← Κύπρος

Α. Μ. υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του κηρυχθέντα ως ανίκανου προσώπου, Α. Μ. ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αριθμός Αγωγής: 4328/2011

Α. Μ. υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του κηρυχθέντα ως ανίκανου προσώπου, Α. Μ. ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αριθμός Αγωγής: 4328/2011, 20/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυΐδ, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 4328/2011 Μεταξύ: Α..... Μ....... υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του κηρυχθέντα ως ανίκανου προσώπου, Α. Μ....... Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενου Ημερομηνία: 20.09.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Χ. Ιωαννίδης με κα. Γ. Ζαχαρία για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24/06/2009, η εξέλιξη της υγείας του Α. Μ......, ο οποίος από τις 18/06/2009, είχε ήδη εισαχθεί για σκοπούς νοσηλείας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, έλαβε άσχημη τροπή. Ειδικότερα, ενώ ο ως άνω Α. Μ...... βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας υπέστη ισχαιμικό επεισόδιο, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η υγεία του να επιδεινωθεί σοβαρά, έχοντας υποστεί, ως διατείνεται η πλευρά του, ανεπανόρθωτη και μόνιμη βλάβη και ανικανότητα, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά η ποιότητα ζωής του σε όλους τους τομείς. Ειδικότερα, ως καταγράφεται στις λεπτομέρειες του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος: (
  2. i)Ο Μ....... αδυνατεί να αυτοεξυπηρετείται και είναι πλήρως εξαρτώμενος από το οικογενειακό του περιβάλλον για την ικανοποίηση των βασικών προσωπικών του αναγκών (διατροφή, προσωπική καθαριότητα και διακίνηση). Αυτή η συνειδητοποίηση της εξάρτησης του αποτέλεσαν για τον ίδιο πηγή συναισθημάτων, ανημπορίας, αχρηστίας και απαξίας. (
  3. ii)Λόγω του εγκεφαλικού έχει επηρεαστεί και/ή διαταραχθεί και/ή απωλεσθεί η ισορροπία του και κατά την βάδιση υπάρχει κίνδυνος να πέσει εάν δεν στηρίζεται και/ή αν δεν τον υποβοηθούν τρίτα άτομα και/ή η βάδιση του είναι μόνο για πολύ μικρή απόσταση περίπου τρίτα έως τέσσερα μέτρα (3-4) μέτρα. (iii) Επίσης εξαιτίας του εγκεφαλικού έχει απωλέσει τις γλωσσικές του ικανότητες (εκφραστική αφασία) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του γραπτώς και προφορικώς. Στην ουσία δεν έχει ενεργητικό λεξιλόγιο και κάνει μιμητισμό της ομιλίας χωρίς να γίνεται κατανοητός από το περιβάλλον. Επιπλέον η ικανότητα του για ανάγνωση και/ή αντίληψη γραπτών κειμένων, γραφή και για αριθμητικές πράξεις είναι πλέον ανύπαρκτη. Έχει μεγάλη δυσκολία στην κατανόηση και εκτέλεση οδηγιών και εκτελεί μόνο απλές οδηγίες μετά από αργή λεκτική επανάληψη και περιγραφική υπόδειξη της οδηγίας. Επίσης παρουσιάζει δυσκολία στην κατανόηση του εκφραστικού λόγου γεγονός που τον εμποδίζει να συμμετέχει ενεργά σε ότι συμβαίνει γύρω του. (
  4. iv)Λόγω της ανικανότητας του για σωματική άσκηση έχει επηρεαστεί ο μεταβολισμός του γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά στο μέλλον τον μεταβολισμό της γλυκόζης και το λιπιδαιμικό προφίλ εκθέτοντας τον στον κίνδυνο επιταχυνόμενης αθηροσκλήρωσης και αγγειακών επεισοδίων. (
  5. v)Περαιτέρω λόγω του εγκεφαλικού και της ανικανότητας του να αυτοεξυπηρετηθεί προέκυψε η ανάγκη για εργασιακή απασχόληση οικιακής βοηθούς και/ή φροντίστριας. (
  6. vi)Απώλεσε την εργασία του στην εταιρεία Γιώργος Κατσαφάδος Λίμιτεδ και κατέστη ανίκανος να εργαστεί ξανά. (
  7. vi)Επηρεάστηκε αρνητικά η ποιότητα της ζωής του σε όλους τους τομείς και απώλεσε κάθε ενδιαφέρον και κάθε δυνατότητα για κοινωνικές σχέσεις, ψυχαγωγία και σεξουαλική δραστηριότητα. (vii) Χρειάζεται να είναι υπό συνεχή ιατρική φροντίδα και παρακολούθηση. (viii) Έχει μειωθεί αρνητικά η αναμενόμενη μακροζωία του (expectation of life). (
  8. ix)Παρουσιάζει πλήρη και μόνιμη βλάβη στην εκπομπή λόγου. (
  9. x)Έχει μειωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η κατανόηση του σε βαθμό που να τον καθιστά μη λειτουργικό. (
  10. xi)Δεν μπορεί να αντιληφθεί απλού βαθμού έννοιες. (xii) Δεν είναι σε θέση να λάβει οποιαδήποτε απόφαση μόνος του. (xiii) Παρουσιάζει δεξιά ημιπάρεση που επηρεάζει ιδιαίτερα το άνω άκρο το οποίο δεν είναι πλήρως λειτουργικό. (xiv) Το δεξί άκρο έχει σπαστικότητα και μπορεί να περπατά μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού και χωρίς να έχει καλή ισορροπία. (
  11. xv)Χρειάζεται παρακολούθηση από νευρολόγο και φυσιοθεραπευτή εφ'όρου ζωής. (xvi) Πρέπει να βρίσκεται υπό συνεχή φροντίδα εφ' όρου ζωής." Η ως άνω δυσμενής εξέλιξη όσον αφορά την υγεία του Α. Μ....., οδήγησε τη σύζυγό του, Α...... Μ......, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας πλέον της περιουσίας του, να προχωρήσει στην καταχώριση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, μέσω της οποίας αξιώνει: «Α. Γενικές αποζημιώσεις για σοβαρές σωματικές βλάβες και μόνιμη ανικανότητα, ψυχικό τραυματισμό, οδύνη και ταλαιπωρίες. Β. Ειδικές αποζημιώσεις ύψους € 58.056,00. Γ. Γενικές αποζημιώσεις για τις μελλοντικές απώλειες απολαβών, μελλοντικά έξοδα για φυσιοθεραπεία, παροχή βοήθειας από αναγκαίες βοηθούς και/ή νοσοκόμους και για ανάγκες που θα προκύψουν ως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Δ. Νόμιμο τόκο από 18/6/09 μέχρι την τελική αποπληρωμή του ποσού της απόφασης. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επιδόσεως.» Ο Α.Μ......, ως ειδικότερα προβάλλεται στις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, γεννήθηκε στις 30/11/1948 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 60 ετών, εργαζόμενος σε ιδιωτική εταιρεία, έχοντας αφυπηρετήσει το 2003 από την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου. Διαβητικός και υπερτασικός, λάμβανε προς τούτο σχετική φαρμακευτική αγωγή, ενώ στην ηλικία των 45 ετών υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για εμφύσημα στην καρδία. Εργατικός και δραστήριος, ζούσε μία φυσιολογική ζωή όντας παντρεμένος και έχοντας δύο παιδιά, ηλικίας 32 και 30 ετών. Σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, την 18/06/2009, μετέβη στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου, όπου ανάφερε για την κόπωση και κούραση που αισθανόταν, ζήτημα για το οποίο αναφέρθηκε δύο εβδομάδες περίπου πριν στη σύζυγό του. Αποφασίστηκε η παραπομπή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο εν λόγο νοσοκομείο κρίθηκε αναγκαίο όπως ο A. Μ...... κρατηθεί ως εσωτερικός ασθενής. Ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ηλεκτροκαρδιογράφημα στο οποίο υπεβλήθη, κατέδειξε κολπική μαρμαρυγή. Στις 22/06/2009 υπεβλήθη σε υπερηχοκαρδιογράφημα, (TEE) όπου ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας διέγνωσε την ύπαρξη θρόμβου στον αριστερό κόλπο. Οι συγγενείς του Α. Μ....... ενημερώθηκαν ότι την επόμενη ημέρα θα υποβαλλόταν σε καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση με εφαρμογή ηλεκτρικού σοκ. Πράγματι, στις 23/06/2009 περί την 08:40, κατόπιν καρδιοανάταξης, ο ασθενής επανήλθε σε φλεβοκομβικό ρυθμό. Οι συγγενείς του ενημερώθηκαν ότι στην επόμενη ημέρα θα γινόταν σε αυτόν τεστ κοπώσεως και ότι στη συνέχεια ο τελευταίος θα μπορούσε να φύγει από το Νοσοκομείο. Την 24/06/2009 και κατά ή περί τις 10:30, ενώ ο A. Μ....... ανέμενε να υποβληθεί σε τεστ κοπώσεως σταμάτησε να ανταποκρίνεται, παρουσιάζοντας δεξιά ημιπληγία και αφασία. Οι συγγενείς του δεν ειδοποιήθηκαν για το πιο πάνω γεγονός, το οποίο πληροφορήθηκαν όταν τον επισκέφθηκαν, όπου και ενημερώθηκαν ότι η κατάστασή του ήταν πολύ σοβαρή, ότι κινδύνευε να πεθάνει και ότι θα έπρεπε να τον δει Νευρολόγος. Μαγνητική τομογραφία η οποία έγινε αργότερα την ίδια ημέρα, κατέδειξε ότι η βλάβη στον εγκέφαλο θα ήταν μόνιμη, αφού ο Α. Μ........ υπέστη ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Στις 29/07/2009 ο Α. Μ...... εξήλθε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και παραπέμφθηκε στο Μέλαθρο Αγωνιστών της ΕΟΚΑ, όπου και παρέμεινε για περίοδο τριών μηνών περίπου πριν επιστρέψει στην οικία του. Αποτελεί δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι το ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, που είχε αναλάβει την ιατρική περίθαλψη του Α. Μ......, παρέλειψε να καταβάλλει τέτοια δεξιότητα και επιμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, όπως θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις ένα λογικό και συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος. Αν είχε γίνει σωστή διάγνωση από το ιατρικό/παραϊατρικό προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και το περιστατικό αντιμετωπιζόταν ορθά και έγκαιρα, υποστηρίζει, τότε θα αποφεύγετο το εγκεφαλικό επεισόδιο και η πλήρης και μόνιμη ανικανότητα του Α. Μ....., ως επίσης οι άλλες συναφείς και συνεπακόλουθες ζημιές, οι οποίες με λεπτομέρεια καταγράφονται. Ο εναγόμενος, προκρίνεται, επέδειξε αμέλεια και παραβίασε τα εκ του νόμου και εκ των κανονισμών απορρέοντα καθήκοντά του, όντας υπεύθυνος για τις πράξεις και/ή παραλήψεις του νοσοκομειακού προσωπικού που εξέτασε και/ή που διέγνωσε και/ή που ήρθε σε επαφή με τον Α. Μ...... κατά την εισαγωγή του τελευταίου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του σε αυτό. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιες στην παρούσα οι προβαλλόμενες από την πλευρά του ενάγοντα λεπτομέρειες της αποδιδόμενης αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου στην υπο συζήτηση περίπτωση. Ως προβάλλεται: (
  12. i)Υπό τις συνθήκες και σύμφωνα με τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο Μ....... δεν ενδεικνυόταν και/ή δεν έπρεπε να γίνει καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock. (
  13. ii)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου αγνόησε ότι κύριο σύμπτωμα του Μ....... ήταν η κούραση. (iii) To ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου δεν έλαβε υπόψη και/ή δεν γνώριζε ότι όταν κύριο σύμπτωμα του ασθενούς είναι η κούραση αυτό είναι ενδεικτικό για θρόμβο και ότι όταν υπάρχει ενδεχόμενο θρόμβου πρώτα επιβάλλεται αντιπηκτική θεραπεία και μετά καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock. (
  14. iv)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου παρέλειψε και/ή αμέλησε να δώσει προληπτικά στον Μ....... την αντιπηκτική ουσία βαρφαρίνη προτού πραγματοποιηθεί καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock. (
  15. v)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου ενήργησαν αμελώς και/ή παρέλειψαν να ακολουθήσουν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη πρακτική και/ή λανθασμένα προχώρησαν σε καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock 24 ώρες μετά την διενέργεια ΤΕΕ και/ή χωρίς να διενεργήσουν ξανά ΤΕΕ για να αποκλείσουν την ύπαρξη θρόμβου και/ή χωρίς να χορηγήσουν προηγουμένως αντιπηκτική αγωγή, εφόσον η υποβολή σε ΤΕΕ είναι για την διαπίστωση ύπαρξης θρόμβου και σε περίπτωση που δεν διαπιστώνεται θρόμβος η ηλεκτρική καρδιοανάταξη πρέπει να γίνεται αμέσως ή σε περίπτωση που διαπιστωθεί η ύπαρξη θρόμβου τότε χορηγείται αντιπηκτική αγωγή και/ή φαρμακευτική αγωγή τύπου warfarin και/ή blood thinner για περίοδο 3-4 εβδομάδων και αμέσως μετά γίνεται εκ νέου ΤΕΕ και σε περίπτωση που δεν διαπιστωθεί θρόμβος τότε γίνεται η ηλεκτρική καρδιοανάταξη άμεσα. Μετά την διαδικασία του ΤΕΕ υπάρχει ο κίνδυνος για δημιουργία blood clots και/ή θρόμβων με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η χορήγηση αντιπηκτικών και/ή θρομβολυτικών. (
  16. vi)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου μετά την καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock αμέλησαν και/ή παρέλειψαν άμεσα και/ή εντός της περιόδου των τεσσερισήμισι (4,5) ωρών από την εκδήλωση των συμπτωμάτων του εγκεφαλικού να χορηγήσουν στον Μ....... αντιπηκιική αγωγή και/ή ανιιθρομβωιική θεραπεία και/ή να δώσουν θρομβολυτική ένεση. (vii) Το Νοσοκομείο κατά τους ουσιώδεις χρόνους δεν διέθετε εξειδικευμένο και/ή προσοντούχο και/ή κατάλληλο ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό. (viii) Το Νοσοκομείο λειτούργησε κατά τρόπο αντιεπαγγελματικό και/ή αντιδεοντολογικό και/ή αντιεπιστημονικό και αντιμετώπισε το περιστατικό με αδιαφορία και αμέλεια. (
  17. ix)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου παρέλειψαν να κρατούν ενήμερο τόσο τον Μ........ όσο και τους συγγενείς του για κάθε στάδιο εξέλιξης και επιπλοκής της υγείας του Μ......... (
  18. x)Το Νοσοκομείο γενικά απέτυχε και παρέλειψε να προσφέρει ένα σωστό και ασφαλές σύστημα υγείας για την αντιμετώπιση του περιστατικού του Μιχαηλίδη και παρέλειψε να επιδείξει την απαιτούμενη και οφειλόμενη έγκαιρη ιατρική παρέμβαση και φροντίδα. (
  19. xi)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου ενήργησαν αμελώς και/ή παρέλειψαν να χορηγήσουν αντιπηκτική αγωγή στον Μ.......... με την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. (xii) Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου παρέλειψαν να ακολουθήσουν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη πρακτική και/ή ενήργησαν αμελώς και/ή λανθασμένα προχώρησαν σε καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock χωρίς να έχουν προηγουμένως χορηγήσει στον Μ...... για περίοδο τουλάχιστον 4 εβδομάδων αντιπηκτική αγωγή. (xiii) Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου παρέλειψαν να ακολουθήσουν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη πρακτική και/ή ενήργησαν αμελώς και/ή λανθασμένα προχώρησαν σε καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock χωρίς να λάβουν υπόψιν το υψηλό ρίσκο θρομβοεμβολής λόγω του ιατρικού ιστορικού του και/ή λόγω του ότι ήταν διαβητικός και/ή υπερτασικός και/ή υπερλιπιδαιμικός και/ή χωρίς να του έχουν προηγουμένως χορηγήσει αντιπηκτική αγωγή. (xiv) Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου ενήργησαν αμελώς και/ή παρέλειψαν να ακολουθήσουν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη πρακτική και/ή λανθασμένα χορήγησαν αντιαρρυθμικά και/ή «Amiodarone» πριν να αποκλείσουν την ύπαρξη θρόμβου. (
  20. xv)Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου παρέλειψαν να ακολουθήσουν την ορθή και/ή ενδεδειγμένη πρακτική και/ή λανθασμένα παρά την διαπίστωση και/ή διάγνωση για ύπαρξη θρόμβου στον αριστερό κόλπο προχώρησαν σε καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock. (xvi) Το ιατρικό και/ή παραϊατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Νοσοκομείου παρέλειψαν μετά την καρδιοανάταξη και/ή απινίδωση και/ή εφαρμογή ηλεκτρικού shock να χορηγήσουν στον Μ....... αντιπηκτική αγωγή εφόσον τέτοια διαδικασία δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο για θρόμβο και/ή θρόμβωση και/ή θρομβοεμβολής και/ή εμβολισμό θρόμβου. Στον αντίποδα των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, προκρίνεται από την πλευρά του εναγόμενου ότι οι μόνες υποχρεώσεις του είναι οι νομοθετικώς προβλεπόμενες και ότι η παρεχόμενη ιατρική περίθαλψη περιλαμβάνει τις αναγκαίες διαγνωστικές και παρακλινικές εξετάσεις, τη χορήγηση των αναγκαίων φαρμάκων που περιλαμβάνονται στον εγκεκριμένο από το Υπουργείο κατάλογο, την περίθαλψη του ασθενούς και την ιατρική αποκατάστασή του, στην περίπτωση που τούτο είναι δυνατό. Το δε επίπεδο φροντίδας, το οποίο υποχρεούται να παρέχει, είναι το επίπεδο του μέσου ιατρού και/ή νοσηλευτή της συγκεκριμένης ειδικότητας κατά τον επίδικο χρόνο, προβάλλοντας ταυτόχρονα ότι δεν υποχρεούται να διαθέτει εξειδικευμένα κέντρα μονάδων υγείας. Σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων που ειδικότερα περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, παραπέμποντας στο ιατρικό ιστορικό του Α. Μ......, προτάσσεται ότι το ως άνω πρόσωπο, στις 18/06/2009, μετέβη στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου για συνταγογράφηση, χωρίς θωρακικό άλγος αναφέροντας παράλληλα κόπωση προ καιρού. Ο επί καθήκοντι ιατρός διέγνωσε υπερκοιλιακή ταχυκαρδία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ο Α. Μ...... να διαμετακομιστεί με ασθενοφόρο και με συνοδεία στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν κρίθηκε αναγκαίο να κρατηθεί ως εσωτερικός ασθενής, για σκοπούς περαιτέρω διαγνωστικών εξετάσεων, αφού δεν αποκλείστηκαν όλα τα ενδεχόμενα καρδιολογικής πάθησης και/ή στεφανιαίας νόσου. Στον Α. Μ........, προκρίνεται, διενεργήθηκαν όλες οι δέουσες διαγνωστικές και/ή αιματολογικές και/ή βιοχημικές και/ή ανοσολογικές εξετάσεις. Τέθηκε δε σε θεραπεία με σκοπό τη σταθεροποίηση του φλεβοκομβικού του ρυθμού, ο οποίος εναλλασσόταν. Διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα (ΤΕΕ) που διενεργήθηκε στις 22/06/2009, έδειξε τη μη ύπαρξη θρόμβων σε καμία καρδιακή κοιλότητα. Ακολούθησε, στις 23/06/2009, συγχρονισμένη καρδιοανάταξη στην παρουσία αναισθησιολόγου, αφού πρώτα λήφθηκε η ενημερωμένη συναίνεση του ασθενή, ο οποίος ενημερώθηκε για τους εγγενείς της κινδύνους. Στις 24/06/2009 υπεβλήθη σε υπερηχοκαρδιογράφημα, ενώ λόγω της ηλικίας του επρόκειτο να υποβληθεί σε δοκιμασία κόπωσης για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στεφανιαίας νόσου. Με την πάροδο του χρόνου παρουσίασε ημιπληγία και αφασία. Εν όψει τούτου, ζητήθηκε επειγόντως αξονική τομογραφία εγκεφάλου, ενώ κλήθηκε ο εφημερεύον παθολόγος, ώστε να επιληφθεί του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Απορρίπτοντας συνολικά τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων ως αποδίδονται στον εναγόμενο από την πλευρά της ενάγουσας, αποτελεί θέση του εναγόμενου ότι εφαρμόστηκε άμεσα η ιατρικά παραδεκτή, πρακτικά εφαρμόσιμη, επιστημονικά ορθή και επιβεβλημένη κάτω από τις περιστάσεις διάγνωση και θεραπευτική αγωγή και ότι το ιατρικό προσωπικό είχε επιδείξει καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του Α. Μ....... στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τη μέγιστη δυνατή ιατρική επιμέλεια. Προκρίνεται περαιτέρω, ότι η αφασία και η όποια επιδείνωση της υγείας του δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγόμενου, αλλά σε γεγονός απρόβλεπτο από οποιονδήποτε μέσο συνετό ιατρό της συγκεκριμένης ειδικότητας, ενώ η επέλευση ή/και οι συνέπειες του δεν μπορούσαν να αποτραπούν με την καταβολή εύλογης επιμέλειας. Η υπό συζήτηση περίπτωση, προκρίνεται, αντιμετωπίστηκε από τον ιατρικό και/ή άλλο προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μέσα στο πλαίσιο επιστημονικά παραδεκτής ιατρικής πρακτικής. Μετά από ενδελεχείς εξετάσεις έγινε η ορθή διάγνωση και έγιναν όλες οι επιβαλλόμενες για την περίπτωση ιατρικές ενέργειες για την αντιμετώπιση των σοβαρότατων προβλημάτων υγείας που παρουσίαζε. Τούτο, στα πλαίσια των επιστημονικών δυνατοτήτων των ιατρικών δεδομένων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η επιδείνωση της υγείας του, προβάλλεται, ήταν αναπόφευκτη. Η καρδιοανάταξη, προτάσσεται, δεν προκάλεσε το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, σημειώνοντας εν πάση περιπτώσει πως κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο Α. Μ....... παρακολουθείτο από ιατρό της επιλογής του ιδίου και/ή των συγγενών του. Παρεμβάλλεται ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας δηλώθηκε από τις πλευρές ως παραδεκτό γεγονός και αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιο, πως το ύψος των διεκδικούμενων ειδικών αποζημιώσεων, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές τυχόν μελλοντικές αποζημιώσεις, σε ποσοστό πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο ποσό των €53,156.30 (τεκμήριο 13). Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης, η πλευρά της ενάγουσας κάλεσε πέντε μάρτυρες. Ειδικότερα, την Παναγιώτα Κλείτου - Λύτρα, μεταφράστρια, τον Δρ. Shaul Atar, (Δρ. Ατάρ) καρδιολόγο, τον Δρ. Κώστα Μιχαηλίδη, νευρολόγο, την ίδια την ενάγουσα Α..... Μ....... και τη Λουκία Μακρή, Λειτουργό της Στατιστικής Υπηρεσίας. Ισάριθμοι μάρτυρες κλήθηκαν και από την πλευρά του εναγόμενου. Η Βιργινία Τριλλίδου, υπάλληλος στο ιατρικό αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ο Δρ. Μάριος Κασσιανίδη, Καρδιολόγος, ο Δρ. Κρικόρ Σιμαμονιάν, Καρδιολόγος, η Δρ. Χαρά Αζίνα, Παθολόγος ‑ Διευθύντρια Παθολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο και η Δρ. Ροζαλία Νικολάου, Καρδιολόγος ‑ Βοηθός Διευθύντρια Καρδιολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου να επαναλάβει την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία, κάνοντας ειδικότερα αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. Τούτο, όχι μόνο δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.

(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854). Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν, προβαίνοντας ασφαλώς σε ειδικότερες αναφορές στην έκταση που κρίνεται αναγκαίο στο πλαίσιο της συζήτησης ουσιαστικών ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα. Καθηκόντως, το Δικαστήριο προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα θα πρέπει να τα συναρθρώσει με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας, για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1399). Αυτονόητο είναι, βέβαια, ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσης της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Η Παναγιώτα Κλείτου‑Λύτρα, (ΜΕ1) ακαδημαϊκά προσοντούχα μεταφράστρια από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντιστρόφως, πέραν του γεγονότος ότι βοήθησε με την πιο πάνω ιδιότητα της στην παρουσίαση της μαρτυρίας του Δρ. Ατάρ, εξήγησε ότι ήταν το πρόσωπο που μετέφρασε από την ελληνική στην αγγλική και αντιστρόφως, πέραν από τη γραπτή δήλωση του Δρ. Ατάρ (Έγγραφα Α και Α1) και αριθμό άλλων εγγράφων (Τεκμήριο 1) από την ελληνική στην αγγλική για σκοπούς κατανόησης τους από τον Δρ. Ατάρ, ειδικότερα έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του ιατρικού φακέλου του Α. Μ........ στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Δρ. Ατάρ, (ΜΕ2) ειδικός στην καρδιολογία και εξωτερική παθολογία, διευθυντής του Τμήματος Καρδιολογίας σε ιατρικό κέντρο της δυτικής Γαλιλαίας, στο Ισραήλ, μετά από παράκληση της οικογένειας του Αντρέα Μιχαηλίδη, εξέτασε τον τελευταίο το 2014, ετοιμάζοντας προς τούτο έκθεση στην οποία καταγράφει τα ευρήματα και συμπεράσματά του (Έγγραφα Α και Α1). Προς τούτο, υπέδειξε, έλαβε επίσης υπόψη του διάφορα έγγραφα που αποτελούν μέρος του ιατρικού φακέλου του Α. Μ...... στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπως εκθέσεις παρακολούθησης, εκθέσεις διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος (ΤΕΕ) και αξονικής τομογραφίας και αντίγραφα ηλεκτροκαρδιογραφημάτων. Υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι η ιατρονομική του γνωμάτευση βασίζεται στις κλινικές κατευθυντήριες γραμμές του 2001 και του 2006 για τη διαχείριση κολπικής μαρμαρυγής που εκδόθηκαν από το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας (American College of Cardiology), την Αμερικάνικη Καρδιολογική Εταιρεία (American Heart Association) και την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία (European Society of Cardiology), (Τεκμήριο 5
(1),
(2),
(3)και
(4)) αποσπάσματα των οποίων έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε στο ιατρικό ιστορικό του Α. Μ......, αλλά και την ιατρική κατάσταση του τελευταίου κατά την 17.2.2014 που είχε την ευκαιρία να τον εξετάσει. Στην ως άνω έκθεση του, καταγράφει τα ευρήματα και κωδικοποιεί τα συμπέρασμά του, υποστηρίζοντας ουσιαστικά τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας όσον αφορά τον γενικότερο χειρισμό του Α. Μ......... από την πλευρά του προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Τούτο, παρά το γεγονός ότι συμφώνησε με την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι το εγκεφαλικό επεισόδιο αποτελεί εγγενή κίνδυνο για ασθενείς που πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε πως με δεδομένο ότι ο Α. Μ......., 60 ετών κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, διαβητικός και υπερτασικός, ο οποίος στην ηλικία των 40 ετών υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για το κλείσιμο ενός μεσοκολπικού ελλείμματος, θα έπρεπε να θεωρηθεί ασθενής υψηλού κινδύνου για θρομβοεμβολή (μετανάστευση των θρόμβων αίματος από την καρδιά στον εγκέφαλο). Επρόκειτο εξάλλου για ασθενή που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ως αποτυπωνόταν στο ηλεκτροκαρδιογράφημα εισαγωγής του στο νοσοκομείο, αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή που διαρκεί πέραν των 48 ωρών, πραγματικότητα που καθιστούσε τη χορήγηση αντιπηκτικού υποχρεωτική πριν από την ανάταξη. Περαιτέρω, υποστήριξε πως δεν θα έπρεπε να χορηγηθεί φάρμακο κατά της αρρυθμίας, (Amiodarone) πριν από τον αποκλεισμό θρόμβου στο ωτίο του αριστερού κόλπου. Η ανίχνευση θρόμβου στο ωτίο του αριστερού κόλπου, υποστήριξε, αποτελούσε απόλυτη αντένδειξη για καρδιοανάταξη μέσω ηλεκτρικού σοκ. Άλλωστε, συμπλήρωσε, η ως άνω ανάταξη θα έπρεπε να γίνει αμέσως μετά το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα και να χορηγηθεί αμέσως αντιπηκτικό και όχι να γίνει 24 σχεδόν ώρες μετά τη διενέργεια του σχετικού υπερηχοκαρδιογραφήματος (ΤΕΕ) χωρίς μάλιστα τη χορήγηση αντιπηκτικού. Συμπλήρωσε, επί τούτου, ότι σε ασθενείς με τη συγκεκριμένη αρρυθμία, ο αποκλεισμός θρόμβου στο ωτίο του αριστερού κόλπου δεν αποτελεί εγγύηση ότι αυτό θα παραμείνει «καθαρό» από θρόμβους αίματος για πάντα. Περαιτέρω, αποτέλεσε θέση του ότι οι θεράποντες ιατροί δεν αντέδρασαν κατάλληλα ως προς το εγκεφαλικό επεισόδιο του Α. Μ........ αφού δεν χορηγήθηκε στον ασθενή φάρμακο θρομβόλυσης (TPA) το συντομότερο δυνατό και εντός 4.5 ωρών μετά την έναρξη των συμπτωμάτων του εγκεφαλικού. Αποτέλεσμα των λανθασμένων και αμελών χειρισμών, υποστήριξε, η κοινωνική ζωή και η ποιότητα ζωής του ασθενή, ως ειδικότερα αναφέρθηκε κα εξήγησε, έχουν επηρεαστεί σοβαρά αφού θα αντιμετωπίζει δια βίου δυσμενείς συνέπειες ενώ το προσδόκιμο ζωής του δυνατόν να έχει μειωθεί σημαντικά. Ο νευρολόγος Κώστας Μιχαηλίδης, (ΜΕ3) ο οποίος αμέσως μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο κλήθηκε από την οικογένεια του Α. Μ......., επιβεβαίωσε το γεγονός ότι επισκέφθηκε τον τελευταίο κατ' επανάληψη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αναφέρθηκε γενικότερα στη νευρολογική εικόνα που το εν λόγω πρόσωπο παρουσίαζε αμέσως μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο στις 24.06.2009 και εξακολουθεί να παρουσιάζει, υιοθετώντας σχετικά σημειώματα που ετοίμασε προς τούτο στις 3.5.2011 και 24.1.2011 (Έγγραφα Β και Β1 αντίστοιχα). Ο Α. Μ......., υπέδειξε, δεν μπορεί να μιλήσει, παράγοντας μόνο ήχους χωρίς νόημα. Έχει σημαντικά μειωμένη κατανόηση και αντίληψη, υποδεικνύοντας δεν μπορεί να χειριστεί τις προσωπικές του υποθέσεις όσον αφορά οτιδήποτε σχετίζεται με το διανοητικό κομμάτι, όντας εντελώς εξαρτώμενος από άλλα άτομα. Η δεξιά ημιπάρεση που παρουσιάζει επηρεάζει τα δεξιά άνω και κάτω άκρα, με τον ασθενή να έχει τη δυνατότητα να περπατά μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού, χωρίς καλή ισορροπία, δυνάμενος εν πάση περιπτώσει να κινείται μόνο σε μικρές αποστάσεις πηγαίνοντας από το ένα δωμάτιο του σπιτιού του στο άλλο. Πέραν της αδυναμίας εκφοράς προφορικού λόγου δεν είναι σε θέση να εκφραστεί γραπτά, ούτε μπορεί να χρησιμοποιεί γι' αυτό τον σκοπό το χέρι του. Ως αποτέλεσμα αποκατάστασης την οποία έλαβε, μπορεί να περπατήσει σε πολύ κοντινές αποστάσεις και εντός οικίας, μεταβαίνοντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο και χρησιμοποιώντας μπαστούνι. Επιβεβαιώνοντας πλέον τη μονιμότητα της κατάστασης της υγείας του, υποστήριξε ότι είναι αναγκαία η συνέχιση της φυσιοθεραπείας και εργοθεραπείας ενώ υποστήριξε ότι θα ήταν χρήσιμο αν εξακολουθούσε να βλέπει λογοπαθολόγο για σκοπούς λογοθεραπείας. Αποτέλεσε θέση του ότι η νευρολογική του κατάσταση θα παραμένει ως έχει, χωρίς προοπτική περαιτέρω βελτίωσης. Αντίθετα, με δεδομένο τον τραυματισμό του εγκεφάλου του, η νευρολογική του εικόνα δυνατό στο μέλλον να χειροτερέψει. Καταθέτοντας από το ειδώλιο του μάρτυρος η ενάγουσα, υπέδειξε ότι ο σύζυγος της, ο οποίος στην ηλικία των 40 ετών υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για φύσημα στην καρδιά, ενώ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν διαβητικός και υπερτασικός, ζούσε, λαμβάνοντας την ανάλογη φαρμακευτική αγωγή, μία απόλυτα φυσιολογική ζωή. Ονειρευόταν και έκανε σχέδια για το μέλλον, όντας εργατικός και αεικίνητος, δυναμικός και ανεξάρτητος, στον οποίο τόσο η ίδια, όσο και τα παιδιά της μπορούσαν να στηριχτούν. Τις τελευταίες εβδομάδες πριν τις 18.6.2009, παραπονείτο ότι κουραζόταν πολύ εύκολα. Αυτός ήταν και ο λόγος που την εν λόγω ημερομηνία θα επισκεπτόταν τη γιατρό του στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου. Όταν ο σύζυγος της εισήχθη στον καρδιολογικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, μεταφερόμενος με ασθενοφόρο από το Κέντρο Υγείας Στροβόλου, οι γιατροί την ενημέρωσαν ότι αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή, με τον Δρ Κασσιανίδη να την καθησυχάζει, εξηγώντας της πως πρόκειται για αρρυθμίες, που αποτελούν συνηθισμένη κατάσταση για τους καρδιολόγους. Κατά το στάδιο της παραμονής του στο νοσοκομείο, ήταν πρόσχαρος και ευδιάθετος. Στις 23.6.2009, επισκεπτόμενη το μεσημέρι τον σύζυγο της στο νοσοκομείο, ενημερώθηκε ότι υπεβλήθη ήδη σε καρδιοανάταξη, μέθοδος όπως της αναφέρθηκε που ακολουθείται για να βοηθηθεί η καρδιά «να φύγει από τις αρρυθμίες» και η οποία γίνεται σε ανθρώπους με κολπική μαρμαρυγή. Ο σύζυγος της, τον οποίο συνάντησε, φαινόταν ευδιάθετος και ζωηρός. Στην ίδια κατάσταση τον άφησε και το πρωί της 24.6.2009 όταν τον συνάντησε πριν μεταβεί στην εργασία της. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, όταν επέστρεψε στο νοσοκομείο, αντιλήφθηκε τον τελευταίο να είναι ξαπλωμένος με απλανές βλέμμα και χωρίς να ανταποκρίνεται. Ενημερώθηκε από ειδικευόμενους γιατρούς ότι ο σύζυγος της υπέστη εγκεφαλικό. Σε ερώτηση της εάν αυτό που προκάλεσε το εγκεφαλικό ήταν η καρδιοανάταξη, ο γιατρός Κασσιανίδης ενοχλημένος αντέδρασε θυμωμένα, αναφέροντας της ότι αυτό δεν είχε σχέση, και ότι μπορούσε να συμβεί. Εν πάση περιπτώσει στην ίδια δεν εξηγήθηκε ποτέ οτιδήποτε σε σχέση με την καρδιοανάταξη. Συνεννοούμενη με οικογενειακή γιατρό, κλήθηκε ο Δρ Κώστας Μιχαηλίδης, νευρολόγος, ο οποίος αργά το απόγευμα στις 24.6.2009 επισκέφθηκε τον σύζυγο της. Κατά την εξέταση του από τον εν λόγω γιατρό, ο σύζυγος της δεν ανταποκρινόταν σε οποιαδήποτε εντολή. Δεν είχε έκφραση, φαινόταν χαμένος, ενώ δεν μπορούσε να ελέγξει το σώμα του. Στις 29.7.2009, ο σύζυγος της έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο, ενώ παράλληλα εισήχθη στο Μέλαθρον Αγωνιστών ΕΟΚΑ, όπου και παρέμεινε για περίοδο 3 μηνών για σκοπούς αποκατάστασης. Την 01.11.2009, ο σύζυγός της αποχώρησε από το Μέλαθρον Αγωνιστών ΕΟΚΑ, χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση της κατάστασης του, ενώ οι θεραπείες συνεχίζονταν. Αναφέρθηκε στις δύσκολες στιγμές και καταστάσεις που η ίδια και η οικογένεια της βίωσαν και βιώνουν ως αποτέλεσμα της κατάστασης της υγείας του συζύγου της, υποδεικνύοντας ότι αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί, όντας πλήρως εξαρτώμενος από το οικογενειακό του περιβάλλον για την ικανοποίηση βασικών προσωπικών του αναγκών (διατροφή, προσωπική καθαριότητα και διακίνηση). Τούτο, εξήγησε, δημιούργησε την ανάγκη για εργασιακή απασχόληση φροντίστριας σε μόνιμη καθημερινή βάση. Λόγω του εγκεφαλικού, υπέδειξε, έχει διαταραχθεί, ανάμεσα σε άλλα και η ισορροπία του κατά τη βάδιση. Αυτός ήταν και ο λόγος που τον Οκτώβριο του 2017 στην προσπάθεια του να βαδίσει κοντινή απόσταση έπεσε, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα της δεξιάς κνήμης και περόνης και χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Ο σύζυγος της, υπέδειξε, δεν μπορεί να γράψει ή να διαβάσει, ούτε να μιλήσει, ενώ κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τις επαναλαμβανόμενες συλλαβές που εκφέρει. Ούτε μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα του και τι νιώθει. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, υπέδειξε, και τις αδυναμίας επικοινωνίας μαζί του, έχει αποξενωθεί από τους πάντες, βυθιζόμενος σε απέραντη θλίψη. Πολλά βράδια, σημείωσε, τον ακούει να κλαίει. Η Λουκία Μακρή, (ΜΕ5) εργοδοτούμενη στη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος παρέθεσε πίνακα με τα δεδομένα που τηρούνται στην υπηρεσία της σε σχέση με την προσδοκώμενη διάρκεια ζωής ανδρών στην Κύπρο που γεννήθηκαν το 1948, την ημερομηνία δηλαδή γέννησης του Α. Μ...... (Τεκμήριο 10). Αφού αναφέρθηκε στη μεθοδολογία των εκτιμήσεων που προβαίνει γενικότερα η υπηρεσία της για το ζήτημα του προσδόκιμου ζωής, υπέδειξε ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που διατηρούνται στην υπηρεσία της, εάν ένας άνθρωπος το 2018 ήταν 70 ετών, θα είχε αναμενόμενη μέση επόμενη ζωή, ακόμη 15 έτη. Η μάρτυρας εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το προσδόκιμο ζωής ειδικά του Α. Μ......, ούτε να συνεκτιμήσει για την κατάληξη σ' αυτό τις διάφορες ασθένειες που ο τελευταίος αντιμετώπιζε, και το γεγονός ότι είχε υποβληθεί σε επέμβαση διόρθωσης μεσοκολπικής επικοινωνίας της καρδίας. Ο πίνακας που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, εξήγησε, είναι γενικότερος, χωρίς η ίδια να μπορεί να επιβεβαιώσει το προσδόκιμο ζωής του συγκεκριμένου προσώπου. Πρώτη μάρτυρας για την πλευρά του εναγόμενου, κλήθηκε η Βιργινία Τριλλίδου, εργαζόμενη στο Τμήμα Φύλαξης των φακέλων στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η μάρτυς, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου πιστό αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του Α. Μ....... ως αυτός διατηρείται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, με αριθμημένα σ' αυτό 184 έγγραφα (Τεκμήριο 11). Παράλληλα έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ψηφιακό δίσκο που αφορά αποτελέσματα εξετάσεων του ως άνω ασθενούς, τα οποία κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
  1. Σήμερα, υπέδειξε, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, υπάρχει σύστημα παρακολούθησης της κίνησης ενός ιατρικού φακέλου, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι η πιο πάνω πρακτική και σύστημα ακολουθείτο το 2008 και το
  2. Ο Μάριος Κασσιανίδης, Βοηθός Διευθυντής Καρδιολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από το 1996 μέχρι την παραίτηση του, στις 02/09/2012, αποτέλεσε τον δεύτερο μάρτυρα, ο οποίος κλήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου. Αναφέρθηκε γενικότερα στην κατάσταση της υγείας του Α. Μ....... και στα προβλήματα που αυτός αντιμετώπιζε, παραπέμποντας τόσο στον ιατρικό φάκελό του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, (Τεκμήριο 11), όσο και στον σχετικό φάκελό του ως άνω ασθενή που τηρείτο στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου, (Τεκμήριο 14). Υιοθετώντας γραπτή του δήλωση, (Έγγραφο Δ), υπέδειξε ότι ο Α. Μ........, στις 18/06/2009, επισκέφτηκε το Κέντρο Υγείας Στροβόλου στα πλαίσια συνηθισμένης επίσκεψης για ανανέωση συνταγής του για λήψη φαρμάκων. Με δεδομένο ότι παρουσίασε υπερκοιλιακή ταχυκαρδία χωρίς ενοχλήσεις και υψηλό σφυγμό, (143/λεπτό), ενώ χειρισμός Valsava για σκοπούς επανα οράς σε φλεβοκομβικό ρυθμό δεν είχε ανταπόκριση, παραπέμφθηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (ΤΑΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, με διάγνωση ότι δυνατόν να είχε φλεβοκομβική ταχυκαρδία ή κολπικό πτερυγισμό. Ενόψει του γεγονότος ότι τα προβλήματα ταχυκαρδίας εξακολουθούσαν, εισήχθη στην Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για περαιτέρω εξετάσεις. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι η περίπτωση του συγκεκριμένου ασθενή αφορούσε κολπική μαρμαρυγή, υπέδειξε ότι ο τελευταίος παρουσίαζε νεοεμφανιζόμενο κολπικό πτερυγισμό, για την αντιμετώπιση του οποίου ακολουθήθηκαν τα σχετικά ιατρικά πρωτόκολλα και κατευθυντήριες γραμμές. Παρά την αναφορά σε διάφορες περιπτώσεις στον ιατρικό φάκελο του ως άνω ασθενή (Τεκμήριο 11) σε κολπική μαρμαρυγή, επέμενε ότι σε κανένα καρδιογράφημά του δεν εντοπίζεται τούτη. Με δεδομένο ότι στον εν λόγω ασθενή διενεργήθηκε διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα χωρίς να διαπιστωθεί οποιοσδήποτε θρόμβος, ο τελευταίος ενημερώθηκε για την σκοπούμενη ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό με ηλεκτρικό ρεύμα. Τούτο και έγινε στις 23/06/2009, στην παρουσία αναισθησιολόγου. Στο μεταξύ, ο ασθενής ήταν πλήρως καλυμμένος, αφού λάμβανε αντιθρομβωτική θεραπεία, ήτοι ασπιρίνη, σημειώνοντας παράλληλα ότι σε κάποιο στάδιο του χορηγήθηκε και αντιπηκτικό φάρμακο (Clexan). Μετά την επιτυχία του εγχειρήματος και την επάνοδο του ασθενή σε φλεβοκομβικό ρυθμό, την επομένη, ήτοι στις 24/06/2009, προγραμματίστηκε τεστ κοπώσεως. Αναμένοντας προς τούτο, ειδικότερα στις 10:30 π.μ, ο Α. Μ....... παρουσίασε δεξιά ημιπληγία και αφασία, εξέλιξη που ως εξήγησε είναι δυνατόν να προκύψει σε περιπτώσεις του είδους. Με δεδομένο ότι ασθενείς με εγκεφαλικά επεισόδια αναλάμβανε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Παθολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείο Λευκωσίας, κλήθηκε γιατρός παθολόγος για να αντιμετωπίσει το περιστατικό. Δηλώνοντας ενήμερος για τη διενέργεια θρομβόλυσης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ήδη από το 1996, υποστήριξε ότι για την εφαρμογή της συγκεκριμένης θεραπείας σε περιπτώσεις εγκεφαλικού επεισοδίου απαιτείται εξειδικευμένη ομάδα, η οποία να καθοδηγείται από νευρολόγους και εντατικολόγους. Σημειώνοντας ότι θρομβολυτικά χρησιμοποιούνται και από τους καρδιολόγους για την αντιμετώπιση καρδιολογικών προβλημάτων, ήταν κάθετος ότι το 2009, δεν χορηγείτο στην Κύπρο το φάρμακο TPA για τη θρομβόλυση αγγειακού εγκεφαλικού θρομβικού επεισοδίου. Εν πάση περιπτώσει, συμπλήρωσε, με δεδομένο ότι η θρομβόλυση δεν φαίνεται να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, πλέον φαίνεται να προτιμούνται άλλες μέθοδοι που σχετίζονται με αναρρόφηση του θρόμβου. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, εφόσον ο ασθενής λάμβανε αντιπηκτικό φάρμακο, (Clexan) τούτο ήταν απαγορευτικό να υποβληθεί σε θρομβόλυση για την αντιμετώπιση του εγκεφαλικού επεισοδίου. Εάν το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη ο ασθενής, υπέδειξε, ήταν απότοκο της καρδιοανάταξης στην οποία υπεβλήθη, τούτο θα έπρεπε να εμφανιζόταν αμέσως μετά τη διενέργειά της. Παρά το γεγονός, ότι για την αντιμετώπιση της κατάστασής του λήφθηκε υπόψη η κλινική εικόνα του ασθενή στο σύνολό της, ειδικότερα ότι ήταν διαβητικός και υπερτασικός, με κακή χοληστερόλη, όντας χειρουργημένος 20 χρόνια πριν για επιδιόρθωση μεσοκολπικής επικοινωνίας, υπέδειξε ότι η «Λυδία λίθος» για την καρδιοανάταξη, χωρίς την αναγκαιότητα να δοθούν αντιπηκτικά, υπήρξε το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, (ΤΕΕ) μέσω του οποίου δεν εντοπίστηκε οποιοσδήποτε θρόμβος. Εξήγησε επί τούτου πως παρά το γεγονός ότι στα αποτελέσματα του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος (Έγγραφα 161 και 162 του Τεκμηρίου 11) καταγράφεται ότι εντοπίστηκε μάζα, εντούτοις, ο ιατρός που διενήργησε τη σχετική εξέταση τον διαβεβαίωσε ότι τούτο οφειλόταν σε λάθος και ότι το σχετικό υπερηχοκαρδιογράφημα ήταν «πεντακάθαρο». Συμφωνώντας με τη θέση ότι στην περίπτωση που εντοπιζόταν θρόμβος, δεν θα έπρεπε να γίνει καρδιοανάταξη, αλλά να χορηγηθεί στον ασθενή φαρμακευτική αγωγή, εκτός από ασπιρίνη, ειδικότερα αντιπηκτικά όπως ηπαρίνη και βαρφαρίνη, τουλάχιστον για έναν μήνα, και στη συνέχεια να γινόταν εκ νέου διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο θρόμβος ή η μάζα είχε φύγει, υπέδειξε πως στην υπο συζήτηση περίπτωση στο τέλος της ημέρας ο ασθενής ήταν καλυμμένος τόσο με τη χορήγηση αντιθρομβωτικού - αντιαιμοπεταλικού φαρμάκου, (ασπιρίνης) όσο κα αντιπηκτικού φαρμάκου, (ηπαρίνης) ειδικότερα Clexan. Ο καρδιολόγος Κρικόρ Σιμαμονιάν, (MY3) ειδικευμένος στη διενέργεια υπερηχογραφημάτων στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ήταν το πρόσωπο που διενήργησε το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα στον Α. Μ....... στις 22/06/
  3. Ετοίμασε προς τούτο σχετική έκθεση, την οποία εντόπισε και αναγνώρισε στο αντίγραφο του ιατρικού φάκελου του ως άνω προσώπου (σελίδες 161 και 162 του Τεκμηρίου 11). Παρέπεμψε επίσης σε απεικονίσεις της σχετικής εξέτασης (σελίδες 163 και 164 του Τεκμηρίου 11 και Τεκμήριο 16). Ο συγκεκριμένος ασθενής, υπέδειξε, «μπαινόβγαινε» σε διάφορες υπερκοιλιακές αρρυθμίες. Συμφωνώντας ότι κατά την εισαγωγή του αντιμετώπιζε κολπικό πτερυγισμό, αποτέλεσε θέση του πως τη στιγμή που ο ίδιος διενεργούσε το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα βρισκόταν σε κατάσταση κολπικής μαρμαρυγής. Συμφώνησε ότι σε περίπτωση που συνεχιζόταν η κολπική μαρμαρυγή υπήρχε πράγματι η πιθανότητα να δημιουργηθεί θρόμβος, διαφώνησε ωστόσο με τη θέση του Δρ. Ατάρ, καθ' ον χρόνο o τελευταίος σχολιάζοντας τις ως άνω απεικονίσεις εισηγήθηκε ότι υπήρχε πιθανότητα να παρουσιάζουν θρόμβο. Υιοθετώντας γραπτή δήλωσή του, (Έγγραφο Ε), υπέδειξε ότι η αναφορά στην ως άνω έκθεση του για ύπαρξη μάζας είναι αποτέλεσμα «τυπογραφικού λάθους», εξηγώντας ειδικότερα ότι κατά λάθος ο ίδιος πάτησε το σχετικό κουμπί στο ειδικό μηχάνημα. Αντίθετα, υπέδειξε, δεν εντόπισε ούτε μάζα, ούτε θρόμβο, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον Δρ. Κασσιανίδη. Ούτε απεικονίστηκε στο πλαίσιο της πιο πάνω εξέτασης «πυκνός καπνός», ένδειξη επίσης, για τους λόγους που εξήγησε, να μην γίνει καρδιοανάταξη. Εξηγώντας την έκθεση και τα ευρήματά του, παρέπεμψε στις σχετικές φωτογραφίες ‑ απεικονίσεις, υποστηρίζοντας ότι με δεδομένο τον εντοπισμό σε αυτές ροής αίματος στο ωτίο, καταδεικνύεται ότι η αρρυθμία που ο ασθενής αντιμετώπιζε ήταν καινούργια, σημειώνοντας πως εάν η αρρυθμία ήταν παλαιά, η ροή θα έπρεπε να ήταν πάρα πολύ μικρή ή να μην υπήρχε καθόλου. Με βάση το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα (ΤΕΕ), υπέδειξε, το ωτίο ήταν πεντακάθαρο και οι ταχύτητες σε αυτό σχεδόν φυσιολογικές, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι όποιες αρρυθμίες αντιμετώπισε δεν είχαν επηρεάσει, ούτε είχαν προκαλέσει θρόμβο. Δυστυχώς, υπέδειξε, βίντεο του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος (ΤΕΕ), το οποίο με άνεση θα αποδείκνυε τις αναφορές του, χάθηκε κατά το στάδιο αναβάθμισης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, τυχόν θρόμβος που βρίσκεται στην καρδία, θα φύγει μόλις αναταχθεί ο ασθενής, προκαλώντας, ανάλογα πού θα πάει (στην περίπτωση πάντα που ο οργανισμός μέσω αντιθρομβωτικών μηχανισμών που διαθέτει, δεν τον διαλύσει) εγκεφαλικό, έμφραγμα νεφρού κλπ. Εάν πράγματι υπήρχε θρόμβος, υποστήριξε, το εγκεφαλικό επεισόδιο θα συνέβαινε αμέσως μετά την καρδιοανάταξη στον ασθενή και όχι την επόμενη ημέρα. Άλλωστε, υποστήριξε, η καρδιοανάταξη διενεργήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και πάντως εντός 24 ωρών μετά τη διενέργεια του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος και ενώ ο ασθενής λάμβανε σχετική φαρμακευτική θεραπεία. Αποτέλεσε θέση του ότι οι 24 ώρες που είχαν μεσολαβήσει, εντάσσονται στις καλές πρακτικές που υιοθετούνται από τις καρδιολογικές εταιρείες τόσο της Αμερικής, όσο και της Ευρώπης. Η διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, Χαρά Αζίνα, αποτέλεσε την επόμενη μάρτυρα για την πλευρά του εναγόμενου (ΜΥ4). Υιοθετώντας γραπτή της δήλωση, (Έγγραφο Στ), επιβεβαίωσε το γεγονός ότι το 2009, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ασθενείς που παρουσίαζαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο τύγχαναν εισαγωγής και παρακολούθησης στην Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου. Σήμερα, υπέδειξε, τα εγκεφαλικά επεισόδια υπάγονται στη Νευρολογική Κλινική του νοσοκομείου. Κατά τον επίδικο χρόνο, σημείωσε, παρά το γεγονός ότι στις κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση ασθενών που παρουσίαζαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο περιλαμβάνεται και η θρομβόλυση με τη χορήγηση φαρμάκων κατηγορίας r-TPA, τόσο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όσο και γενικότερα στην Κύπρο δεν χρησιμοποιούντο τα πιο πάνω φάρμακα ως θεραπεία για τη θρομβόλυση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Τούτο, παρά το γεγονός ότι φάρμακα κατηγορίας r-TPA υπήρχαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και χορηγούνταν για την αντιμετώπιση άλλων παθήσεων. Πρόκειται για θεραπεία, υποστήριξε, που για την εφαρμογή και χορήγηση της απαιτείται η ύπαρξη ειδικής και εκπαιδευμένης ομάδας, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα πως το γεγονός ότι ένας γιατρός χρησιμοποιεί φάρμακα που χρησιμοποιούνται και σε άλλες ειδικότητες, δεν του επιτρέπει τη χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου φαρμάκου σε ασθενείς άλλης ειδικότητας. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, ακόμα και αν χορηγείτο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας η ως άνω θεραπεία για τη θρομβόλυση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, με δεδομένο ότι ο συγκεκριμένος ασθενής λάμβανε ασπιρίνη ή και αντιπηκτικό Clexan, 48 ώρες πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων του εγκεφαλικού επεισοδίου, δεν ενδεικνυόταν η θρομβόλυση με τη χορήγηση του θρομβολυτικού φαρμάκου r-TPA. Παρέπεμψε προς τούτο σε σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες (μεταξύ άλλων Τεκμήρια 24 και 25). Συμφωνώντας ότι η πρόκληση εγκεφαλικού επεισοδίου αποτελεί μία πιθανή εμπλοκή της καρδιοανάταξης, σημείωσε ότι οι θεράποντες ιατροί κατά τον ουσιώδη χρόνο έπρεπε να λειτουργήσουν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, ακολουθώντας την ενδεδειγμένη θεραπεία που τότε υπήρχε και χρησιμοποιείτο. Επέμενε ότι κατά τον επίδικο χρόνο και σύμφωνα με τα φάρμακα που οι ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας είχαν στη διάθεσή τους για την αντιμετώπιση των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, στον Α. Μ........ παρασχέθηκε η δέουσα θεραπεία. Εξάλλου, συμπλήρωσε, ο ιδιώτης νευρολόγος, ο οποίος εκτίμησε τον ασθενή την ίδια ημέρα με τον συνάδελφό της παθολόγο που εφημέρευε, δεν κατέγραψε οποιανδήποτε άλλη ενδεδειγμένη θεραπεία. Εξηγώντας ότι η χορήγηση της ασπιρίνης γίνεται για προληπτικούς λόγους χωρίς να αποτελεί υποκατάστατο άλλης θεραπείας αγγειακού επεισοδίου, υπέδειξε παράλληλα ότι τούτο δεν σημαίνει πως όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν ασπιρίνη δεν θα υποστούν εγκεφαλικό επεισόδιο. Άλλωστε, σημείωσε, οργανισμός που υπέστη αγγειακό επεισόδιο εντός 24 μέχρι και 72 ωρών αποτελεί τούτο επιβαρυντικό παράγοντα να υποστεί και δεύτερο τέτοιο επεισόδιο. Τελευταία μάρτυρας για την πλευρά του εναγόμενου κλήθηκε η Δρ. Ροζαλία Νικολάου, Βοηθός Διευθύντρια Καρδιολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Υιοθετώντας γραπτή της δήλωση, (Έγγραφο Ζ) υποστήριξε, (εδράζοντας όπως εξήγησε τη θέση της στο σύνολο των καρδιογραφημάτων που εντοπίζονται στον ιατρικό φάκελο του Α. Μ......) ότι ο τελευταίος εισήχθη στο καρδιολογικό τμήμα του ως άνω νοσοκομείου με τη διάγνωση της υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για κολπικό πτερυγισμό. Εξηγώντας ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες που ισχύουν για ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, μπορούν να επεκτείνονται και στους ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό, σημείωσε ότι ειδικότερα η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί αρρυθμία που συνδέεται με αυξημένο μακροχρόνιο ρίσκο για ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή ανεπάρκεια και θνησιμότητα. Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε, θρομβοεμβολικό ρίσκο υπάρχει και στην περίπτωση του κολπικού πτερυγισμού, παρά το γεγονός ότι είναι μικρότερο από ότι στην κολπική μαρμαρυγή. Υποδεικνύοντας ότι η καρδιοανάταξη αποτελεί μία αποδεχτή θεραπεία για την αντιμετώπιση τόσο της κολπικής μαρμαρυγής όσο και του κολπικού πτερυγισμού, παρέπεμψε προς τούτο σε σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής και Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας για την αντιμετώπιση τέτοιων αρρυθμιών. Εξηγώντας τον τρόπο πιθανής δημιουργίας ενός θρόμβου, υπέδειξε ότι η πρόληψη ενός ισχαιμικού επεισοδίου μπορεί να γίνει είτε με φάρμακα, είτε με τον αποκλεισμό του αριστερού ωτίου μέσω χειρουργικής επέμβασης, είτε με καθετηριασμό. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται, ανάλογα πάντα με τον κίνδυνο που ο κάθε ασθενής αντιμετωπίζει, είναι η ασπιρίνη και τα αντιπηκτικά, έχοντας πάντα κατά νου το ρίσκο για εγκεφαλικό επεισόδιο και αιμορραγίας. Παραπέμποντας επίσης σε σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες (Τεκμήριο 5
(2)) υπέδειξε ότι η διαστρωμάτωση του κινδύνου για εγκεφαλικό/ισχαιμικό επεισόδιο, γίνεται με τη διενέργεια υπερηχοκαρδιογραφήματος ή και διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος ή/και με τη χρήση ανάλογων κλινικών παραμέτρων σε συνδυασμό, όπως το CHADS score. Το γεγονός ότι ο Α. Μ......., με την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τέθηκε σε θεραπεία με ασπιρίνη, ως αντιθρομβωτικό, με βάση τα δεδομένα του ως ασθενή, αποτελούσε κατά τη μάρτυρα αποδεκτό θεραπευτικό σχήμα. Ομοίως, υποστήριξε ότι ορθά υπεβλήθη σε διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα πριν υποβληθεί σε ηλεκτρική καρδιοανάταξη, ως άλλωστε προβλέπουν τούτο σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες. Παραπέμποντας προς τούτο σε κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με την πρόληψη θρομβοεμβολικού επεισοδίου σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, (τεκμήρια 5
(1)και 5
(2)) σημείωσε ότι τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει να εξετάζεται μόνο αν ο ασθενής πάρει αντιπηκτική αγωγή (όπως η ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους), η αρρυθμία έχει εμφανιστεί λιγότερο από 48 ώρες ή το διοισοφάγειο έχει αποκλείσει την παρουσία θρόμβου. Υποστήριξε, με παραπομπή στις ως άνω οδηγίες, πως καρδιοανάταξη που καθοδηγείται από τα αποτελέσματα διοισοφάγειου, έχει παρόμοια έκβαση με τη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής. Ααφερόμενη στα αποτελέσματα σχετικού διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος του Α. Μ........., ειδικότερα στην κατάδειξη της ακεραιότητας του μεσοκολπικού διαφράγματος, την απουσία θρόμβου στο ωτίο και την καταγραφή ταχυτήτων ροής σε αυτό μεγαλύτερης από 40 εκατοστόμετρα ανά δευτερόλεπτο, ότι ενδεικνυόταν η διενέργεια της καρδιοανάταξης. Αποτέλεσε επίσης θέση της πως το γεγονός ότι η ανάταξη επιχειρήθηκε σε διάστημα 24 ωρών από τη διενέργεια του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος, δεν αποτελεί υπέρμετρο χρόνο. Με δεδομένο δε ότι ο κίνδυνος θρομβοεμβολής, ως εξήγησε, συνεχίζει να υφίσταται και μετά την επαναφορά του ρυθμού σε φυσιολογικό μέσω της καρδιοανάταξης, ορθά χορηγήθηκε στον ασθενή ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους υποδορίως (Clexan) και μετά την καρδιοανάταξη. Η αφασία, υποστήριξε, όπως και οποιοδήποτε άλλο νευρολογικό σύμπτωμα μετά την καρδιοανάταξη, αποτελεί όντως εγγενή κίνδυνο, ακόμη και αν χορηγηθεί αντιπηκτική αγωγή. Όσον αφορά την αντιμετώπιση του εγκεφαλικού επεισοδίου, υπέδειξε ότι η χορήγηση θρομβόλυσης (TPA) δεν εμπίπτει στα καθήκοντα του καρδιολόγου, παρά το γεγονός ότι χρήση θεραπείας θρομβόλυσης (TPA) γίνεται από τους καρδιολόγους στο πλαίσιο της αντιμετώπισης περιπτώσεων οξέως εμφράγματος μυοκαρδίου. Αποτέλεσε επίσης θέση της πως η χορήγηση του ως άνω φαρμάκου για την αντιμετώπιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, θα πρέπει να γίνεται σε κέντρο με τις απαραίτητες ευκολίες και εντός μίας καλά οργανωμένης υπηρεσίας και κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού με δυνατότητες παρακολούθησης και ελέγχου για επιπλοκές. Παρά το γεγονός, σημείωσε, πως κατά τον επίδικο χρόνο δεν χορηγείτο ως θεραπεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας θρομβόλυση (TPA) για την αντιμετώπιση ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμα ήταν εφικτή η χορήγησή της, με δεδομένο ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ο ασθενής λάμβανε ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους από την προηγούμενη μέρα, τούτο, από μόνο του, ήταν αρκετό για να αποκλείσει τη χορήγηση θεραπείας θρομβόλυσης. Παρέπεμψε προς τούτο σε σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες και στο ρίσκο εγκεφαλικής αιμορραγίας. Σχολιάζοντας περαιτέρω τη διακοπή της χορήγησης ασπιρίνης στις 24/06/2009, όπως και τη διακοπή της ηπαρίνης (Clexan) αμέσως μετά την εκδήλωση του εγκεφαλικού επεισοδίου, παραπέμποντας στα ευρήματα αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας του Α. Μ....... που ακολούθησαν και στον κίνδυνο αιμορραγικής μετατροπής του ισχαιμικού εμφράκτου που ο Α. Μ...... αντιμετώπιζε, υπέδειξε ότι τούτο ορθώς έγινε, μέχρι τον αποκλεισμό εγκεφαλικής αιμορραγίας. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά τόσο στην προφορική αλλά και στη γραπτή μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει - όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661 - δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί εξάλλου, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης, (ανθρώπινης βεβαίως) για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη ή και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με μικροαντιφάσεις), η ειλικρίνεια και ο τρόπος αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Έχοντας κατά νουν όλα όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τόσο του Δρ. Ατάρ, (ΜΕ2) και του Δρ. Μιχαηλίδη (ΜΕ3) που κλήθηκαν από την ενάγουσα, όσο και των ιατρών μαρτύρων Δρ. Κασιανίδη, Δρ. Σιμαμονιάν, Δρ. Χαρά Αζίνα και Δρ. Ροζαλία Νικολάου, (ΜΥ2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα) που κλήθηκαν από την Υπεράσπιση, στο σύνολό τους αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο ως ειδικοί - εμπειρογνώμονες μάρτυρες, στην έκταση και το βαθμό που κατέθεσαν για τα εξειδικευμένα ζητήματα του ιατρικού τους λειτουργήματος στα οποία αναφέρθηκαν. Τόσο τα αδιαμφισβήτητα ακαδημαϊκά τους προσόντα όσο και η επαγγελματική τους κατάρτιση και εμπειρία, για τα οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση, επιτρέπουν την ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω, χωρίς να σημαίνει ότι η μαρτυρία του αξιολογήθηκε στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή ότι αντιμετωπίστηκε κατά τρόπο διαφορετικό από τους υπόλοιπους μάρτυρες (βλ. Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες αρχές (Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Republic v Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 446 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1Γ ΑΑΔ 2298). Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα, αναμφίβολα η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία οι ως άνω μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους. (βλ. Μιτσιγιώργη και άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 746). Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 27-35, πλανάται ακόμα και σήμερα η υποψία ότι οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν (βλ. Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 C.L.R. 97 και Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1). Σε σχέση ειδικότερα με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης ιατρικής μαρτυρίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Novichkova Daria v. Θέμη Βλαβή, Πολ. Έφ. 83/09, ημερ. 31.5.12: «Επί διιστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει τη μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Καθ' όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου, για την ποιότητα της μαρτυρίας της Παναγιώτας Κλείτου‑Λύτρα. Τυπική μάρτυρας στη διαδικασία, τα προσόντα της οποίας ως μεταφράστριας και το αποτέλεσμα της εργασίας της ως τέτοιας δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία της στο σύνολο της γίνεται αποδεκτή. Ομοίως, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η Λουκία Μακρή (ΜΕ5), λειτουργός της Στατιστικής Υπηρεσίας, υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα η ίδια γνώριζε για τα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε. Ο λόγος και οι εξηγήσεις της, όσον αφορά γενικότερα τη μεθοδολογία που η υπηρεσία της ακολουθεί, για την κατάληξη, στατιστικώς, στην εκτίμηση της προσδοκώμενης διαρκείας ζωής ως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 10, δεν έτυχε επίσης ουσιαστικής αμφισβήτησης. Φανερή ήταν η συναισθηματική φόρτιση, η αγωνία και η αναστάτωση της ενάγουσας Α....... Μ......... για την εξέλιξη της υγείας του συζύγου της και τη δυσμενή κατάσταση στην οποία αυτός περιήλθε. Ωστόσο, έχοντας κατά νου την εικόνα της καθ' ον χρόνο κατέθετε από το ειδώλιο του μάρτυρος, τις αναφορές και τοποθετήσεις της, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι δεν επέτρεψε στα πιο πάνω συναισθήματά της να επηρεάσουν την μαρτυρία της, μεταφέροντας στο Δικαστήριο, κατά τρόπο γενικευμένο, γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τόσο όσο αφορά την εξέλιξη των γεγονότων κατά το χρόνο της νοσηλείας του συζύγου της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας κατά τον ουσιώδη με την υπο συζήτηση υπόθεση χρόνο, όσο και την πραγματική εικόνα της κατάστασης της υγείας του, στις ουσιαστικές της τουλάχιστον παραμέτρους. Οι θέσεις της, άλλωστε, όσον αφορά τα αποτελέσματα του εγκεφαλικού επεισοδίου που δεν αμφισβητείται ότι υπέστη ο σύζυγος της στις 24.06.2009, σε μεγάλο βαθμό φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από την τεθείσα υπόψη του Δικαστηρίου ιατρική μαρτυρία. Αποδεκτή γίνεται επίσης η θέση της όσον αφορά την ενημέρωση της οποίας η ίδια έτυχε για την κατάσταση που αντιμετώπιζε ο σύζυγός της καθ' ον χρόνο νοσηλευόταν στο Γεννικο Νοσοκομείο Λευκωσίας, ότι δηλαδή οι αρρυθμίες που ο σύζυγος της παρουσίαζε, ήταν αποτέλεσμα της κολπικής μαρμαρυγής που αντιμετώπιζε και ότι τούτο αποτελούσε συνηθισμένη περίπτωση για την Καρδιολογική Μονάδα του Γενικού Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κολπική μαρμαρυγή άλλωστε εντόπισε και κατέγραψε στην έκθεση του ο Δρ. Σιμαμονιάν για το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα που διενήργησε στις 22.09.2009, το οποίο εντοπίζεται στον ιατρικό φάκελο του Α. Μ......., (τεκμήριο 11, έγραφα αρ. 162 και 163) επιβεβαιβαιώνοντας τούτο και ενόρκως ενώπιων του Δικαστηρίου. Επί τούτου, σημειώνεται πως και ο Δρ Κασσιανίδης, (ΜΥ2), παρά την επίμονη θέση του καθ' ον χρόνο κατέθετε από το ειδώλιο του μάρτυρα ότι ο Α. Μ........ βρισκόταν πάντα σε κολπικό πτερυγισμό, με χρόνο έναρξης μικρότερο από 48 ώρες, εντούτοις, στην επιστολή‑έκθεση που ο ίδιος ετοίμασε προς τον Διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής, ημερομηνίας 9.3.2012, (Τεκμήριο 20) σε χρόνο μεταγενέστερο των συμβάντων, αναφέρει ότι ο ρυθμός του ασθενή μετά που τέθηκε σε θεραπεία εναλλασσόταν σε φλεβοκομβικό ρυθμό και «ταχεία κολπική μαρμαρυγή». Κατά τον ίδιο τρόπο γίνεται αποδεκτό ότι στην ίδια δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε ειδικότερες εξηγήσεις όσον αφορά την καρδιοανάταξη στην οποία τελικά αποφασίστηκε να υποβληθεί ο σύζυγος της, (γεγονός που ως τέτοιο, ως και η ίδια παραδέχθηκε της γνωστοποιήθηκε) τον βαθμό επικινδυνότητας, τα πιθανά δυσμενή σενάρια από μία τέτοια εξέλιξη σε σχέση με την υγεία του συζήγου της και τον τρόπο αντιμετώπισης τους. Παρά την ως άνω γενικότερη θεώρηση της ποιότητας της μαρτυρίας της, σπεύδω να σημειώσω πως η θέση της ότι η επίσκεψη στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου στις 18.6.2009 ήταν αποκλειστικά το αποτέλεσμα της έντονης κόπωσης που ο σύζυγος της αισθανόταν τους προηγούμενους μήνες, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται αποδεκτό ότι ο σύζυγος της τη συγκεκριμένη και προκαθορισμένη προς τούτο ημέρα, επισκέφθηκε πράγματι το Κέντρο Υγείας Στροβόλου για σκοπούς ανανέωσης της συνταγογράφησης φαρμάκων που λάμβανε για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, όπως υπέρταση και διαβήτη, (έγγραφο 177 του τεκμηρίου 11) κατά τη διάρκεια της οποίας, παρά το γεγονός ότι δεν αισθανόταν θωρακικό άλγος εντοπίστηκε ότι αντιμετώπιζε υπερκοιλιακή ταχυκαρδία. Είναι γεγονός ότι στη συγκεκριμένη επίσκεψη, ως καταγράφεται άλλωστε σε διάφορα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ο σύζυγός της ανάφερε πράγματι ότι τους προηγούμενους μήνες κουραζόταν εύκολα, κατάσταση πάντως για την οποία, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τη Δρ. Ροζαλία Νικολάου (ΜΥ5) χωρίς να αμφισβητηθεί - αντλώντας όπως η τελευταία δήλωσε ενημέρωση προς τούτο από τον ιατρικό του φάκελο - δεν ανέφερε οτιδήποτε σε προηγηθείσα επίσκεψη του στον ιατρό. Θετική υπήρξε επίσης η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας της Βιργινίας Τριλλίδου, υπαλλήλου στο Ιατρικό Αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η μάρτυς με λόγο απλό εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο κατά το παρελθόν, ήτοι τον χρόνο που επεσυνέβησαν τα ουσιαστικά για την υπό συζήτηση περίπτωση γεγονότα, αλλά και σήμερα, διακινούνται οι ιατρικοί φάκελοι εντός του νοσοκομείου ή λαμβάνονται αντίγραφα. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η προσέγγιση και η αναγκαία για σκοπούς αξιολόγησης και κατάληξης σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα ανασκόπηση και ψηλάφηση της μαρτυρίας των ειδικών‑εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, οι οποίοι προσπάθησαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο με την επιστημοσύνη τους, παραπέμποντας ταυτόχρονα τόσο στην εμπειρία τους όσο και σε σχετικά Πρωτόκολλα και κοινά αποδεχτές Κατευθυντήριες Οδηγίες, ακολουθεί στη συνέχεια, στο πλαίσιο της εξέταση των ειδικότερων ιατρικών πρωτίστως ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα και για τα οποία φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και εισηγήσεις. Αυτονόητο είναι βέβαια ότι η προσέγγιση και η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους έγινε από το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τη μαρτυρία και τις τοποθετήσεις τους συνολικά θεωρούμενες. Πριν από την ενασχόληση με τα ειδικότερα ιατρικά ζητήματα και τα αποτελέσματά τους, ως αυτά ηγέρθησαν και απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, απασχολεί κατά προτεραιότητα η εισήγηση των συνηγόρων του ενάγοντα ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του θέσεις που εκ των υστέρων οι μάρτυρες Υπεράσπισης προέβαλαν, ειδικότερα, ότι ο ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αντιμετώπιζε ζήτημα κολπικού πτερυγισμού. Τούτο, εισηγούνται, όχι μόνο ενόψει του γεγονότος ότι δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσης του εναγόμενου, αφού στο πλαίσιο μιας γενικόλογης δικογράφησης στην Υπεράσπιση γίνεται λόγος γενικά και αόριστα για υπερκοιλιακή ταχυκαρδία με μοναδική μάλιστα διασύνδεσή της με κολπική μαρμαρυγή, αλλά και στο γεγονός ότι η ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου, καθ' ον χρόνο στο ειδώλιο του μάρτυρος βρισκόταν ο Δρ. Ατάρ, υπέβαλε σε αυτόν τη θέση, κατ' επανάληψη, ότι ο Α. Μ......... κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή, κατά τρόπο που δεσμεύει την πλευρά του εναγόμενου. Είναι γεγονός ότι μεταξύ των ιατρών που προσέφεραν την μαρτυρία τους στην διαδικασία, όσον αφορά την καρδιολογική κατάσταση του Α. Μ....... κατά τον χρόνο της εισαγωγής του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, την παραμονή και περίθαλψη του στο ως άνω νοσοκομείο αλλά και κατά τον χρόνο της επαναφοράς του σε φλεβοκομβικό ρυθμό μέσω καρδιοανάταξης με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, υπάρχει διάσταση θέσεων. Ο μεν Δρ. Aτάρ, (καρδιολόγος - εμπειρογνώμονας που κλήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας) παραπέμποντας στο ιατρικό ιστορικό, τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και σε έγγραφα του ιατρικού φακέλου του Α. Μ.......... που τέθηκαν υπόψη του, υποστήριξε ότι ο τελευταίος καθ' ον χρόνο εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στις 18.06.2009, αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή, κατάσταση μάλιστα στην οποία περιήλθε εβδομάδες προηγουμένως. Αυτό θα μπορούσε να είναι η αιτία, προέβαλε, που ο θρόμβος, πιθανότατα να διαμορφώθηκε και να βρισκόταν στο ωτίο δύο εβδομάδες προηγούμενα από την 22.06.2009. Αντίθετα, εμπειρογνώμονες που κλήθηκαν στο Δικαστήριο από την πλευρά του εναγόμενου, ειδικότερα οι Δρ. Κασιανίδης και Δρ. Ροζαλία Νικολαόυ (ΜΥ2 και ΜΥ5 αντίστοιχα) προέβαλαν τη θέση ότι ο ως άνω ασθενής αντιμετώπιζε πάντα κολπικό πτερυγισμό. Παρεμβάλλεται, ως έχει ήδη σημειωθεί, ότι ο Δρ. Κασιανίδης σε χρόνο μεταγενέστερο των συμβάντων, ειδικότερα στο πλαίσιο επιστολής - έκθεσης του για το περιστατικό προς τον Διευθυντή της Καρδιολογικής κλινικής, ημερομηνίας 09.03.2012, (τεκμήριο 20) υποδεικνύει ότι ο ρυθμός του ασθενή μετά που τέθηκε σε θεραπεία εναλλασσόταν μεταξύ φλεβοκομβικού ρυθμού και «ταχείας κολπικής μαρμαρυγής». Περαιτέρω, θέση του Δρ. Σιμαμονιάν, (ΜΕ3) ήταν πως ο ασθενής κατά τον ουσιώδη χρόνο μπαινόβγαινε σε διάφορες αρρυθμίες, επιμένοντας ωστόσο στη θέση πως κατά την ώρα που o ίδιος διενεργούσε το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα (ΤΕΕ), ήτοι στις 22.06.2009, ο συγκεκριμένος ασθενής αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή, παρά το γεγονός πως κατά το στάδιο που εισήχθη στο νοσοκομείο, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα τέθηκαν υπόψη του, παρουσιάζεται με κολπικό πτερυγισμό. Πέραν του γεγονότος, ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο με ανάλογες παραπομπές σε πρωτόκολλα και κατευθυντήριες οδηγίες τόσο της Αμερικανικής όσο και της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής εταιρείας, ότι πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για αρρυθμίες που προδιαθέτουν για θρομβοεμβολή, αποτέλεσε στο τέλος της ημέρας κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών αλλά και των ειδικών μαρτύρων που αναφέρθηκαν στο ζήτημα, ότι η κολπική μαρμαρυγή έχει σαφώς μεγαλύτερα ποσοστά θρομβογένεσης, συνδεόμενη με αυξημένο ρίσκο ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Γίνεται άλλωστε κατανοητό ότι το πιο πάνω ειδικότερο ζήτημα, αν δηλαδή ο ασθενής έχει περιέλθει σε κατάσταση κολπικής μαρμαρυγής σε χρόνο μεγαλύτερο των 48 ωρών, ως τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου, έχει να κάνει με τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του περιστατικού. Η αρχή ότι η δίκη τροχοδρομείται και διεξάγεται στη βάση των έγγραφων προτάσεων, είναι καλά εδραιωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα. Όπως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί, η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία. (βλ. μεταξύ άλλων Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Παπαγεωργίου ν. Κλάπα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Dairy King Ltd v. Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Πολ. Έφεση αρ. 272/10 ημερ. 21.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:A376). Αποτελεί άλλωστε καλά καθιερωμένη αρχή του δικονομικού δικαίου ότι ο ακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα. Στην υπεράσπιση, ως σημειώνεται στην Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του. Ως περαιτέρω δε υπεδείχθη στην εν λόγω απόφαση, γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα, χωρίς την προβολή συγκεκριμένων θέσεων εκ μέρους του εναγόμενου όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων, δεν είναι αρκετή για να δώσει την ευκαιρία στον τελευταίο να προβάλει λόγους υπεράσπισης τους οποίους προηγουμένως δεν έχει προτάξει στο δικόγραφο της υπεράσπισής του. Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, αγωγή που αφορούσε επίσης ιατρική αμέλεια, δεδομένη είναι η υποχρέωση του εναγόμενου, δυνάμει της Δ.19 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, να εγείρει με σαφήνεια τα ζητήματα που κατά τη δική του εκδοχή και θέση δεν θα επέτρεπαν στην προωθούμενη σε βάρος του αγωγή να επιτύχει. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Δικαστήριο, με παραπομπή σε σχετική επί τούτου νομολογία, υπέδειξε ότι δεν θα έπρεπε να επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας η οποία να αναφέρεται σε γεγονότα και θέσεις που προηγουμένως δεν είχαν προβληθεί στην Υπεράσπιση του εναγόμενου. Τούτο, ακόμη και αν οι μη δικογραφημένες θέσεις και γεγονότα είχαν παρεισφρήσει στη μαρτυρία χωρίς ένσταση, αφού στο δικό μας σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ο αποκλεισμός μαρτυρίας η οποία διαφαίνεται ως απαράδεχτη, αποτελεί αξίωμα και απόρροια των αρχών της δίκαιης δίκης (Ellinas v. Yianni and Others 23 CLR 22, Σάκκος v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, Παπαγεωργίου v. Κλάππα (ανωτέρω) και Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Ομοίως, στην υπόθεση Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162) με παραπομπή σε σχετική νομολογία, επαναλήφθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα και το καθήκον του Δικαστηρίου να απορρίψει μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του, είτε χωρίς είτε μετά από ένσταση, η οποία τελικά φαίνεται ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα, στις σελίδες 1168 και 1169 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υπεδείχθη ότι: «.. έχει επανειλημμένα τονισθεί ότι μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Georghiades & Another v. Patsalides & Another 24 C.L.R. 275 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 280: "This evidence was received without objection. But, now, on considering this matter, we are of the view that this part of the evidence of plaintiff 1 is inadmissible, having regard to the written settlement, and it is our duty to reject it when giving judgment, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only (Jacker v. International Cable Co., 5 T.L.R. 13; cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106; quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711, and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22.)" (Σε μετάφραση: "Η μαρτυρία λήφθηκε χωρίς ένσταση. Τώρα όμως, εξετάζοντας το θέμα, είμαστε της γνώμης ότι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 δεν είναι αποδεκτό, έχοντας υπόψη το γραπτό συμβιβασμό και είναι καθήκον μας να το απορρίψουμε όταν εκδίδουμε απόφαση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο. (Jacker v. International Cable Co., 5 T.L.R. 13; cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106; quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711; and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22)") Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι γεγονός πως στις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου, δεν προβάλλεται με την απαιτούμενη καθαρότητα η θέση ότι ο Α. Μ......., κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αντιμετώπιζε κολπικό πτερυγισμό. Αντίθετα, πέραν από τη γενικότερη αναφορά στην Υπεράσπιση ότι διαγνώστηκε με υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, η μόνη ειδικότερη αναφορά εντοπίζεται στην παράγραφο 16 (III) της Υπεράσπισης, όπου γίνεται αναφορά στην προσπάθεια ανάταξης σε φλεβοκομβικό ρυθμό με ηλεκτρική απινίδωση, «κολπικής ταχυκαρδίας/κολπικής μαρμαρυγής». Η γενικότερη αναφορά σε κολπική ταχυκαρδία, κατάσταση η οποία, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί θα μπορούσε να ήταν το αποτέλεσμα πληθώρας αιτιών, συνδεόμενη στην υπό συζήτηση περίπτωση, μέσω των δικογραφημένων θέσεων του εναγόμενου, κατά τον πιο πάνω τρόπο με κολπική μαρμαρυγή, αποτελεί πραγματικότητα που φαίνεται να εμποδίζει όπως ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο οποιαδήποτε μεταγενέστερα προσκομισθείσα μαρτυρία αναφορικά με κολπικό πτερυγισμό. Τούτο θα αποτελούσε ανακολουθία μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών της Υπεράσπισης και της μαρτυρίας που τέθηκε ενόρκως υπόψη του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας επιτράπηκε στην πλευρά του εναγόμενου να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με τα πιο πάνω ειδικότερα ζητήματα, είναι φανερό ότι η μη προβολή τους μέσω των δικογραφημένων θέσεων του κατά τον δέοντα τρόπο, δεν επιτρέπει την αποδοχή της, υπαγορεύοντας ταυτόχρονα όπως αυτή αγνοηθεί κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετική προσέγγιση, ως υποδεικνύεται από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη στο αντιπαραθετικό σύστημα διεξαγωγής της δίκης (βλ. κατ' αναλογία Christodoulou v. Sofroniou
(1987)1 C.L.R. 441). Πέραν όμως από τα πιο πάνω, ακόμα και στην περίπτωση που η ως άνω θεώρηση των πραγμάτων ήθελε θεωρηθεί, δικονομικώς, «υπερβολικά αυστηρή» έως και «τυπολατρική» και ως εκ τούτου κινούμενη σε λανθασμένη κατεύθυνση, σοβαρότερο ζήτημα φαίνεται να προκύπτει για την λήψη υπόψη της ως άνω μαρτυρίας, από τις κατ' επανάληψη υποβολές θέσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου, όσον αφορά την κατάσταση που αντιμετώπιζε ο Α. Μ........ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήτοι ότι ο ως άνω ασθενής τελούσε σε κολπική μαρμαρυγή. Πρόκειται για δηλώσεις που σύμφωνα με καλά εδραιωμένη νομολογία, δεσμεύουν την πλευρά του εναγόμενου. Η προσαγωγή από την πλευρά του εναγόμενου, εκ των υστέρων και παρά την υποβληθείσα εκ μέρους του θέση ότι ο Α. Μ........ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή, κατ' επανάληψη, κρίνεται υπό τις περιστάσεις ικανή, από μόνη της, να αφήσει την εκ των υστέρων προβληθείσα εκδοχή περί κολπικού πτερυγισμού έκθετη σε απόρριψη. (M & H Petrou & Sons Developers Ltd v. Κουκκούλη Πολιτική Έφεση αρ.18/2011, 16.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:A526 και Γενικός Εισαγγελέας v. ΕΤ. Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94). Έχει άλλωστε τη δική του σημασία επί του συζητούμενου, το γεγονός ότι η εκ των υστέρων προβαλλόμενη από μάρτυρες της υπεράσπισης θέση περί κολπικού πτερυγισμού, όχι μόνο δεν προβάλλεται με τον δέοντα τρόπο στις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου αλλά παράλληλα, ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες του ενάγοντα, ειδικότερα τον Δρ. Ατάρ αλλά και τον Δρ. Μιχαηλίδη, ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους μάρτυρες ανάλογα να σχολιάσουν και να προβάλουν τη δική τους θέση, όχι μόνο για την ύπαρξη του ή μη, αλλά και για την ενδεδειγμένη θεραπεία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί σε αυτές τις περιπτώσεις. Αντίθετα, ως ορθά υπέδειξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας, η πλευρά του εναγόμενου, μέσω των υποβολών της συνηγόρου του, πρόβαλε, διακήρυξε και αποδέχτηκε τη θέση ότι ο ασθενής αντιμετώπιζε κολπική μαρμαρυγή, με τη διαφοροποίηση ότι αυτή ήταν παροξυσμική και όχι μόνιμη, προκρίνοντας παράλληλα ότι ενίοτε, ο Α. Μ........ έμπαινε σε φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό. Των ως άνω λεχθέντων και παρά το γεγονός ότι η δικονομική τάξη των πραγμάτων δεν επιτρέπει στην υπό συζήτηση περίπτωση την προώθηση από μέρους του εναγόμενου, εκ των υστέρων, θέσεων και εκδοχής περί κολπικού πτερυγισμού, θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί πως στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την Δρ. Ροζαλία Νικολάου, (ΜΥ5) χωρίς να αμφισβητηθούν, οι κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν για ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή επεκτείνονται στην πράξη και στους ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό, αφού δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία και μελέτες για την περίπτωση του κολπικού πτερυγισμού. Επέμενε ο Δρ. Ατάρ ότι ο Α. Μ...... τελούσε σε κατάσταση κολπικής μαρμαρυγής εβδομάδες πριν από την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Συνέδεσε τούτο με το γεγονός ότι για αρκετές εβδομάδες προηγουμένως παρουσίαζε εύκολη κόπωση και κούραση, κατάσταση για την οποία παρουσιάζεται από τη σύζυγο του να παραπονείται, ενώ παράλληλα ο ίδιος φαίνεται να αναφέρει τούτο κατά την επίσκεψη του στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου. Πιθανότατα, υποστήριξε, ο θρόμβος να είχε δημιουργηθεί και να βρισκόταν ήδη στην καρδία του ως άνω ασθενή, εβδομάδες πριν από την εισαγωγή του στο νοσοκομείο. Το γεγονός τούτο, υπέδειξε, παραπέμποντας σε σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες, έχει τη δική του σημασία ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το περιστατικό από τους θεράποντες γιατρούς. Με τούτο σαν δεδομένο, υποστήριξε, δεν θα έπρεπε να γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια ανάταξης της κολπικής μαρμαρυγής σε φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό μέσω ηλεκτρικής ή φαρμακευτικής ανάταξης, χωρίς πρώτα να αποκλειστεί η ύπαρξη θρόμβου στο ωτίο του αριστερού κόλπου ή χωρίς να προηγηθεί η χορήγηση αντιπηκτικού φαρμάκου για τουλάχιστον 3‑4 εβδομάδες. Εξήγησε παράλληλα πως με δεδομένο τον κίνδυνο θρομβοεμβολής και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου τις πρώτες λίγες μέρες μετά την ανάταξη, (ως αποτέλεσμα του φαινομένου της κολπικής συστολής, (atrial stunning) αναπόφευκτου μετά την επαναφορά σε φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό) ότι είναι υποχρεωτική η χορήγηση αντιπηκτικού για τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά την ανάταξη. Η θέση των ιατρών Κασσιανίδη, Σιμαμονιάν και Νικολάου, ήταν ότι η αρρυθμία που διαγνώστηκε να αντιμετωπίζει ο Α. Μ........ δεν θα μπορούσε να ήταν παλαιά. Σε μια τέτοια περίπτωση, υποστηρίζουν, θα ήταν παντελώς αδύνατο ο τελευταίος να μπορεί να ολοκληρώνει την καθημερινή του ρουτίνα, περπατώντας καθημερινά για μία περίπου ώρα, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Η κούραση που ο ασθενής επικαλείτο, εξήγησαν, στην περίπτωσή του, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε ύπαρξη κολπικής μαρμαρυγής ως η εισήγηση του Δρ. Ατάρ. Πρόκειται άλλωστε για κατάσταση που μπορεί να έχει πληθώρα αιτιών. Ένας άνθρωπος, υποδεικνύουν, με 142 παλμούς το λεπτό ως καταγράφεται στα σχετικά καρδιογραφήματα, θα ήταν αδύνατο να μπορεί να περπατήσει, κατά τον τρόπο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, για μία ώρα, ενώ ως η Δρ. Νικολάου πειστικά εξήγησε πως εάν πράγματι ο Α. Μ....... βρισκόταν σε κατάσταση κολπικής μαρμαρυγής από μακρού χρόνου, δεν μπορεί παρά να ένιωθε ενοχλήσεις, εξαιτίας των παλμών της καρδίας. Παραπέμποντας δε στον ιατρικό φάκελο του ασθενή, υπέδειξε ότι ο τελευταίος, ενώ φαίνεται να είχε επισκεφθεί τους προηγούμενους μήνες την παθολόγο του, δεν παραπονέθηκε για οποιοδήποτε τέτοιο σύμπτωμα, όπως ασυμπτωματικός ήταν και κατά την επίσκεψη ρουτίνας στο γιατρό, όπως την χαρακτήρισε, στις 18.6.2009, προς τον σκοπό ανανέωσης της συνταγής του για λήψη χαπιών. Ομοίως ο Δρ. Σιμανομιάν, παραπέμποντας και αυτός στις απεικονίσεις - φωτογραφίες που λήφθηκαν στο πλαίσιο του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος (έγραφα 163 και 164 του τεκμηρίου 11 και τεκμήριο 16) εξήγησε, με παραπομπή στη ροή του αίματος, πως τούτο καταδεικνύει ότι η αρρυθμία που αντιμετώπιζε ο ασθενής ήταν καινούργια. Έχοντας κατά νου τις τοποθετήσεις όλων των πλευρών επί του συζητούμενου και συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ την εκδοχή της πλευράς της ενάγουσας, ειδικότερα τη θέση του Δρ. Ατάρ, ότι δηλαδή ο Α. Μ....... βρισκόταν σε κατάσταση κολπικής μαρμαρυγής εβδομάδες έως και μήνες πριν από την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η προσέγγιση και οι εξηγήσεις των ως άνω ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ5 για το ζήτημα, καθ' όλα λογικές και τεκμηριωμένες, υιοθετούνται ουσιαστικά από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα, έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ως πιο πάνω έχουν σημειωθεί, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αρρυθμίες που ο ως άνω ασθενής αντιμετώπισε εκδηλώθηκαν κατά την επίσκεψη του τελευταίου στο Κέντρο Υγείας Στροβόλου, ήτοι στις 18.06.2009. Όταν δε οι προσπάθειες για ρύθμιση του φλεβοκομβικού του ρυθμού απέτυχαν, ο ασθενής διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου κρατήθηκε για περαιτέρω εξετάσεις και νοσηλεία. Αρρυθμίες που συνεχίστηκαν και μετά την είσοδο του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 18.6.2009. Διάφορες ήταν οι θέσεις των ιατρών-εμπειρογνώμων σε σχέση με την αναγκαιότητα ή μη να χορηγηθεί στον ο Α. Μ......., πριν από την καρδιοανάταξη της οποίας έτυχε, πέραν από αντιθρομβωτικό- αντιαιμοπεταλικό φάρμακο, (ασπιρίνη) και αντιπηκτικό φάρμακο, (ηπαρίνη) με τους πιο πάνω μάρτυρες να αναφέρονται και να εξηγούν τον τρόπο δράσης και τον σκοπό του κάθε φαρμάκου. Κωδικοποιώντας τις, είναι αρκετό για σκοπούς της παρούσας να αναφερθεί πως ο Δρ. Ατάρ επέμενε ότι η χορήγηση και αντιπηκτικού φαρμάκου στην περίπτωση του συγκεκριμένου ασθενή, ήταν απαραίτητη. Τόσο ενόψει του εντοπισμού «μάζας» μέσω του διοισοφάγειου ηλεκτροκαρδιογραφήματος, όσο και ενόψει του γεγονότος ότι ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση κολπικής μαρμαρυγής σε χρόνο μεγαλύτερο των 48 ωρών. Όντας άλλωστε ασθενής υψηλού ρίσκου για θρομβοεμβολή, (λόγο του ιατρικού του ιστορικού και των ασθενειών που αντιμετώπιζε) αποτελούσε τούτο ένα ακόμα στοιχείο το οποίο καταδείκνυε ότι δεν θα έπρεπε να επιχειρηθεί η καρδιοανάταξη πριν την χορήγηση και αντιπηκτικού για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αντίθετα, η Δρ. Νικολάου αντέτεινε πως με δεδομένη την διενέργεια και τα αποτελέσματα του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος, (ΤΕΕ) τα οποία δεν κατέδειξαν «μάζα», «θρόμβο» ή «καπνό», (που ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με το τελευταίο ο εντοπισμός του πιθανό να σημαίνει στάση αίματος στον αριστερό κόλπο της καρδίας) μπορούσε να γίνει η καρδιοανάταξη χωρίς να προηγηθεί η χορήγηση ηπαρίνης για χρονικό διάστημα τριών εβδομάδων. Ήταν αρκετή, σημείωσε, η χορήγησή της κατά την διενέργεια της καρδιοανάταξης και βεβαίως για κάποιο χρόνο μεταγενέστερα αυτής. Θέση του Δρ. Κασιανίδη ήταν πως με τα δεδομένα του συγκεκριμένου ασθενή ήταν αρκετή για την περίπτωσή του η χορήγηση ασπιρίνης. Παρόλα αυτά, συμπλήρωσε στην εξέλιξη της μαρτυρίας του, παραπέμποντας στο ιατρικό φάκελο του Α. Μ........., (τεκμήριο 11) χορηγήθηκε στον τελευταίο και αντιπηκτικό φάρμακο (ηπαρίνη). Στις Κατευθυντήριες Οδηγίες του 2006 της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, (Τεκμήριο 5
(2)) ειδικότερα στις σελίδες 707 και 708, ─ οδηγίες που ως έχει εξηγηθεί από τους ιατρούς-εμπειρογνώμονες μάρτυρες στη διαδικασία, (όπως και το σύνολο τέτοιων οδηγιών που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τόσο της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας όσο και της αντίστοιχης Ευρωπαϊκής) η εγκυρότητα και η αποδοχή τους αποτελεί κοινό τόπο στην παγκόσμια ιατρική κοινότητα, οι οποίες περιοδικά κατ' ουσία επαναλαμβάνονται, ενσωματώνοντας αν κριθεί αναγκαίο νέες επιστημονικές γνώσεις, προσεγγίσεις, εισηγήσεις και κατευθύνσεις ─ ειδικότερα στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο «Prevention of Thromboembolism in Patients With Atrial Fibrillation Undergoing Cardioversion» στη σελίδα 708 σημειώνεται ότι: «For patients in whom thrombus is identified by TEE, oral anticoagulation (INR 2.0 to 3.0) is reasonable for at least 3 wk prior to and 4 wk after restoration of sinus rhythm, and a longer period of anticoagulation may be appropriate even after successfully cardioversion, because the risk of thromboembolism often remains elevated in such cases. Ότι πρωτίστως απασχολεί, είναι το αποτέλεσμα του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος (ΤΕΕ) και ειδικότερα εάν μέσω του εντοπίστηκε ή όχι οτιδήποτε, (όπως «μάζα», «θρόμβος» ή «καπνός») που εκ των πραγμάτων θα καθιστούσε - ως όλοι οι εμπειρογνώμονες-μάρτυρες που αναφέρθηκαν στο ζήτημα συμφώνησαν - αναγκαία τη χορήγηση αντιπηκτικού φαρμάκου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 3 εβδομάδες) πριν κάποιος επιχειρήσει να προβεί σε καρδιοανάταξη, έχοντας βέβαια επιβεβαιώσει με νέο διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, ότι δεν εντοπίζεται πλέον οτιδήποτε που να μην επιτρέπει τούτο. Ως έχει ήδη επισημανθεί, ο Δρ. Ατάρ, στηριζόμενος πρωτίστως στα στοιχεία του ιατρικού φακέλου του Α. Μ........ και ειδικότερα στα αποτελέσματα του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος, ως καταγράφονται στις σελίδες 161 και 162 του Τεκμηρίου 11, επέμενε ότι ο εντοπισμός μάζας θα έπρεπε αμέσως να τερματίσει κάθε σκέψη για άμεση καρδιοανάταξη, υποδεικνύοντας ότι σύμφωνα με τις σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες, στις οποίες παρέπεμψε, θα έπρεπε να χορηγηθεί αντιπηκτικό φάρμακο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών εβδομάδων και στη συνέχεια, αφού γίνει εκ νέου σχετική εξέταση, τότε μόνο να εξεταστεί το ενδεχόμενο της καρδιοανάταξης. Παραπέμποντας άλλωστε στις φωτογραφίες-απεικονίσεις που λήφθηκαν κατά τη διενέργεια του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος, υποστήριξε ότι παρατηρώντας τις κάποιος έμπειρος ιατρός, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ύπαρξης «μάζας». Το ζήτημα, εξήγησε, θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί αν ήταν διαθέσιμο σχετικό βίντεο‑ταινία που συνήθως υπάρχει σε τέτοιου είδους εξετάσεις. Ταινία την οποία αναζήτησε, πλην όμως δεν τέθηκε υπόψη του. Η πιο πάνω θέση του Δρ. Ατάρ περί εντοπισμού «μάζας», δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Ο Δρ Σιμαμονιάν, που διενήργησε τη σχετική εξέταση, εξήγησε κατά τρόπο πειστικό ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε «μάζα», «θρόμβος» ή «καπνός» και ότι εκ παραδρομής καταγράφηκε στην σχετική έκθεση του η ύπαρξη μάζας, αναφορά εκ των πραγμάτων ασύμβατη με τη μεταγενέστερη υπόδειξη στην ίδια έκθεση του ότι δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε θρόμβος. Ως δε σημείωσε, ενημέρωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο τον Δρ. Κασσιανίδη προς τούτο. Συμφωνώντας δε για το γεγονός ότι η παρουσίαση του βίντεο-ταινίας που πράγματι υπήρχε για την πιο πάνω εξέταση θα αποσαφήνιζε το ζήτημα για το οποίο ο ίδιος ήταν κάθετος, εξήγησε παράλληλα το λόγο για τον οποίο απωλέσθηκε η σχετική ταινία, θέση η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται επίσης αποδεκτή. Παράλληλα, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η τοποθέτηση του Δρ. Ατάρ για την ύπαρξη μάζας ή όχι, ήταν ουσιαστικά προϊόν πιθανολόγησης, ενώ τόσο ο Δρ Σιμαμονιάν, όσο και οι Δρ Κασσιανίδης και Δρ Νικολάου, παραπέμποντας επίσης, μεταξύ άλλων, στις διαθέσιμες σχετικές απεικονίσεις‑φωτογραφίες, εξήγησαν με περισσή ενάργεια και λόγο πειστικό γιατί στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε από τα πιο πάνω, δυνάμενο, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, να λειτουργήσει τελικά ως αντένδειξη για τη διενέργεια καρδιοανάταξης. Οι θέσεις τους επί του συζητούμενου υιοθετούνται. Αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα που διενεργήθηκε στις 22.06.2009, δεν κατέδειξε «μάζα», «θρόμβο» ή «καπνό» που θα αποτελούσε, αντένδειξη για καρδιοανάταξη μέσω χορήγησης ηλεκτρισμού. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή στην περίπτωση του Α. Μ........ δεν εντοπίστηκε μέσω του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος (ΤΕΕ) «μάζα», «θρόμβος» ή «καπνός», καθιστά εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με την εισήγηση του Δρ. Ατάρ ότι λανθασμένα, στο αρχικό στάδιο χορηγήθηκε στον Α. Μ........ το φάρμακο amiadarone, (φάρμακο που βοηθά στην επαναφορά σε φλεβοκομβικό ρυθμό). Ο ως άνω ιατρός, πέραν του γεγονότος ότι συμφώνησε πως στην περίπτωση που δεν εντοπιζόταν τίποτε από τα πιο πάνω στο διοισοφάγειο, θα μπορούσε κάποιος άμεσα να προχωρήσει σε καρδιοανάταξη, υπέδειξε παράλληλα ότι σε περίπτωση που δεν υπήρχε «μάζα», ως καταγράφεται στην σχετική έκθεση του διοισοφάγειου, (σελ. 161 και 162 του τεκμηρίου 11) τότε ορθά δόθηκε στον ασθενή το φάρμακο amiadarone. Στις ως άνω Κατευθυντήριες Οδηγίες του 2006 (Τεκμήριο 5
(2)) στην ίδια παράγραφο, με τον τίτλο «Prevention of Thromboembolism in Patients With Atrial Fibrillation Undergoing Cardioversion», ειδικότερα στη σελίδα 707, σημειώνεται ότι: «For patients with AF of 48‑h duration or longer, or when the duration of AF is unknown, anticoagulation (INR 2.0 to 3.0) is recommended for at least 3 wk prior to and 4 wk after cardioversion, regardless of the method (electrical or pharmacological) used to restore sinus rhythm. » Περαιτέρω, στην ίδια σελίδα των ως άνω Κατευθυντήριων Οδηγιών, καταγράφεται μεταξύ άλλων πως: «During the 48 h after onset of AF, the need for anticoagulation before and after cardioversion may be based on the patient's risk of thromboembolism.» Παρεμβάλλεται πως δεν υπήρξε αμφισβήτηση του γεγονότος ότι ο Α. Μ....... κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν διαβητικός και υπερτασικός. Όπως άλλωστε σημείωσε ο Δρ. Κασσιανίδης, (ΜΥ2) κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ως άνω ασθενής έπασχε από υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, είχε υψηλή χοληστερόλη, ενώ 20 χρόνια προηγουμένως είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για διόρθωση μεσοκολπικής επικοινωνίας της καρδίας. Οι πιο πάνω πραγματικότητες, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, (βλέπε Κατευθυντήριες Οδηγίες Τεκμήρια 5
(1)και 5
(2), όπως και το Τεκμήριο 15 (βιβλιαράκι για καθημερινή χρήση από τους καρδιολόγους που εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Καρδιολογίας, με κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής) συναρτώμενες πάντα με τους σχετικούς πίνακες υπολογισμού του κινδύνου (CHADS Score) σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, (βλέπε ειδικότερα πίνακα 9 στη σελίδα 2133 του τεκμηρίου 5
(1)και πίνακα 10 στη σελίδα 723 του τεκμηρίου 5
(1)) επιβεβαιώνουν τη θέση τόσο του Δρ. Ατάρ όσο και των Δρ. Νικολάου και Δρ. Κασσιανίδη ότι ο Α. Μ........ αποτελούσε ασθενή υψηλού κινδύνου για θρομβοεμβολή, ειδικότερα σε επίπεδο CHADS 2. Τούτο, ως περιλαμβάνεται στις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες υποδεικνύει ότι πριν να επιχειρηθεί καρδιοανάταξη με τη χορήγηση ηλεκτρικού ρεύματος, θα έπρεπε ο συγκεκριμένος ασθενής να λάβει αντιπηκτική αγωγή (ηπαρίνη). Σπεύδω να σημειώσω, (για όση σημασία θα μπορούσε τούτο στην υπό συζήτηση περίπτωση να έχει, αφού για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί έχει αποκλειστεί η μαρτυρία που εκ των υστέρων προσκομίστηκε από την πλευρά του εναγόμενου μέσω της οποίας εισήχθη το ζήτημα του κολπικού πτερυγισμού ως της κατάστασης στην οποία περιήλθε ο Α. Μ...... κατά πάντα ουσιώδη χρόνο) ότι η εισήγηση της Δρ Νικολάου, πως στο συγκεκριμένο CHADS Score δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ασθενείς που αντιμετωπίζουν κολπική πτερυγισμό και ότι σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει οι ασθενείς να αντιμετωπίζουν CHADS Score πέραν από 3, πέραν του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συνάδει με την υπόδειξη της ίδια μάρτυρος, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, ότι οι Κατευθυντήριες Οδηγίες που ισχύουν για ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή μπορούν να επεκτείνονται και στους ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό, παρέμεινε στο τέλος της ημέρας γενικός και αόριστος ισχυρισμός, χωρίς την ειδικότερη παραπομπή του Δικαστηρίου σε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να πείσει για την ως άνω θέση και να οδηγήσει στην υιοθέτηση της από το Δικαστήριο. Στη βάση των πιο πάνω Κατευθυντήριων Οδηγιών αλλά και όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση, όπου η διάρκεια της αρρυθμίας που αντιμετώπιζε ο Α. Μ......... ξεκίνησε σε χρόνο προγενέστερο των 48 ωρών από την σκοπούμενη καρδιοανάταξη, θα έπρεπε να δοθεί αντιπηκτική θεραπεία για χρονικό διάστημα τριών τουλάχιστον εβδομάδων πριν από την διενέργειά της, και παράλληλα να συνεχιστεί τούτη για 4 εβδομάδες μετά από αυτή. Ομοίως, στη χορήγηση τέτοιας αντιπηκτικής αγωγής, φαίνεται να καλούσε και το γεγονός ότι επρόκειτο για ασθενή υψηλού κινδύνου για θρομβοεμβολή. Τούτο, στη βάση όσων τέθηκαν και αναντίλεκτων παρέμειναν στο Δικαστήριο για το ζήτημα, δεν έγινε. Σπεύδω να σημειώσω ότι η χορήγηση ασπιρίνης, ως επίσης επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο και γίνεται αποδεκτό, δεν μπορούσε στην υπό συζήτηση περίπτωση να υποκαταστήσει την ανάγκη χορήγησης αντιπηκτικού φαρμάκου (ηπαρίνης). Ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι περιήλθε στην κατάσταση αρρυθμίας που αντιμετώπιζε, ήτοι κολπική μαρμαρυγή, μόλις κατά το στάδιο που ο ΜΥ5 Δρ. Σιμαμονιάν διαπίστωνε τούτο κατά το στάδιο που διενεργούσε το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, ήτοι στις 22.06.2009, για περίοδο δηλαδή λιγότερη από 48 ώρες από το χρόνο της καρδιοανάταξης, με δεδομένο, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και γίνεται αποδεχτό ότι σε μια τέτοια περίπτωση η αναγκαιότητα να χορηγηθεί αντιπηκτική αγωγή πριν την καρδιοανάταξη, συσχετίζεται με τον κίνδυνο που κάθε ένας ασθενής διατρέχει για θρομβοεμβολή, είναι φανερό ότι στην περίπτωση στον Α. Μ......., ασθενή υψηλού ρίσκου προς τούτο λόγω των ασθενειών που αντιμετώπιζε, η χορήγηση αντιπηκτικού φαρμάκου πριν την καρδιοανάταξη ήταν καθ' όλα ενδεδειγμένη. Παρά τις ως άνω επισημάνσεις, το ζήτημα δεν φαίνεται να τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στις ίδιες πιο πάνω Κατευθυντήριες Οδηγίες, ως εναλλακτική πρακτική της χορήγησης αντιπηκτικής αγωγής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πριν την καρδιοανάταξη, αναγνωρίζεται η δυνατότητα διενέργειας διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος, (ΤΕΕ) στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσε να αποκλειστεί ο θρόμβος στο αριστερό ωτίο ή κοιλία της καρδίας. Ως ειδικότερα σημειώνεται στη σελ. 708 των ως άνω Κατευθυντήριων Οδηγιών (Τεκμήριο 5
(2)): «As an alternative to anticoagulation prior to cardioversion of AF, it is reasonable to perform transesophageal echocardiography (TEE) in search of thrombus in the left atrium (LA) or left atrial appendage (LAA). » Τη δυνατότητα άλλωστε διενέργειας απευθείας καρδιοανάταξης, χωρίς την αναγκαιότητα να χορηγηθεί για χρονικό διάστημα 3-4 εβδομάδων αντιπηκτικού φαρμάκου, στην περίπτωση πάντα που επιβεβαιωθεί από το διοισοφάγειο ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε «θρόμβος», «μάζα», «καπνός» ή οτιδήποτε που θα μπορούσε να λειτουργήσει απαγορευτικά ή ανασταλτικά προς τούτο, επιβεβαίωσε και ο Δρ. Ατάρ, σημειώνοντας ωστόσο ότι κάτι τέτοιο, με δεδομένο τον υπαρκτό και υψηλό κίνδυνο θρομβογένεσης σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει αυτή να γίνει άμεσα και όχι όπως στην υπό συζήτηση περίπτωση σε διάστημα 24 ωρών, διάστημα που τίποτα δεν εγγυάται ότι δεν θα δημιουργηθεί θρόμβος. Παρεμβάλλεται ότι αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των ιατρών που προσέφεραν τη μαρτυρία τους στη διαδικασία, ότι η καρδιοανάταξη ενέχει ούτως ή άλλως εγγενείς κινδύνους θρομβοεμβολής και ότι η χορήγηση αντιπηκτικών φαρμάκων έχει τη δική της, ειδικότερη σημασία, στην αντιμετώπιση του κινδύνου, o οποίος είναι μεγαλύτερος όταν η αρρυθμία είναι παρούσα πέραν των 48 ωρών (βλέπε μεταξύ άλλων Τεκμήριο 5
(1)σελ. 21‑23). Έχοντας ήδη καταλήξει, ότι στην περίπτωση του Α. Μ....... δεν εντοπίστηκε μέσω του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος οποιαδήποτε «μάζα», «θρόμβος» ή «καπνός», ευρήματα που θα έπρεπε να αποτρέψουν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την καρδιοανάταξη και συνακολούθα την αποφυγή της εναλλακτικής αντιμετώπισης του ζητήματος, ήτοι της άμεσης διενέργειας καρδιοανάταξης χωρίς την προηγούμενη χορήγηση αντιπηκτικού φαρμάκου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ό,τι απασχολεί, είναι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιλογή της «εναλλακτικής» αντιμετώπισης, χωρίς δηλαδή τη χορήγηση προηγουμένως αντιπηκτικού φαρμάκου, (ηπαρίνης) ακολουθήθηκε ή/και εφαρμόστηκε με τον δέοντα τρόπο και/ή σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες, τόσο της Ευρωπαϊκής, όσο και της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας. Όπως υποδεικνύεται στη σελίδα 708 των ως άνω Κατευθυντήριων Οδηγιών (Τεκμήριο 5
(2)): «For patients with no identifiable thrombus, cardioversion is reasonable immediately after anticoagulation with unfractionated heparin (e.g., initiated by intravenous bolus injection and an infusion continued at a dose adjusted to prolong the activated partial thromboplastin time to 1.5 to 2 times the control value until oral anticoagulation has been established with an oral vitamin K antagonist (e.g., warfarin) as evidenced by an INR equal to or greater than 2.0». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι δεν προηγήθηκε της καρδιοανάταξης η χορήγηση αντιπηκτικού φαρμάκου (ηπαρίνης). Ως καταδεικνύεται από τον ιατρικό φάκελο του Α. Μ........., ειδικότερα στο δελτίο χορήγησης φαρμάκων, (σελίδες 1‑6 του Τεκμηρίου 11) αντιπηκτικό φάρμακο, (Clexane) ήτοι ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους, χορηγήθηκε στις 10:00, της 23.06.2009, μετά δηλαδή την καρδιοανάταξη, η οποία ήδη έλαβε χώρα περί τις 08:40. Δεύτερη δόση χορηγήθηκε μετά από 12 ώρες, ήτοι στις 22:00 της 23.6.2009, για να ακολουθήσει ακόμα μία δόση στις 24.6.2009, πριν τον τερματισμό της χορήγησης ενόψει της εκδήλωσης του ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Έχει άλλωστε τη δική του σημασία για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, το γεγονός πως το συγκεκριμένο φάρμακο, (Clexane) αποτελεί, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, φάρμακο με αργή δράση, το οποίο για να λειτουργήσει απαιτούνται 4,5 περίπου ώρες από τη λήψη του, γεγονός που από μόνο του, πέραν της χορήγησής του μετά την καρδιοανάταξη, επιβεβαιώνει ότι η χορήγησή του δεν θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε επίδραση και να εξυπηρετήσει τον σκοπό για τον οποίο χορηγείται. Παρεμβάλλεται ότι η προσπάθεια της Δρ. Νικολάου να ερμηνεύσει αναφορές στον ιατρικό φάκελο του Α. Μ...... όσον αφορά τον χρόνο που διενεργήθηκε η καρδιοανάταξη, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι η ώρα που καταγράφεται ότι τούτη έλαβε χώρα, ήτοι 08:40, άρχισε απλά η όλη διαδικασία, από μόνη της δεν πείθει. Αντίθετα, γίνεται κατανοητό ότι εντάσσεται σε προσπάθεια της να παρουσιάσει ή να ερμηνεύσει γεγονότα κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε την εκδοχή και εν γένη την υπόθεση του εναγόμενου, πλήττοντας στο τέλος της ημέρας την ποιότητα της μαρτυρίας της. Επί τούτου, σημειώνεται ότι ο Δρ. Κασσιανίδης, ο οποίος φαίνεται να είχε άμεση εποπτεία του ασθενούς κατά τον ουσιώδη χρόνο και ενεργό ανάμειξη στην αντιμετώπιση του, όταν του τέθηκε το ζήτημα, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι πράγματι το συγκεκριμένο φάρμακο (Clexane) χορηγήθηκε μετά την καρδιοανάταξη, διερωτώμενος μάλιστα, εμφανώς αμήχανα, για το γεγονός ότι το συγκεκριμένο αντιπηκτικό φάρμακο χαμηλού μοριακού βάρους, δόθηκε τελικά σε χρόνο μεταγενέστερο της καρδιοανάταξης. Ζήτημα επίσης που προκαλεί εντύπωση και ερωτηματικά σε σχέση με τη χορήγηση του αντιπηκτικού φαρμάκου στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι το γεγονός ότι η δόση η οποία τελικά χορηγήθηκε, τόσο όσον αφορά την ποσότητα, όσο και τη συχνότητα, σύμφωνα με την αποδεκτή ιατρική μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν στο Δικαστήριο, αποτελούσε θεραπευτική δόση και όχι προφυλακτική. Εύλογα διερωτάται ο τρίτος, ανεξάρτητος παρατηρητής, τι επιζητείτο να αντιμετωπιστεί‑θεραπευτεί με τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων και όχι προστατευτικών‑προφυλακτικών, αφού κατά το στάδιο που το συγκεκριμένο φάρμακο χορηγήθηκε, δεν φαίνεται να υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, ούτε να εκδηλώθηκε το ισχαιμικό επεισόδιο. Αναδείχθηκε επίσης από την πλευρά της ενάγουσας, ως στοιχείο που καταδεικνύει τις λανθασμένες επιλογές και την αμέλεια των θεραπόντων γιατρών του συζύγου της κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, το γεγονός ότι οι τελευταίοι αποφάσισαν να προχωρήσουν σε καρδιοανάταξη 24 περίπου ώρες μετά από τη διενέργεια του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος. Αποτέλεσε κοινή θέση των Δρ. Κασσιανίδη, Δρ. Σιμαμονιάν και Δρ. Νικολάου, ότι ο χρόνος που διέρρευσε δεν αποτελεί υπέρμετρο χρόνο, με τον Δρ. Σιμαμονιάν να προβάλλει επίσης ότι αποτελεί πρακτική που υιοθετείται από τις καρδιολογικές εταιρείες, τόσο της Αμερικής, όσο και της Ευρώπης. Διαμετρικά αντίθετη υπήρξε η εισήγηση του Δρ. Ατάρ. Ο τελευταίος, επέμενε ότι η καρδιοανάταξη θα έπρεπε να γίνει αμέσως μετά το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, τονίζοντας ταυτόχρονα το γεγονός ότι στο διάστημα αυτό δεν χορηγήθηκε στον ασθενή αντιπηκτικό φάρμακο. Έχοντας πάντα κατά νου το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτές, σε συνδυασμό θεωρούμενες με τις προσωπικές περιστάσεις του Α. Μ........, η θέση των ιατρών Κασσιανίδη, Σιμαμονιάν και Νικολάου επί του συζητούμενου, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Άλλωστε η γενική αναφορά ότι η συγκεκριμένη πρακτική θεωρείται καλή και αναγνωρίζεται από τις καρδιολογικές εταιρείες της Ευρώπης και της Αμερικής, δεν συνοδεύτηκε με οποιαδήποτε συγκεκριμένη και επί τούτου παραπομπή, ικανή να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα της προσέγγισης και συνακόλουθα να υιοθετηθεί. Η μη ανίχνευση θρόμβου στο ωτίο του αριστερού κόλπου κατά τον χρόνο διενέργειας του διοισοφάγειου, δεν αποκλείει την δημιουργία θρόμβου σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο. Είναι προφανής ο λόγος που στις σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες, (βλέπε Τεκμήριο 5
(2)σελ. 708), υποδεικνύεται ότι σε ασθενείς που δεν έχει εντοπιστεί θρόμβος, η καρδιοανάταξη είναι λογικό να γίνεται αμέσως (immediately) μετά τη χορήγηση αντιπηκτικού (ηπαρίνης). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχει άλλωστε τη δική του σημασία το γεγονός ο Α. Μ.........., αντιμετώπιζε καρδιολογικές αρρυθμίες πέραν των 48 ωρών, ενώ αποτελούσε, ούτος ή άλλος, ασθενή υψηλού ρίσκου για θρομβοεμβολή λόγω της γενικότερης κατάστασης της υγείας του. Τα πιο πάνω, δικαιολογούν κατά την αντίληψή μου την κατάληξη πως υπό το σύνολο των περιστάσεων, όχι μόνο δεν έπρεπε να αφεθεί να διαρρεύσει τόσο χρονικό διάστημα μέχρι να διενεργηθεί η καρδιοανάταξη, αλλά αυτή θα έπρεπε να γίνει αμέσως μετά το διοισοφάγειο και αφού στο μεταξύ του είχε χορηγηθεί αντιπηκτικό φάρμακο, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στις σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες (τεκμήριο 5
(2)) σελ. 708). Κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, ο συγκεκριμένος ασθενής υψηλού ρίσκου, από τη στιγμή που διαπιστώθηκε μέσω του διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε θρόμβος, αφέθηκε χωρίς οποιαδήποτε επαρκή δικαιολογία, για ένα ικανό χρονικό διάστημα, χωρίς αντιπηκτική προστασία μέσω της χορήγησης αντιπηκτικού φαρμάκου. Τούτο έγινε μετά τη διενέργεια της καρδιοανάταξης, χρονικό διάστημα εντός του οποίου, ο κίνδυνος δημιουργίας θρόμβου εξακολουθούσε να είναι μεγάλος. Εδράζει περαιτέρω την απαίτηση της η ενάγουσα, στο γεγονός ότι δεν χορηγήθηκε στον Α. Μ.......... θεραπεία θρομβόλυσης, αμέσως μετά την εκδήλωση του ισχαιμικού επεισοδίου και την έναρξη των συμπτωμάτων του εγκεφαλικού, προκρίνοντας ταυτόχρονα ότι το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν διέθετε εξειδικευμένο, προσοντούχο και κατάλληλο ιατρικό προσωπικό για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των εγκεφαλικών επεισοδίων. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα της ιατρικής αντιμετώπισης του Α. Μ........ αμέσως μετά το ισχαιμικό επεισόδιο που ο τελευταίος υπέστη στις 24.06.209, αλλά και γενικότερα της αντιμετώπισης περιστατικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ισχαιμικών (έμφρακτων) και αιμορραγικών, απασχόλησε τις δύο πλευρές. Αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης, η θεραπεία της θρομβόλυσης μέσω της χορήγησης ειδικών προς τούτο φαρμάκων, (r-TPA) η δυνατότητα ή μη εφαρμογής της συγκεκριμένης θεραπείας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Κύπρο, ακόμα και η γενικότερη αποτελεσματικότητα της. Με κάθε σεβασμό, προέχει αισθάνομαι να συζητηθεί εάν η εφαρμογή της θεραπείας της θρομβόλυσης ήταν στην περίπτωση του Α. Μ......... μια από αυτές που ενδεικνυόταν να εφαρμοστεί - ακολουθηθεί. Είναι φανερό ότι τυχόν αρνητική κατάληξη στο πιο πάνω ερώτημα, θα καθιστούσε την οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση για τα ζητήματα που προβλήθηκαν ακαδημαϊκή και ουσιαστικά αχρείαστη για τους σκοπούς της παρούσας. Η Δρ. Χαρά Αζίνα, Διευθύντρια της κλινικής παθολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, κλινική η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν επιφορτισμένη για την αντιμετώπιση των εγκεφαλικών επεισοδίων στο εν λόγω νοσοκομείο, συμπλέοντας με τον Δρ. Κασσιανίδης και τη Δρ. Νικολάου υπέδειξε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η θεραπεία της θρομβόλυσης δεν εφαρμοζόταν, όχι μόνο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αλλά και γενικότερα στην Κύπρο. Ήταν ωστόσο κατηγορηματική, όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοί της οι οποίοι κλήθηκαν από την πλευρά του εναγόμενου και αναφέρθηκαν στο ζήτημα, ότι εν πάση περιπτώσει, με δεδομένο ότι ο συγκεκριμένος ασθενής κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε το εγκεφαλικό επεισόδιο λάμβανε ασπιρίνη και ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους, (Clexane) ως δε καταγράφεται στον ιατρικό του φάκελο (τεκμήριο 11) σε θεραπευτική δόση η τελευταία, ήτοι 0.6 χιλιοστόγραμμα δύο φορές την ημέρα, δεν ενδεικνυόταν ούτος ή άλλως να του χορηγηθεί θρομβολυτική θεραπεία, (r-TPA). Παρέπεμψε προς τούτο σε σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας του 2007 (Τεκμήριο 25). Η Δρ Κυριάκου, (ΜΥ5) υπέδειξε εξάλλου ότι αξονικές τομογραφίες του εγκεφάλου του Α. Μ........, οι οποίες διενεργήθηκαν μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο, στις οποίες και παρέπεμψε, παρουσιάζουν οίδημα, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει την επικινδυνότητα αν χορηγείτο η σχετική θεραπεία θρομβόλυσης (r-TPA) να μετατραπεί το επεισόδιο σε αιμορραγικού τύπου, εξέλιξη άκρως ανεπιθύμητη για την πορεία της υγείας του ασθενή. Στις σχετικές τοποθετήσεις ‑ εισηγήσεις των τριών γιατρών που κλήθηκαν από την πλευρά του εναγόμενου, δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος. Αντίθετα, η θέση τους ότι στην περίπτωση του Α. Μ.......... δεν ενδεικνυόταν η χορήγηση θεραπείας θρομβόλυσης, (r‑TPA) αφού ορατός ήταν ο κίνδυνος τούτο να οδηγούσε σε καταστροφικά έως ολέθρια αποτελέσματα για τον συγκεκριμένο ασθενή, φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας και του «American Stroke Association» (AHA/ASA Guideline), (Τεκμήριο 25) όπου, μεταξύ άλλων, στη σελίδα 1680 ρητά καταγράφεται : «Initiation of anticoagulant therapy within 24 hours of treatment with intravenously administered r‑ΤPA is not recommended (Class III, Level of Evidence B.» Η υιοθέτηση της πιο πάνω θέσης και η συνακόλουθη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ενδεικνυόταν, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, η χορήγηση θεραπείας θρομβόλυσης, (r‑TPA) στον Α. Μ........, καθιστά εκ των πραγμάτων αχρείαστη οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση και ενασχόληση σε σχέση με το ζήτημα της παροχής ή μη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας της συγκεκριμένης θεραπείας ή της αποτελεσματικότητάς της. Η όλη συζήτηση θα απέληγε θεωρητική και ακαδημαϊκού μόνο ενδιαφέροντος. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, η πλευρά της ενάγουσας παραπονείται επίσης για τη μη τήρηση εκ μέρους του εναγόμενου της υποχρέωσης ενημέρωσης. Ο εναγόμενος, προκρίνεται, παραβίασε την υποχρέωση του να ενημερώνει σχετικά τον ασθενή, τόσο για κάθε στάδιο εξέλιξης και επιπλοκής της υγείας του, όσο και για τους οποιουσδήποτε ουσιαστικούς κινδύνους. Είναι γεγονός ότι η υποχρέωση ενημέρωσης με κατάλληλες πληροφορίες από πριν για τους κινδύνους κάποιας ιατρικής πράξης, επιβάλλεται ούτος ή άλλος από το άρθρο 5 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου αναφορικά με την Εφαρμογή της Βιολογίας και Ιατρικής, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.31(ΙΙΙ)/01, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12 του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών νόμου, (Ν.1(I)/05) «ιατρική πληροφόρηση» περιλαμβάνει: «τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην προτεινόμενη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων των παρενεργειών, του πόνου και της δυσφορίας», ως επίσης «την πιθανότητα επιτυχίας και τους κινδύνους των διαφόρων μορφών θεραπείας ή μη θεραπείας». Το καθήκον ενημέρωσης, είναι άμεσα συνυφασμένο με το καθήκον λήψης συγκατάθεσης. Ο ιατρός δεν δικαιούται να επέμβει στο σώμα οποιουδήποτε ασθενή, εκτός συγκεκριμένων περιστάσεων, εάν δεν λάβει τη συγκατάθεσή του. Παράλειψη εξασφάλισης της συγκατάθεσης παραβιάζει το δικαίωμα του ασθενή για έλεγχο επί του σώματος του. Είναι δε σημαντικό να σημειωθεί ότι συγκατάθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «αληθινή» / «πραγματική», παρά μόνο αν ο ασθενής έχει κατάλληλα ενημερωθεί τόσο για τυχόν επιπλοκές όσο και για επιλογές που έχει. (βλ. μεταξύ άλλων το σύγγραμμά Medical Negligence του Μ. Jones, έκδοση 2018 παρ. 7-001, ως επίσης το σύγγραμμα Tort Law, έκδοση 2014, σελ. 58 της Jenny Steele κάτω από τον τίτλο «Uninformed Consent», όπου εξηγείται η διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων όπου δεν υπάρχει καθόλου συγκατάθεση και των περιπτώσεων όπου η συγκατάθεση δίδεται, χωρίς να έχει προηγηθεί ικανοποιητική ενημέρωση). Είναι γεγονός ότι κατά την εξέλιξη της νομολογίας απασχόλησε το θέμα της στοιχειοθέτησης της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας (causation), μεταξύ της μη παροχής ενημέρωσης και της ζημιάς ή βλάβης η οποία δυνατό να επήλθε ως αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ιατρικής θεραπείας, πράξης ή παράλειψης. Στο σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δικαστήριο», του Π. Γ. Πολυβίου, τόμος Α', σελίδα 395 κ.επ., ο συγγραφέας πραγματεύεται το ζήτημα, παρακολουθώντας ουσιαστικά την εξέλιξη της νομολογίας και τις διάφορες προσεγγίσεις. Όπως υποδεικνύεται στη σελίδα 399 του ως άνω συγγράμματος, με ανάλογη παραπομπή στον λόγο σχετικών αποφάσεων: «Κατά κανόνα ο γιατρός οφείλει να ενημερώσει τον ασθενή για την ασθένεια ή το πρόβλημα που έχει αφ' ενός και για την προτεινόμενη θεραπεία αφ' ετέρου, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός κίνδυνος. Το βασικό έρεισμα αυτής της θέσης είναι ότι ο ασθενής είναι εκείνος που πρέπει να δώσει τη συγκατάθεση του για την προτεινόμενη θεραπεία ή εγχείρηση και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει χωρίς πλήρη και επαρκή ενημέρωση. ................................ ................................. Η ενημέρωση πρέπει να είναι πλήρης, χωρίς να εμπεριέχει πολύ τεχνικούς όρους ή λεπτομέρειες που ο μέσος ή έστω ο συγκεκριμένος ασθενής να μην αναμένεται να λάβει και/ή να μην μπορεί να κατανοήσει. Οι εξαιρέσεις στον κανόνα της προειδοποίησης και ενημέρωσης είναι περιορισμένες. Η απόφαση του γιατρού να μην παράσχει την απαιτούμενη ενημέρωση και προειδοποίηση πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και συνήθως δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν δύο κατηγοριών: Πρώτο, εκεί όπου ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του και δεν μπορεί o ίδιος να αποφασίσει και, δεύτερο, σε περιπτώσεις όπου ο γιατρός μπορεί να τεκμηριώσει πειστικά ότι η όποια ενημέρωση θα αποβεί σοβαρά ζημιογόνα για την υγεία και κατάσταση του ασθενούς.» Το ζήτημα, συζητήθηκε σε έκταση στην υπόθεση Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1 (Γ) ΑΑΔ 1541, με το Δικαστήριο να υποδεικνύει μεταξύ άλλων πως: «Κατ' αρχάς, το κριτήριο, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, δεν είναι αν η Εφεσείουσα θα έδιδε τη συγκατάθεση της αν προειδοποιείτο, αλλά αν ο μέσος λογικός ασθενής στη θέση της Εφεσείουσας θα συγκατατίθετο ή όχι, αν προειδοποιείτο για τους κινδύνους που ενδεχομένως να προέκυπταν. Φαίνεται ότι σε περιπτώσεις που δεν δίδεται οποιαδήποτε προειδοποίηση στον ασθενή, τα δικαστήρια εφαρμόζουν τις σχετικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας με πιο χαλαρό τρόπο. Στη McAllister v. Lewsham [1994] 5 Med L.R. 343 το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η ασθενής δεν θα συγκατατίθετο αν είχε προειδοποιηθεί πλήρως για τους κινδύνους. Το δικαστήριο θεώρησε άσχετο το γεγονός ότι η ενάγουσα σε εκείνη την υπόθεση, όταν ρωτήθηκε, κατάθεσε ότι ήταν αδύνατο για την ίδια να γνωρίζει τι θα έπραττε, αν προειδοποιείτο για τους κινδύνους. Στην υπόθεση Chester v. Affshar [2002] 3 All E.R. 532, το Αγγλικό Εφετείο αποδέχθηκε ότι η απόδειξη αιτιώδους συνάφειας εξαρτάται από το τι θα έπραττε ο μέσος λογικός και συνετός ασθενής στη θέση της Εφεσείουσας. Στην έφεση που ακολούθησε στο Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, στην υπόθεση Chester v. Affshar [2004] 4 All E.R. 587, η πλειοψηφία του δικαστηρίου, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υπάρξει κάποια παρέκκλιση από τις κλασσικές αρχές που αφορούν στην αιτιώδη συνάφεια προς όφελος του δικαιώματος της αυτονομίας του ασθενούς. Επιβεβαιώνοντας τα όσα αναφέρθηκαν από τον Λόρδο Woolf στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, ο Λόρδος Steyn ανέφερε:‑ «In modern law medical paternalism no longer rules and a patient has a prima facie right to be informed by a surgeon of a small, but well established, risk of serious injury as a result of surgery.» Και σε ελεύθερη μετάφραση:‑ «Στο σύγχρονο δίκαιο η πατερναλιστική ιατρική δεν είναι πλέον ο κανόνας και ένας ασθενής έχει εκ πρώτης όψεως δικαίωμα να ενημερωθεί από ένα χειρουργό για ένα μικρό αλλά καλά επιβεβαιωμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως αποτέλεσμα χειρουργικής επέμβασης.» Στην ως άνω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στα ανθρώπινα δικαιώματα, τόσο όσον αφορά τη γενικότερη εφαρμογή των δικαιωμάτων των ασθενών, όσο και του αντικειμενικού κριτηρίου που πρέπει να εφαρμόζεται στην αξιολόγηση των κινδύνων και ενδεχομένων που θα πρέπει να κοινοποιούνται στον ασθενή από τον γιατρό του, υπέδειξε μεταξύ άλλων ότι: «Η μερική παρέκκλιση από τις παραδοσιακές αρχές αιτιώδους συνάφειας, ήταν η μόνη διέξοδος ώστε να απονεμηθεί ορθώς δικαιοσύνη σε υποθέσεις παράλειψης προειδοποίησης για κινδύνους». Το Αστικό Δίκαιο της αμέλειας έχει κωδικοποιηθεί στην Κυπριακή Έννομη Τάξη με το άρθρο 51
(1)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Οι δε νομικές αρχές που διέπουν ειδικότερα την ιατρική αμέλεια, έχουν καταστεί αντικείμενο συζήτησης και ανάλυσης σε πληθώρα δικαστικών αποφάσεων. Η βασική αρχή που καθόρισε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες θα πρέπει να κρίνεται η ιατρική αμέλεια, τέθηκε στην υπόθεση Bolam v. Friem Hospital Management Committee
(1957)2 All E.R. 11. Στην εν λόγω απόφαση υπεδείχθη ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας στην περίπτωση που οι ενέργειες του είναι σύμφωνες με μία τακτική που αναγνωρίζεται ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών, τούτο δε ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα τέτοιων ιατρικών λειτουργών, διατηρεί διαφορετική άποψη. Η ως άνω θέση, διαφοροποιήθηκε σε κάποιο βαθμό με τη μεταγενέστερη απόφαση Bolitho and Others v. City and Hackney Health Authority
(1997)4 All E.R. 771, στο πλαίσιο της οποίας αποφασίστηκε ότι ένας γιατρός μπορεί να κριθεί ένοχος για ιατρική αμέλεια πέραν και ανεξάρτητα αν αποδείξει ότι ακολουθούσε μία καθιερωμένη πρακτική που έχει υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων γιατρών, αφού, το κατά πόσο τελικά είναι ένοχος αμέλειας ή όχι, θα πρέπει κατά περίπτωση να απαντάται από το ίδιο το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, την οποία το ίδιο αξιολογεί για να αποφασίσει αν αυτή η πρακτική έθεσε τον ασθενή σε μη αναγκαίο ή περιττό κίνδυνο. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην εν λόγω απόφαση: «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that medical practice puts the patient unnecessarily at risk. » Οι ως άνω αποφάσεις υιοθετήθηκαν και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Μεταξύ άλλων, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ρένα Μιχαήλ υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Γεωργίας Μιχαήλ v. Άλκη Λαπήθη κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 336/11, 12.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A13, «Ο Δικαστής παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice».» Στην υπόθεση Αγγελή v. Βορκά
(2007)1(Β) ΑΑΔ 761, υπεδείχθη μεταξύ άλλων, ότι: «Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας, θα πρέπει να αποδείξει (
  1. i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού ‑ ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
  2. ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεχτά, είναι προφανές ότι από τη στιγμή που ο Α. Μ......... εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ως ασθενής, δημιουργήθηκε η σχέση ιατρού ‑ ασθενή (Capital and Counties case
(1997)Q.B 1004). Όπως χαρακτηρίστηκα υποδεικνύεται στην παλαιά υπόθεση Jones v. Manchester Corporation
(1952)Q.B.: «Once a patient is accepted for treatment a duty of care arise». Συνακόλουθα, οι ιατρικοί λειτουργοί και το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας υπείχαν καθήκον επιμέλειας έναντι του ενάγοντα. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε παραβιαστεί το καθήκον επιμέλειας και δεξιότητας που πρέπει να έχει ένας γιατρός προς τον ασθενή, στη βάση όλων όσων πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πραγματευτεί, συζητήσει και καταλήξει, είναι φανερό ότι και η συγκεκριμένη προϋπόθεση έχει ικανοποιηθεί. Τα επιμέρους ευρήματα του Δικαστηρίου, αναπόδραστα αιτιολογούν την κατάληξη του επί του ζητήματος. Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι ιατρικοί λειτουργοί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που ανέλαβαν την περίθαλψη του Α. Μ....... αντίθετα με σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες τόσο της Ευρωπαϊκής όσο και της Αμερικάνικης Καρδιολογικής Εταιρείας, καλά γνωστές στους επαγγελματίες ιατρούς και οι οποίες τυγχάνουν αποδοχής και εφαρμογής σε περιστατικά του είδους ως του Α. Μ......., προχώρησαν σε καρδιοανάταξη, χωρίς προηγουμένως να χορηγήσουν στον ασθενή αντιπηκτικό φάρμακο (ηπαρίνη). Ειδικότερα, (αφού διαπιστώθηκε μέσω διοισοφάγειου υπερηχοκαρδιογραφήματος ότι δεν υπήρχε «μάζα», «θρόμβος» ή «καπνός» στο ωτίο του αριστερού κόλπου της καρδίας) προχώρησαν σε καρδιοανάταξη μέσω ηλεκτρικού ρεύματος, παραλείποντας, ως αναμενόταν στην περίπτωση του Α. Μ......., αμέσως προηγουμένως να του χορηγήσουν, με συγκεκριμένο τρόπο και ανάλογη δοσολογία, αντιπηκτικό φάρμακο (ηπαρίνη). Έπραξαν τούτο σε μεταγενέστερο χρόνο, και κατά τρόπο που δεν φαίνεται να συνάδει με τις βασικές Κατευθυντήριες Οδηγίες για τον χειρισμό περιστατικών του είδους, χορηγώντας του θεραπευτική, αντί προστατευτική δόση. Ελέγχονται επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο, για το γεγονός ότι αποφάσισαν να προχώρησαν σε καρδιοανάταξη, αφήνοντας να περάσει υπέρμετρο υπό τις περιστάσεις χρονικό διάστημα από τον χρόνο που διενήργησαν το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, μέσω του οποίου επιβεβαιώθηκε η μη ύπαρξη «μάζας», «θρόμβου» ή «καπνού», χρονικό διάστημα που εκ των πραγμάτων, ο συγκεκριμένος ασθενής, λόγο της αρρυθμίας στην οποία εξακολουθούσε να τελεί και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, τα οποία τον κατέτασσαν στους ασθενείς υψηλού κινδύνου για θρομβοεμβολή, ως επίσης του γεγονότος ότι δεν του είχε χορηγηθεί, μέχρι τότε, αντιπηκτική αγωγή, παρέμεινε πλήρως εκτεθειμένος στον κίνδυνο θρομβογένεσης και θρομβοεμβολής. Η θέση άλλωστε πως αν υπήρχε θρόμβος, αυτός θα «εκτοξευόταν» αμέσως μετά την καρδιοανάταξη της καρδίας, δεν μπορεί να υιοθετηθεί κατά τον απόλυτο τουλάχιστο τρόπο που προβλήθηκε από τον Δρ. Σιμαμονιάν. Ως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί από του ιατρούς που κατέθεσαν στη διαδικασία και γίνεται αποδεχτό, στην ιατρική επιστήμη δεν μπορείς ποτέ να αποκλείεις κατά απόλυτο τρόπο μια πιθανή εξέλιξη ή επιπλοκή. Στη συγκεκριμένη άλλωστε περίπτωση, ο υψηλού κινδύνου ασθενής για θρομβογένεση και θρομβοεμβολή, παρέμεινε ουσιαστικά για ώρες χωρίς αντιπηκτική κάλυψη ακόμα και μετά την καρδιοανάταξη. Τα πιο πάνω δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αποκλείσουν την πιθανότητα δημιουργίας θρόμβου και επακόλουθης θρομβοεμβολής. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση του γεγονότος ότι ως αποτέλεσμα του ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου που τελικά υπέστη ο Α. Μ........., αποτέλεσμα του θρόμβου που απόφραξε τη ροή αίματος και συνακόλουθα την οξυγόνωση κομματιού του εγκεφάλου του, αντιμετωπίζει πλέον σοβαρότατα προβλήματα υγείας, μόνιμα και μη αναστρέψιμα, όπως αυτά έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση από

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.