Χρίστος Χαραλάμπους ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 319/2022, 1/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A415 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 319/2022 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: Χρίστος Χαραλάμπους Αιτητής/Εφεσείοντας V Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 1 Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Σκορδής (κος) με Ιωαννίδου (κα) Για Καθ΄ ης η αίτηση: Παπακώστα (κα) ΑΠΟΦΑΣΗ (δοθείσα αυθημερόν) Με την υπό εξέταση έφεση/αίτηση (στο εξής «η αίτηση»), ο εφεσείοντας/αιτητής (στο εξής «ο αιτητής»), επιδιώκει τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» (στο εξής «η ειδοποίηση ΙΑ»), ημερομηνίας 17/06/2022, η οποία επιδόθηκε, μέσω ιδιώτη επιδότη, προσωπικά σε αυτόν στις 26/06/2022, μέσω της οποίας ενημερώνεται ότι στις 09/09/2022 θα διενεργηθεί πλειστηριασμός για σκοπούς εκποίησης συγκεκριμένου ακινήτου του, επί του οποίου ενεγράφη υποθήκη προς όφελος της εφεσίβλητης/Καθ΄ ης η αίτηση (στο εξής «η Καθ΄ ης η αίτηση»). Δεν καθίσταται ανάγκη να προβώ σε λεπτομερή καταγραφή του περιεχομένου της αίτησης και του μαρτυρικού υλικού που την υποστηρίζει, ενόψει των δηλώσεων των συνηγόρων των μερών κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, μέσω των οποίων τα επίδικα ζητήματα περιορίστηκαν κατά πολύ[1]. Εκείνο που στην ουσία παρέμεινε προς εξέταση και προβάλλεται από τον αιτητή είναι ότι, ενόψει των προνοιών του άρθρου 62 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965, Νόμος 9/1965 (στο εξής «ο Νόμος»)[2], και του σχετικού ισχυρισμού που προβάλει τούτος (ο αιτητής), οι πρόνοιες του Νόμου που, διαφορετικά, θα επέτρεπαν την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, τελούσαν και τελούν ακόμα υπό αναστολή, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται να ζητά τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, αφενός γιατί σήμερα που επιδιώκεται η διενέργεια του πλειστηριασμού, παραμένει σε ισχύει η εν προκειμένω αναστολή, και αφετέρου γιατί, η ρηθείσα αναστολή τελούσε σε ισχύ και κατά τον χρόνο που επιδόθηκαν οι προβλεπόμενες υπό του Νόμου ειδοποιήσεις από την Καθ΄ ης η αίτηση. Κάθε άλλος προβαλλόμενος λόγος έφεσης, ρητά (στη βάση των τοποθετήσεων της συνηγόρου του αιτητή) εγκαταλείφθηκε. Στην αντίπερα όχθη, είναι η θέση της Καθ΄ ης η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διατάξει τον παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης ΙΑ, καθότι ο αιτητής, με τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό μορφή μαρτυρίας, δεν απέσεισε το βάρος που φέρει για να αποδείξει ότι όντως, την επίδικη περίπτωση περιβάλλουν τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που την εντάσσουν εντός της εμβέλειας των προνοιών του άρθρου 62 του Νόμου, ώστε να νομιμοποιείται να επικαλείται την εκεί προβλεπόμενη αναστολή της εφαρμογής των σχετικών προνοιών του. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό, εν είδει υπενθύμισης, ότι, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των δηλώσεων των συνηγόρων των μερών κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, δεν αμφισβητείται η ιδιότητα της Καθ΄ ης η αίτηση ως ενυπόθηκος δανειστής και του αιτητή ως πρόσωπο που δυνάμει του Νόμου δύναται να προωθεί την επίδικη αίτηση. Ούτε αμφισβητείται, πλέον, ότι οι προβλεπόμενες από τον νόμο ειδοποιήσεις έχουν επιδοθεί νομοτύπως. Το μόνο επίδικο ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτημα είναι το ανωτέρω αναφερόμενο, και δη κατά πόσο, κατά τον χρόνο που επιδόθηκαν οι προβλεπόμενες από τον Νόμο ειδοποιήσεις, αλλά και σήμερα που επιδιώκεται να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, η εφαρμογή των σχετικών με την διενέργεια του πρόνοιες του Νόμου τελούν ή όχι υπό αναστολή. Αμφότερες οι πλευρές προς υποστήριξη των θέσεων τους απέστειλαν, ηλεκτρονικά, γραπτές αγορεύσεις που είχαν ετοιμάσει πριν τον περιορισμό των επιδίκων ζητημάτων και ζήτησαν όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη μόνο το μέρος τους εκείνο που άπτεται των περιορισμένων πλέον εγειρόμενων θεμάτων, το οποίο έχω μελετήσει με προσοχή και κατά συνέπεια, προχωρώ ευθείς αμέσως να εξετάσω το βάσιμο ή μη των λόγων έφεσης που προβάλει ο αιτητής. Κρίνεται σημαντικό, εξαρχής, να σημειωθεί ότι, πολλάκις, έχει αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων, αλλά και στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Α. Παπακοκκίνου, Πολ. Εφ. 110/2019, απόφαση ημερ. 18.02.2020) ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου οφειλέτη, μέσω του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου, να επιδιώξει τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, μπορεί να ασκηθεί μόνο στη βάση των επτά λόγων που, εξαντλητικά, αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ωστόσο, με δεδομένη την θέση του αιτητή περί αναστολής εφαρμογής του Νόμου, λόγω των όσων προνοούνται στο άρθρο 62 τούτου, καθίσταται ξεκάθαρο ότι, αν τούτη γίνει δεκτή, η επιζητούμενη θεραπεία θα πρέπει να αποδοθεί, έξω και ανεξάρτητα από τους ειδικούς λόγους που προνοούνται στο εν λόγω άρθρο. Εν πάση περιπτώσει, με την τυχόν αποδοχή της σχετικής θέσης του αιτητή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι, η επίδοση των σχετικών Ειδοποιήσεων σε χρόνο που οι πρόνοιες που τις προβλέπουν βρίσκοντο υπό αναστολή, δεν ήταν δέουσα, και κατά συνέπεια, να μπορεί η εισήγησή του να υπαχθεί στις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(β) του Νόμου, στη βάση των οποίων είναι επιτρεπτός ο παραμερισμός της Ειδοποίησης ΙΑ αν τούτη «δεν έχει δεόντως επιδοθεί». Με δεδομένο ότι η επίκληση της αναστολής της εφαρμογής του Νόμου προβάλλεται ως λόγος έφεσης από τον αιτητή, αλλά και το ότι, οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου τυγχάνουν, γενικά, εφαρμογής, και μόνο αν κάποιος αποδείξει ότι η περίπτωση του εντάσσεται εντός της εμβέλειας των προνοιών του άρθρου 62 του Νόμου μπορεί να επικαλεστεί την αναστολή της εφαρμογής τους, καθίσταται έκδηλο ότι το βάρος να αποδείξει ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι εν λόγο πρόνοιες του Νόμου που επιτρέπουν την διενέργεια του συγκεκριμένου πλειστηριασμού, φέρει ο αιτητής. Έχω ανατρέξει στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση (κανένα από τα επισυναπτόμενα σε αυτή Τεκμήρια δεν είναι σχετικό με το υπό συζήτηση θέμα), και η μόνη σχετική με το θέμα αναφορά, απαντάτε στη παράγραφο 5 τούτης, και έχει ως εξής «Το ως άνω ακίνητο είναι φάρμα στη κτηνοτροφική περιοχή Γερίου, με 5 υποστατικά μέσα και λειτουργεί με αρκετά ζώα μέσα, με προσωπικό περί τα 2-3 άτομα και κύκλο εργασιών πιο κάτω από 500,000 ευρώ. Συνεπώς είναι εισήγηση μου και ως έχω νομική συμβουλή ότι το ακίνητο εμπίπτει εντός του όρου επαγγελματική στέγη ως αυτός προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία. Με κάθε σεβασμό προς την σχετική εισήγηση του Αιτητή, το ανωτέρω μαρτυρικό υλικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές για σκοπούς απόσεισης του σχετικού βάρους που τον βαραίνει. Πρόκειται για εντελώς αόριστο ισχυρισμό, από τον οποίο ελλείπουν εκείνες οι αναγκαίες αναφορές οι παραπομπές, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την βάση για έλεγχο της ορθότητας του, πόσο μάλλον όταν, αφενός η Καθ΄ ης η αίτηση δεν αποδέχεται τούτο, και αφετέρου, μέσω του, ο αιτητής επιχειρεί να ανατρέψει τα δεδομένα που προκύπτουν από τις σχετικές με την επίδικη εκποίηση πρόνοιες Νόμου. Ως προς την ανάγκη, διάδικος που επικαλείται ουσιώδη ισχυρισμό για τον οποίο φέρει ο ίδιος το βάρος απόδειξης της ορθότητας του (ο οποίος, ισχυρισμός, αν γίνει δεκτός, ανατρέπει τα δεδομένα που επιβάλλονται από Νόμο), να παρουσιάζει επαρκή μαρτυρία προς υποστήριξη του και να μην περιορίζεται σε γενικές αρνήσεις ή γενικές και αόριστες αναφορές, χρήσιμα είναι τα όσα σχετικά σημειώθηκαν στην υπόθεση Nakery Trading Ltd κ.α. v. Χαράλαμπου Σιαηλή κ.α., Πολ. Έφ. 343/2010, απόφαση ημερομηνίας 23/12/2015, ECLI:CY:AD:2015:A871, όπου αναφέρθηκε ότι «απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία η οποία όντως να καταδεικνύει το βάσιμο τέτοιου ισχυρισμού, που στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει», μαρτυρία, που ως σημειώθηκε ήδη, ελλείπει και στην υπό εξέταση περίπτωση. Κατά συνέπεια, με δεδομένο το γεγονός ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να εντάξει την περίπτωση του εντός της εμβέλειας των προνοιών του άρθρου 62 του Νόμου, οι λοιπές πρόνοιες του Μέρους VIA τούτου που επιτρέπουν στην Καθ' ης η Αίτηση να κινεί τις διαδικασίες για διενέργεια του επίδικου πλειστηριασμού, τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Έχοντας επίσης ως δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται η νομιμότητα των επιδόσεων των σχετικών ειδοποιήσεων από την Καθ΄ ης η αίτηση, καθώς επίσης και ο ισχυρισμός της ότι, κατά τα λοιπά, πάντα σε σχέση με τον επίδικο πλειστηριασμό, ενήργησε ως η εν σχετικές πρόνοιες του Νόμου ορίζουν, προκύπτει ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αίτησης και κατά συνέπεια τούτη απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλουν να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] Οι σχετικές τοποθετήσεις των συνηγόρων για περιορισμό των επιδίκων ζητημάτων έγιναν μέσω επικοινωνίας τους στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. [2] Κατά τα έτη 2021 και 2022, εντός των οποίων επιδόθηκαν οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «ΙΑ», για σκοπούς αναστολής της εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου, σε σχέση με επαγγελματική στέγη του χρεώστη, ο ετήσιος κύκλος εργασιών της επιχείρησης δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει, αρχικά, τα €2.000.000 (βλέπε τροποποιητικό Νόμο 98
(1)/2021) και ακολούθως €750.000 (βλέπε τροποιητικούς Νόμους 82
(1)/2022 και 147
(1)/2022), καθώς επίσης - κατά το χρόνο που σε ισχύ ήταν οι πρόνοιες του τροποποιητικού Νόμου 98
(1)/2021 - επιπροσθέτως θα έπρεπε να απασχολεί λιγότερο των
(10)δέκα εργαζομένων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο