Protech Engineering & Services (FZC) ν. Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd κ.α., Αριθμός Αγωγής: 352/2014, 1/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A428 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΩΝ: Α. Δαυΐδ, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 352/2014 Μεταξύ: Protech Engineering & Services (FZC) εκ Sharjah, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα Ενάγουσας ‑ και ‑
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 01.12.2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κα Ειρήνη Κασάπη για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη 3: κ. Γιώργος Κουρουπίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 4: κα Μαρία Φράγκου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 5: κα A. Χ" Ιωσήφ για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Απόφαση Στις 21.01.2014, μέσω Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, η ενάγουσα δρομολόγησε την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Αξιώνει διάφορες θεραπείες. Μεταξύ άλλων, απόφαση μέσω της οποίας να αναγνωρίζεται ότι διατάγματα και/ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν στη βάση προνοιών του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων (Ν.17(I)/2013), είναι αντισυνταγματικά ή/και παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ως εκ τούτου άκυρα, με αποτέλεσμα, αφ' ενός να ακυρώνονται οποιεσδήποτε μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1 τράπεζας και αφ' ετέρου, η ενάγουσα να εξακολουθεί να έχει δικαίωμα σε σχετικές τραπεζικές καταθέσεις της. Διεκδικεί επίσης γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, αποδίδοντας αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος και/ή άλλων νομικών και/ή συμβατικών υποχρεώσεων στους εναγόμενους, ως επίσης δόλο και/ή απάτη αλλά και δυνάμει σχετικών προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.17(I)/2013). Την Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας, η οποία στην εξέλιξη της διαδικασίας με την άδεια του Δικαστηρίου ανάλογα τροποποιήθηκε, ακολούθησαν οι Υπερασπίσεις των εναγόμενων, στις οποίες η πλευρά της ενάγουσας ανάλογα απάντησε. Σημειώνεται ότι μεσολαβούσης της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της εναγόμενης 1, η ενάγουσα δεν επεδίωξε την εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας σε βάρος της. Αντίθετα, γνωστοποίησε την πρόθεση της να αποσύρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον όλων των εναγόμενων, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδά της στη διαδικασία. Oι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων 3, 4 και 5, σημειώνοντας ότι δεν θα είχαν ένσταση στο αίτημα για απόσυρση της αγωγής, υποστήριξαν παράλληλα ότι η πλευρά της ενάγουσας θα πρέπει να είναι εκείνη που θα επιβαρυνθεί τα έξοδα τους στη διαδικασία. Παρεμβάλλεται ότι στις 08.09.2022, με τη σύμφωνη γνώμη της εναγόμενης 2, η ενάγουσα ενημέρωσε για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε απόσυρση της αγωγής σε βάρος της τελευταίας, ως διευθετηθείσας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προχωρήσει ανάλογα στην απόρριψη της αγωγής σε σχέση με την εναγόμενη 2, χωρίς έξοδα. Το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στους δικηγόρους της ενάγουσας και των εναγόμενων 3, 4 και 5, οι οποίοι εξακολουθούν να εμφανίζονται στη διαδικασία, να αναπτύξουν τις θέσεις τους επί του ειδικότερου ζητήματος των εξόδων. Με τις σχετικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Με πολλή προσοχή το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις όλων των πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν, όπως και άλλες, σχετικές πάντα με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Παρέλκει η επανάληψη τους στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά σε αυτές, στον βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο, γίνεται στη συνέχεια. Η εξουσία του Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων πηγάζει τόσο από τον νόμο, (άρθρο 43 του Ν.14/1960) όσο και μέσω των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, (Δ.59 θ1). Το ζήτημα, ως αναδύεται από τις ως άνω πρόνοιες, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, βεβαίως, θα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και εντός των πλαισίων καλά καθιερωμένης για το ζήτημα νομολογίας. (βλ. μεταξύ άλλων, Χάσικος κ.α. v. Χαραλαμπιδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 389) και Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65). Στην υπόθεση Χαψή v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1403, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακολούθα: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Το ακόλουθο απόσπασμα από την Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, τείνει να διαφωτίσει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. "Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων." Απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνεται σε άλλο απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης, "Δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους.» Στην υπόθεση Ζαβού v. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, σημειώθηκε πως ο κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην αντίστοιχη εξέλιξη, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης και ότι παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση, η οποία θα πρέπει να εκτίθεται. Ως τέτοιους λόγους που δικαιολογούν την παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, η νομολογία έχει αναγνωρίσει την περίπτωση που o ίδιος ο επιτυχών διάδικος συμβάλλει με τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης στην αδικαιολόγητη διόγκωση των εξόδων ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του. (Βλ. Joseph El Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1(Β) ΑΑΔ 968 και Παπακόκκινου v. Δήμου Πάφου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 634). Στις περιπτώσεις πάντως διακοπής της διαδικασίας, κρίθηκε ότι ο εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα του, τούτο βέβαια, χωρίς να καταργείται η βασική αρχή ότι η επιδίκαση των εξόδων ανήκει πάντα στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της P.E. Lithos Stone IT (Natural Stones & Marbles) Ltd v. Δημητρίου
(2011)1(Γ)
(1985)). Η ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε ότι τα ιδιαίτερα και πρωτότυπα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση επιτρέπουν τη διαφορετική προσέγγιση επί του συζητούμενου. Εισηγήθηκε καταληκτικά πως η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδά της στη διαδικασία. Υποστηρίζοντας πως το όλο συμβάν προσομοιάζει «με ξεκάθαρη κλοπή», αποτέλεσε θέση της πως θα αποτελούσε κατάφορη αδικία, η ενάγουσα, της οποίας οι καταθέσεις έχουν «βάναυσα» και «με το με το έτσι θέλω», «εν μια νυκτί συνεπεία χρόνιας κακοδιαχείρισης και κακής εποπτείας τραπεζών απομειωθεί», να καλείται τελικά να καταβάλει και τα έξοδα της διαδικασίας. Άλλωστε, παραπέμποντας στον λόγο της υπόθεσης Χριστοδούλου Μυρτώ και άλλοι v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, σημείωσε ότι πρόκειται για πρωτότυπο θέμα που «κανένα δικαστήριο καμίας δικαιοδοσίας παγκόσμια, ουδέποτε αντιμετώπισε». Με κάθε σεβασμό, έχοντας κατά νου την εξέλιξη της διαδικασίας στην υπό συζήτηση περίπτωση, τις ειδικότερες δικονομικές και όχι μόνο περιστάσεις που την περιβάλλουν, οι ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αναμφίβολα, η απομείωση καταθέσεων σε τραπεζικά ιδρύματα στη Δημοκρατία, δεν αποτελεί μία συνηθισμένη εξέλιξη για τα κυπριακά τραπεζικά δεδομένα. Τούτο όμως, από μόνο του, δεν επιτρέπει την παρέκκλιση από τον ως άνω βασικό κανόνα όσον αφορά τα έξοδα. Τέτοια παρέκκλιση, δυνατό να δικαιολογείτο εάν το καινοφανές αφορούσε τα νομικά ζητήματα που προωθήθηκαν μέσω της υπό συζήτηση αγωγής και όχι αυτά καθ' αυτά τα γεγονότα. Περαιτέρω, τα νομικά ζητήματα που στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα προέβαλε και ήγειρε μέσω της αγωγής της, όπως η αντισυνταγματικότητα νόμων και κανονισμών, η διεκδίκηση αποζημιώσεων ως αποτέλεσμα αμέλειας, δόλου και παράβασης καθήκοντος, αποτελούν, με κάθε σεβασμό, συνήθεις βάσεις αγωγής για την προώθηση διαφόρων διεκδικήσεων ενώπιον των δικαστηρίων στη Δημοκρατία. Άλλωστε, η μη προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους της ενάγουσας και η μη παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας ή στοιχείων, τα οποία, αφού ετίθεντο στη βάσανο της αξιολογικής διύλισης γινόταν αποδεκτά, δυνάμενα να οδηγήσουν στην υιοθέτηση των δικογραφημένων της ισχυρισμών, καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατη την υιοθέτηση των θέσεων της πλευράς της περί πρωτόγνωρων και πρωτότυπων ζητημάτων. Γεγονός παραμένει ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, παρέμειναν σε επίπεδο δικογραφημένων ισχυρισμών των πλευρών. Ούτε κατά το στάδιο της απόσυρσης της αγωγής προβλήθηκε οποιοσδήποτε λόγος ή αιτία για την συγκεκριμένη εξέλιξη, δυνάμενη να δικαιολογήσει την απόκλιση από τον ως άνω κανόνα όσον αφορά τα έξοδα. Παράλληλα, η υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου, (ανωτέρω) δεν φαίνεται να καθιερώνει γενικότερο κανόνα ότι σε όλες τις υποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, ζητήματα αποζημίωσης ως αποτέλεσμα προβαλλόμενων απομειώσεων καταθέσεων, δεν δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, έχοντας υπόψη την εξέλιξη της διαδικασίας, ήτοι την απόσυρση της αγωγής από την πλευρά των εναγόντων, αλλά και τη δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων, σε συνάρτηση πάντα με το ζήτημα της δημιουργίας των εξόδων, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση τουλάχιστον περίπτωση, δεν έχουν τεθεί υπόψη του στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν την απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Συνακόλουθα, σ' αυτό το στάδιο, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα των εναγόμενων 3, 4 και 5 στη διαδικασία, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αυτά θα επιβαρυνθεί η πλευρά της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. Όσον αφορά τα έξοδα της εναγόμενης 1, νοείται ότι μέχρι την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισής της, σχετικές με αυτά διαταγές του Δικαστηρίου, παραμένουν σε ισχύ. (Υπ.) ...................................... Α. Δαυΐδ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο