Bestel Communications Ltd ν. Bank of Cyprus Public Co Ltd, Αριθμός Αγωγής: 1597/21, 4/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A411 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ Αριθμός Αγωγής: 1597/21 Bestel Communications Ltd (Ενάγοντες) v
- Bank of Cyprus Public Co Ltd
- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ως αρχή Εξυγίανσης
- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (Εναγόμενοι) Ημερομηνία: 4 Ιουλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κος Στρόππος Για Εναγόμενους 1: Κος Κόκκινος Για Εναγόμενους 2 και 3: Κα Θεοδώρου Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό εξέταση αίτηση, η εταιρεία Digimed Communications Ltd (στο εξής «η αιτήτρια») επιδιώκει, αφενός, να αντικαταστήσει, στον τίτλο της παρούσας αγωγής, την υφιστάμενη ενάγουσα - λαμβάνοντας προς τούτο σχετική άδεια συνέχισης της παρούσας αγωγής - και αφετέρου να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης ώστε να προκύπτει ο λόγος για τον οποίο κατέστη η ίδια ενάγουσα (στο εξής «η αίτηση»). Η αίτηση, μεταξύ άλλων, εδράζεται και επί των προνοιών των Δ.9, θ. 10, Δ.12 και Δ.
- Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του γραμματέα της αιτήτριας, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, εκείνο που προβάλλει είναι ότι η υφιστάμενη ενάγουσα τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση και κατά το χρόνο που βρισκόταν υπό αυτό το καθεστώς, ο εκκαθαριστής της υπέγραψε εκ μέρους της συμφωνία εκχώρησης του επίδικου με την παρούσα αγωγή χρέους, καθώς επίσης και των αιτιών της παρούσας αγωγής, δικαιωμάτων, αλλά και της όποιας απόφασης τυχόν θα εκδοθεί στα πλαίσια της, στην αιτήτρια. Ως Τεκμήριο 1 επί της ρηθείσας ένορκης του δήλωσης, επισυνάπτεται η εν λόγω συμφωνία. Ακολούθως αναφέρει, πως, η υφιστάμενη ενάγουσα διαλύθηκε στις 09.10.2020, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να προωθήσει την παρούσα αγωγή και καθίσταται, έτσι, ανάγκη να προωθηθεί η παρούσα αίτηση, ώστε η αιτήτρια να την αντικαταστήσει ως ενάγουσα. Τέλος, αφού αφενός χαρακτηρίζει τις όποιες τροποποιήσεις επιζητούνται ως τυπικές, αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει την όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της αίτησης στην πανδημία του Covid 19 και την επακόλουθη απουσία των διαφόρων υπαλλήλων της ενάγουσας, αλλά και των σχετικών με την πανδημία μέτρων που λήφθηκαν στα Δικαστήρια. Τόσο η εναγόμενη 1, τράπεζα (στο εξής «η εναγόμενη 1»), όσο και η Κεντρική Τράπεζα, αφενός υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης (εναγόμενη 2), αλλά και χωρίς την ιδιότητα της αυτή (εναγόμενη 3), καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στο κυρίως σώμα των οποίων προβάλλουν διάφορους λόγους ένστασης. Δεν καθίσταται αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά σε αυτούς, καθότι, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, δια δηλώσεων των συνηγόρων των εναγομένων, κάθε λόγος ένστασης που δεν εδράζεται επί των προνοιών του άρθρου 16 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, εγκαταλείφθηκε. Στη βάση του πιο πάνω περιορισμού των επίδικων ζητημάτων, εκείνο που στην ουσία παραμένει προς απόφανση από πλευράς του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο η αιτήτρια νομιμοποιείται να αντικαταστήσει την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, δεδομένου ότι ως βάση για την ενέργεια της αυτή προβάλλει μια συμφωνία εκχώρησης, δια της οποίας, μεταξύ άλλων, εκχωρούνται και οι νομικές βάσεις της παρούσας αγωγής, οι οποίες, ως επί το πλείστο, αφορούν σε κατ' ισχυρισμό διάπραξη αστικών αδικημάτων από πλευράς των εναγομένων, αιτίες αγωγής, που στην βάση του άρθρου 16 του Κεφ. 148, δεν μπορούν, πλην κάποιων εξαιρέσεων, να εκχωρηθούν σε τρίτους. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο σημειώνω ότι, τις ενστάσεις συνοδεύουν ένορκές δηλώσεις Δικηγόρων που εργάζονται στις δικηγορικές εταιρείες που εκπροσωπούν τους εναγόμενους, οι οποίοι, στο βαθμό που αφορά στα περιορισμένα πλέον επίδικα ζητήματα, προβάλουν την θέση ότι ενόψει των προνοιών του άρθρου 16 του Κεφ. 148, η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την αίτηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της αιτήτριας και των εναγομένων 2 και 3 παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας έκαστος το περιεχόμενο της αγόρευσής του, ενώ ο συνήγορος της εναγόμενης 1, για σκοπούς υποστήριξης της ένστασής της πελάτισσάς του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου των εναγομένων 2 και
- Στη βάση δε του περιορισμού των επίδικων ζητημάτων, όλοι οι συνήγοροι ζήτησαν όπως το Δικαστήριο, από τις γραπτές αγορεύσεις, να συνυπολογίσει μόνο το μέρος εκείνο που αφορά στο μοναδικό υπό αμφισβήτηση επίδικο ζήτημα, καθότι αυτές είχαν ετοιμαστεί σε χρόνο πριν τον ρηθέντα περιορισμό. Το πρώτο ζήτημα που προβάλλει ως αναγκαίο να επιλυθεί είναι το κατά πόσον θα πρέπει να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο, και δη στα πλαίσια της αίτησης, το κατά πόσο η ενάγουσα νομιμοποιείτο να εκχώρηση τις αιτίες της παρούσας αγωγής, ενόψει των προνοιών του άρθρου 16 του Κεφ. 148 (κάτι που εισηγούνται οι εναγόμενες), ή αν το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αφεθεί να εξεταστεί μετά την αντικατάσταση της ενάγουσας από την αιτήτρια και την συμπλήρωση της δικογραφίας μεταξύ των νέων διαδίκων (κάτι που εισηγείται η αιτήτρια). Επί τούτου, οι συνήγοροι των εναγομένων προβάλουν την θέση ότι, με δεδομένη, από τη μια, την Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής, και, κατά συνέπεια, και την δυνατότητα προσδιορισμού των νομικών βάσεων της, και με δεδομένο, από την άλλη, το περιεχόμενο της συμφωνίας εκχώρησης, επί της οποίας εδράζεται το επιχείρημα της αιτήτριας, είναι πρόσφορο, κατάλληλο, και επιβεβλημένο, να εξεταστεί από το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, το κατά πόσο η αιτήτρια θα νομιμοποιείτο να προωθήσει την παρούσα αγωγή, ενόψει των προνοιών του άρθρου 16 Κεφ.
- Στην αντίπερα όχθη, είναι εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας ότι, η αίτηση δεν πρέπει να αντικριστεί, αυστηρά, ως προωθούμενη στη βάση της Διαταγής 9, θεσμός 10, και δη ως επιχείρημα της αιτήτριας να παρέμβει στην διαδικασία, κάτι, που ενδεχομένως, θα νομιμοποιούσε τις εναγόμενες να προβάλουν τις πιο πάνω θέσεις τους, αλλά ως εγχείρημα να ληφθεί άδεια για συνέχιση της παρούσας διαδικασίας, σε αντικατάσταση της διαλυμένης, πλέον, ενάγουσας στη βάση των προνοιών της Δ.12, ως πρόσωπο που της εκχωρήθηκε το εν λόγω δικαίωμα ή της μεταβιβάστηκε ο τίτλος της παρούσας, εκκρεμούσας, αγωγής, εγχείρημα που θα μπορούσε, ως ισχυρίζεται, να προωθηθεί και με μονομερή αίτηση, αφού μια τέτοια αίτηση υποβάλλεται, στην ουσία, για σκοπούς δικονομικής τάξης και μόνο. Στη βάση αυτής της θεώρησής του, εισηγείται ότι το ζήτημα δυνατότητας ή μη της αιτήτριας να προωθεί την παρούσα αγωγή θα πρέπει να αφεθεί να εξεταστεί κατόπιν της συμπλήρωσης της δικογραφίας μεταξύ της αιτήτριας και των εναγομένων, και στην βάση, προφανώς, των οποίων σχετικών ενστάσεων ή υπερασπίσεων τυχόν θα δικογραφηθούν από πλευράς των τελευταίων. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι στην βάση των προνοιών του άρθρου 16 του Κεφ. 148 δεν επιτρέπεται να εκχωρηθούν, «παρά μόνο από το νόμο», οποιεσδήποτε θεραπείες για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό[1]. Αυτό εξάλλου το δέχεται και ο συνήγορος της αιτήτριας. Επίσης, τουλάχιστον σε επίπεδο προβαλλομένων δικογραφημένων ισχυρισμών, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι οι νομικές βάσεις της παρούσας αγωγής δεν αφορούν αποκλειστικά κατ' ισχυρισμό διαπράξεις αστικών αδικημάτων. Αυτό, εξάλλου, προκύπτει και από το γεγονός ότι δικογραφούνται και ισχυρισμοί περί παράβασης συμφωνίας, αλλά και περί αντισυνταγματικότητας διαταγμάτων και Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων που εκδόθηκαν από τις εναγόμενες 2 και 3, η δικαστική κρίση επί της οποίας (αντισυνταγματικότητας) θα προσδιορίσει σε μεγάλο βαθμό και την τύχη της αγωγής σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας από πλευράς της εναγόμενης
- Κρίνεται, επίσης, σημαντικό να υποδειχθεί ότι, μολονότι οι εναγόμενες εδράζουν το όλο επιχείρημά τους περί μη νομιμοποίησης της αιτήτριας να προωθήσει την παρούσα αγωγή στους όρους της συμφωνίας εκχώρησης, εντούτοις, στους σχετικούς με το εν λόγω επιχείρημά τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης (βλέπε λόγος ένστασης (η), εναγόμενης 1, και λόγος ένστασης 2, εναγομένων 2 και 3), η πρώτη αμφισβητεί αυτή καθ' αυτή την εκχώρηση και οι τελευταίες χαρακτηρίζουν τούτην ως «κατ' ισχυρισμό συμφωνία εκχώρησης»). Με δεδομένη την διάλυση της ενάγουσας, σχετικά κατά τη γνώμη μου είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Χριστού Χαρίδη
(2011)1ΑΑΔ 825, όπου και εκεί επιδιώχθηκε να ληφθεί άδεια συνέχισης από τρίτο πρόσωπο, ενώ είχε διαλυθεί η ενάγουσα εταιρεία. Έχουν ως εξής: «Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8
(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διάδικου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte). Κατά συνέπεια κρίνεται ορθή η θέση του συνηγόρου της αιτήτριας ότι, το γεγονός της διάλυσης της ενάγουσας, και της αδιαμφισβήτητης ύπαρξης της συμφωνίας εκχώρησης (μένουν να εξεταστούν οι όποιες αιτιάσεις των εναγομένων αναφορικά με το την όποια ισχύ της), επιτρέπει στην αιτήτρια, διά αιτήσεως, ως η υπό εξέταση, να ζητήσει να της δοθεί η άδεια να συνεχίσει την παρούσα αγωγή. Το κατά πόσο νομιμοποιείται στην βάση των όρων της συμφωνίας εκχώρησης να προωθεί την αγωγή ως έχει, και ειδικότερα να προβάλλει ισχυρισμούς περί διάπραξης αστικών αδικημάτων από πλευράς των εναγομένων, αφορά ζήτημα το οποίο μπορεί ευχερώς να εξεταστεί στα πλαίσια σχετικού διαβήματος που θα προβάλουν, προφανώς, οι εναγόμενες, μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας μεταξύ τους και της αιτήτριας, με δεδομένη την ανάγκη να καταχωρηθεί τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης ώστε να προστεθούν οι απαραίτητοι ισχυρισμοί από πλευράς της τελευταίας που θα αποκαλύπτουν την ιδιότητα υπό την οποία η ίδια κατέστη ενάγουσα. Η υπό εξέταση περίπτωση, δεν πρόκειται για επιδίωξη προσθήκης τρίτου ως διάδικου στη διαδικασία ή επέμβασης τρίτου σε μια διαδικασία με σκοπό να προβάλει τις θέσεις του ή να ακουστεί, ώστε να προέκυπτε, ενδεχομένως, ανάγκη να εξεταστεί το βάσιμο ή μη του υπόβαθρου επί του οποίου εδράζει την θέση του ότι είναι αναγκαίος διάδικος. Πρόκειται για την περίπτωση όπου, στην βάση των προνοιών της Διαταγής 12, με δεδομένη την διάλυση της ενάγουσας και την προγενέστερη υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εκχώρησης, η αιτήτρια επιδιώκει να της δοθεί η άδεια για να συνεχίσει την παρούσα αγωγή, μιας και η διάλυση της ενάγουσας δεν οδηγεί, άνευ άλλου, και στην εξάλειψη του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος της εναντίον των εναγομένων 1, 2 και
- (Βλέπε Χαρίδης (ανωτέρω)). Την πιο πάνω κρίση, φαίνεται να υποστηρίζει και απόφαση του νομοθέτη να επιτρέπει μία τέτοια αίτηση για συνέχιση της διαδικασίας να προωθείται μονομερώς. Συμμερίζομαι την συναφή συλλογιστική του συνηγόρου της αιτήτριας ότι, αν στο πλαίσιο μιας τέτοιας αίτησης θα επιβαλλόταν να εξετάζεται και η κάθε υπερασπιστική γραμμή που θα μπορούσαν να προβάλουν οι εναγόμενοι αν εξαρχής ενάγουσα ήταν η αιτήτρια, δεν θα προβλεπόταν από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας μια τέτοια αίτηση να προωθείται μονομερώς, χωρίς φυσικά να μου διαφεύγει ότι το δικαστήριο διατηρεί πάντα την διακριτική ευχέρεια, να διατάξει την επίδοση κάθε αιτήσεως, έστω κι αν οι θεσμοί επιτρέπουν την μονομερή εξέταση της. Η μόλις πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση μου, περί το ότι η αίτηση δεν αποτελεί το κατάλληλό φόρουμ για να εξεταστούν οι αιτιάσεις των εναγομένων περί μη νομιμοποίησης της αιτήτριας να προωθήσει την παρούσα αγωγή, σφραγίζει και την τύχη της αίτησης η οποία και θα πρέπει να εγκριθεί. Παρεμφερώς σημειώνω ότι, και να ήταν δυνατή, στο πλαίσιο της αίτησης, η εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων, με δεδομένη την έτερη θέση τους περί μη γνήσιας ή υπαρκτής συμφωνίας εκχώρησης, στη βάση των όρων της οποίας, κατά τα άλλα, εδράζουν κάθε προβαλλόμενο επιχείρημά τους για απόρριψη της αίτησης, θεωρώ ότι ορθότερο θα ήταν, το όποιο ζήτημα επιθυμούν οι εναγόμενες να προβάλουν αναφορικά με την όποια ισχύ ή γνησιότητα της συμφωνίας εκχώρησης και τη όποια, ενδεχομένως, επίδραση στη δυνατότητα της αιτήτριας να προωθεί εν όλω ή, έστω, εν μέρει την παρούσα αγωγή, να εξεταστεί κατόπιν της συμπλήρωσης της δικογραφίας μεταξύ τους και της αιτήτριας και τούτο στο πλαίσιο σχετικών ενστάσεων ή υπερασπίσεων που θα προβάλουν με τα δικόγραφά τους. Προβληματίστηκα κατά πόσο θα ήταν ορθό, να προχωρήσω και να εκφράσω την γνώμη μου επί της ουσίας τον αιτιάσεων των εναγόμενων, ώστε να είναι καταγραμμένη σε περίπτωση που, εφετειακά, θα ανατραπεί η πιο πάνω κατάληξη μου. Κρίνω, ωστόσο, ορθότερο να μην πράξω τούτο, για να μην προκαταβάλω το όποιο μελλοντικό ενδεχομένως σχετικό διάβημά τους. Στη βάση των ανωτέρω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Διάβημα για σύνταξη του διατάγματος να λάβει χώρα εντός τριών εργάσιμων ημερών από σήμερα. Τροποποιημένες Υπερασπίσεις από πλευράς των εναγομένων να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από την παράδοση/επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου και τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης σ' αυτούς ή στους συνήγορος τους, και Απάντηση, αν χρειάζεται, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση/επίδοση των τροποποιημένων Υπερασπίσεων στην αιτήτρια ή στους συνήγορος της. Ως προς τα έξοδα, με δεδομένη, από τη μια, την αργοπορία της αιτήτριας να αποταθεί στο Δικαστήριο για να λάβει άδεια για συνέχιση της αγωγής (η συμφωνία εκχώρησης υπεγράφη στις 03.07.2020, η ενάγουσα διαλύθηκε στις 09.10.2020, και η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 05.08.2021), και από την άλλη την επιτυχία της αίτησης, τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
- Τo δικαίωμα oπoιασδήπoτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και oπoιαδήπoτε ευθύvη σε σχέση με αυτό δεv εκχωρoύvται διαφoρετικά παρά μόvo από vόμo.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο