθετήσεις της ήταν σαφείς, αταλάντευτες και πειστικές. Εξάλλου, ούτε ο Ενάγοντας, αλλά ούτε και η Ενάγουσα, απέκλεισαν το ενδεχόμενο, κατά την ημέρα υπογραφής της αίτησης, Τεκμήριο 1, πέραν του Μ.Υ.2 και της Ελένης, παρούσα να ήταν και άλλη λειτουργός της Εναγόμενης. Όσον όμως αφορά στους ισχυρισμούς της Μ.Υ.1 ως προς την όποια ενημέρωση (από πλευράς της) του Ενάγοντα αναφορικά με τους όρους των Χρεογράφων, η μαρτυρία της κρίνεται εντελώς ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών σχετικών ευρημάτων, η έστω συμπερασμάτων. Και αυτό για διάφορους λόγους: Πρώτον γιατί, ως αβίαστα προκύπτει από τις σχετικές αναφορές της, η όποια ενημέρωση στην οποία προέβη ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με το περιεχόμενο κάποιας ανακοίνωσης που ετοίμασε η Εναγόμενη, η οποία (ανακοίνωση), ωστόσο, ουδέποτε κατατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να μπορεί να τύχει χρήσης για κρίση αναφορικά με το τι, ενδεχομένως, αναφέρθηκε στην μεταξύ της μάρτυρος και του Ενάγοντα συνάντηση. Δεύτερο, η Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω ανακοίνωσης. Τρίτο, παρά την γενική αναφορά της ότι υπήρχαν ειδικές οδηγίες και συγκεκριμένη πρακτική που ακολουθείτο σε τέτοιες ενημερώσεις προς πελάτες που σκόπευαν να αγοράσουν χρηματοοικονομικά μέσα, εντούτοις, από τις απαντήσεις που έδωσε, κυρίως στο στάδιο της αντεξέτασής της, προέκυψε ξεκάθαρα ότι η κάθε περίπτωση στην οποία καλείτο να ενημερώσει πελάτες ήταν διαφορετική, και ότι, η όποια ενημέρωση στην οποία προέβαινε, εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό και από το κατά πόσο ο πελάτης υπόβαλλε οποιεσδήποτε απορίες σε σχέση με το χρηματοοικονομικό μέσο που επιθυμούσε να αγοράσει. Τέταρτον, η Μ.Υ.1, δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει αν ο Ενάγοντας υπέβαλε οποιαδήποτε τέτοια απορία και Πέμπτο, και σε συνάφεια με τα ανωτέρω, η απάντηση που έδιδε, συνεχώς, σε κάθε σχετική ερώτηση που της τίθετο, ήταν ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς έχει συζητήσει μαζί με τον Ενάγοντα και ότι, στη βάση της πρακτικής αλλά και των οδηγιών της Εναγόμενης, πρέπει να επεξήγησε τους όρους των Χρεογράφων, ως αυτή αναφέρονταν στην ανακοίνωση. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με την Μ.Υ.1, οι όποιοι κίνδυνοι ελλόχευαν από την απόκτηση των Χρεογράφων, αναφέρονταν στο σχετικό με αυτά ενημερωτικό δελτίο που εξέδωσε η Εναγόμενη και όχι στην ανακοίνωση, το περιεχόμενο της οποίας αποτελούσε την βάση για την όποια ενημέρωση των πελατών που επιθυμούσαν να τα αγοράσουν. Στην βάση των πιο πάνω δεδομένων, η μαρτυρία της Μ.Υ.1, ως προς το τι επεξηγήθηκε ή μη στον Ενάγοντα και στην σύνοδο του κατά την συνάντησή τους με αυτή το 2008, κρίνεται εντελώς ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 δεν με έπεισε ότι είπε στο δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να αποφύγει να προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό, ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής και ειδικότερα προς υποστήριξη της θέσης των Εναγόντων ότι η απόφαση τους να αποκτήσουν τα επίδικα χρηματοοικονομικά μέσα στηρίχθηκε σε παραστάσεις, συμβουλές, διαβεβαιώσεις, δηλώσεις και προτροπές του ίδιου και της Ελένης. Έφτασε στο σημείο, ως θα υποδειχθεί κατωτέρω, να προωθεί ισχυρισμούς που απλά θεωρούσε, την δεδομένη στιγμή, ότι εξυπηρετούσαν τον σκοπό του αυτό, αδιαφορώντας για το αν τούτοι ήταν ή όχι αληθής, και μόνο κατόπιν υπόδειξης της συνηγόρου των Εναγόντων, είτε στη βάση προγενέστερης αναφοράς του, είτε στη βάση του περιεχομένου διαφόρων τεκμηρίων ότι τα λεγόμενα του δεν ευσταθούσαν, αποδεχόταν το αναληθές των ισχυρισμών του. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, για σκοπούς αιτιολόγησης του προγενέστερου αναληθούς ισχυρισμού του, προέβαλε άλλους, αόριστους, ατεκμηρίωτους και σε κάποιες περιπτώσεις και ανυπόστατους, εκ νέου, ισχυρισμούς, με σκοπό, πάντα, να αρνηθεί ότι παρότρυνε τους Ενάγοντες, προβάλλοντας μόνο τα θετικά χαρακτηριστικά τους, να αγοράσουν τα επίδικα χρηματοοικονομικά μέσα. Προς επίρρωση των ανωτέρω παρατηρήσεων μου σημειώνω τα εξής: Στην προσπάθειά του να πείσει ότι ουδέποτε παρότρυνε τους Ενάγοντες, ως αυτοί του αποδίδουν, να αγοράσουν τις επίδικες αξίες, ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες ήταν κάτοχοι τέτοιων αξιών από το παρελθόν
(2003), και κατά συνέπεια ήταν γνωστές των διαδικασιών που διέπουν την απόκτηση τους και της φύσης τους, με αποτέλεσμα να μην ήταν αναγκαία η οποιαδήποτε σχετική παρότρυνση τους. Ο ισχυρισμός του αυτός συγκρούεται με άλλη δική του θέση, και δη ότι οι Ενάγοντες δεν είναι γνώστες των διαδικασιών αυτών και δεν θα μπορούσαν, κατά συνέπεια να συμπληρώσουν τις σχετικές αιτήσεις για απόκτηση τέτοιων αξιών, θέση που προέβαλε στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει προγενέστερο, άλλο, απόλυτο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό του ότι, αν ήταν ο ίδιος παρόν κατά την ετοιμασία των αιτήσεων, Τεκμήρια 1, 2 και 3, οι χειρόγραφες επ' αυτών συμπληρώσεις θα καταγράφονταν από αυτόν. Επίσης, και πάλι στην προσπάθειά του να πείσει περί του αληθές του ισχυρισμού του ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στην απόφαση των Εναγόντων να υποβάλουν τις εν προκειμένω αιτήσεις για την απόκτηση των επίδικων αξιών, και ειδικότερα την αίτηση για την απόκτηση των Χρεογράφων, ισχυρίστηκε ότι αυτοί θα πρέπει απλά να επισκέφθηκαν το ταμείο του υποκαταστήματος του, ως ήταν και η πρακτική για την υποβολή τέτοιων αιτήσεων, και εκεί να υπέβαλαν τούτη. Ωστόσο η θέση του αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση με άλλη θέση που προέβαλε, τόσο στα πλαίσια της γραπτή του δήλωση όσο και κατά την αντεξέταση του, ότι είναι ο ίδιος που μεσολάβησε και διευθέτησε όπως η Μ.Υ.1 συναντήσει τους Ενάγοντες και ενημερώσει τούτους για τα Χρεόγραφα, ενέργεια που προϋποθέτει γνώση του ιδίου περί της πρόθεσή του Ενάγοντα να αποκτήσει Χρεόγραφα. Επίσης, ως προκύπτει από έτερο, συναφή, ισχυρισμό του, ο λόγος για τον οποίον έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από την Μ.Υ.1 να ενημερώσει τους Ενάγοντες σχετικά, ήταν το μεγάλο ποσό που θα κατέβαλαν για την απόκτηση των Χρεογράφων, ποσό, ωστόσο, το οποίο, στη βάση του πιο πάνω ισχυρισμού του περί υποβολής της σχετικής αίτησης από τους Ενάγοντες στο ταμείο του υποκαταστήματος χωρίς την όποια ανάμειξή του, θα γινόταν γνωστό στην Εναγόμενη, μετά την υποβολή της αίτησης. Ο μόνος τρόπος να ήταν γνώστης ο Μ.Υ.2 του ποσού που οι Ενάγοντες σκόπευαν να καταβάλουν για απόκτηση των Χρεογράφων πριν την υποβολή της αίτησης, ώστε να νιώσει την ανάγκη να ζητήσει από την Μ.Υ.1 να επισκεφθεί το υποκατάστημα του και να ενημερώσει σχετικά τούτους πριν την υποβάλουν, ήταν αν είχε σχετική ενημέρωση, είτε από τους Ενάγοντες (ως αυτοί διατείνονται) είτε από κάποιο υπάλληλο της Εναγόμενης προς τον οποίον, οι τελευταίοι αποτάθηκαν. Ελλείπει από τους ισχυρισμούς του, ή άλλου μάρτυρα, οποιαδήποτε θέση περί του ότι οποιοσδήποτε υπάλληλος της Εναγόμενης ενημέρωσε τον Μ.Υ.2 εκ των προτέρων για το ποσό που σκόπευαν οι Ενάγοντες να καταβάλουν για απόκτηση των χρεογράφων. Τουναντίον, στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την εξόφθαλμη αδυναμία που παρουσίαζαν οι σχετικοί ισχυρισμοί του, πρόβαλε τη θέση ότι, πρώτα υποβλήθηκε η αίτηση των Εναγόντων για απόκτηση των Χρεογράφων (Τεκμήριο 1), και αφού, μέσω της, η Εναγόμενη ενημερώθηκε για το ύψος του ποσού που θα κατέβαλαν οι Ενάγοντες, τότε διευθετήθηκε και η συνάντηση της Μ.Υ.1 με αυτούς. Επί τούτου, όμως, αν και αρχικά επέμεινε στον ισχυρισμό του αυτό, ακολούθως - όταν του υπεδείχθη από την συνήγορο των Εναγόντων ότι οι αιτήσεις για απόκτηση των επίδικων αξιών είναι ανέκκλητες, υπό την έννοια ότι με την υποβολή τους ο αιτητής δεσμεύεται ως προς τις εκεί απαιτήσεις του και δεν μπορεί να τις αποσύρει - αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι δεν ήταν δυνατόν η συνάντηση της Μ.Υ.1 με τους Ενάγοντες να έγινε σε χρόνο μετά την υποβολή της αίτησης, αποδοχή, η οποία θέτει εκ βάθρων και την όποια άλλη δικαιολογία έδωσε ως προς το πως η Εναγόμενη (πλην διά του ίδιου, ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται) έμαθε για το ύψος του ποσού που θα καταβαλλόταν και στη βάση της πληροφόρησης αυτής κλήθηκε η Μ.Υ.1 στο υποκατάστημά του. Αξίζει ακόμα, συναφώς πάντα με τα ανωτέρω, να σημειωθεί ότι, από μια απλή ανάγνωση και μόνο της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.2, προκύπτει αβίαστα η ξεκάθαρη αρχική, σχετική, τοποθέτηση του, που τον θέλει να είναι το πρόσωπο που καλεί την Μ.Υ.1 να παρευρεθεί σε συνάντηση με τον Ενάγοντα, λόγω, αφενός του ύψους της προτιθέμενης επένδυσης, και αφετέρου του γεγονότος ότι επρόκειτο για πολύ καλό πελάτη της Εναγόμενης. Οι οποίες σχετικές διαφοροποιήσεις στην μαρτυρία του επί του ζητήματος αυτού, άρχισαν να προβάλλονται όταν πλέον βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αδιαμφισβήτητο, μονοδρομικό, σχετικό συνειρμό ότι, για να νιώσει την ανάγκη να καλέσει την Μ.Υ.1 σε συνάντηση με τον Ενάγοντα πριν την υποβολή της σχετικής αίτησης, σημαίνει ότι είχε γνώση περί των προθέσεων του τελευταίου να αποκτήσει Χρεόγραφα, καθώς επίσης και για το πόσο που επιθυμούσε να καταβάλει για τον σκοπό αυτό. Ως προς την αναφορά μου περί αδιαφορίας του για το αληθές ή μη των ισχυρισμών που προέβαλε, πέραν των ανωτέρω, ενδεικτική τούτης ήταν και η επιμονή του στην θέση ότι όλες οι αιτήσεις ήταν συμπληρωμένες ορθώς και ότι η υποβληθείσα, από την συνήγορο του Εναγόντων, προς αυτόν θέση ότι η αίτηση για την απόκτηση των ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 4) παρουσίαζε κενά, με αποτέλεσμα να φαίνεται ως αν να υπεγράφη εν λευκώ, ήταν αβάσιμη. Μολονότι του υποδεικνυόταν η εν λόγω αίτηση, καθώς επίσης και τα κενά σημεία στα οποία θα έπρεπε να καταγραφούν σχετικές συμπληρώσεις, εντούτοις επέμεινε, στην πιο πάνω θέση του. Μόνο κατόπιν επιμονής της συνηγόρου των Εναγόντων και εκ νέου υπόδειξης των σχετικών σημείων επί της εν λόγω αίτησης, αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι, πέραν της υπογραφής του αιτητή, οι λοιπές συμπληρώσεις που θα έπρεπε να γίνουν, δεν έγιναν. Ακόμα, ο ισχυρισμός του περί αγνοίας του ως προς τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση, αφενός με την αδιαμφισβήτητη και κοινώς, θα έλεγα, αποδεκτή μαρτυρία που θέλει την Εναγόμενη να έχει καλέσει όλους τους διευθυντές των υποκαταστημάτων της και να τους έχει ενημερώσει σχετικά, και αφετέρου με την έτερη σχετική θέση του, ότι η Εναγόμενη είχε εκδώσει εγκυκλίους και οδηγίες με τις οποίες απαγορευόταν στου λειτουργούς της να παροτρύνουν και να συμβουλεύουν σχετικά τους προτιθέμενους πελάτες της. Γιατί η Εναγόμενη να απαγορεύσει στους λειτουργούς της την παροχή σχετικής συμβουλής, αν αυτοί, λόγω άγνοιας (ως ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε), δεν θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, σε θέση να συμβουλέψουν σχετικά; Τέλος, η όλη στάση του περί άγνοιας ως προς τα χαρακτηριστικά των Χρεογράφων και περί μη ανάμειξής του στην προώθηση τους, καθότι επρόκειτο για ενέργεια εκτός των καθηκόντων του, ως ανάφερε, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29, που, ως αναγνώρισε, επρόκειτο για εσωτερικό σημείωμα της Εναγόμενης για, μεταξύ άλλων, τον τρόπο δράσης των καταστημάτων της κατά την προώθηση των Χρεογράφων, στη βάση του οποίου οι λειτουργοί της θα είχαν ενεργό σχετική δράση, με προεξάρχουσα την επικοινωνία τους με τους πελάτες των καταστημάτων και την ενημέρωση των τελευταίων για τα χαρακτηριστικά τους.[7] Είναι στην βάση όλων των ανωτέρω που κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2, στο βαθμό που έρχεται σε σύγκρουση με την λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Μ.Υ.3 Η Μ.Υ.3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο αποτελούσαν το τι πραγματικά πίστευε ως αληθές σε σχέση με τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, ως τέτοια μάρτυρα την αντιμετωπίζει και η συνήγορος των Εναγόντων, η οποία, κατά την αντεξέτασή της, της έθεσε μόνο διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα ερωτήσεις, χωρίς, στην ουσία, να αμφισβητήσει την ορθότητα των επί γεγονότων ισχυρισμών της. Ωστόσο, ως γίνεται αντιληπτό, ελλείψει σχετικού υπόβαθρου που να επιτρέπει στην Μ.Υ.3 να εκφράσει σχετική γνώμη, αλλά και γιατί αμιγώς νομικά ζητήματα που άπτονται εφαρμογής ή μη κυπριακής νομοθεσίας αφορούν αποκλειστικά το Δικαστήριο, δεν είναι δυνατό να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις σχετικές τοποθετήσεις της. Από την άλλη, στο βαθμό που η μαρτυρία της αφορά σε ζητήματα επί γεγονότων, αλλά και επί θεμάτων που σχετίζονται με τα καθήκοντά της, αυτή γίνεται αποδεκτή, πλην φυσικά της θέσης της ότι τα χρεόγραφα δεν είναι πολύπλοκα σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, και αυτό γιατί, δεν την συνόδευσε με σχετικές λεπτομέρειες και πληροφορίες ώστε να μπορώ, στη βάση τους, (α) να εξετάσω την ορθότητα της και (β) να προβώ στα δικά μου ανεξάρτητα σχετικά ευρήματα και/ή συμπεράσματα, κάτι που έκανε Μ.Ε.4 και κατά συνέπεια προβαίνω σε σχετικά ευρήματα ως η μαρτυρία του . Ευρήματα Τόσο πριν, αλλά και κατά το 2008, οι Ενάγοντες διατηρούσαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης στη Δευτερά καταθετικό λογαριασμό τύπου γραμματίου δια το ποσό των €700.
  1. Στο ίδιο υποκατάστημα διατηρούντο και λογαριασμοί της επιχείρησης πρατηρίου καυσίμων που διατηρούσαν και διατηρούν ακόμα τα τέκνα των Εναγόντων. Οι καθημερινές εισπράξεις του πρατηρίου κατατίθεντο από τον Ενάγοντα ο οποίος επισκεπτόταν, σχετικά, το εν λόγω υποκατάστημα καθημερινά. Στα πλαίσια αυτά, αλλά και γιατί η Ελένη ήταν κόρη του πρώτου ξαδέρφου του Ενάγοντα, με την οποία διατηρούσε στενή σχέση, μεταξύ του τελευταίου και της Εναγόμενης (μέσω του Μ.Υ.2 και της Ελένης) αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης, υπό την έννοια ότι ο πρώτος, και κατ' επέκταση και η Ενάγουσα (σύζυγός του), έδραζαν την όποια απόφασή τους για τη μεταβολή των εκάστοτε σχεδίων υπό τα οποία διατηρούντο οι καταθέσεις τους στην Εναγόμενη, επί των κατά καιρούς σχετικών συμβουλών και παροτρύνσεων του Μ.Υ.2 και της Ελένης. Αμφότερα τα πρόσωπα αυτά (Μ.Υ.2 και Ελένη), άφησαν στον Ενάγοντα, και κατ' επέκταση και στην Ενάγουσα, την εντύπωση ότι τους θεωρούσαν πολύ καλούς πελάτες της Εναγόμενης και ότι οι όποιες κατά καιρούς συμβουλές τους προς αυτούς δίνονταν με γνώμονα το συμφέρον τους (των Εναγόντων). Το 2008 η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση και διάθεση των Χρεογράφων, έχοντας προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τους διευθυντές των υποκαταστημάτων της, αλλά και έχοντας εκδώσει σχετικές οδηγίες και εγκυκλίους αναφορικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να ενημερωθούν οι πελάτες της για την έκδοση των εν λόγω αξιών. Στα πλαίσια αυτά, ο Μ.Υ.2, καθώς και η Ελένη προσέγγισαν τον Ενάγοντα για να τον ενημερώσουν περί της έκδοσης των αξιών αυτών, τα οποία, ανεξάρτητα των σχετικών οδηγιών της Εναγόμενης, χαρακτήρισαν ως "ένα πολύ καλό και ευνοϊκό σχέδιο το οποίο απευθυνόταν στους καλούς πελάτες της[8]" Εναγόμενης, ως θεωρούσαν και τους Ενάγοντες, και ότι επρόκειτο για "πενταετές καταθετικό σχέδιο το οποίο έφερε το ψηλότερο επιτόκιο της αγοράς και ότι το θεωρούσαν πολύ καλή ευκαιρία που δεν έπρεπε" ο Ενάγοντας να αφήσει να πάει χαμένο. Του ανέφεραν επίσης ότι θα έπρεπε να βιαστεί και να υποβάλει σχετική αίτηση για το εν λόγω σχέδιο, γιατί αυτό "είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο" και μπορεί να μην προλάβαιναν να τα αποκτήσουν. Του είπαν ακόμα ότι, ως διευκόλυνση, η Εναγόμενη είχε προνοήσει να μην επιβληθεί οποιοδήποτε πέναλτι για τον πρόωρο τερματισμό του γραμματίου, από όπου και θα αντλούνταν τα κεφάλαια για την απόκτηση τους. Ο Ενάγοντας μετέφερε τις πληροφορίες αυτές στην Ενάγουσα (με την οποία διατηρούσε τον κοινό λογαριασμό γραμματίου), και κατά τις επόμενες επισκέψεις του στο υποκατάστημα τύγχανε σχετικής ενημέρωσης και περαιτέρω παρότρυνσης από τους δύο πιο πάνω λειτουργούς της Εναγόμενης. Στα ανωτέρω πλαίσια, βασιζόμενοι στα όσα οι δύο λειτουργοί της Εναγόμενης ανέφεραν στον Ενάγοντα, στις 15/07/08, αμφότεροι οι Ενάγοντες επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της Εναγόμενης στη Δευτερά, και αφού πρώτα οι εν λόγω λειτουργοί διαβεβαίωσαν και την Ενάγουσα ότι επρόκειτο για καταθετικό σχέδιο πενταετούς διάρκειας[9] με ψηλότερο επιτόκιο από αυτό του υφιστάμενου, τότε, γραμματίου τους, και ότι δεν θα επιβαλλόταν πέναλτι συνεπεία του πρόωρου τερματισμού του τελευταίου, τερμάτισαν τούτο και ακολούθως, υπέβαλαν, χωρίς προηγουμένως να την διαβάσουν, αίτηση για απόκτηση Χρεογράφων αξίας 700.000 ευρώ (βλ. Τεκμήριο 1). Υπό παρόμοιες συνθήκες, πλην όμως με αναφορά σε ευνοϊκότερους από τα Χρεόγραφα όρους, ο Μ.Υ.2 και η Ελένη παρότρυναν τον Ενάγοντα, κατά το 2009, να υποβάλει αίτηση για να μετατραπούν τα Χρεόγραφα σε ΜΑΚ, τονίζοντας του ότι επρόκειτο για «ένα νέο πενταετές καταθετικό σχέδιο το οποίο είναι καλύτερο από το προηγούμενο γιατί είχε σταθερό καταθετικό επιτόκιο», σε αντίθεση με τα Χρεόγραφα που το επιτόκιό τους ήταν μεταβαλλόμενο. Τον διαβεβαίωσαν επίσης ότι επρόκειτο για το ψηλότερο επιτόκιο της αγοράς και ότι επρόκειτο επίσης για σχέδιο που η Εναγόμενη συστήνει στους καλούς της πελάτες, ως ήταν ο ίδιος, και τον προέτρεψαν, εκ νέου, να βιαστεί να υπογράψει τη σχετική αίτηση πριν αυτά εξαντληθούν λόγω της μεγάλης τους απήχησης. Στη βάση των δεδομένων αυτών και χωρίς να υπογράψει προς τούτο και η Ενάγουσα, ο ίδιος, στις 27.05.2009, χωρίς προηγουμένως να τη διαβάσει, υπόγραψε και κατ' επέκταση υπέβαλε ανέκκλητη αίτηση για απόκτηση ΜΑΚ αξίας €700.000, υποδεικνύοντας ως κεφάλαιο για την απόκτησή τους, την αξία των Χρεογράφων που κατείχε με την Ενάγουσα την δεδομένη στιγμή (βλ. Τεκμήριο 3). Ως αποτέλεσμα της έγκρισης της εν λόγω αίτησης, η εναγόμενη κατέστησε αμφότερους τους Ενάγοντες κατόχους ΜΑΚ αξίας €700.
  2. Δύο περίπου χρόνια μετά, ο Ενάγοντας έτυχε παρόμοιων δηλώσεων, προτροπών και παροτρύνσεων από τον Μ.Υ.2 και της Ελένης, πάντα στα πλαίσια των καθημερινών επισκέψεών του στο υποκατάστημα της Εναγόμενης στη Δευτερά, οι οποίοι του ανέφεραν ότι η τελευταία έχει "δημιουργήσει ένα νέο, ακόμα καλύτερο, πενταετές καταθετικό σχέδιο" το οποίο "είναι βελτιωμένη έκδοση του προηγούμενου αφού είχε 1% περισσότερο τόκο". Του ανέφεραν επίσης ότι αν επιθυμούσε οποτεδήποτε πριν την εξάντληση των 5 χρόνων, θα μπορούσε να ζητήσει επιστροφή των χρημάτων του, με μία μικρή επιβάρυνση. Βασισμένος στις συμβουλές και παροτρύνσεις αυτές, και έχοντας κατά νου τη μέχρι τότε συνεργασία του με την Εναγόμενη αποφάσισε να ακολουθήσει τις συμβουλές των εν λόγω λειτουργών και, χωρίς προηγουμένως να διαβάσει το περιεχόμενό της, υπέβαλε, προς τούτο, μετά τις 12.04.2011[10] και πριν τις 17.05.2011[11], σχετική αίτηση[12], και πάλι χωρίς να υπογράψει τούτη και η Ενάγουσα, για απόκτηση ΜΑΕΚ αξίας €700.000, υποδεικνύοντας ως σχετικά κεφάλαια για την απόκτησή τους τα ισόποσης αξίας ΜΑΚ που κατείχαν τη δεδομένη στιγμή οι Ενάγοντες. Στα πλαίσια των κατά καιρούς δηλώσεων, παραστάσεων, αναφορών, παροτρύνσεων, προτροπών και τοποθετήσεων τους, οι Μ.Υ.2 και Ελένη, δεν έκαναν οποιανδήποτε αναφορά στους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση των επίδικων αξιών. Και ειδικότερα στον κίνδυνο απώλειας των χρημάτων των Εναγόντων συνεπεία των όρων και χαρακτηριστικών των αξιών αυτών. Τουναντίον, ειδικότερα σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, οι πιο πάνω λειτουργοί της Εναγόμενης διευκρίνισαν στον Ενάγοντα ότι τα χρήματα του ίδιου και της Ενάγουσας δεν θα εκτίθεντο σε κίνδυνο και ότι θα μπορούσαν να τα λάβουν πίσω ακόμα και πριν τη λήξη των πέντε ετών καταβάλλοντας μία μικρή επιβάρυνση. Άφηναν πάντα να νοηθεί ότι επρόκειτο για καταθετικά σχέδια, όπως τα συνήθη γραμμάτια, με τη διαφορά ότι, λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας που είχαν από ό,τι τα τελευταία, έφεραν και ψηλότερο πιστωτικό επιτόκιο. Για όσο διάστημα οι Ενάγοντες ήταν κάτοχοι των Χρεογράφων, αλλά και των ΜΑΚ λάμβαναν κανονικά το προνοούμενο επιτόκιο και δεν προέκυψε καμία απολύτως διαφωνία σε σχέση με αυτά. Ουδέποτε στο χρονικό αυτό διάστημα οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση περί του ότι, στην ουσία, απέκτησαν αξίες εντελώς διαφορετικού τύπου από ό,τι τα κεφάλαια σε καταθετικό λογαριασμό, ούτε και ότι, με την απόκτηση, αρχικώς των Χρεογράφων, και ακολούθως των ΜΑΚ, τα κεφάλαιά τους μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές, οι οποίες θα τύγχαναν διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και γενικότερα για τους όποιους άλλους κινδύνους ελλόχευαν από την απόκτησή τους, όπως το δικαίωμα της εναγόμενης να αγοράσει τούτα. Κατά το έτος 2011 (μετά τις 17.05.2011[13]), όταν πλέον οι Ενάγοντες είχαν αποκτήσει τα ΜΑΕΚ, συνέχισαν και πάλι να απολαμβάνουν το επιτόκιο, ως η έκδοσή τους προνοούσε. Τον Ιούνιο του 2012 (όταν και θα έπρεπε να καταβληθεί ο τόκος του πρώτου εξαμήνου του εν λόγω έτους[14]) δεν έλαβαν τον προβλεπόμενο τόκο των ΜΑΕΚ. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκαν ότι τα χρήματά τους δεν ήταν κατατεθειμένα σε ασφαλή λογαριασμό τύπου γραμματίου, ήταν όταν αναζήτησαν την αιτία μη καταβολής του τόκου των ΜΑΕΚ. Τόσο τα ΜΑΚ όσο και τα ΜΑΕΚ είναι πολύπλοκα και πολυσύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και (α) η αορίστου χρόνου διάρκειά τους, (β) ή αυτόματη ή κατά την επιλογή της Εναγόμενης μετατροπή τους σε μετοχές διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, (γ) η δυνατότητα της Εναγόμενης να εξαγοράσει τούτα και (δ) η πιθανότητα, στη βάση δυσμενούς οικονομικής κατάστασης ή βιωσιμότητας της Εναγόμενης, να προέκυπτε αναγκαστική μετατροπή τους με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της. Τα Χρεόγραφα, αν και σε σύγκριση με τα ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ δεν είναι τόσο πολύπλοκα και σύνθετα, εντούτοις, μεταξύ άλλων, (α) η πολυετής διάρκειά τους, (β) η δυνατότητα τούτα να μετατραπούν σε μετοχές, αλλά και (γ) το δικαίωμα που διατηρούσε η Εναγόμενη να τα εξαγοράσει μετά πάροδο πέντε ετών από την έκδοσή τους, τα καθιστούσαν πιο σύνθετα και πολύπλοκα από τη διατήρηση ενός λογαριασμού συνήθους τύπου γραμματίου[15]. Οι Ενάγοντες, ή οιοσδήποτε εξ αυτών, δεν έτυχαν, σε καταληπτή σε αυτούς γλώσσα, ενημέρωσης είτε περί της φύσης και των χαρακτηριστικών των επίδικων αξιών πριν την αγορά τους, είτε για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτησή τους. Επίσης πέραν των όσων τους αναφέρθηκαν, και στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, για να πεισθούν να αγοράσουν τις επίδικες αξίες, καμιά ερώτηση σχετική με αυτές του υποβλήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, ούτε και διενεργήθηκε σε αυτούς οποιοσδήποτε σχετικός με την απόκτηση των εν λόγω αξίων έλεγχος. Οι επίδικες αιτήσεις (Τεκμήρια 1, 3 και 4) για απόκτηση των Χρεογράφων, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ υποβλήθηκαν στο ταμείο του υποκαταστήματος της Εναγόμενης στη Δευτερά και ακολούθως ενδοτμηματικά, τούτες προωθήθηκαν στο αρμόδιο τμήμα της Εναγόμενης για να τύχουν επεξεργασίας και εξέτασης. Αφού, στην κάθε περίπτωση, εγκρίθηκαν τούτες από το αρμόδιο τμήμα της Εναγόμενης, αυτόματα, οι Ενάγοντες απέκτησαν αρχικά τα Χρεόγραφα, ακολούθως τα ΜΑΚ και τέλος τα ΜΑΕΚ. Τον Ιούνιο του 2012, και ενώ για το δεύτερο εξάμηνο του 2011 είχαν ληφθεί από τους Ενάγοντες τόκοι στα πλαίσια των ΜΑΕΚ, η Εναγόμενη δεν κατέβαλε τους τόκους του πρώτου εξαμήνου του έτους και από το σημείο εκείνο και μετά προέκυψαν οι διαφορές μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης. Οι Ενάγοντες ως κάτοχοι και των τριών επίδικων χρηματοοικονομικών μέσων, έλαβαν τόκους οι οποίοι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €133.305,17 (βλ. σχετική παραδοχή στη παράγραφο 64 (ε) της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης), χωρίς ωστόσο να προκύπτει άλλη σχετική παραδοχή για το ακριβές ποσό (μέρους των €133.305,17), που αφορά αποκλειστικά το κάθε χρηματοοικονομικό μέσο. Κανένας λειτουργός της Εναγόμενης που κατείχε πιστοποιητικό από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για να παρέχει επενδυτικές συμβουλές δεν συνομίλησε με τους Ενάγοντες ή οιονδήποτε εξ αυτών πριν την υποβολή των αιτήσεων για την απόκτηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ. Νομική Πτυχή - Τελικές Καταλήξεις Προτού παραθέσω τη νομική πτυχή της παρούσας αγωγής, κρίνω ορθότερο να σημειώνω ότι, ανεξάρτητα από το είδος, τη φύση, και τον αριθμό των θεραπειών που επιζητούνται από τους Ενάγοντες, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, στην περίπτωση που αποσείσουν το βάρος που φέρουν, θεραπείες θα μπορούν να τους αποδοθούν μόνο σε σχέση με την απόκτηση των ΜΑΕΚ. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Στον βαθμό που με την παρούσα αγωγή επιδιώκεται η απόδοση δηλωτικής απόφασης περί του ότι οι συμφωνίες απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ είναι άκυρες, καθίσταται έκδηλο ότι για να μπορεί να αποδοθεί τούτη, θα πρέπει να διαφανεί ότι, σε αντίθετη περίπτωση, οι συμφωνίες αυτές θα παραμείνουν σε ισχύ. Διαφορετική προσέγγιση, θα απέληγε στο να ζητείται από το Δικαστήριο να ενεργήσει επί ματαίω. Τι θα εξυπηρετήσει η δηλωτική απόφαση περί ακυρότητας μιας συμφωνίας αν η συμφωνία αυτή, κατά τον χρόνο που θα εκδοθεί η απόφαση, δεν υφίσταται; Υπενθυμίζω ότι στη βάση των κοινών θέσεων αμφότερων των πλευρών, τόσο ως αυτό προκύπτει από τη σχετική μαρτυρία που προσκόμισαν, όσο και από δηλώσεις των συνήγορων τους, οι Ενάγοντες, έχουν λάβει κάθε προνοούμενο τόκο που σχετιζόταν με τα Χρεόγραφα και τα ΜΑΚ, καθώς επίσης και το αρχικό κεφάλαιο που είχαν καταβάλει για την απόκτησή τους, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως τίμημα αγορά κάθε επόμενης έκδοσης, χωρίς να υποστούν οποιανδήποτε ζημιά. Ειδικότερα, όσον αφορά στα Χρεόγραφα, η σχετική συμφωνία τερματίστηκε (ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες τούτη συνομολογήθηκε), και το κεφάλαιο που είχε καταβληθεί για την αγορά τους, χρησιμοποιήθηκε, το 2009, για απόκτηση των ΜΑΚ. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τα ΜΑΚ, υπό την έννοια ότι, η συμφωνία που τα αφορά τερματίστηκε το 2011 (και πάλι χωρίς να εξετάζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες τούτη συνομολογήθηκε) και το κεφάλαιο που είχε καταβληθεί αρχικά για την απόκτησή τους, χρησιμοποιήθηκε για την απόκτηση των ΜΑΕΚ[16]. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι οι συμφωνίες απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ δεν υφίστανται σήμερα (έχουν τερματισθεί/διευθετηθεί και το κεφάλαιο που τις αφορούσε χρησιμοποιήθηκε για απόκτηση των ΜΑΕΚ), ώστε να προκύπτει αναγκαιότητα ή έστω ζήτημα εξέτασης έκδοσης δηλωτικής απόφασης περί ακυρότητάς τους. Ούτε η Εναγόμενη προωθεί οποιαδήποτε Ανταπαίτηση σε σχέση με τους όποιους τόκους καταβλήθηκαν στους Ενάγοντες για τα εν προκειμένω χρηματοοικονομικά μέσα, ώστε να προέκυπτε, ίσως, η ανάγκη να εξεταζόταν το νόμιμο ή μη των σχετικών με αυτά συμβάσεων, κάτι, που εν πάση περιπτώσει, θα ήταν ανεπίτρεπτο στη βάση του λόγου της Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζα Κύπρου
(2013)1 Α.Α.Δ. 168, στα πλαίσια του οποίου επιβεβαιώθηκε η αδυναμία αμφισβήτησης της νομιμότητας μια συναλλαγής μετά την εξόφλησή ή διευθέτησή της, ανεξαρτήτως του λόγου που προβάλλεται. Το γεγονός δε ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε οικονομική ζημιά ως κάτοχοι των Χρεογράφων και των ΜΑΚ, καταδεικνύει και την άνευ αντικειμένου απαίτηση από πλευράς τους για απόδοση των αιτούμενων θεραπειών με τις οποίες επιζητούνται αποζημιώσεις σε σχέση με τα ρηθέντα χρηματοοικονομικά μέσα. Σημειώνω, συναφώς, ότι, πέραν της θεραπείας της αποκατάστασης (resection ‑ restitutio in integrum), η οποία, στην ουσία, με την απόδοσή της, επαναφέρει τα μέρη μιας άκυρης συμφωνίας στην κατάσταση που βρισκόντουσαν πριν τη συνομολόγησή της, κάθε άλλη αιτούμενη θεραπεία αποζημίωσης, προϋποθέτει ότι οι Ενάγοντες θα αποδείξουν ότι, συνεπεία μιας παράβασης, είτε σύμβασης, είτε νομικού καθήκοντος, είτε τέλος διάπραξης αστικού αδικήματος, υπέστησαν οικονομική ζημιά. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τα κοινώς αποδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα είναι ότι, ανεξάρτητα των συνθηκών υπό τις οποίες συνομολογήθηκαν οι συμβάσεις απόκτησης των Χρεογράφων και των ΜΑΚ, αυτές δεν αναγνωρίστηκαν δικαστικώς ως ακυρώσιμες, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να κηρυχθούν άκυρες πριν τον τερματισμό τους, και σίγουρα, καθ' ον χρόνο τούτες υφίσταντο, η εφαρμογή τους δεν επέφερε οποιανδήποτε οικονομική ζημιά σ' αυτούς. Κατά συνέπεια, η εξέταση επί της ουσίας της παρούσας αγωγής θα περιορισθεί μόνο αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα ΜΑΕΚ και κάθε άλλο εύρημα το οποίο δεν σχετίζεται με αυτές, θα τύχει χρήσης μόνο υπό μορφή επικουρικού χαρακτήρα στα πλαίσια της εξέτασης του βασικού αυτού ζητούμενου, και δη της απόκτησης των ΜΑΕΚ. Ερχόμενος τώρα στις θέσεις των Εναγόντων, τούτοι υποστηρίζουν ότι τα ΜΑΕΚ αποκτήθηκαν συνεπεία αμέλειας, ψευδών παραστάσεων, απάτης και ψυχικής πίεσης από μέρους της Εναγόμενης, οι πλείστες εκ των οποίων αυτών ενεργειών της τελευταίας είχαν ως αποτέλεσμα η συναίνεση που δόθηκε από πλευράς τους για σκοπούς συνομολόγησης της σχετικής σύμβασης να κρίνεται ως μη ελεύθερη και κατά συνέπεια η σύμβαση ως ακυρώσιμη κατ' επιλογή τους. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι κατά την απόκτησή τους, η Εναγόμενη παραβίασε θεσμοθετημένα καθήκοντά της. Όσον αφορά στην νομική βάση της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο Νόμος[17], τούτος ρητά προνοεί ότι, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού 1287/06 ΕΚ, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από αυτόν ή και τον πιο πάνω Κανονισμό (βλ. άρθρο 143 του Νόμου). Ο Νόμος, προστατεύει τους επενδυτές και καθορίζει ποιες υπηρεσίες και δραστηριότητες θεωρούνται επενδυτικές, των οποίων την παροχή ρυθμίζει, με ειδική αναφορά στα χρηματοοικονομικά μέσα που την αφορούν, τα οποία μέσα απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος. Στα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς. Στα πλαίσια εφαρμογής του Νόμου, εκδόθηκε, από την Κεντρική Τράπεζα, η οδηγία για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες (βλ. Κ.Δ.Π. 557/2007) και η οδηγία για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων (βλ. Κ.Δ.Π. 558/2007). Οι επενδυτικές υπηρεσίες διακρίνονται σε κύριες και παρεπόμενες. Κύριες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες είναι οι ακόλουθες: 1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα.[18] 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (βλ. άρθρο 2 και Τρίτο Παράρτημα του Μέρους Ι του Νόμου). Οι τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, μεταξύ αυτών και η Εναγόμενη, δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες[19] και/ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, οι οποίες αφορούν οποιαδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζονται στο Μέρος III του Τρίτου Παραρτήματος (βλ. άρθρο 118 του Νόμου). Λήψη και διαβίβαση εντολών Η λήψη και η διαβίβαση εντολών σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα συνιστά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα. Λήψη είναι η πράξη κατά την οποία λαμβάνει κανείς κάτι, και διαβίβαση είναι η μεταβίβαση ή μεταφορά αυτού από ένα σημείο σε άλλο. (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ έκδοση). Τα πρόσωπα που ενεργούν εκ μέρους του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών, για να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 52 του Νόμου, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτικών συμβουλών σχετικά με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 και να είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο ως προνοείται στο άρθρο 53. Παροχή επενδυτικής συμβουλής Η επενδυτική συμβουλή, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, συνιστά κύρια επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα (βλ. άρθρο 2 και μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Νόμου, επενδυτική συμβουλή σημαίνει: «την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
  1. i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
  2. ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·». Ως δε αναφέρεται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ έκδοση, συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης προκειμένου να βοηθήσει, να καθοδηγήσει (άλλον) σχετικά με το πώς είναι καλύτερο να πράξει. Διακρίνεται από την πληροφορία, πλην όμως η σχέση τους είναι άρρηκτη, καθότι αφενός περιεχόμενο της συμβουλής αποτελεί και η παροχή όλων των πληροφοριών, που απαιτούνται, στον πελάτη για να λάβει μία επενδυτική απόφαση, και αφετέρου η επεξεργασία και η αξιοποίηση των στοιχείων για υποβολή σύστασης σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα. Η συμβουλή απαιτεί το στοιχείο της γνώμης από μέρους του συμβούλου. Πρόκειται για σύσταση διενέργειας κάποιας πράξης ή αποχή από κάποια πράξη και θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον του επενδυτή. Από την άλλη η πληροφορία περιλαμβάνει δηλώσεις γεγονότων ή αριθμών και σε γενικές γραμμές την παροχή πληροφοριών χωρίς σχόλια. Στο σύγγραμμα Η Ευθύνη της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την παροχή επενδυτικών συμβουλών 2003 του Σ. Γεωργιάδη, αναφέρεται ότι η συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης αναφορικά με μελλοντική ενέργεια, η οποία οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τόσο τις πραγματικές συνθήκες όσο και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του αποδέκτη της και να καταλήγει με βάση αυτά είτε σε μια προτροπή για την υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς είτε στην αποτροπή από μια σχεδιαζόμενη ενέργεια, η οποία κατά τη γνώμη του παρέχοντος τη συμβουλή ανταποκρίνεται στο συμφέρον του αποδέκτη της. Περαιτέρω η παροχή συμβουλής θα πρέπει να συγκεντρώνει τα εχέγγυα της ορθότητας, πληρότητας, σαφήνειας και καταλληλότητας. Στη βάση των προνοιών των άρθρων 118 και 120 του Νόμου, ο πάροχος οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα, να συμμορφώνεται, μεταξύ άλλων, και με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Νόμου, δηλαδή οφείλει να προβαίνει αλλά και ταυτόχρονα να απέχει από συγκεκριμένες ενέργειες. Έτσι κατ' αρχήν κρίνεται αναγκαίο να διαπιστωθεί κατά πόσο η Εναγόμενη παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Νόμο και στην περίπτωση που παρείχε, κατά πόσο παραβίασε τις υποχρεώσεις της ως αυτές προβλέπονται στον Νόμο. Στο Νόμο δεν γίνεται ειδική αναφορά στα Αξιόγραφα, πλην όμως ο νομοθέτης καθόρισε ως χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, και τις μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς (βλ. Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Τα ΜΑΕΚ πρόκειται για μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο και έτσι εμπίπτουν στα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζει ο Νόμος. Πρόκειται, επίσης, για περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη για να αυξηθεί η κεφαλαιουχική της επάρκεια[20]. Η έκδοση των ΜΑΕΚ για τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο έφερε ετήσιο σταθερό επιτόκιο 6.5%. Η δε αξία και απόδοση τους ήταν μεταβλητή και εξαρτάτο από πολλούς παράγοντες ως επίσης υπόκειτο σε μια σειρά από κινδύνους όπως εκτίθενται και στο ενημερωτικό δελτίο που τα αφορά, Τεκμήριο 24. Στην προκείμενη περίπτωση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη, κατά το 2011, όχι μόνο παρέδωσε στον Ενάγοντα, αλλά παρέλαβε την αίτηση, Τεκμήριο 4, για απόκτηση των ΜΑΕΚ και περαιτέρω τη διαβίβασε στον αρμόδιο φορέα για σκοπούς εξέτασής της (Υπηρεσία Μετοχών και Χρεογράφων)[21]. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, η Εναγόμενη, σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής για απόκτηση χρηματοοικονομικών μέσων που καλύπτονται από τον Νόμο και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις των σχετικών κανονισμών (βλ. κανονισμό 17 της Κ.Δ.Π. 558/2007). Όσον αφορά στη ενδεχόμενη παροχή επενδυτικών συμβουλών, σημειώνεται, αρχικά, ότι, με την πώληση των ΜΑΕΚ η Εναγόμενη αποκόμιζε όφελος, αφού αυξανόταν η κεφαλαιουχική της επάρκεια και ότι, με δική της πρωτοβουλία, το 2011[22], επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και τον παρότρυνε, μέσω των σχετικών προτροπών, συμβουλών, δηλώσεων και γενικότερα τοποθετήσεων των Μ.Υ.2 και Ελένης (τις οποίες δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω), να αιτηθεί για σκοπούς απόκτησης ΜΑΕΚ αξίας €700.000, δηλαδή για μετατροπή της τότε αξίας των ΜΑΚ που κατείχε σε ΜΑΕΚ. Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ευρήματά μου, ότι η Εναγόμενη δεν περιορίστηκε στην παροχή πληροφοριών, οι οποίες δεν συνιστούν επενδυτική υπηρεσία, αλλά εξέφρασε και σχετική γνώμη και συνέστησε στον Ενάγοντα και κατ' επέκταση και στην Ενάγουσα[23] την αγορά των πιο πάνω χρηματοοικονομικών μέσων, παρουσιάζοντας τα ως ιδανικά και κατάλληλα για αυτούς, και ως ευκαιρία που δεν έπρεπε να αφήσουν να πάει χαμένη, συμβουλεύοντας τους, συναφώς, όπως σπεύσουν γρήγορα να τα αποκτήσουν. Του διαβεβαίωσε, ακόμα, ότι, τα χρήματα που θα κατέβαλλαν για την απόκτησή τους, δεν θα εκτίθεντο σε κίνδυνο. Τα πιο πάνω, αδιαμφισβήτητα, οδηγούν στην κρίση ότι η Εναγόμενη παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτική συμβουλή (στην έννοια του Νόμου) σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Κατά συνέπεια, η Εναγόμενη, ούσα εκδότρια των ΜΑΕΚ παρείχε τις επενδυτικές υπηρεσίες, (α) της λήψης και διαβίβασης εντολών και (β) της παροχής επενδυτικών συμβουλών σε σχέση με αυτά. Οι δε Μ.Υ.2 και Ελένη, παρείχαν, εκ μέρους της Εναγόμενης, τις πιο πάνω αναφερόμενες επενδυτικές συμβουλές στους Ενάγοντες, ενώ δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, καθίσταται πλέον ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη, στα πλαίσια της παροχής των πιο πάνω επενδυτικών υπηρεσιών, ενήργησε κατά παράβαση του Νόμου και αν ναι, σε ποιο βαθμό τούτη αποτέλεσε την αιτία πρόκλησης ζημιάς στους Ενάγοντες. Οι σχετικές με το ζητούμενο πρόνοιες είναι αυτές του άρθρου 36 του Νόμου, οι οποίες εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας όπως περιγράφεται πιο πάνω (βλ. άρθρο 120 του Νόμου). Το άρθρο 36 προβλέπει ότι: «Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
  3. i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
  4. ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (iii) τους τόπους εκτέλεσης, (
  5. iv)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού Ε.Ε. Παρ.Ι(I), Αρ.4142, 26/10/2007 144(I)/2007 67 μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή·» Ως προκύπτει από τις πρόνοιες του Κανονισμού 6 6
(1)
(2)(α)(β)(γ)(δ) της Κ.Δ.Π. 558/2007, η πληροφόρηση πρέπει να είναι ακριβής και να μην δίνει έμφαση σε πιθανά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή ένα χρηματοοικονομικό μέσο χωρίς να παρέχει παράλληλα μια δίκαιη και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο. Πρέπει επίσης να είναι επαρκής και να παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανή η κατανόηση της από ένα μέσο μέλος της ομάδας του κοινού στο οποίο απευθύνεται ή από το οποίο είναι πιθανό να ληφθεί. Τέλος, η πληροφόρηση δεν πρέπει να αποκρύπτει, υποβαθμίζει ή συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις. Στη βάση δε των προνοιών του Κανονισμού 10
(1)
(2)της Κ.Δ.Π. 558/2007, η Τράπεζα, σε σχέση με πληροφορίες για τα χρηματοοικονομικά μέσα, παρέχει σ' αυτόν που απευθύνεται, γενική περιγραφή της φύσης τους και των κινδύνων που ελλοχεύουν από την απόκτησή τους, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατηγοριοποίηση του ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη. Στα πλαίσια αυτά, πρέπει να εξηγεί την φύση του σχετικού είδους χρηματοοικονομικού μέσου και τους ειδικούς κινδύνους που αυτό ενέχει με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ο πελάτης να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βασισμένες σε σωστή ενημέρωση. Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του σχετικού χρηματοοικονομικού μέσου και την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία: «(α) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος του χρηματοοικονομικού μέσου, με επεξηγήσεις για τη σχετική μόχλευση (leverage) και τα αποτελέσματά της, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης· (β) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και τυχόν περιορισμούς στη διαθέσιμη αγορά για αυτό το μέσο·» Όσον τώρα αφορά στον έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των ενδιαφερομένων, ο κανονισμός 14 της Κ.Δ.Π. 558/2007 επιβάλλει στην τράπεζα τα ακόλουθα: «14
(1)Η τράπεζα λαμβάνει από τους υφιστάμενους ή πιθανούς πελάτες τέτοιες πληροφορίες που της είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης υπηρεσίας, ότι η κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή που διενεργείται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή που συστήνεται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη· (β) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης να μπορεί οικονομικά να επωμισθεί το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους επενδυτικούς του στόχους· (γ) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης, με την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις που διαθέτει, να μπορεί να κατανοήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η συναλλαγή ή η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του.» Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων μου, η Εναγόμενη παρουσίασε στον Ενάγοντα, και για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και στην Ενάγουσα, τα ΜΑΕΚ ως ασφαλή καταθετικά σχέδια, στα πλαίσια των οποίων τα χρήματά τους δεν θα διέτρεχαν οποιονδήποτε κίνδυνο, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού επρόκειτο για χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία ενείχαν σοβαρούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και την απώλεια του κεφαλαίου των Εναγόντων, έξω και ανεξάρτητα από την όποια σχετική βούλησή τους. Οι αναφορές αυτές, όχι απλά δεν ήταν ακριβείς, σαφείς και επαρκείς, αλλά ήταν και παραπλανητικές, καθότι η Εναγόμενη, αφενός απέκρυψε το σημαντικό στοιχείο των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση των ΜΑΕΚ, και αφετέρου τα παρουσίασε και ως ασφαλή προϊόντα. Κατά συνέπεια η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 36
(1)(α) του Νόμου. Ενήργησε επίσης κατά παράβαση και των προνοιών του άρθρου 36
(1)(β)(ii) του Νόμου, καθότι δεν παρείχε στους Ενάγοντες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με τα ΜΑΕΚ, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτησή τους, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να κατανοήσουν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας ώστε οι όποιες επενδυτικές αποφάσεις τους να ληφθούν με επίγνωση. Παραλείποντας δε να λάβει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες αναφορικά με τη γνώση και την πείρα των Εναγόντων για χρηματοοικονομικά μέσα γενικότερα, καθώς επίσης και αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και επενδυτικούς στόχους τους, ώστε να είναι σε θέση να τους συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους, η Εναγόμενη παραβίασε τις πρόνοιες του άρθρου 36
(1)(γ) του Νόμου. Τέλος, σε σχέση πάντα με το άρθρο 36 του Νόμου, με την παράληψή της, κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, να αντλήσει από τους Ενάγοντες πληροφορίες ως προς τη γνώση και πείρα τους σε σχέση ειδικά με τα ΜΑΕΚ, ώστε να βρεθεί στη θέση να μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο τούτα είναι συμβατά με αυτούς, η Εναγόμενη παραβίασε τις πρόνοιες της υποπαραγράφου
(1)(δ) του ρηθέντος άρθρου. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω κρίσεων, αποτελεί επιπρόσθετη κατάληξή μου ότι η Εναγόμενη παραβίασε και τις πρόνοιες του άρθρου 18
(2)του Νόμου, καθότι παρέλειψε να εφαρμόσει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για επαρκή εξασφάλιση της συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες του Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών. Το γεγονός ότι σε σχέση με τα ΜΑΕΚ εξέδωσε σχετικές οδηγίες και εγκύκλιο, όπως αυτές αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες της, αλλά και προκύπτουν από σχετικά τεκμήρια, καθώς επίσης και δημιούργησε τηλεφωνικό κέντρο για ενημέρωση των ενδιαφερόμενων αγοραστών τους, δεν οδηγεί μονοδρομικά στη κρίση ότι εφάρμοσε τέτοιες πολιτικές και διαδικασίες. Και αυτό γιατί, ενώ από τη μια απέστελλε οδηγίες και εγκύκλιους στους υπαλλήλους της, από την άλλη, τούτοι, σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτές, παρουσίαζαν στους Ενάγοντες τα ΜΑΕΚ, με τον τρόπο που περιεγράφηκε πιο πάνω, κάτι που θέτει εκ βάθρων τη θέση ότι οι εφαρμοσθείσες πολιτικές και οι ληφθείσες διαδικασίες ήταν κατάλληλες για την επαρκή συμμόρφωσή της με τον Νόμο. Είναι περαιτέρω κατάληξή μου ότι, στην εν προκειμένω συναλλαγή της Εναγόμενης με τους Ενάγοντες[24], υπήρχε σύγκρουση συμφέροντος. Και αυτό γιατί, από τη μια, η Εναγόμενη, προς ικανοποίηση ίδιου οφέλους (αύξηση κεφαλαιουχικής επάρκειας), εξέδωσε τα ΜΑΕΚ, και από την άλλη, ως πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών, προώθησε τούτα προς τους Ενάγοντες, προς τους οποίους είχε υποχρέωση να λειτουργήσει με τρόπο που να εξασφαλίζονται τα συμφέροντά τους. Κάτι, που εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν έπραξε. Συναφώς σημειώνεται ότι στη βάση των προνοιών του άρθρου 29 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 120 του Νόμου, η τράπεζα «οφείλει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτής της ιδίας, [...] και των πελατών της, [.] κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών». Ως προς την ρηθείσα σύγκρουση, σχετικές είναι οι πρόνοιες του κανονισμού 22 της Κ.Δ.Π. 557/2007, στη βάση των οποίων η τράπεζα οφείλει να εξακριβώνει, κατ' ελάχιστον, μεταξύ άλλων, αν αυτή, ως αποτέλεσμα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι πιθανό να αποκομίσει οικονομικό κέρδος ή να αποφύγει οικονομική ζημιά σε βάρος του πελάτη. Πέραν των ανωτέρω εκφρασθεισών κρίσεών μου ως προς τις παραβιάσεις του Νόμου από πλευράς της Εναγόμενης, αποτελεί περαιτέρω κρίση μου ότι οι διάφορες αναφορές, δηλώσεις, συμβουλές, παροτρύνσεις, προτροπές κ.ο.κ., που έγιναν από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες, ήταν ουσιώδεις και επηρέασαν την απόφασή τους αναφορικά με την συναίνεση τους στην απόκτηση των ΜΑΕΚ. Υπενθυμίζω ότι, αμφότεροι οι Ενάγοντες ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου, και έγινε δεκτό, ότι πρώτιστό μέλημά τους ήταν η ασφάλεια των χρημάτων τους, τα οποία φύλαγαν για να τα δώσουν στα παιδιά τους. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, αν η Εναγόμενη πληροφορούσε κατάλληλα τους Ενάγοντες για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την αγορά των ΜΑΕΚ, καθώς επίσης (κατόπιν του ελέγχου καταλληλότητας και συμβατότητας) ότι τούτα δεν ήταν συμβατά με αυτούς προϊόντα, δεν θα συναινούσαν στην απόκτησή τους, καθότι θα ήταν ξεκάθαρο σε αυτούς ότι, η ασφάλεια των χρημάτων τους δεν θα βρισκόταν πλέον στα δικά τους χέρια, αλλά θα εξαρτάτο από τρίτους παράγοντες, έξω και ασυνάρτητα από την όποια δική τους σχετική βούληση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν θα διακινδύνευαν να απολεσθεί ή έστω να μειωθεί η αξία των χρημάτων που κατέβαλαν. Ως έχει ήδη σημειωθεί ανωτέρω, ο Νόμος επιβάλλει σε οποιονδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του και/ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και/ή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ.1287/06, να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους συνεπεία της εν λόγω παράβασης (βλ. άρθρο 143 του Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγοντας, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω, υπέγραψε την αίτηση, Τεκμήριο 4, και απέκτησε, μαζί με την Ενάγουσα[25] τα ΜΑΕΚ συνολικής αξίας €700.
  1. Προκύπτει, επίσης, από την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, ότι οι Ενάγοντες, σε σχέση με αυτά (ΜΑΕΚ) έλαβαν μόνο τους τόκους για το
  2. Από μια απλή ανάγνωση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 38, και τη σχετικής δήλωσης των συνηγόρων των διαδίκων κατά την εισαγωγής του ως μαρτυρία, με γνώμονα και τη κοινή θέση ότι τα ΜΑΕΚ, μονοδρομικά, μετά την απόκτησή τους μετατρέπονταν σε μετοχές της Εναγόμενης, προκύπτει, ακόμα, ότι (πάντα στη βάση του Τεκμηρίου 38), μετά την μετατροπή τους σε μετοχές της Εναγόμενης, στις 05.12.2014, χωρίς την όποια θετική προς τούτο βούληση και πράξη από πλευράς των Εναγόντων[26], πωλήθηκαν με αποτέλεσμα, στην θυρίδα των τελευταίων, να έχουν πλέον μηδενική αξία. Η μετέπειτα (ως προκύπτει, πάντα, από το Τεκμήριο 38) απόκτηση από τους Ενάγοντες 72422 μετοχών της Εναγόμενης δεν συνδέθηκε με τα ΜΑΕΚ και γενικότερα με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Με δεδομένη τη μη απαίτηση από πλευράς των Εναγόντων αποζημιώσεων για μελλοντική ζημιά και τον περιορισμό τούτης (απαίτησης) σε θεραπείες που εδράζονται αποκλειστικά στο αρχικό καταβληθέν κεφάλαιο, δεν καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τους τόκους που τυχόν θα δικαιούντο τούτοι αν δεν προέκυπτε η παράβαση του Νόμου από πλευράς της Εναγόμενης. Στη βάση των ανωτέρω, και επί της νομικής βάση της παράβασης νομικού καθήκοντος από πλευράς της Εναγόμενης, η ζημιά των πρώτων για την οποία δικαιούνται σε αποζημίωση, είναι το αρχικό κεφάλαιο (€700.000), αφαιρουμένων των τόκων που καταβλήθηκαν στα πλαίσια των ΜΑΕΚ. Το ακριβές ποσό των τόκων που έλαβαν στα πλαίσια των ΜΑΕΚ, δεν μπορεί να εξευρεθεί χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς, αφού δεν έχει δοθεί σχετική μαρτυρία. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί λόγο, εκεί που μπορεί να προκύψει σχετική κρίση, για να αποστεί το Δικαστήριο του καθήκοντός του να απονέμει δικαιοσύνη. Συναφώς σημειώνω ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο τα ΜΑΕΚ έφεραν σταθερό επιτόκιο 6,5% (βλέπε σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο, Τεκμήριο 24 και συνοπτική έγγραφη ενημέρωση ενδεχόμενων πελατών, Τεκμήριο 36). Οι Ενάγοντες έλαβαν τόκους από την απόκτηση των ΜΑΕΚ για όλο το χρόνο που κατείχαν τούτα το 2011, χωρίς να τους καταβληθεί τόκος για το πρώτο εξάμηνο του 2012[27]. Οι Ενάγοντες απέκτησαν τα ΜΑΕΚ σίγουρα μετά τις 17.05.2011[28]. Στη βάση των ανωτέρω, θεωρώ δίκαιο να αφαιρέσω από το αρχικό κεφάλαιο των €700.000, το πόσο που θα προκύψει από την απλή μαθηματική πράξη €700.000 Χ 6.5 ÷ 100 ÷ 2, η οποία πρόκειται, για τον πολλαπλασιασμό του αρχικού κεφαλαίου (700.000) επί του σταθερού ετήσιου επιτοκίου (6.5 ÷ 100), και την μετέπειτα διαίρεση του αποτελέσματός διά δύο
(2), ώστε αυτή να αφορά μόνο στο δεύτερο εκ των δύο εξαμήνων του έτους 2011 (για τι οποίο τους καταβλήθηκαν τόκοι), το οποίο ανέρχεται στα €22.
  1. Το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το ποσό των €700.000, με αποτέλεσμα η ζημιά των Εναγόντων να ανέρχεται στο ποσό των €677.
  2. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, οι Ενάγοντες βασίζουν την αγωγή τους και στην Αμέλεια, την Απάτη, τις Ψευδείς Παραστάσεις και την ψυχική πίεση, περισσότερο όμως υπό την έννοια ότι, συνεπεία τους, ελλείπει η αναγκαία ελεύθερη συναίνεση από πλευράς τους κατά την συνομολόγηση της σύμβασης απόκτησης των ΜΑΕΚ.[29] Μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν Σιβιτανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1602). Είναι δε τέτοια (ελεύθερη), ως οι πρόνοιες του άρθρου 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ορίζουν, όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει τούτων. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 19
(1)του Κεφ. 149, στην περίπτωση που συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η επακόλουθη συμφωνία θεωρείται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση για σκοπούς του Κεφ. 149, καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του εν λόγω Νόμου, αντίστοιχα. Το βάρος απόδειξης της απάτης ή των ψευδών παραστάσεων το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να την/τις αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Το αναίτιο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για τέτοιας φύσης και τύπου παράστασης που λογικώς θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του ως προς το κατά πόσο θα αποτελέσει μέρος της επίδικης σύμβασης,
(2)ότι η συναίνεση του παρασχέθηκε συνεπεία της ψευδούς αυτής παράστασης, δηλαδή ότι βασίστηκε στην παράσταση του αντισυμβαλλομένου του και στη βάση της συναίνεσε να καταστεί μέρος της επίδικης σύμβασης και
(3)με δεδομένα τα ανωτέρω, ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. Όσον αφορά στην απάτη, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράστασή του ήταν ψευδής και ότι είχε πρόθεση ο Ενάγοντας να ενεργήσει βασιζόμενος σε αυτή και να υποστεί ζημιά. Πρέπει στην ουσία να αποδειχθεί: (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Αποτελεί ουσιώδη υπεράσπιση της Εναγόμενης ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας, και κατ' επέκταση και η Ενάγουσα, με την υπογραφή της αίτησης για απόκτηση των ΜΑΕΚ[30] δεσμεύτηκαν από τις επ' αυτών, τυποποιημένες, αποδιδόμενες σ' αυτούς δηλώσεις[31], εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) και κατά συνέπεια η απαίτηση τους είναι έκθετη σε απόρριψη. Ως προκύπτει από τις κατωτέρω αυθεντίες[32], το κώλυμα μπορεί να είναι, κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η υπογραφή κάποιου τον δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, και αυτό προς διασφάλιση της αναγκαίας εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές και τις γραπτές συμφωνίες. Όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με αποδιδόμενες σε αυτόν ευθύνες που πηγάζουν από υπογραφθέν από αυτόν έγγραφο και σκοπό έχει να επιδιώξει να αποδεσμευθεί από αυτές, θα πρέπει να καταδείξει ότι εφαρμογής τυγχάνει η αρχή του Νon Est Factum, ήτοι ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας (όπως τυφλότητα ή αναλφαβητισμός) ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε. Αν και αρχικά, με το εν λόγω δόγμα, αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα προσώπου με ειδική ανικανότητα, όπως ενός αναλφάβητου ή ενός τυφλού (βλ. Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704) να επικαλεστεί τη φυσική του ανικανότητα για να αποφύγει τις ευθύνες του που προκύπτουν από μια γραπτή σύμβαση στην οποία έθεσε την υπογραφή του ως συμβαλλόμενος, μετέπειτα, (βλ. Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004) αναγνωρίστηκε ότι, το δόγμα αυτό, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και να επενεργήσει σε όφελος προσώπων, που είτε μονίμως, είτε προσωρινώς, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν το σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου, το οποίο και υπογράφουν. Τονίστηκε ωστόσο ότι, η συγκεκριμένη υπεράσπιση πρέπει να περιοριστεί σε πολύ στενά πλαίσια για αποφυγή ενδεχόμενου κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινού στις συνήθεις συναλλαγές, αλλά και στην εγκυρότητα των γραπτών συμβάσεων, ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιπτώσεις που ελλείπει οποιοσδήποτε δόλος ή οποιοσδήποτε άλλος καλός λόγος που να επιβάλλει την ακυρότητα κάποιου εγγράφου. Στη Saunders (ανωτέρω), η Βουλή των Λόρδων, έθεσε τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει αυτός που επικαλείται, προς υπεράσπιση του, το δόγμα του non-est-factum. (
  1. i)Πρώτον, για να μπορέσει κάποιο πρόσωπο να επικαλεστεί την υπεράσπιση non est factum θα πρέπει να εμπίπτει εντός μιας προστατευόμενης κατηγορίας, δηλαδή είτε πρόσωπα που είναι τυφλά ή δεν μπορούν να διαβάσουν ή που έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα που τους εμποδίζει να κατανοήσουν τι υπογράφουν, είτε πρόσωπα που έχουν τύχει παραπλάνησης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και έχουν υπογράψει κάποιο έγγραφο τελούντα υπό πλάνη σε σχέση με το χαρακτήρα του εγγράφου. Είναι πολύ σπάνια που την υπεράσπιση θα μπορούν να επικαλεστούν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε κάποια εξειδικευμένη κατηγορία που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας. (
  2. ii)Δεύτερον, η οποιαδήποτε πλάνη θα πρέπει να αφορά όχι στο περιεχόμενο αλλά στο χαρακτήρα του εγγράφου. Θα πρέπει το πρόσωπο που υπογράφει να πιστεύει ότι υπογράφει κάτι ολότελα διαφορετικό, υπό την έννοια ότι το έγγραφο που νομίζει ότι υπογράφει και το έγγραφο που υπογράφει να ανήκουν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Reid στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society, «There must I think be a radical difference between what he signed and what he thought he was signing - or one could use the words 'fundamental' or 'serious' or 'very substantial'.' But what amounts to a radical difference will depend on all the circumstances». (iii) Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση της υπεράσπισης non est factum δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο. Κάθε πρόσωπο, πριν υπογράψει κάποιο έγγραφο, έχει την υποχρέωση να πληροφορηθεί για τη φύση του εγγράφου που υπογράφει. Εάν κάποιος είναι έτοιμος να υπογράψει κάποιο έγγραφο απλώς και μόνο διότι το έγγραφο τέθηκε ενώπιον του, χωρίς να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ή τουλάχιστον χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου και εξακρίβωσης του τι υπέγραφε, τότε ο νόμος δεν του επιτρέπει να επικαλείται την υπεράσπιση non est factum. Ο Δικαστής Reid έθεσε το θέμα επιγραμματικά στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society: «The plea cannot be available to anyone who was content to sign without taking the trouble to try to find out at least the general effect of the document». Όπως η πιο πάνω αρχή διατυπώθηκε πιο εκτενώς από το Δικαστή Wilberforce στην ίδια υπόθεση: «A person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests on him, i.e. to prove that he acted carefully and not on the third party to prove the contrary». Συμπερασματικά, η υπεράσπιση του non est factum, στο σύγχρονο δίκαιο, είναι ιδιαίτερα περιορισμένης εμβέλειας. Το βάρος απόδειξης ότι εφαρμόζεται βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που την επικαλείται και για να επιτύχει τούτο θα πρέπει να αποδείξει πρώτον ότι πίστευε ότι αυτό που υπέγραψε ήταν ολότελα διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά υπέγραψε και δεύτερον ότι είχε επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια πριν υπογράψει το επίδικο έγγραφο»[33]. Πάντα σε σχέση με το συγκεκριμένο δόγμα, ο Lord Wilberforce, στο λόγο του στη Saunders (ανωτέρω), σημείωσε επίσης ότι, «In other words it is the lack of consent that matters not the means by which this result was brought about. Fraud by itself may do no more than make the Contract Voidable». Και τούτο για να υποδείξει ότι, δεν αποτελεί προϋπόθεση, για να μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος, να αποδοθεί δόλια συμπεριφορά στον άλλο συμβαλλόμενο. Διευκρινίστηκε ωστόσο, εκ νέου, ότι, δεν είναι δυνατή η επίκληση του δόγματος από οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Όσον τώρα αφορά στην περίπτωση του προσώπου που θέτει την υπογραφή του (επί εγγράφου) εν λευκώ και/ή επί εγγράφου, που τα ουσιαστικά στοιχεία της συναλλαγής στην οποία αφορά, δεν είναι συμπληρωμένα, είναι δυνατόν, το εν λόγω πρόσωπο, αν οι συμπληρώσεις έγιναν κατά τρόπο διαφορετικό από ότι είχε συμφωνηθεί πριν θέσει την υπογραφή του, να επικαλεστεί την εφαρμογή του δόγματος του non est factum. Παρά ταύτα, μια τέτοια υπεράσπιση, δυνατόν να αποτύχει, αν η συναλλαγή στην οποία αφορά το έγγραφο μετά τη συμπλήρωση των στοιχείων, δεν θεωρηθεί ουσιαστικώς διαφορετική από τη συναλλαγή που συμφωνήθηκε, μεταξύ των μερών, πριν την υπογραφή του (βλ. United Dominions Trust Limited v. Western [1976] Q.B. 513). Εν πάση όμως περιπτώσει, και σ' αυτή την περίπτωση για να είναι δυνατή η επίκληση του υπό συζήτηση δόγματος, αυτός που το επικαλείται θα πρέπει να αποδείξει ότι, κατά το χρόνο που υπέγραφε το επίδικο έγγραφο, ήταν επιμελής και ενήργησε προσεκτικά. Στην περίπτωση που θα αποτύχει να αποδείξει ότι ενήργησε ως ανωτέρω, δεν θα αποφύγει τη δέσμευση που του επιβάλλουν οι όροι του εγγράφου (βλ. Chitty on Contracts volume I, 31st edition, σελ. 544 και 545, παρ. 5-106. Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, στην βάση των όσων αποφασίστηκαν στην Φακοντή ν. Βρυώνη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404, εκεί που η θέση ενός διαδίκου ότι εξαπατήθηκε ή δια ψευδών παραστάσεων ή δόλου συναίνεσε στο να υπογράψει ένα έγγραφο γίνει, δικαστικώς, δεκτή, δεν θα επιτραπεί στον αντίδικό του να επικαλεστεί την όποια αμέλεια του εξαπατηθέντος για να προβάλει ότι ο τούτος εμποδίζεται, λόγω νομικού κωλύματος (estoppel), να αποδεσμευτεί από τις ευθύνες του. Επίσης, πλην όμως συναφώς, στην υπόθεση Μακρή ν Χ»Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε επίσης, Chitty On Contract General Principles, 24th edition, par. 300 - 304, σελίδες 142 - 144, και Ewan Mckendrick, Contract Law Text, Cases, and Materials, 6th edition, σελίδα 568 -
  1. Μια σύμβαση, δυνατό να θεωρηθεί ακυρώσιμη αν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης (βλ. άρθρο 16 του Κεφ. 149). Προβλέπει τα εξής: «16.1 H σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
  2. Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) Έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
  3. Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί της ερμηνείας των προνοιών του πιο πάνω άρθρου σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις, Χ»Αντώνη ν Μιχαήλ κ.ά., Πολ. Έφ. 323/2009, απόφαση ημερομηνίας 16.04.2014, ECLI:CY:AD:2014:A280, Σεργίδη ν Χατζηπαύλου, Πολ. Έφ. 317/2010, απόφαση ημερομηνίας 16.05.2016, ECLI:CY:AD:2016:A240 και Χλόη Ανδρέα Πατάτσου ν
  4. Άχμετ Χιλμί κ.ά., Πολ. Έφ. 300/2011, απόφαση ημερομηνίας 31.05.2017), ECLI:CY:AD:2017:A
  5. Στην υπόθεση Κεφάλας κ.α ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 δίδεται ο εξής ορισμός της ψυχικής πίεσης: «Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations. ............................... At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act." Στην Allcard v. Skinner [1887] 36 Ch.D. 145, η θέση του δίκαιου της επιείκειας αναδύεται σύντομα και περιεκτικά μέσα από τις πιο κάτω γραμμές: "This is not a limitation placed on the action of the donor; it is a fetter placed upon the conscience of the recipient of the gift, and one which arises out of public policy and fair play." Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) o Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μία δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» Στην βάση των δικών της γεγονότων, στην υπόθεση Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), κρίθηκε ότι δημιουργήθηκε τέτοια σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ώστε θα έπρεπε το Δικαστήριο να επέμβει και να μην επιτρέψει κατάχρηση της στα πλαίσια αθέμιτης επιρροής (undue influence). Στην υπόθεση Avon Finance Co. Ltd. ν Bridger [1985] 2 All E.R. 281, όπου οι γονείς, βασισμένοι στις παραστάσεις του υιού τους (πιστεύοντας ότι ενεργούσαν με σκοπό να πωλήσουν την κατοικία τους), υπέγραψαν έγγραφα με τα οποία υποθήκευσαν τούτη προς όφελος των δανειστών του, κάτι που δεν είχαν πρόθεση να πράξουν, αν και κρίθηκε ότι δεν μπορούσαν να βασιστούν στην υπεράσπιση του non est factum, καθότι ήταν αμελείς, από την άλλη αποφασίστηκε ότι θα μπορούσαν να βασιστούν στην αρχή της αθέμιτης επιρροής. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από την μια υφίστατο η Εναγόμενη, ένας ηγετικός χρηματοοικονομικός οργανισμός, με μεγάλο κύκλο εργασιών, με παρουσία σε αρκετές χώρες με πολλά καταστήματα και χιλιάδες εργοδοτουμένους (βλ. Τεκμήριο 24,) και από την άλλη, οι συνταξιούχοι Ενάγοντες, με μόνη μόρφωση αυτή της δημοτικής εκπαίδευσης και με μόνο, για χρόνια, σύμβουλο ως προς την διαχείριση των χρημάτων τους, τους δύο λειτουργούς της Εναγόμενης (Μ.Υ.2 και Ελένη), τις συμβουλές των οποίων ακολουθούσαν πιστά. Ως ήδη σημειώθηκε κατά την παράθεση των ευρημάτων μου, μεταξύ των διαδίκων είχε ήδη προκύψει σχέση εμπιστοσύνης. Ήταν η μόνη τράπεζα στην οποία διατηρούσαν τα χρήματά τους στα κατά καιρούς καταθετικά της σχέδια, πάντα στη βάση των σχετικών συμβουλών, προτροπών, παροτρύνσεων, δηλώσεων, τοποθετήσεων κ.ο.κ. των δύο συγκεκριμένων λειτουργών της. Η Εναγόμενη με δική της πρωτοβουλία προώθησε τα ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα και κατ' επέκταση και στην Ενάγουσα. Είχε ίδιον όφελος αφού με τα κεφάλαια που θα αντλούνταν από τις πιο πάνω εκδόσεις θα ενισχυόταν η κεφαλαιουχική της επάρκεια και συγκεκριμένα τα πρωτοβάθμια κεφάλαια της. Η Εναγόμενη παρουσίασε στους Ενάγοντες τα ΜΑΕΚ ως ασφαλή τραπεζικά καταθετικά σχέδια, προβαίνοντας, μέσω των δύο λειτουργών της, στις διάφορες συμβουλές, προτροπές, παροτρύνσεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις κ.ο.κ., που αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια κατά την παράθεση των ευρημάτων μου. Στην βάση της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης και της σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε ο Ενάγοντας υπέγραψε την αίτηση, Τεκμήριο
  1. Κατά συνέπεια, με γνώμονα τις ανωτέρω σχετικές νομικές αρχές, οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να επιζητούν τη μη εφαρμογή του κανόνα του κωλύματος, καθότι, οι περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφθηκε η αίτηση, Τεκμήριο 4, δικαιολογούσε την άγνοια από πλευράς του Ενάγοντα και κατ' επέκταση και της Ενάγουσας, του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραφε. Ερχόμενος τώρα στο γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν υπέγραψε την αίτηση, Τεκμήριο 4, για απόκτηση των ΜΑΕΚ, είμαι της γνώμης ότι αυτή δεν νομιμοποιείται, ενόψει της στάσης που τήρησε μετά την απόκτηση τους, να επικαλείται την ρηθείσα μη υπογραφή από πλευράς της, για να επωμίσει στην Εναγόμενη αυθαίρετη χρήση των χρήματων της[34], καθότι, με τη στάση της αυτή, ενέκρινε, έστω εκ των υστέρων, τη υποβολή της εν λόγω αίτησης από τον Ενάγοντα, αναγνωρίζοντάς τον ως αντιπρόσωπό της στη βάση των προνοιών του άρθρου 156 του Κεφ. 149[35]. Αν και τα ανωτέρω σφραγίζουν, στην ουσία, το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, για σκοπούς πληρότητας, πλην όμως επιγραμματικώς, έχοντας κατά νου τις προϋποθέσεις για απόδειξη του σχετικής δικογραφημένης θέσης, σημειώνω ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η Εναγόμενη στα πλαίσια προώθησης των ΜΑΕΚ προς τους Ενάγοντες, δικαιολογεί και κρίση ότι η συναίνεσή των τελευταίων να συμβληθούν για απόκτησή τους, δεν ήταν ελεύθερη και γιατί λήφθηκε ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων της πρώτης. Στη βάση όλων των ανωτέρω, οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν ότι η συμφωνία απόκτησης των ΜΑΕΚ είναι ακυρώσιμη και δικαιολογείται η ακύρωσή της δια σχετικής δηλωτικής απόφασης, καθώς επίσης και ότι υπέστησαν ζημιά για το ποσό των €677.
  2. Στα πλαίσια δε της αρχής της αποκατάστασης που προκύπτει ως ανάγκη κατόπιν κρίσης περί ακυρότητας μιας συμφωνίας, οι Ενάγοντες, στη περίπτωση που κατέχουν σήμερα άλλη αξία, μετοχή ή άλλο χρηματοοικονομικό μέσο, οι/το οποίες/ο αποτελεί απόρροια των επίδικων ΜΑΕΚ, οφείλουν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα και ενέργειες ώστε αυτές/ο να εγγραφούν στο όνομα της Εναγόμενης . Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση, (α) με την οποία η σύμβαση απόκτησης των επιδίκων ΜΑΕΚ κηρύττεται άκυρη, (β) με την οποία η Εναγόμενη οφείλει στους Ενάγοντες €677.250, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησής τους και (γ) με την οποία οι Ενάγοντες, άμα την προγενέστερη λήψη της πιο πάνω επιδικασθείσας υπέρ τους αποζημίωσης (πλέον τους τόκους), οφείλουν να μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν στην Εναγόμενη και/ή μεριμνήσουν ώστε η τελευταία καταστεί δικαιούχος και/ή ιδιοκτήτης των όποιων τυχόν αξιών, μετοχών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων κατέχουν σήμερα, οι/τα οποίες/α αποτελούν απόρροια των επίδικων ΜΑΕΚ. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να αποκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Λεπτομερέστερης αναφορά στις ακριβείς, σχετικές, ένορκες τοποθετήσεις του Ενάγοντα, θα γίνει κατωτέρω, αν παραστεί ανάγκη. [2] Βλέπε Ενημερωτικό Δελτίο που τα αφορά, Τεκμήριο
  3. [3] Ορίστηκε ως τέτοιος ανωτέρω ο Ν.144(I)/
  4. [4] Αποτελεί αδιαμφισβήτητη θέση των μαρτύρων της Εναγόμενης ότι κενές αιτήσεις για απόκτηση των Χρεογράφων στάλθηκαν ταχυδρομικώς μόνο στους υφιστάμενους, τότε, μετόχους της.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.