Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. CONREAD RESEARCH BUREAU LTD κ.α., Αριθμός Αγωγής: 930/21, 4/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A412 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ Αριθμός Αγωγής: 930/21 Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Ενάγοντας) v
- CONREAD RESEARCH BUREAU LTD
- QUANTUMA CYPRUS LIMITED
- QUANTUMA CYPRUS HOLDINGS LTD
- BRIDGEHOUSE INVESTMENTS (CYPRUS) LIMITED (Εναγόμενοι) Ημερομηνία: 4 Ιουλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κος Χατζητζιοβάννης Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: Κος Χριστοφίδης Ενδιάμεση Απόφαση Στις 21 Μαρτίου 2022, στο πλαίσιο αίτησης στη βάση της Διαταγής 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εκδόθηκε η εξής συνοπτική απόφαση: «
(1)Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση διά της οποίας διακηρύττεται ότι η κατοχή και/ή χρήση του γραφείου από τις 15.2.2021 και εντεύθεν, από τους εναγόμενους 1, 2 και 3, αποτελεί παράνομη επέμβαση.
(2)Εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου, εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, με το οποίο τούτες και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι και/ή αξιωματούχοι και/ή υπάλληλοι τους διατάσσονται όπως εντός δύο μηνών από την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος, παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του γραφείου στον ενάγοντα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε τούτος υποδείξει.
(3)Εκδίδεται απόφαση, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για ποσό €2.000 το μήνα (ενοικιαστική αξία του γραφείου), ως ενδιάμεσα οφέλη και/ή ως αποζημίωση για την κατοχή και/ή χρήση του γραφείου από τις 15.2.2021 μέχρι και την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής του στον ενάγοντα, με νόμιμο τόκο επί κάθε τέτοιου ποσού από το χρόνο που τούτο κατέστη ή θα καταστεί οφειλόμενο μέχρι τελείας εξόφλησής του. (Νοείται ότι οποιοδήποτε ποσό καταβλήθηκε ήδη προς τον ενάγοντα με σκοπό να καλύψει ενοίκιο για χρόνο μετά τις 14.02.2021, λογίζεται ως καταβληθέν έναντι των παρόντων διαταχθεισών αποζημιώσεων για ενδιάμεσα οφέλη).
(4)Επιδικάζονται τα έξοδα της παρούσας αγωγής και της επίδικης αίτησης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.» Στις 29 Απριλίου 2022, οι εναγόμενες 1, 2 και 3 (στο εξής «οι εναγόμενες»), καταχώρησαν έφεση εναντίον της πιο πάνω συνοπτικής απόφασης, προβάλλοντας διάφορους λόγους γιατί τούτη θα πρέπει να ανατραπεί. Στις 5 Μαΐου 2022, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της πιο πάνω αναφερόμενη συνοπτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση και/ή την πλήρη αποπεράτωση της έφεσης (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων ως η επίδικη, έχουν ως εξής: Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης μιας απόφασης, διέπεται, κατ' αναλογία, από τις αρχές που διέπουν την αντίστοιχη άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν εξετάζει τέτοιες αιτήσεις δυνάμει της Δ.35 θ.18. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (Αρ.1)
(1997)1 ΑΑΔ 1384, 1386 και 1387 «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις (Fotiou and Anotherv. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119" (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35, θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Επομένως, εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία, είναι ότι η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει τελεσίδικη και ισχυρή μέχρι την οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της από το εφετείο. Κατ' ακολουθία, προκύπτει ότι δεν θα πρέπει ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδόθηκε μία απόφαση να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του απλά γιατί εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη, όμως, αποτελεί πάγια, βασική και κύρια προϋπόθεση για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης, ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ενός προσώπου να ασκήσει έφεση και θα πρέπει να εκδίδονται διατάγματα αναστολής εκτέλεσης μίας απόφασης όταν, εν απουσία ενός τέτοιου διατάγματος, δημιουργείται πιθανότητα εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια». Προκύπτει, ακόμα, από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης μιας απόφασης, θα πρέπει ο αιτητής, που φέρει και το σχετικό βάρος, να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που καθιστούν επιβεβλημένη μια τέτοια ενέργεια. Αναφορικά δε με το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις αναφέρθηκε ότι, οι περιστάσεις πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες της εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε πρωτόδικα και να είναι δυνατό να υποδειχθούν οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που θα προκύψουν στον αιτητή, στην περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και σε μεταγενέστερο χρόνο επιτύχει η έφεση. Εκεί δε που η πρωτόδικη απόφαση, την αναστολή της εκτέλεσης της οποίας επιδιώκει ο αποτυχόν διάδικος, αφορά σε απόφαση δια της οποίας διατάσσεται ο αιτητής να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό, ο αιτητής, για να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, θα πρέπει να υποδείξει, είτε ότι ο επιτυχόν διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού ή ότι είναι αφερέγγυος ή τέλος ότι, αν τυχόν καταβάλει τα χρήματα που διατάχθηκε δια της απόφασης να καταβάλει και σε μεταγενέστερο στάδιο επιτύχει η έφεση του, δεν θα μπορέσει ο επιτυχόν διάδικος να του επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε (Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Ως προς δε την προοπτική επιτυχίας της έφεσης, αν και αποτελεί σχετικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, εντούτοις τούτος υπέχει οριακής σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων, μιας και η διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων στην εκκρεμούσα διαδικασία θα αποτιμηθεί στην ακρόαση της εν λόγω διαδικασίας. Είναι μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί με βεβαιότητα να γίνει από αυτό το στάδιο πρόγνωση αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της εκκρεμούσας διαδικασίας, χωρίς αναγκαία επιπρόσθετη συζήτηση, που ο εν λόγω παράγοντας καθίσταται ουσιαστικός στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1982)JSC 544, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1, Μέγας Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ. 172, Α.Β.Ρ. Holdings Ltd & Άλλου ν. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέας
(1997)1Β Α.Α.Δ. 591, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 797, Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάϊγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018, THANOS Club Hotels Limited v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 312, 314-5, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd
(2008)1 (A) A.A.Δ. 764, 767-8 και Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη (ανωτέρω)). Με δεδομένες τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν την εξέταση της επίδικης αίτησης, επιβάλλεται εξαρχής να εξεταστεί η θέση που προβάλλει ο ενάγοντας περί του ότι η έφεση που ασκήθηκε Εναντίον της συνοπτικής απόφασης είναι εκπρόθεσμη, με αποτέλεσμα να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία (βλ. λόγο ένστασης 6). Ο λόγος που κρίνω ορθό να εξεταστεί το ζήτημα αυτό, σ' αυτό το στάδιο, είναι γιατί, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, κατά κανόνα, οι πιθανότητες επιτυχίας η αποτυχίας μίας έφεσης, δεν υπέχουν καθοριστικής σημασίας, παρά μόνο εκεί που μπορεί με ασφάλεια, από αυτό το στάδιο, να γίνει σχετική πρόγνωση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα για σκοπούς κρίσης ως προς το κατά πόσο θα διαταχθεί ή όχι η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης. Και αυτό γιατί, ως νομολογιακά αναφέρθηκε πλειστάκις (βλέπε νομική πτυχή ανωτέρω), η τελεσιδικία μιας διαφοράς είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως προς το εμπρόθεσμο ή μη της καταχώρησης της έφεσης που άσκησαν οι εναγόμενες, οι συνήγοροι των διαδίκων εξέφρασαν αντίθετες απόψεις. Ο συνήγορος των εναγομένων, με παραπομπή στην υπόθεση Μιχαήλ Χάσικος κ.α. ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, εισηγήθηκε ότι η συνοπτική απόφαση, για σκοπούς άσκησης έφεση εναντίον της, θεωρείται τελική απόφαση και κατά συνέπεια θα μπορούσε να καταχωρηθεί εντός 42 ημερών από την ημέρα έκδοσης της, με αποτέλεσμα η καταχωρηθείσα στις 29 Απριλίου 2022 έφεση να θεωρείται εμπρόθεσμη. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος του ενάγοντα, με παραπομπή στην υπόθεση Σπιταλιώτης κ.α, ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1140, πρόβαλε ότι το κατά πόσο μια απόφαση θεωρείται η όχι, για σκοπούς άσκησης έφεσης, τελική ή ενδιάμεση, δεν εξαρτάται από την φύση της απόφασης, αλλά από την φύση της αίτησης εντός των πλαισίων της οποίας εκδόθηκε, με αποτέλεσμα, εκεί που μια απόφαση εκδίδεται στα πλαίσια μιας αίτησης, η απόφαση επί της οποίας ενδεχομένως να μην περατώνει και τη κυρίως δικαστική διαδικασία, τότε αντιμετωπίζεται ως ενδιάμεση και κατά συνέπεια ο χρόνος που προβλέπεται για καταχώρηση εναντίον της έφεση περιορίζεται στις 14 μέρες. Στη βάση αυτής της θεώρησης, πρόβαλε ότι η ασκηθείσα στις 29 Απριλίου 2022 έφεση, είναι εκπρόθεσμη, κάτι που οδηγεί, αναπόδραστα, στο συμπέρασμα ότι δεν έχει καμία ελπίδα επιτυχίας, με αποτέλεσμα ο σχετικός παράγοντας να αποκτά πλέον σπουδαιότητα. Με κάθε σεβασμό προς την σχετική εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα, η υπόθεση Χάσικος (ανωτέρω) δεν φαίνεται να υποστηρίζει την θέση του. Και αυτό γιατί, δεν φαίνεται στην υπόθεση εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο να καταπιάστηκε με το υπό συζήτηση ζήτημα. Από την άλλη, στην υπόθεση Σπηταλιώτης (ανωτέρω), εξετάστηκε ακριβώς το ζήτημα που εδώ αφορά, και με ξεκάθαρο τρόπο το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι, «. η απόφαση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ενδιάμεση, αφού η διαδικασία μπορεί το ίδιο να έχει ως αποτέλεσμα είτε τη διεκπεραίωση της αγωγής είτε τη συνέχιση της». Σημειώνεται, συναφώς, ότι, στην υπόθεση Σπηταλιώτης, πρωτοδίκως, είχε εκδοθεί συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, ως συμβαίνει και στην υπό κρίση περίπτωση και η καταχώρηση έφεσης 41 μέρες μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (στην υπό εξέταση περίπτωση, 39 μέρες μετά), κρίθηκε εκπρόθεσμη και κατά συνέπεια η έφεση απορρίφθηκε. Στη βάση των πιο πάνω, λόγω του εξόφθαλμου εκπρόθεσμου της καταχώρησης της έφεσης από τις εναγόμενες, μπορώ, από αυτό το στάδιο, να προβώ σε ασφαλή πρόγνωση περί αποτυχίας της έφεσης, με αποτέλεσμα ο παράγοντας να κρίνεται καταλυτικός για την κρίση επί της επίδικης αίτησης. Και αυτό γιατί, ως αναφέρθηκε ήδη στα πλαίσια της νομικής πτυχής ανωτέρω, το Δικαστήριο, όταν εξετάζει αίτηση ως η υπό εξέταση, θα πρέπει να εξισορροπεί δύο βασικούς παράγοντες, και δη, από την μια, ότι ο επιτυχόν διάδικος δεν πρέπει να στερηθεί, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της επιτυχίας του, και από την άλλη, ο χαμένος διάδικος, που δικαιωματικά ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, να μην αποστερείται της αποτελεσματικότητας του μέσου αυτού. Είμαι της γνώμης ότι, όταν, από αυτό το στάδιο, μπορεί να γίνει ασφαλής πρόγνωση ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, έχει ως αποτέλεσμα, ανάλογα με την πρόγνωση, ο ένας εκ των δύο αυτών παραγόντων να ενισχύεται, καθότι, αν η πρόγνωση θέλει την έφεση να αποτυγχάνει, προφανές είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος για να στερηθεί ο επιτυχόν, πρωτοδίκως, διάδικος τους καρπούς της επιτυχίας του εν αναμονή της κρίσης επί μίας έφεσης που φαίνεται να μην έχει ελπίδες επιτυχίας. Από την άλλη, εκεί που μπορεί με βεβαιότητα να προβλεφθεί ότι η έφεση θα επιτύχει, τότε θα πρέπει, νοουμένου πάντα ότι ο αιτητής απέδειξε την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, να εκδοθεί το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, ώστε το ένδικο μέσο της έφεσης να μην απολέσει την αποτελεσματικότητα του. Είναι στην βάση των πιο πάνω δεδομένων που κρίνω ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της απόρριψης της επίδικης αίτησης. Κρίνω ωστόσο σημαντικό να αναφέρω, εντελώς παρεμφερώς, και χωρίς η αναφορά μου που ακολουθεί να υπέχει δεσμευτικό χαρακτήρα στην όποια, μελλοντική, ενδεχομένως, κρίση επί όμοιου ζητήματος, ότι, αν ο παράγοντας επιτυχίας η αποτυχίας της έφεσης κρινόταν ουδέτερος, όπως στην περίπτωση που δεν θα ήταν δυνατή η οποία σχετική πρόγνωση, η πλάστιγγα, στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, θα έγερνε υπέρ της εγκρίσεως της επίδικης αίτησης και κατά συνέπεια της εκδόσεως διατάγματος αναστολή της εκτέλεσης της συνοπτικής απόφασης, καθότι η εκτέλεσή της επιβάλλει την εγκατάλειψη του γραφείου από τις εναγόμενες και ειδικότερα τις εναγόμενες 1 και 2, οι οποίες, σε αυτό, διεξάγουν τις εργασίες τους, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της έφεσης, καθότι, πολύ πριν την περάτωση της, οι εναγόμενες θα είχαν ήδη εγκαταλείψει το γραφείο. Με δεδομένη την πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την τύχη της επίδικης αίτησης και τον λόγο που κατέληξα σε αυτή, παρέλκει ανάγκη να αιτιολογήσω περαιτέρω την πιο πάνω παρεμφερή αναφορά μου, δια της παράθεσης της συλλογιστικής μου ως προς το μη βάσιμο των σχετικών λόγων ένστασης που προώθησε ο ενάγοντας . Με δεδομένα τα ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο