← Κύπρος

Αναφορικά με τον Alexander Filippovich Shchukin ν. -, Αρ. Αιτησης: 669/2021, 5/9/2022

Αναφορικά με τον Alexander Filippovich Shchukin ν. -, Αρ. Αιτησης: 669/2021, 5/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A416 ΚΛΙΜΑΚΑ ΕΞΟΔΩΝ: Άνω των €2.000.000 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου Α.Ε.Δ. Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών Αρ. Αιτησης: 669/2021 Αναφορικά με τον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο, Κεφ. 189 -και- Αναφορικά με τον Alexander Filippovich Shchukin, τέως από τη Ρωσία, Αποβιώσαντα Ημερομηνία: 05 Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: Αδαμίδης (κος) και Γαβριηλίδης (κος) Για Καθ' ων η Αίτηση 1 και 6: Χριστοδούλου (κος), Γαλανός (κος) και Κωνσταντίνου (κα) Για Καθ' ων η Αίτηση 2-5: Ιωαννίδης (κος) Για Ενδιαφερόμενο Μέρος: Ζηντίλης (κος) και Kharchenko (κα) Για Olga Alexandrova Shchukina: Λιασίδου (κα) ΑΠΟΦΑΣΗ Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, προκύπτουν τα εξής: Στις 19 Ιουλίου 2021, στη Ρωσία, απεβίωσε ο Alexander Filippovich Shchukin (στο εξής «ο αποβιώσαντας»). Κατά τον χρόνο του θανάτου του, ήταν νυμφευμένος με την Evgenia Ilyinichna Shchukina (στο εξής «η αιτήτρια 1»), καρπός των οποίων είναι η Elena Alexandrova Shchukina (στο εξής «η αιτήτρια 2»). Όπου, ακολούθως, θα γίνεται σωρευτική αναφορά στην αιτήτρια 1 και αιτήτρια 2, τούτες θα καλούνται «οι αιτήτριες». Ο αποβιώσαντας, προ του θανάτου του, είχε καταχωρήσει δύο αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον διαφόρων προσώπων (φυσικών και νομικών), με τις οποίες επιζητούσε, πέραν των όποιων άλλων διακηρυκτικών ή άλλως πως δηλωτικών αποφάσεων, αποζημιώσεις συνολικού ύψους περί τα $260,500,000. Επίσης, ενώ βρισκόταν στη ζωή, αντιμετώπιζε, πάντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ως καθ' ου η αίτηση, αίτηση με την οποία επιζητείτο η εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε από Περιφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο στη Ρωσία. Όλες οι πιο πάνω διαδικασίες, στο εξής θα καλούνται «οι κυπριακές διαδικασίες». Οι κυπριακές διαδικασίες από τον θάνατο του αποβιώσαντα και μετά, τελούν υπό αναστολή, εν αναμονή, προφανώς, ενεργειών από τρίτους, με σκοπό η περιουσία του να καταστεί διάδικος σε αυτές, ώστε να συνεχίσουν. Στη Ρωσία, ενώπιον των αρμόδιων αρχών, για σκοπούς διεκδίκησης της περιουσίας του αποβιώσαντα, αποτάθηκαν τέσσερα πρόσωπα. Πρόκειται για τις αιτήτριες, οι οποίες επικαλέστηκαν την πρώτου βαθμού συγγένεια μαζί του, τον αδελφότεκνό του Maksim Repin (στο εξής «το ενδιαφερόμενο μέρος»), επικαλούμενος περιεχόμενο της φερόμενης τελευταίας χρονικά διαθήκης του αποβιώσαντα, και η Olga Alexandrova Shchukina, επικαλούμενη επίσης πρώτου βαθμού συγγένεια, ως η θυγατέρα του από τον πρώτο του γάμο (στο εξής «η Όλγα»). Πέραν των ανωτέρω διαδικασιών που καταχωρήθηκαν στη Ρωσία με σκοπό, έκαστος εκ των πιο πάνω τεσσάρων προσώπων, να αναγνωριστεί ως κληρονόμος ή κληροδόχος του αποβιώσαντα, πάντα στη Ρωσία, καταχωρήθηκαν από την αιτήτρια 1 επιπρόσθετες διαδικασίες με σκοπό, (α) να αμφισβητηθεί η ισχύς της φερόμενης τελευταίας, χρονικά, διαθήκης του αποβιώσαντα και (β) να αμφισβητηθεί η ισχύς εγγράφου με το οποίο τούτη (η αιτήτρια) φέρεται, στις 02.08.2021, να έχει αποποιηθεί των κληρονομικών της δικαιωμάτων. Στο εξής, όπου γίνεται αναφορά στις εκκρεμούσες ενώπιον των ρωσικών αρχών διαδικασίες, τούτες θα αναφέρονται ως «οι ρωσικές διαδικασίες». Προκύπτει ακόμα ότι, περί το 2017, μεταξύ της αιτήτριας 1 και του αποβιώσαντα, υπεγράφη συμφωνία διαχωρισμού της συζυγικής περιουσίας, η οποία τροποποιήθηκε, έκτοτε, αρκετές φορές, με την τελευταία τροποποίηση να φέρεται να λαμβάνει χώρα τον Φεβρουάριο του 2021. Τέλος, τόσο το ενδιαφερόμενο μέρος, όσο και η Όλγα, κατέστησαν διάδικοι στις ρωσικές διαδικασίες που καταχώρησε η αιτήτρια 1. Τα πιο πάνω, ως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η επίδικη αίτηση Με την επίδικη αίτηση, οι αιτήτριες, αρχικά, επεδίωκαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραχωρούνται, σε συγκεκριμένο δικηγόρο (τον οποίο κατονομάζουν), έγγραφα διαχειρίσεως της περιουσίας του αποβιώσαντος για περιορισμένο σκοπό (Limited Grant) με αποκλειστικό και ειδικό σκοπό την εκπροσώπηση της περιουσίας του αποβιώσαντος στις τρεις κυπριακές διαδικασίες. Δηλώνουν περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι οδηγίες τους προς το δικηγόρο στον οποίο θα παραχωρηθούν τα έγγραφα διαχείρισης, είναι όπως, πέραν της εκπροσώπησης της περιουσίας στις τρεις κυπριακές διαδικασίες, να αποταθεί στο Δικαστήριο, και αφού εξασφαλίσει σχετική άδεια, να καταχωρήσει και έφεση εναντίον ενδιάμεσης, εκδοθείσας στα πλαίσια της μιας εκ των δύο κυπριακών αγωγών, απόφασης, με την οποία, τούτη απορρίφθηκε σε σχέση με ένα εκ των εκεί εναγομένων. Είναι περαιτέρω αίτημα των αιτητριών όπως, στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αυτό να έχει ισχύ μόνο για όσο διάστημα εκκρεμούν οι κυπριακές διαδικασίες και η όποια ενδεχομένως έφεση τυχόν επιτραπεί να ασκηθεί εναντίον της ανωτέρω αναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης. Η επίδικη αίτηση, αρχικά υποστηριζόταν μόνο από ένορκη δήλωση συνηγόρου που εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τις αιτήτριες (πρόκειται για την ίδια δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε και τον αποβιώσαντα στις τρεις κυπριακές διαδικασίες), στη βάση του περιεχομένου της οποίας, ούτε λίγο ούτε πολύ, εκείνο που προβάλλεται είναι ότι οι αιτήτριες είναι οι μόνοι κληρονόμοι του αποβιώσαντα και ότι, προς αποφυγή του κινδύνου δυσμενούς εξέλιξης στις κυπριακές διαδικασίες, θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα ώστε η περιουσία του αποβιώσαντος να εκπροσωπηθεί, δεόντως, σε αυτές. Προς υποστήριξη της θέσης τους περί δικαιώματός τους να παρουσιάζονται ως κληρονόμοι και να προωθούν την επίδικη αίτηση, στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυνάπτεται σχετική γνωμάτευση ρωσικού δικηγορικού οίκου. Ενδιαφερόμενο μέρος Όταν η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, πέραν των συνηγόρων των αιτητριών και των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση (πρόκειται για τους αντίδικους του αποβιώσαντα στις τρεις κυπριακές διαδικασίες), στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε και άλλος συνήγορος, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί το ενδιαφερόμενο μέρος, το οποίο επικαλείται την ιδιότητα του κληροδόχου στη βάση του περιεχομένου της τελευταίας χρονικά φερόμενης διαθήκης του αποβιώσαντος. Στη βάση του δεδομένου αυτού, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η επίδικη αίτηση επιδοθεί και στο ενδιαφερόμενο μέρος, πράγμα το οποίο και έγινε. Αν και το ενδιαφερόμενο μέρος, εξ' αρχής, έδειξε διάθεση να επιδιωχθεί συναινετική, μαζί με τις αιτήτριες, αντιμετώπιση της επίδικης αίτησης, εντούτοις, ζήτησε και του επετράπη να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, πράγμα το οποίο και έπραξε. Οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση Οι καθ' ων η αίτηση (καθ' ων η αίτηση 1 και 6, από τη μια, και καθ' ων η αίτηση 2 μέχρι 5 από την άλλη - εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους), στη βάση, μεταξύ άλλων, και των όσων προκύπτουν από την ένσταση του ενδιαφερόμενου μέρους, καταχώρησαν ενστάσεις στην επίδικη αίτηση, προβάλλοντας, αριθμό λόγων για τους οποίους θα πρέπει τούτη να απορριφθεί. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα τους, είναι ότι η ομνύουσα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, προέβαλε παραπλανητικούς ισχυρισμούς και επιδίωξε να παρουσιάσει μια πλασματική εικόνα ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση. Προς υποστήριξη των θέσεών τους αυτών, υπέδειξαν ότι, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, ελλείπει η όποια αναφορά στην Όλγα και στο ενδιαφερόμενο μέρος, και κατ' επέκταση στην τελευταία χρονικά φερόμενη διαθήκη του αποβιώσαντος, που το αφορά, ενώ, ψευδώς, παρουσιάζεται και η παραπλανητική εικόνα ότι, ουδέποτε η αιτήτρια 1 υπέγραψε οποιανδήποτε συμφωνία διαχωρισμού της συζυγικής περιουσίας με τον αποβιώσαντα, δεν υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι παρά μόνο οι αιτήτριες, και ο αποβιώσαντας δεν έχει ετοιμάσει οποιεσδήποτε διαθήκες. Αναφορά στις λοιπές αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση θα γίνει κατωτέρω. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Στα πλαίσια σχετικής ενδιάμεσης αίτησης, οι αιτήτριες, με τη σύμφωνη γνώμη των λοιπών διαδίκων, έλαβαν άδεια από το Δικαστήριο και καταχώρησαν, προς περαιτέρω υποστήριξη της επίδικης αίτησης, συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η αιτήτρια 1. Σε αυτήν, ούτε λίγο ούτε πολύ, η τελευταία, προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, καθ' ως επίσης και επιχειρηματολογία, παραπέμποντας προς τούτο και σε συμπληρωματική γνωμάτευση του δικηγορικού οίκου (ο οποίος ετοίμασε και τη γνωμάτευση που επισυνάπτεται στην αρχική ένορκη δήλωση), με σκοπό να διασκεδάσει κάθε ανησυχία των καθ' ων η αίτηση περί ανειλικρινούς αρχικής ένορκης δήλωσης και/ή παραπλανητικής εικόνας και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Στην ουσία, με αναφορά σε κάθε τέτοια αιτίαση των καθ' ων η αίτηση, προβάλλει τους λόγους, που, είτε δεν αναφέρθηκε κάτι στην αρχική ένορκη δήλωση, είτε προβλήθηκε απόλυτος ισχυρισμός, που, φαινομενικά, φέρεται να συγκρούεται με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Επιπροσθέτως, στα πλαίσια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως Τεκμήριο 32, κατατέθηκε συμφωνία των αιτητριών με το ενδιαφερόμενο μέρος, με την οποία, οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν στο να εκδοθεί το αιτούμενο με την επίδικη αίτηση διάταγμα ως έχει, με μόνη διαφορά όπως, η παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης για περιορισμένο σκοπό να γίνει, πέραν από το δικηγόρο που υποδεικνύεται από τις αιτήτριες, και σε έτερο δικηγόρο που υποδεικνύει το ενδιαφερόμενο μέρος. Επίσης, στη βάση πάντα της συμφωνίας αυτής, προνοείται όπως, στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η όποια αμοιβή στην οποία θα δικαιούνται οι δικηγόροι στους οποίους θα παραχωρηθούν τα έγγραφα διαχείρισης θα καταβάλλεται από τις αιτήτριες και το ενδιαφερόμενο μέρος, καθώς επίσης και ότι, τυχόν αποζημιώσεις τις οποίες θα διαταχθούν οι δικηγόροι αυτοί, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος, να καταβάλλουν προς τρίτους, θα καταβάλλονται και θα καλύπτονται πλήρως από τις αιτήτριες και το ενδιαφερόμενο μέρος. Επίσης ότι, για σκοπούς προώθησης των δύο εκκρεμουσών κυπριακών αγωγών, καθώς επίσης και προς υπεράσπιση της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, ως δικηγόροι της περιουσίας του αποβιώσαντος θα διοριστεί η δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε εξ' αρχής τον τελευταίο και η σχετική αμοιβή της, καθώς επίσης και τα όποια άλλα σχετικά έξοδα ή δαπάνες που θα πρέπει να καταβληθούν, θα καλύπτονται εξ' ολοκλήρου από τις αιτήτριες. Προνοείται δε ειδικώς ότι, σε καμιά περίπτωση, τέτοια αμοιβή, έξοδα και δαπάνες δεν θα επιβαρύνουν την περιουσία της κληρονομιάς του αποβιώσαντα. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ομνυόντων των ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και τις ενστάσεις δεν αντεξετάστηκε, ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση και του ενδιαφερόμενου μέρους. Οι συνήγοροι των αιτητριών και των καθ' ων η αίτηση, κατά την ημέρα της ακρόασης της επίδικης αίτησης, παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, και κατόπιν άδειας, που του παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 1 και 6 πρόσθεσε προφορικά επιπλέον επιχειρήματα. Επίσης, κατά την ημέρα της ακρόασης της επίδικης αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίστηκε συνήγορος εκ μέρους της Όλγας, η οποία δήλωσε ότι η τελευταία έχει λάβει αντίγραφο της επίδικης αίτησης και των λοιπών δικογράφων και ότι συμφωνεί όπως εκδοθεί διάταγμα ως αυτό αναφέρεται στην συμφωνία των αιτητριών και του ενδιαφερόμενου μέρους. Περιορισμός των επίδικων ζητημάτων Εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση, αλλά και των όποιων, σχετικών, προφορικών, ενώπιον του Δικαστηρίου, τοποθετήσεων, είναι ότι οι λόγοι για τους οποίους ζητούν να απορριφθεί η αίτηση είναι οι εξής: 1. Οι αιτήτριες (κατά τους καθ' ων η αίτηση 2 μέχρι 5, και το ενδιαφερόμενο μέρος), συνειδητά απόκρυψαν γεγονότα από το σεβαστό Δικαστήριο και προώθησαν παραπλανητικούς ισχυρισμούς. 2. Η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται η επίδικη αίτηση είναι λανθασμένη, καθότι, στη βάση των γεγονότων που την περιβάλλουν, δεν είναι δυνατό να παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης για περιορισμένο σκοπό επί των προνοιών του άρθρου 19 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189. 3. Η επίδικη αίτηση δεν έχει επιδοθεί σε όλους τους αναγκαίους διάδικους, καθότι δεν έχει επιδοθεί στην Όλγα, η οποία είναι θυγατέρα του αποβιώσαντος και κατά συνέπεια κληρονόμος του. Νομική πτυχή Το άρθρο 17 του Κεφ. 189 προνοεί ως προς τα πρόσωπα στα οποία δύναται να παραχωρηθούν έγγραφα της περιουσίας ενός αποβιώσαντα και ως προς τη σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβλέπει τα εξης: «17. Κατά τη χορήγηση διαχείρισης το ∆ικαστήριο λαµβάνει υπόψη τα δικαιώµατα κάθε προσώπου που έχει συµφέρον στην κληρονοµιά του αποθανόντος ή στο προϊόν της πώλησης αυτής, και ειδικότερα διαχείριση µε επισυνηµµένη διαθήκη δύναται να χορηγηθεί σε κληροδόχο, και οποιαδήποτε τέτοια διαχείριση δύναται να περιορίζεται µε οποιοδήποτε τρόπο ως το ∆ικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιµο: Νοείται ότι— (α)................ (β) αν λόγω της αφερεγγυότητας της κληρονοµιάς του αποθανόντος ή λόγω οποιωνδήποτε άλλων ειδικών περιστάσεων, φαίνεται στο ∆ικαστήριο αναγκαίο η πρόσφορο να διορίσει ως διαχειριστή πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο το οποίο, ελλείψει της διάταξης αυτής, θα δικαιούτο κατά νόµο στη χορήγηση της διαχείρισης, το ∆ικαστήριο δύναται κατά τη διακριτική του εξουσία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη του Νόµου αυτού, να διορίσει ως διαχειριστή πρόσωπο το οποίο κρίνει κατάλληλο, και οποιαδήποτε διαχείριση που χορηγήθηκε δυνάµει της διάταξης αυτής δύναται να περιορίζεται µε οποιοδήποτε τρόπο ως το ∆ικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιµο.» Το άρθρο 19 του Κεφ. 189, δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέπει την παραχώρηση εγγράφων περιορισμένης διαχείρισης. Προνοεί τα εξής: «19. Παραχωρητήρια δυνατό να περιέχουν χρονικούς περιορισµούς σχετικά µε περιουσία, ή να αφορούν ειδικό σκοπό, και τηρουµένων των διατάξεων του Νόµου αυτού και των Κανονισµών, το ∆ικαστήριο ή οι πρωτοκολλητές, κατά την έκδοση των εν λόγω παραχωρητηρίων, ακολουθούν την πρακτική επικύρωσης διαθηκών που επικρατεί εκάστοτε στην Αγγλία.» Συναφώς, το άρθρο 58 του Κεφ. 189 αναφέρει ότι: «Σε κάθε θέµα πρακτικής ή διαδικασίας σε οποιοδήποτε ∆ικαστήριο ή πρωτοκολλητείο επικύρωσης διαθηκών για το οποίο δεν γίνεται πρόνοια στο Νόµο αυτό ή στους Κανονισµούς εφαρµόζεται η εκάστοτε πρακτική και διαδικασία του Τµήµατος Επικύρωσης ∆ιαθηκών του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου της Αγγλίας.» Ειδικότερα αναφορικά με την παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης για περιορισμένο σκοπό, στους Κανονισμούς 28 και 33 των Περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Κανονισμών του 1955 (The Administration of Estates Rules, 1955) προνοείται: «28. Βefore making a limited grant, a probate registrar shall obtain the Limited directions of the Court. .............. 33. Unless the Court because of special circumstances otherwise directs, any person having a prior right to a grant shall be preferred unless- (
  2. a)he has renounced such right and such renunciation shall be in Form 11 or 12 of Appendix A as the case may be; or (
  3. b)he has not, within seven days after service of notice upon him of the application for grant, entered a caveat; or (
  4. c)he is residing outside Cyprus or cannot be found.» Η παραχώρηση εγγράφων περιορισμένης διαχείρισης δυνάμει του άρθρου 19 του Κεφ. 189, γίνεται στις περιπτώσεις ειδικού σκοπού και περιορίζεται μόνο για τον σκοπό αυτό, με την ολοκλήρωση του οποίου παύει να ισχύει. Επίσης, τέτοια έγγραφα παραχωρούνται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εκτελεστές ή άλλα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα να τους παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης δεν καθιστούν τους εαυτούς τους ως προσωπικούς αντιπρόσωπους. Ως συναφώς αναφέρεται στο σύγγραμμα Tristram and Coote's Probate Practice, 30th edition, para. 11.358 κάτω από το τίτλο «Grant limited to a claim»: «Where it is necessary for the personal representative of a deceased person to be made a party to legal proceedings (eg a claim by or against the estate of the deceased), but the executors or other persons entitled to obtain a grant will not constitute themselves as personal representatives, application may be made for a grant of administration to a nominee, limited to bringing, defending or being a party to the claim or proceedings in question. The grant will in no case be a general grant. The claim or proceedings must be identified in the oath so far as possible and will be specified in the grant.» Στην υπόθεση Ανδρομάχη Μηνά v 1. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 376/11, απόφαση ημερομηνίας 17.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:A406, σημειώθηκαν, (α) η ανάγκη ύπαρξης ειδικού σκοπού για τον οποίο παραχωρούνται έγγραφα περιορισμένης διαχείρισης και (β) οι εξουσίες και υποχρεώσεις ενός τέτοιου διαχειριστή. Ακολουθεί η σχετική περικοπή: «Ο διαχειριστής της περιουσίας με περιορισμένο παραχωρητήριο δεν εξομοιώνεται με ένα συνηθισμένο διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντα ώστε να υπέχει ευθύνη για τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Pratt v. London Passenger Transport Board

(1937)1 All ER. 473, 474, όπου αναφέρθηκε ότι ο διαχειριστής που διορίζεται με περιορισμένο παραχωρητήριο (ad litem) ενόψει του ότι δεν υπέχει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα ενός συνήθη διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντα, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ως προς τα έξοδα που θα προκύψουν. Δεν μπορεί επίσης να κριθεί υπεύθυνος επίδειξης αμέλειας. Απλά, όπως αναφέρεται στην απόφαση, θα αντικαταστήσει τον αποβιώσαντα και θα προχωρήσει δικαστικά εναντίον της Ασφαλιστικής εταιρείας, που αφορούσε η περίπτωση. Ενδεικτικό επίσης της διαφορετικής αντιμετώπισης που τυγχάνει ένας διαχειριστής ad litem που σκοπό έχει την αντιπροσώπευση αποβιώσαντα σε εκκρεμούσα αγωγή με ένα συνήθη διαχειριστή, είναι ότι ως εκ της ιδιάζουσας θέσης του δεν απαιτείται η οποιαδήποτε δέσμευση ή παροχή εγγύησης σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας, εφόσον το παραχωρητήριο χορηγείται για μηδέν περιουσία (βλ. σύγγραμμα Tristram (ανωτέρω). Ο διορισμός του διαχειριστή σε τέτοια περίπτωση αφορά μόνο στην εκπροσώπηση της περιουσίας ως απλά διαδίκου. Σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι και η υπόθεση In the Goods of Knight
(1939)3 All E.R. 928, στην οποία είχε διοριστεί διαχειριστής για το περιορισμένο σκοπό να υπερασπίσει την περιουσία αποβιώσαντα σε αγωγή που θα καταχωρούσαν εναντίον του τρίτα πρόσωπα. Αποφασίστηκε ότι το παραχωρητήριο στην περίπτωση αυτή περιορίζετο στην υπεράσπιση στην προτιθέμενη να καταχωρηθεί αγωγή και ότι ο διορισμός παύει να ισχύει με την ολοκλήρωση της αγωγής. Στο σύγγραμμα Williams, Mortimer and Sunnucks, Executors, Administrator and Probate, 20η έκδοση, παραγρ. 24-01 και 26-13 γίνεται επίσης αναφορά για τη δυνατότητα έκδοσης περιορισμένου παραχωρητηρίου για ειδικούς σκοπούς, όπως για να καταστήσει ένα πρόσωπο ως διάδικο σε μια αγωγή, ιδιαίτερα εναγόμενο, και να διορίσει διαχειριστή ad litem δηλαδή να αντιπροσωπεύει τον αποβιώσαντα μόνο σε σχέση με την αγωγή (βλ. Re Simpson, Re Ganning
(1936)P.40.) Περιορισμένα παραχωρητήρια μπορούν επίσης να χορηγηθούν και στους ίδιους τους πιστωτές της περιουσίας ενός αποβιώσαντα (βλ. Re Atherton
(1892)p. 104). Στην ίδια, πάντα, απόφαση (Μηνά) επεξηγείται και η διαφορά (μεταξύ τους) των παραχωρητηρίων που εξασφαλίζονται δυνάμει των άρθρων 19 και 20 του Κεφ. 189, με τη σχετική περικοπή να έχει ως εξής: «Από τις πρόνοιες των δυο άρθρων 19 και 20 και τη νομολογία καθίσταται σαφές ότι η διαδικασία που προνοείται από το άρθρο 20 είναι εντελώς διαφορετική απ' εκείνη του άρθρου 19. Στην περίπτωση του άρθρου 20 το παραχωρητήριο χορηγείται στα πλαίσια κληρονομικής αγωγής (probate action) όπου ο διαχειριστής έχει όλες τις εξουσίες γενικού διαχειριστή και υπόκειται περαιτέρω στον έλεγχο του Δικαστηρίου ενεργώντας κάτω από τις οδηγίες του. Στην υπόθεση Nada Terzian κ.α. ν. Haig Terxian κ.α.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1252, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο ο διορισμός διαχειριστή εν εκκρεμοδικία, σύμφωνα με το άρθρο
  1. Αποφασίστηκε ότι θα πρέπει για έκδοση παραχωρητηρίου pendente lite να εκκρεμεί δικαστικό μέτρο που αφορά στο κύρος της διαθήκης ή στην εξασφάλιση, ακύρωση ή ανάκληση παραχωρητηρίου και η αίτηση να γίνει δια κλήσεως σε αγωγή που καταχωρήθηκε προηγουμένως. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Tristram (ανωτέρω) στη σελ. 519, το παραχωρητήριο που χορηγείται pendente lite αρχίζει με την έκδοση του διατάγματος και τερματίζεται με την πλήρη αποπεράτωση της κληρονομικής αξίωσης. Σίγουρα πρόκειται για δυο ξεχωριστές έννοιες (δέστε τους ορισμούς «ad litem" και "pendente lite" στο Oxford Dictionary of Law, 5η έκδοση, σελ. 11 και 361), και διαδικασίες που αφορούν μεν στο διορισμό διαχειριστή περιουσίας αποθανόντα, αλλά στη βάση διαφορετικών δεδομένων και με διαφορετικές εξουσίες ο κάθε διαχειριστής. Στην παρούσα περίπτωση η εξασφάλιση του περιορισμένου παραχωρητηρίου έγινε στη βάση αίτησης που είχε ως νομικό υπόβαθρο το άρθρο 19 του Κεφ. 189 και ο σκοπός για τον οποίο χορηγήθηκε ήταν σαφής, δηλαδή η συνέχιση της διαδικασίας της εκκρεμούσας αγωγής. Το επίδικο θέμα της αγωγής αφορούσε σε αξιώσεις που πηγάζουν από χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και σίγουρα όχι σε κληρονομικές αξιώσεις.» Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις παραχώρησης εγγράφων περιορισμένης διαχείρισης (Types of Limited Grant), οι οποίες επεξηγούνται, ειδικώς, στο σύγγραμμα Williams, Mortimer and Sunnucks, Executors, Administrator and Probate, 20η έκδοση, παραγρ. 24-01 -24-
  2. Εκείνο που μπορεί γενικά να λεχθεί είναι ότι, η παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης μπορεί, αν είναι κατάλληλη, να περιορίζεται, σε χρόνο, περιουσία ή σκοπό. Στην περίπτωση, ωστόσο, που η επιζητούμενη θεραπεία μιας εκκρεμούσας διαδικασίας καθιστά αναγκαία την άμεση εμπλοκή της διαχείρισης τη περιουσίας του αποβιώσαντα, τότε, στη εν λόγω διαδικασία απαιτείται να καταστεί διάδικος ο γενικός διαχειριστής. Στο Halbury's Laws of England, fourth edition, reissue, Vol. 17
(2), para. 225 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Where the object of Chancery Proceedings is to administer the estate in respect of which a grant ad litem of the estate has been obtained, or to obtain relief involving general accounts and inquiries in respect of the estate, a general administrator is a necessary party to the proceedings.» Ως υποδείχθηκε ανωτέρω, σε αντιδιαστολή με το τι συμβαίνει με ένα διαχειριστή για περιορισμένο σκοπό ad litem, ο διαχειριστής εν εκκρεμοδικία (pendente lite) έχει όλα τα δικαιώματα και εξουσίες ενός γενικού διαχειριστή, εκτός από το δικαίωμα διανομής της περιουσίας. Για το διορισμό ενός τέτοιου διαχειριστή, αίτηση υποβάλλεται συνήθως από ένα από τα διάδικα μέρη στην εκκρεμοδικία (probate action), αλλά μπορεί να διοριστεί και πρόσωπο μετά από αίτηση οποιουδήποτε προσώπου, που τυχόν ενδιαφέρεται στην περιουσία, όπως για παράδειγμα ενός πιστωτή. Στην παράγραφο 24.-50 του συγγράμματος Williams, Mortimer and Sunnucks, Executors, Administrator and Probate, 20η έκδοση, κάτω από τον τίτλο "Who may apply for an order for such grant" αναφέρονται τα εξής: «Usually the application is made by one of the parties to the litigation. However, the court may appoint an administrator pending determination of a probate claim on the application of any person interested in the estate, e.g. a creditor.» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο Ξεκινώντας από τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω απόκρυψης από πλευράς των αιτητριών ουσιωδών γεγονότων και παρουσίασης παραπλανητικής εικόνας, με κάθε σεβασμό προς αυτήν, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι επαρκώς νομολογημένο ότι, η αρχή που θέλει τον αιτητή να πρέπει να αποκαλύπτει κάθε ουσιώδες γεγονός προς το Δικαστήριο, τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε αιτήσεις που προωθούνται μονομερώς (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση της Γαβριέλλας Βαλεντίνας Μιχαήλ (Αρ. 3)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1943 ). Ειδικά δε αναφέρθηκε στην ρηθείσα υπόθεση ότι, η συγκεκριμένη αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν η αίτηση είναι διά κλήσεως, ως η υπό εξέταση. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της αιτήτριας 1, τη μη αντεξέταση τούτης, τη μη καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής, σε σχέση με τα όσα αυτή εκεί αναφέρει, ένορκης δήλωσης από πλευράς των καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι τα όσα γενικότερα οι αιτήτριες ισχυρίζονται μέσω των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση δεν είναι τέτοια, που, εξόφθαλμα, ως οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται, δημιουργούν την εικόνα ότι προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ή να αποκρύψουν ουσιώδη γεγονότα. Δεν εξετάζω, φυσικά, στο σημείο αυτό - καθότι κάτι τέτοιο δεν κρίνεται αναγκαίο για την κρίση επί της επίδικης αίτησης - κατά πόσο οι διάφορες δικαιολογίες και επιχειρήματα της αιτήτριας 1 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση είναι πειστικά ή όχι και/ή κατά πόσο επαρκούν για να δικαιολογήσουν την αδιαμφισβήτητα γενική και μη πλήρη εικόνα της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την επίδικη αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, αναφορικά με τα όποια δικαιώματα των αιτητριών, ενδιαφερόμενου μέρους και Όλγας επί της περιουσίας του αποβιώσαντα και την ιδιότητα υπό την οποία επικαλούνται τούτα, θα αποφασίσουν οι ρωσικές αρχές, ενώπιον των οποίων εκκρεμούν οι ρωσικές διαδικασίες. Με δεδομένα τα πιο πάνω κρίνω ότι, η όποια αδυναμία τυχόν παρατηρείται, είτε στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστήριζε την επίδικη αίτηση, είτε στο όλο μαρτυρικό υλικό, που, εντέλει, την υποστηρίζει (βλέπε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση), δεν είναι τέτοιας εμβέλειας και δεν επαρκεί (εν όψει και μη εφαρμογής του κανόνα περί υποχρεωτικής αποκάλυψης κάθε ουσιώδους γεγονότος) για να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της επίδικης αίτησης. Ερχόμενος τώρα στον λόγο ένστασης που εδράζεται επί της θέσης ότι η επίδικη αίτηση δεν επιδόθηκε στην Όλγα, με δεδομένη την εμφάνιση τη τελευταίας, μέσω δικηγόρου, κατά την ακρόαση της αίτησης και τις σχετικές με αυτή (την αίτηση) τοποθετήσεις της (ειδική αναφορά έγινε ανωτέρω), τούτος κατέστη άνευ αντικειμένου. Εν πάση περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι, ακόμα και αν η Όλγα δεν λάμβανε γνώση περί της επίδικης αίτησης, ούτε αυτό το γεγονός θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να απορριφθεί η επίδικη αίτηση. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, ούτως ή άλλως, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θα μπορούσε να επανάνοιγε την υπόθεση και να έδιδε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί σε αυτή. Και αφού τούτο θα λάμβανε χώρα, και η Όλγα, ακολούθως, εμφανιζόταν στη διαδικασία, θα της διδόταν η ευκαιρία να ακουστεί, και κατόπιν τούτου το Δικαστήριο θα αποφάσιζε επί της επίδικης αίτησης. Κατά συνέπεια, ακόμα και στην περίπτωση που μια τέτοια επίδοση κρινόταν αναγκαία, η μη επίδοση της επίδικης αίτησης στην Όλγα, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τον λόγο για απόρριψη της αίτησης, παρά μόνο να οδηγήσει το Δικαστήριο στη σκέψη να ακολουθήσει την ανωτέρα οδό. Επανερχόμενος, στην παρεμφερή, συλλογιστική μου, είμαι της γνώμης ότι, η φύση του διατάγματος που επιδιώκεται να εκδοθεί, οι διασφαλίσεις που μπορούν να προβλεφθούν στα πλαίσιά του για προστασία της περιουσίας του αποβιώσαντος, ο περιορισμένος εντελώς σκοπός του, και γενικότερα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τέτοια, που δεν θα καθιστούσαν αναγκαία την επίδοση της επίδικης αίτησης και στην Όλγα. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ghafoor v. Cliff [2006] EWHC 825 (Ch), τα οποία και υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Kazakov, Πολ. Αιτ. 251/2021, απόφαση ημερομηνίας 03.03.20221, και αποτέλεσαν τη βάση για να ακυρωθεί διάταγμα παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης για περιορισμένο σκοπό, που εκδόθηκε χωρίς να επιδοθεί η αίτηση προς όλους τους κληρονόμους και/ή κληροδόχους. Ωστόσο, το εκεί εκδοθέν διάταγμα ήταν εντελώς διαφορετικού τύπου απ' ό,τι το επίδικο, καθότι, ως προκύπτει, επρόκειτο για διάταγμα με το οποίο θα παραχωρείτο η κατοχή της περιουσίας του αποβιώσαντος προς τους αιτητές, ενώ μέρος της εν λόγω περιουσίας κατεχόταν ήδη από κληροδόχο του, στον οποίο δεν επιδόθηκε η αίτηση και ο οποίος ισχυριζόταν ότι στα πλαίσια της ρηθείσας κατοχής κατέβαλλε υπέρογκα ποσά για συντήρηση της συγκεκριμένης περιουσίας. Στην ουσία, με το εκεί εκδοθέν παραχωρητήριο, οι αιτητές επενέβαιναν σε ήδη ασκούμενη κατοχή του ενδιαφερόμενου μέρους προς το οποίο δεν επιδόθηκε η αίτηση. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Τουναντίον, η υποστήριξη των δύο κυπριακών αγωγών από τους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν ήδη τον αποβιώσαντα προ του θανάτου του, σκοπό έχει, εάν επιτύχουν αυτές, να αυξήσουν την περιουσία του αποβιώσαντος κατά $260,500,000, και η υπεράσπιση της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, να αποκλείσει το ενδεχόμενο η περιουσία του αποβιώσαντα να μειωθεί και/ή να επηρεαστεί δυσμενώς στα πλαίσια εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Η δε πιθανότητα οι κυπριακές αυτές διαδικασίες να καταλήξουν εις βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντα (ενδεχόμενο που δεν μπορεί να αποκλειστεί), δεν θα επιφέρει οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην περιουσία του αποβιώσαντα ‑ και κατά συνέπεια στα όποια οφέλη της Όλγας ‑ καθότι τα δικηγορικά έξοδα, δαπάνες και αμοιβές δεν θα καταβληθούν από την περιουσία, αλλά από τις αιτήτριες και το ενδιαφερόμενο μέρος της παρούσας διαδικασίας. Κατά συνέπεια κρίνω ότι, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η φύση του ζητούμενου διατάγματος και οι ασφαλιστικές δικλείδες που μπορούν να τεθούν προς διασφάλιση της εν προκειμένω περιουσίας, είναι τέτοια, που, ακόμα και αν η Όλγα δεν ενημερωνόταν για την επίδικη αίτηση και δεν συγκατατίθετο στη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν καθίστατο αναγκαία η προγενέστερη επίδοση της σ' αυτή. Τέλος, ερχόμενος στον ισχυρισμό ότι το άρθρο 19 του Κεφ. 189, αποτελεί λανθασμένη νομική βάση για έκδοση του επίδικου διατάγματος ή ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση δεν επιτρέπουν την έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος, με κάθε σεβασμό προς τους συνηγόρους των καθ' ων η αίτησης, η σχετική εισήγηση τους δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι γεγονός ότι αποτελεί βασική αρχή δικαίου, ως έχει καθιερωθεί από την κυπριακή αλλά και αγγλική νομολογία (βλέπε νομική πτυχή ανωτέρω), ότι σε πρόσωπο που δικαιούται σε έγγραφα γενικής διαχείρισης, δεν θα παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης για περιορισμένο σκοπό (βλέπε Tristram & Coote's Probate Practice, 25th edition και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αυθεντίες), εκτός κατόπιν ειδικής άδειας και για πολύ ισχυρούς λόγου («except by special permission» και «for very strong reasons[1]») Το κατά πόσο, ωστόσο, κάποιος δικαιούται ή όχι σε έγγραφα γενικής διαχείρισης, δεν προκύπτει απλά στη βάση μιας επικαλούμενης από αυτόν ιδιότητας, αλλά στην αποκρυσταλλωμένη τέτοια ιδιότητά του. Και αυτό προς ικανοποίηση του οικείου Πρωτοκολλητή προς τον οποίο θα προωθηθεί το αίτημα της παραχώρησης των ρηθέντων εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κοινό τόπο ότι, το ποιος είναι κληρονόμος ή κληροδόχος του αποβιώσαντος και γενικότερα δικαιούχος της περιουσίας του, τελεί υπό αμφισβήτηση μεταξύ των τεσσάρων προσώπων που επικαλούνται τέτοιες ιδιότητες. Είναι επίσης κοινός τόπος ότι, για σκοπούς απόφανσης επί αυτών των ζητημάτων, εκκρεμούν οι ρωσικές διαδικασίες, το αποτέλεσμα των οποίων και θα καθορίζει ποια είναι ακριβώς τα πρόσωπα, προς τα οποία θα ήταν δυνατό να παραχωρηθούν έγγραφα γενικής διαχείρισης. Δηλαδή, σήμερα, που προωθείται η επίδικη αίτηση, δεν είναι δυνατό, στη βάση των σχέσεων των προσώπων αυτών, να παραχωρηθούν τέτοια έγγραφα σε οιονδήποτε εξ' αυτούς. Το γεγονός αυτό, καθιστά τις πρόνοιες του άρθρου 19, του Κεφ. 189, εφαρμοστέες στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, καθότι, το ζητούμενο, ως προκύπτει από τη σχετική με τις πρόνοιες αυτές νομολογία, δεν είναι να παρατηρείται έλλειψη επιθυμίας ή επίδειξη απροθυμίας από τον κληροδόχο, κληρονόμο ή άλλον δικαιούχο της περιουσίας να ζητήσει έγγραφα γενικής διαχείρισης, αλλά, απλά, να μην έχουν παραχωρηθεί τέτοια έγγραφα, κάτι που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, ως υποδεικνύεται ανωτέρω, ακόμα και στην περίπτωση που επιδιώκεται η παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης για περιορισμένο σκοπό από πρόσωπο που θα δικαιούτο σε παραχώρηση εγγράφων γενικής διαχείρισης, θα μπορούσε κάτι τέτοιο να ικανοποιηθεί, κατόπιν σχετικής ειδικής άδειας για πολύ ισχυρούς λόγους. Είμαι της γνώμης ότι, και αυτή να ήταν η περίπτωση, τα όσα περιβάλλουν την επίδικη αίτηση και οι λόγοι που ανέπτυξα ήδη ανωτέρω, αποτελούν ισχυρούς λόγους για να δοθεί ειδική άδεια ώστε να παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης για τον επιζητούμενο περιορισμένο σκοπό προς τους δύο κατονομαζόμενους δικηγόρους, η εγκυρότητα, υπόληψη και γενικότερα δυνατότητά τους να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους ως διαχειριστές (εντελώς περιοριστικά ως ανωτέρω αναφέρθηκε), δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση. Όσον δε αφορά στο συναφές επιχείρημα των καθ' ων η αίτηση 1 και 6, ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, εν πάση περιπτώσει, δεν θα επέτρεπαν την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος και δη διατάγματος τύπου (ad litem) στη βάση του άρθρου 19, παρά μόνο διατάγματος τύπου (pendente lite) στη βάση του άρθρου 20, του Κεφ. 189, με κάθε σεβασμό, ούτε αυτή με βρίσκει σύμφωνο. Προς υποστήριξη του επιχειρήματός τους αυτού και με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 20 (βλέπε ανωτέρω νομική πτυχή), οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι ρωσικές διαδικασίες, αποτελούν την προνοούμενη στο εν λόγω άρθρο εκκρεμοδικία και κατά συνέπεια, θα έπρεπε να επιδιωχθεί η έκδοση του διατάγματος τύπου pendente lite, εν όψει της εκκρεμοδικίας αυτής. Ωστόσο, ως αβίαστα προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία (βλέπε Μηνά και Terzian (ανωτέρω)) η εκκρεμοδικία μέτρου που αφορά στο κύρος της διαθήκης ή στη εξασφάλιση, ακύρωση ή ανάκληση παραχωρητηρίου, στο οποίο γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 20, προφανώς αφορά σε διαδικασία που εκκρεμεί στα κυπριακά Δικαστήρια και όχι ενώπιον Δικαστηρίων άλλης χώρας. Ενδεικτική τούτου, είναι και η έτερη, πλην όμως άρρηκτα συνυφασμένη, νομική αρχή που διέπει το ζήτημα (βλ. Terzian (ανωτέρω)), ότι, τέτοια αίτηση (δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 189), κατά κανόνα, θα πρέπει να καταχωρείται ως ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της ανωτέρω εκκρεμοδικίας. Κατά συνέπεια, με δεδομένη την ανυπαρξία τέτοιας εκκρεμοδικίας στα κυπριακά Δικαστήρια, δεν είναι δυνατό να προβάλλεται ισχυρισμός ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως την έκδοση διατάγματος τύπου pendente lite στη βάση του άρθρου 20, του Κεφ. 189. Τα ανωτέρω, στην ουσία, αποτελούν την κρίση μου επί όλων των λόγων ένστασης που προώθησαν οι καθ' ων η αίτηση, που για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν τους αποδέχθηκα. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, σημειώνω ότι, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, (α) η επίδικη αίτηση εδράζεται, κυρίως[2], επί των προνοιών του άρθρου 19 του Κεφ. 189, (β) μέσω της ζητείται ο διορισμός διαχειριστών για περιορισμένο σκοπό ο οποίος προσδιορίζεται επαρκώς (γ) δεν επιζητείται διορισμός τους με σκοπό τη λήψη και προστασία της περιουσίας εκκρεμούσας της όποιας κληρονομικής αγωγής ή για να τη διαχειριστούν με σκοπό την πληρωμή των χρεών (βλ. Τichborne v. Tichborne
(1869)31 JP 248), (δ) η περιουσία του αποβιώσαντος για σκοπούς της επίδικης αίτησης αφορά στις τρεις κυπριακές διαδικασίες, (ε) ο διορισμός σκοπεύει αποκλειστικά στο, (
  1. i)να προωθήσει και κατά συνέπεια να αποτρέψει την πιθανότητα οι δύο αγωγές του αποβιώσαντος να απορριφθούν (με δυσμενή, προφανώς, επακόλουθα στην περιουσία του) και (
  2. ii)να μην επιτραπεί η εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης εναντίον του (με δυσμενείς, προφανώς, συνέπειες στην περιουσία του), (στ) τα όποια τυχόν έξοδα, δαπάνες ή άλλες οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν ως αποτέλεσμα του εν προκειμένω διορισμού, δεν θα επηρεάσουν δυσμενώς την περιουσία του αποβιώσαντος και κατά συνέπεια και τα συμφέροντα του όποιου φερόμενου κληρονόμου ή κληροδόχου ή δικαιούχου τούτης, (ζ) οι οποίοι (κληρονόμοι ή κληροδόχοι ή δικαιούχοι), εν πάση περιπτώσει, αποδέχονται τούτον (τον διορισμό). Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, και των λόγων που καθιστούν αδύνατη την παραχώρηση εγγράφων γενικής διαχείρισης στο παρόν στάδιο στις αιτήτριες ή στο ενδιαφερόμενο μέρος ή ακόμα και στην Όλγα[3], κρίνω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση, πλην όμως με παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης όχι μόνο στον δικηγόρο που αναφέρεται στο κυρίως σώμα τούτης, αλλά και στον δικηγόρο που υποδεικνύει το ενδιαφερόμενο μέρος, ως ειδικώς προνοείται στη συμφωνία, Τεκμήριο 32 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το περιεχόμενο της οποίας, στον βαθμό που αφορά τον τρόπο εκτέλεσης του παρόντος διατάγματος, καθίσταται, πλέον, αναπόσπαστο μέρος τούτου. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Έχοντας δε υπόψη τη στάση που τήρησε το ενδιαφερόμενο μέρος, παρά το ότι καταχώρησε ένσταση, κρίνω όπως σε σχέση με αυτό, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. Σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 1 μέχρι 6, τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον τους, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, και υπέρ των αιτητριών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. In the Estate of Von Brentano
(1911)p. 172 και In the Goods of Lady Somerset
(1867), L.R. 1 P. & D.
  1. [2] Αναφορά γίνεται και στην Δ.9, θ.
  2. [3] Όλοι προβάλλουν έντονες, συγκρουόμενες μεταξύ τους, θέσεις ως προς το ποιος δικαιούται στη περιουσία του αποβιώσαντα, αποδίδοντας ο ένας στον άλλο δόλο και ύστερες σκέψεις και αποτελούν όλοι διάδικοι στις Ρωσικές διαδικασίες, το αποτέλεσμα των οποίων και θα καθορίσει τα σχετικά δικαιώματα ή μη, εκάστου. Δεν διαφαίνεται δε, στη βάση των όσων ισχύουν τη δεδομένη στιγμή, να υπάρχει περίπτωση γεφύρωσης των σχετικών διαφορών τους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.