ΝΙΚΗ ΑΝΔΡΕΑ κ.α. ν. ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΓΓΛΕΖΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1952/21, 22/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A410 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1952/21 Μεταξύ:
- ΝΙΚΗ ΑΝΔΡΕΑ
- ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντες Και ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΓΓΛΕΖΟΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 22 Ιουνίου, 2022 Για τους Ενάγοντες 1 και 2: κ. Χρ. Νεοφύτου Για τον Εναγόμενο: κ. Θ. Παπαθεοδώρου Ενδιάμεση απόφαση Η απαίτηση Με την υπό ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγοντες 1 και 2 (ζεύγος) ζητούν διάφορες θεραπείες εναντίον του Εναγομένου, με κυριότερη την εγγραφή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/Σχ.3045W1, Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ], στο οποίο έχει ανεγερθεί διώροφη κατοικία 3 υπνοδωματίων εμβαδού 138 μέτρα (στο εξής το επίδικο ακίνητο) στο όνομά τους, αποδίδοντας στον τελευταίο ιδιότητα εμπιστευματοδόχου τους. Επιζητούνται, επίσης, προφανώς υπό διαζευκτική μορφή, θεραπείες αποζημιώσεων, ίσες με την αξία του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης και επιπρόσθετες στη βάση ισχυρισμού ότι κατέβαλαν προς αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά. Η μονομερής αίτηση Με την αγωγή, η οποία σημειώνεται ότι άρχισε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση, στη βάση της οποίας επιζητούντο διάφορα προσωρινά διατάγματα, με κύριο στόχο τη διατήρηση της εγγραφής, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση, του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Εναγομένου μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής (στο εξής «η μονομερής αίτηση»). Το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, ικανοποιήθηκε από το μαρτυρικό υλικό που υποστήριζε την μονομερή αίτηση και στις 09/08/21, εξέδωσε, μονομερώς, το υπό στοιχείο Α αιτούμενο διάταγμα, δια του οποίου ο Εναγόμενος διατάχθηκε όπως μη αποξενώσει, διαθέσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει, πωλήσει ή οικειοποιηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το επίδικο ακίνητο μέχρι της τελικής εκδικάσεως της αγωγής (στο εξής «το διάταγμα»). Οι λοιπές αιτούμενες, με την μονομερή αίτηση, θεραπείες, δεν αποδόθηκαν μονομερώς και δόθηκε οδηγία του Δικαστηρίου όπως σε σχέση με αυτές η κυρίως αίτηση επιδοθεί. Η εκδοχή των Εναγόντων Δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της εκδοχής των Εναγόντων. Καθίσταται ωστόσο αναγκαίο, με συνοπτικό τρόπο, να γίνει σχετική αναφορά, ώστε να είναι ευχερέστερα κατανοητή η παρούσα απόφαση. Εκείνο που στην ουσία οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την μονομερή αίτησή τους, αλλά και της Έκθεσης Απαίτησης, που στο μεταξύ καταχωρήθηκε, είναι ότι, εξ αρχής επιθυμούσαν να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο από τον εργολάβο που το ανήγειρε, πλην όμως η τράπεζα στην οποία αποτάθηκαν δεν τους δανειοδοτούσε εν όψει οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Για τον λόγο αυτό, αποτάθηκαν στον Εναγόμενο, με τον οποίο η Ενάγουσα είναι συγγενής (ξάδελφος) και με τον οποίον αμφότεροι οι Ενάγοντες διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις, ώστε να παρουσιαστεί αυτός στην τράπεζα ως προστιθέμενος αγοραστής του επίδικου ακινήτου και να δανειοδοτηθεί σχετικώς. Ήταν δε η περαιτέρω κατανόηση των διαδίκων όπως, η όποια δόση δανείου θα καταβάλλεται από τους Ενάγοντες, καθώς επίσης και κάθε έξοδο που σχετίζεται με το επίδικο ακίνητο. Με τον τρόπο αυτό, ο Εναγόμενος δανειοδοτήθηκε από την τράπεζα και ακολούθως αγόρασε το επίδικο ακίνητο, το οποίο και ενεγράφη στο όνομά του, πλην όμως, από την απόκτησή του, κατοικείται, ανελλιπώς, από τους Ενάγοντες, οι οποίοι και καταβάλλουν κάθε έξοδο σχετιζόμενο με αυτό, καθώς επίσης και, μηνιαίως, τη δόση του δανείου. Ήταν, στη βάση πάντα της εκδοχής των Εναγόντων, ξεκάθαρος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ότι η εγγραφή τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου, δεν καθιστούσε αυτόν πραγματικό ιδιοκτήτη τούτου, παρά μόνο καταπιστευματοδόχο τους, ο οποίος, νοουμένου ότι οι Ενάγοντες θα εκπλήρωναν όλους τους όρους της συμφωνίας, θα είχε υποχρέωση, κατά την εξόφληση του τραπεζικού χρέους, να μεταβιβάσει σε αυτούς το επίδικο ακίνητο. Στο πλαίσιο της πιο πάνω συνεννόησης, σε κάποιο στάδιο, μεταξύ των Εναγόντων από τη μία και του Εναγομένου από την άλλη, υπεγράφη συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου από τον τελευταίο στους πρώτους για συγκεκριμένο τίμημα πώλησης, και αυτό προς επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων υπό τα οποία και αποκτήθηκε αρχικά το επίδικο ακίνητο από τον Εναγόμενο. Αποτελεί επιπρόσθετη θέση των Εναγόντων ότι εκπλήρωσαν κάθε υποχρέωσή τους έναντι των συμφωνηθέντων με τον Εναγόμενο και ότι ο τελευταίος δεν νομιμοποιείτο, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, να απαλλαχθεί από τις υποχρεώσεις του ως καταπιστευματοδόχος έναντί τους. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος, όλως αιφνιδίως, τους ενημέρωσε ότι σκοπεύει να πωλήσει το ακίνητο, και με σκοπό να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και η μονομερής αίτηση με στόχο να διατηρηθεί η εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου μέχρι την περάτωση της αγωγής. Η ένσταση στην μονομερή αίτηση Ο Εναγόμενος μετά την επίδοση της αγωγής, της μονομερούς αίτησης και του διατάγματος, καταχώρησε ένσταση, στα πλαίσια της οποίας προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς. Η εκδοχή του Εναγομένου Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την ένσταση, η εκδοχή του Εναγομένου είναι ότι ουδέποτε αποδέχτηκε, ή συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και των Εναγόντων δια της οποίας να αποκτά ιδιότητα καταπιστευματοδόχου έναντι τους. Τουναντίον, το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε από αυτόν κατόπιν σχετικής δανειοδότησης, χωρίς την οποιανδήποτε προγενέστερη συνεννόηση με τους Ενάγοντες. Σε κάποιο στάδιο, που είχε οικονομική ανάγκη, υπόγραψε με τους Ενάγοντες συμφωνία για να τους πωλήσει το επίδικο ακίνητο έναντι συγκεκριμένης τιμής (διαφορετική από αυτή που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες), πλην όμως οι τελευταίοι δεν κατάφεραν να καταβάλουν οποιαδήποτε χρήματα έναντι της αγοράς. Ωστόσο κατοίκησαν στο επίδικο ακίνητο. Εν όψει δε της αδυναμίας των Εναγόντων να το αγοράσουν, ως η μεταξύ τους συμφωνία προνοούσε, αποφασίστηκε η συνομολόγηση νέας συμφωνίας, ενοικίασης αυτή τη φορά του επίδικου ακινήτου στους Ενάγοντες, συμφωνία η οποία, κατά τον Εναγόμενο, επενεργεί και ως ακυρωτική της συμφωνίας πώλησης του. Έκτοτε οι Εναγόμενοι καταβάλλουν το ενοίκιο. Είναι, κατά συνέπεια, η θέση του Εναγομένου ότι, το γεγονός ότι, μετά τη ρήξη των σχέσεων των διαδίκων, οι Ενάγοντες, ως ενοικιαστές του επίδικου ακινήτου, καταβάλλουν κατευθείαν το ενοίκιο στον συνδεδεμένο με το δάνειο λογαριασμό, δεν σημαίνει ότι οι τελευταίοι αποπληρώνουν το δάνειο, ως ισχυρίζονται. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγομένου ότι, εξ αρχής, υπήρχε συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων ότι θα πωλήσει κάποια στιγμή το επίδικο ακίνητο, πράγμα που αποφάσισε να πράξει εν όψει των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει τη δεδομένη στιγμή, εξ ου και ενημέρωσε προς τούτο τους Ενάγοντες, οι οποίοι διαμένουν σε αυτό ως ενοικιαστές. Η επίδικη αίτηση Των πιο πάνω διαδικασιών, ακολούθησε, από πλευράς των Εναγόντων, η καταχώρηση της επίδικης αίτησης, με την οποία επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση 9 απαντητικών και/ή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, με σκοπό να τοποθετηθούν επί των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 1 ‑ 48 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση[1], οι οποίες ένορκες δηλώσεις, αν και εφόσον δοθεί η σχετική άδεια του Δικαστηρίου, θα ετοιμαστούν από 9 διαφορετικά πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται. Επιζητείται, επίσης, η έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η αντεξέταση του Εναγομένου (ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση). Τέλος, επιζητείται και η έκδοση διατάγματος, με το οποίο να καλείται η μητέρα του Εναγομένου να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και «να δώσει / εξήγηση ή και εξηγήσεις» επί των όσων φέρεται να ανέφερε προς τον Εναγόμενο στη βάση σχετικού ισχυρισμού του τελευταίου στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην μονομερή αίτηση (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Την επίδικη αίτηση υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις των Εναγόντων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων, στην ουσία, αναλώνεται για να απαντηθούν ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί της μονομερούς αίτησης. Στη βάση των όσων εκεί (των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση) αναφέρονται, οι Ενάγοντες, επιδιώκουν να καταθέσουν τέσσερις ένορκες δηλώσεις από τους γονείς τους, μέσω των οποίων, οι τελευταίοι, δια σχετικών αναφορών τους, θα υποστηρίξουν την εκδοχή των Εναγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διαφορά των διαδίκων. Πρόκειται για τα Τεκμήρια Α ‑ Δ της μίας εκ των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, τα οποία αφορούν σε δείγματα των ενόρκων δηλώσεων που θα κατατεθούν στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα παραχωρήσει τη σχετική άδεια. Επιθυμούν επίσης, να καταθέσουν δύο άλλες ένορκες δηλώσεις, ομνύοντες των οποίων θα είναι οι δύο συνέταιροι της εργοληπτικής εταιρείας από την οποία αγοράστηκε το επίδικο ακίνητο, με σκοπό, μέσω τους, να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός τους αναφορικά με τις συνθήκες αγοράς του ακινήτου και ότι στην πραγματικότητα, εξ αρχής, σκοπός ήταν να αγοραστεί το ακίνητο από τους Ενάγοντες και όχι από τον Εναγόμενο. Επιθυμούν, επίσης, όπως κατατεθεί μία ένορκη δήλωση, με ομνύοντα τον αδελφό της Ενάγουσας με σκοπό να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι, έτερη οικία που διατηρεί η ευρύτερη οικογένεια της Ενάγουσας στην περιοχή Αγλαντζιάς, έχει εγγραφή στο όνομά του και ότι επ' αυτής έχει εγγραφεί επικαρπία των γονέων της Ενάγουσας εφ' όρου ζωής. Και αυτό με σκοπό να απαντηθεί σχετική αναφορά του Εναγομένου στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί της μονομερούς αίτησης, που θέλει τη συγκεκριμένη οικία να μπορεί να αποτελέσει χώρο διαμονής των Εναγόντων και κατά συνέπεια οι τελευταίοι να μην νομιμοποιούνται να επικαλούνται ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που ακυρωθεί το διάταγμα. Τέλος, επιζητούν να κατατεθούν δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις των ιδίων (των Εναγόντων), στα πλαίσια των οποίων, ούτε λίγο, ούτε πολύ, σκοπεύουν να απαντήσουν επί των όσων ισχυρίζεται ο Εναγόμενος στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Όσο δε αφορά στο αίτημα για αντεξέταση του Εναγομένου, αλλά και για να δώσει εξηγήσεις η μητέρα του, εκείνο που προβάλλεται από πλευράς των Εναγόντων είναι ότι θα πρέπει να αποδοθούν οι συγκεκριμένες θεραπείες, καθότι προβάλλονται ισχυρισμοί από τα πρόσωπα αυτά, οι οποίοι δεν είναι αληθείς και θα πρέπει τούτο (το αναληθές) να αναδειχθεί μέσα από την αντεξέταση. Ένσταση στην επίδικη αίτηση Ο Εναγόμενος, προς αναχαίτηση της επίδικης αίτησης καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»). Στο κυρίως σώμα της, προβάλλονται 15 λόγοι ένστασης, οι οποίοι δεν κρίνεται αναγκαίο να καταγραφούν αυτούσιοι, περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι, στη βάση τους, επιζητείται η απόρριψη της επίδικης αίτησης επί το ότι: 1) Δεν προβάλλεται καλός λόγος που να επιτρέπει την άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών/απαντητικών ενόρκων δηλώσεων, καθότι το περιεχόμενό τους αφορά σε γεγονότα γνωστά στους Ενάγοντες από προηγουμένως, τα οποία, αν και εφόσον επιθυμούσαν να τα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, θα μπορούσαν να το πράξουν εξ αρχής. 2) Πρόκειται για γεγονότα τα οποία δεν είναι αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ένεκα της φύσης της μονομερούς αίτησης, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο δεν επιλέγει εκδοχές, ούτε και προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. 3) Στην ουσία, με την έκδοση των διαταγμάτων αντεξέτασης και/ή εξέτασης, εκείνο που προσπαθούν οι Ενάγοντες να πετύχουν είναι να αλιεύσουν μαρτυρία με σκοπό να καταστήσουν απόλυτο το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. 4) Αν αποδοθούν οι αιτούμενες με την επίδικη αίτηση θεραπείες, στην ουσία θα επιτραπεί στους Ενάγοντες να μεταβάλουν και/ή τροποποιήσουν το μαρτυρικό υπόβαθρο επί του οποίου αποφασίστηκε η έκδοση του διατάγματος. 5) Τα όσα ο Εναγόμενος προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την ένσταση επί της μονομερούς αίτησης δεν αποτελούν γεγονότα μη γνωστά στους Ενάγοντες και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιούνται οι τελευταίοι να θέτουν ως βάση το περιεχόμενο της ρηθείσας ένορκης δήλωσης του Εναγομένου για σκοπούς απόδοσης των θεραπειών της επίδικης αίτησης. 6) Εν πάση περιπτώσει, τα όσα επιζητούν οι Ενάγοντες να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε με τις συμπληρωματικές / απαντητικές ένορκες δηλώσεις, είτε μέσω της αντεξέτασης του Εναγομένου ή εξέτασης της μητέρας του, δεν είναι αναγκαία για την απόφαση του Δικαστηρίου επί της μονομερούς αίτησης, καθότι, δεν προσθέτουν, ούτε προσδίδουν οτιδήποτε το διαφορετικό στα όσα ήδη προβάλλονται προς υποστήριξή της. 7) Ο τρόπος σύνταξης της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, καθώς επίσης και των προτεινόμενων συμπληρωματικών/απαντητικών ενόρκων δηλώσεων αντίκειται και/ή βρίσκεται σε σύγκρουση με τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διέπει τον τρόπο σύνταξης και γενικότερα το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. 8) Οι αιτούμενες θεραπείες, τόσο σε σχέση με τις συμπληρωματικές/απαντητικές ένορκες δηλώσεις, όσο και για σκοπούς αντεξέτασης του Εναγομένου και/ή εξέτασης της μητέρας του, προωθούνται με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται και χωρίς να δίδεται στο Δικαστήριο ο λόγος και/ή καλύτερα ο σκοπός που θα εξυπηρετηθεί με την απόδοση των θεραπειών της επίδικης αίτησης. 9) Η ειδική θεραπεία για σκοπούς κλήτευσης της μητέρας του Εναγομένου δεν μπορεί να αποδοθεί στη βάση των νομικών προνοιών επί των οποίων εδράζεται η επίδικη αίτηση. 10) Γενικότερα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομοθεσία και η σχετική νομολογία για να αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Εναγομένου, στην οποία, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τους λόγους έντασης, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, ακολουθώντας και αυτός την τακτική των Εναγόντων, δηλαδή, με αναφορά στις παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, προβάλλει τη σχετική αντίστοιχη θέση του. Ακροαματική διαδικασία Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ο συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε ότι εγκαταλείπει τις υπό στοιχεία Β ‑ Ζ αιτούμενες, με την μονομερή αίτησή, θεραπείες και ότι μοναδικό επίδικο για τη ρηθείσα αίτηση ζήτημα αποτελεί το κατά πόσο το διάταγμα θα ακυρωθεί ή θα καταστεί απόλυτο. Στη βάση της δήλωσης αυτής, ο συνήγορος του Εναγομένου, ζήτησε όπως η ένσταση επί της επίδικης αίτησης, καθώς επίσης και η αγόρευσή του, ληφθούν υπόψη με γνώμονα, πλέον τα εντελώς περιορισμένα, ζητήματα της μονομερούς αίτησης. Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υιοθετώντας, έκαστος, το περιεχόμενο της δικής του αγόρευσης. Νομική πτυχή Όπως προκύπτει από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για το κατά πόσο θα παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι οι ακόλουθοι: θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω καταχώρηση. Πρόθεση να απαντήσει ο αιτητής, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε ισχυρισμούς του άλλου μέρους ή για να προβεί σε κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με αρχικούς του ισχυρισμούς (νοουμένου ότι οι απαντήσεις ή διευκρινίσεις αυτές κρίνονται αναγκαίες από το Δικαστήριο) ή για να θέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιθυμητό από το δικαστήριο να τεθούν ενώπιον του, έτσι που να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, δυνατόν να αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Αν, από την άλλη, ο αιτητής επιδιώκει, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του, να επαναλάβει αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ανεπίτρεπτη μαρτυρία ή για να απαντήσει απλά σε ότι προβάλλεται από τον αντίδικό του (όταν κάτι τέτοιο δεν κρίνεται σημαντικό για την κρίση επί της κυρίως αίτησης ή διαδικασίας), τότε, άνευ άλλου, δεν θα παραχωρηθεί η εν λόγω άδεια. Είναι για αυτό το λόγο που είναι επιθυμητό όπως ο αιτητής που ζητά άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να θέτει με ξεκάθαρο τρόπο και με κάθε σαφήνεια τους λόγους για τους οποίου ζητά την εν λόγω άδεια και να αναφέρει και/ή τουλάχιστον να περιγράψει με απαραίτητη επάρκεια την προτεινόμενη να εισαχθεί μαρτυρία (το βέλτιστο θα ήταν να επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του, την σκοπούμενη να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση), έτσι που να δύναται το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για την οποία ζητείται η άδεια, είναι δικαιολογημένο και/ή επιτρεπτό και/ή επιθυμητό να βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου όταν θα εξετάζει την κυρίως αίτηση ή διαδικασία. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο κινδυνεύει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, της οποίας το περιεχόμενο είναι άγνωστο και η οποία δυνατόν να εμπεριέχει ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία δεν είναι, ούτε επιτρεπτό, ούτε επιθυμητό, να βρίσκονται ενώπιον του, με κίνδυνο να περιπλακούν τα πράγματα. (βλ. A. MESSIOS & SONS LTD κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ
(2010)1(Α) A.A.Δ. 195, Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. για έκδοση διατάγματος της φύσεως Certiorari, Prohibition και Mandamus
(2008)1 Α.Α.Δ. 510, και Έφεση 29/2014 μεταξύ Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου ημερομηνίας 3.11.2016). Στη Κόκκινου (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι «To ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα». Το ζήτημα του πως ασκείται η διακριτική εξουσία ενός Δικαστηρίου όταν αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τούτο προς υποστήριξη αίτησης με την οποία επιδιώκεται η έκδοση ή οριστικοποίηση προσωρινών διαταγμάτων (ως η υπό εξέταση περίπτωση), απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πούλλα Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Π.Ε.312/2010 ημερομηνίας 17.7.2014, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά. «Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, στην υπόθεση Κόκκινου (ανωτέρω), κάνει αναφορά, υιοθετώντας το, φυσικά, στο μόλις πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Κουππά (ανωτέρω). Έπειτα προβαίνει και στην εξής παρατήρηση. «Δεν υπάρχει βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος». Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα του για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Αναφορικά, τώρα με το κατά πόσο ένα Δικαστήριο θα εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την αντεξέταση ενός ομνύοντα, εκείνο που προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς επίσης και από σχετική αγγλική βιβλιογραφία είναι ότι πρόκειται για θέμα που ανάγεται στη διακριτική του εξουσία. Θα πρέπει δε να εξετάζεται και αποφασίζεται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και το Δικαστήριο, θα πρέπει να συνυπολογίζει και το κατά πόσο, με την τυχόν έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, δυνατό να προκληθεί καθυστέρηση. Σημαντικό επίσης κρίνεται, και το κατά πόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία για κρίση επί της επίδικης διαφοράς, ώστε να κρίνεται μη αναγκαία η αντεξέταση του οποιουδήποτε ομνύοντα. Εν πάση περιπτώσει, ένα τέτοιο αίτημα, θα πρέπει να προωθείται με τρόπο, που να προσδιορίζονται με κάθε σαφήνεια, αφενός οι ισχυρισμοί του ομνύοντα επί των οποίων επιθυμεί ο αιτητής να αντεξετάσει και αφετέρου ο σκοπός για τον οποίο επιζητείται η αντεξέταση. Στο τέλος της ημέρας, εκείνο που υπέχει σημασίας και το οποίο αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της κρίσης του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο, η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης ή αν προκύπτει, ως ανάγκη, λόγω κάποιας εξαιρετικής περίστασης, πάντα όμως στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Έχει ακόμα αποφασιστεί ότι, τέτοιο αίτημα, που έχει ως νομική βάση τις πρόνοιες της Δ.39, Θ. 1, θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε Αναφορικά με την Αίτηση του Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου
(2008)1Α.Α.Δ. 280, Rana Wahed Ali (Αρ. 1),
(2004)1Α.Α.Δ. 1660, Halsbury's Laws of England s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, παρα. 878, σελ. 418-419). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο που τη διέπει. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή την μονομερή αίτηση, υπό την περιορισμένη πλέον μορφή της, εν όψει της σχετικής δήλωσης του συνηγόρου των Εναγόντων περί εγκατάλειψης των υπό στοιχεία Β - Ζ αιτούμενων θεραπειών, και την επίδικη αίτηση, περιλαμβανομένου του μαρτυρικού υλικού που τις υποστηρίζει. Έχω επίσης, με την ίδια προσοχή, μελετήσει τις ενστάσεις που καταχωρήθηκαν από πλευράς του Εναγομένου, τόσο στη μονομερή αίτηση, όσο και στην επίδικη αίτηση. Σε πλήρη συμφωνία με τα όσα ισχυρίζεται ο συνήγορος του Εναγομένου, κρίνω και εγώ ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Και τούτον για διάφορους λόγους. Και εξηγώ: Με δεδομένο το γεγονός ότι με την μονομερή αίτηση το μόνο που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο θα καταστεί απόλυτο ή αν θα ακυρωθεί το διάταγμα, δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι αν επιτραπεί στους Ενάγοντες να προσθέσουν μαρτυρία, είτε μέσω των συμπληρωματικών/απαντητικών ενόρκων δηλώσεων, είτε μέσω αντεξέτασης ή εξέτασης άλλων προσώπων, τότε θα μεταβληθεί το υπόβαθρο επί του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα, κάτι, που νομολογικά ως υπεδείχθη ανωτέρω, θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εκεί που κρίνεται απόλυτα αναγκαίο. Στο βαθμό δε, που με την απόδοση οποιασδήποτε αιτούμενης, με την επίδικη αίτηση, θεραπείας, δεν θα προστεθεί μαρτυρία, και απλά θα επαναληφθούν ισχυρισμοί που προβλήθηκαν ήδη, τότε, δεν αποδεικνύεται οποιοσδήποτε καλός λόγος γιατί να αποδοθούν, καθότι δεν μπορεί η επιθυμία ενός διάδικου να επαναλάβει ήδη προβαλλόμενους ισχυρισμούς (κάτι που παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό από το περιεχόμενο των προτεινόμενων για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων) να αποτελεί καλό λόγο για να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση,. Εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιολογείται η απόδοση οποιασδήποτε εκ των αιτούμενων με την επίδικη αίτηση, θεραπειών, και γιατί δεν θα προσφέρουν στο Δικαστήριο οτιδήποτε που θα βοηθήσει τούτο για να σχηματίσει κρίση επί της τύχης της μονομερούς αίτησης. Και τούτο γιατί, ως απεδείχθη ανωτέρω στο πλαίσιο της παράθεσης της σχετικής νομικής πτυχής, εκεί που η κυρίως αίτηση αφορά σε έκδοση ή εξέταση αναφορικά με την οριστικοποίηση ή μη προσωρινών διαταγμάτων (ως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση), το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο όλων των προτεινόμενων προς καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων, αλλά και τους λόγους, στον βαθμό που είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτοί, για τους οποίους επιδιώκεται η αντεξέταση του Εναγομένου, αλλά και η εξέταση της μητέρας του[2] και, επαναλαμβάνω, σε συμφωνία με τον συνήγορο του Εναγομένου, ότι δεν βλέπω τι έχουν να προσφέρουν στο Δικαστήριο για σκοπούς σχηματισμού της κρίσης του, ως προς την τύχη της μονομερούς αίτησης, που λόγω της φύσης της θα πρέπει να αποφεύγεται η αξιολόγηση μαρτυρίας και η επιλογή εκδοχής. Καθίσταται, επομένως, ξεκάθαρο ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Κατά συνέπεια, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγω για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2, αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, ωστόσο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πρόκειται για το σύνολο των παραγράφων της εν λόγω ένορκης δήλωσης. [2] Ως επί το πλείστο τα σχετικά αιτήματα προωθούνται εντελώς γενικά και αόριστα, τόσο αναφορικά με τους ακριβείς ισχυρισμούς του εναγόμενου επί των οποίων επιζητείται να αντεξεταστεί, όσο και για το σκοπό που θα εξυπηρετηθεί από μια τέτοια εξέταση ή αντεξέταση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο