Χριστόδουλος Λοϊζίδης ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 3027/15, 19/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A432 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3027/15 Μεταξύ: Χριστόδουλος Λοϊζίδης, [ ] 11, [ ], Λάρνακα Ενάγοντας -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Limited
- Αθανάσιος Ιωάννου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενοι Ενδιάμεση Απόφαση (σε σχέση με τα έξοδα των Εναγομένων 2, 4 και 5) Ημερομηνία: 19.10.2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Τζ. Προδρόμου, για Χ. Μίτσιγγα Για τον Εναγόμενο 2: κα Χρ. Κωνσταντίνου, για Τορναρίτη και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 4: κα Σάββα, για Α. Ευαγγέλου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 5: κ. Καστάνας Εισαγωγή Η παρούσα αγωγή σχετίζεται με την αγορά, από τον Ενάγοντα, αξιογράφων που είχε εκδώσει η Εναγόμενη 1 περί το έτος
- Το δικονομικό ιστορικό της παρούσας υπόθεσης προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας και παρατίθεται εν συντομία κατωτέρω, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας διαδικασίας. Στις 24.6.2015, ο Ενάγων προχώρησε στην καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Αφότου η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1-5, ακολούθησε, από όλες τις πλευρές, η καταχώρηση σημειωμάτων εμφάνισης στη διαδικασία, με τα σημειώματα εμφάνισης των Εναγομένων 2, 4 και 5 (που εδώ αφορούν) να καταχωρούνται στις 22.7.2015, 13.7.2015 και 16.7.2015 αντίστοιχα. Ακολούθως, ο Ενάγων, στις 19.11.2015, καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης του εναντίον των Εναγομένων. Η Εναγόμενη 4 καταχώρησε την υπεράσπιση της στις 2.12.2015, ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 5 καταχώρησαν τις δικές τους υπερασπίσεις στις 13.1.2017 και 1.6.2017 αντίστοιχα, κατόπιν σχετικής αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντας στις 23.1.
- Με το κλείσιμο των δικογράφων της διαδικασίας, ο Ενάγων προχώρησε στην υποβολή αίτησης ορισμού της υπόθεσης, με την αγωγή να ορίζεται για Οδηγίες δυνάμει της Δ.30 στις 17.10.2017, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν διατάγματα για την καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων όλων των διαδίκων μέχρι τις 22.1.
- Δεδομένου ότι στις 22.1.2018 (ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες) όλες οι πλευρές είχαν συμμορφωθεί με τα εν λόγω διατάγματα αποκάλυψης, η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 2.10.
- Κατά την πορεία της αγωγής, ο Εναγόμενος 2 (που εδώ αφορά) καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 7.5.
- Στις 2.10.2018 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι συνήγοροι του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 3 ζήτησαν την αναβολή αυτής, για το λόγο ότι υπήρχαν σε εξέλιξη κάποιες διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη 3 και η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 12.2.
- Στο μεταξύ, στις 30.11.2018, ο Ενάγων ζήτησε άδεια να αποσύρει την εν λόγω αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 ανεπιφύλακτα και χωρίς έξοδα. Στις 12.2.2019, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12.11.2019, ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι του Ενάγοντα εξέφρασαν το ενδεχόμενο εξέτασης απόσυρσης της αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 5, με την αγωγή να επαναορίζεται για ακρόαση στις 31.3.
- Ακολούθως, η αγωγή, ένεκα και των μέτρων προς αντιμετώπιση του κορωνοϊού, αναβάλλετο για οδηγίες, με την υπόθεση να ορίζεται ξανά για ακρόαση στις 15.11.2021, οπόταν και είχε υποβληθεί από κοινού αίτημα από τους συνήγορους της Εναγόμενης 1 και του Ενάγοντα όπως η αγωγή οριστεί εκ νέου για οδηγίες ένεκα της εκκρεμούσας, τότε, αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της Εναγόμενης 1, αίτημα στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι συνήγοροι των υπόλοιπων Εναγομένων. Ενόψει τούτου, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 14.4.2022, ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι του Ενάγοντα ζήτησαν όπως η αγωγή παραμείνει για οδηγίες εν αναμονή της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση Εκκαθάρισης εναντίον της Εναγόμενης 1, αίτημα με το οποίο συμφώνησαν οι συνήγοροι όλων των Εναγομένων και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 13.9.
- Ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία είναι το ζήτημα των εξόδων της υπόθεσης σε σχέση με τους Εναγόμενους 2, 4 και
- Και τούτο γιατί στις 13.9.2022 και 15.9.2022, ημερομηνίες κατά τις οποίες η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, οι συνήγοροι του Ενάγοντα δήλωσαν στο Δικαστήριο την πρόθεσή τους να αποσύρουν την υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 2, 4 και
- Εν τέλει, στις 22.9.2022, οι συνήγοροι του Ενάγοντα προχώρησαν στην απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 2, 4 και 5, χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων, ενώ παρέμεινε η εν λόγω αγωγή για Παρακολούθηση για την Εναγόμενη 1 σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ήτοι στις 15.12.2022, εφόσον η διαδικασία εναντίον της Εναγόμενης 1 τελεί υπό αναστολή, δυνάμει νομοθετικής διάταξης (άρθρο 220 του Κεφ. 113), ενόψει της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της, στα πλαίσια της Αίτησης Εκκαθάρισης (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) με αρ. 1/
- Οι συνήγοροι των Εναγόμενων 2, 4 και 5 δεν έφεραν οποιαδήποτε ένσταση στην ανεπιφύλακτη απόσυρση της πιο πάνω αγωγής εναντίον τους, εντούτοις, ήγειραν ζήτημα εξόδων, σε σχέση με το οποίο, όλες οι πλευρές, αγόρευσαν, προφορικά, ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Αγορεύσεις Εκ μέρους του Ενάγοντα, υποστηρίζεται η θέση ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της και ως εκ τούτου θεωρεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Προς ενίσχυση της θέσης της, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση
- ΧΧΧΧΧ Φειδία κ.α. -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Αγωγή αρ. 3151/2015, απόφαση ημερ. 8.11.2021), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον υπήρχε αίτημα για απόσυρση της αγωγής και δεν υπήρχε υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του, δεν μπορούσε να προβεί σε πρόγνωση ως προς το ποιος θα αναδύετο ως επιτυχών διάδικος στο τέλος της διαδικασίας και ως εκ τούτου αποφάσισε ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της. Σε αντιδιαστολή, οι Εναγόμενοι 2, 4 και 5, ζητούν όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ του και εναντίον του Ενάγοντα. Κάνοντας αναφορά και σε σχετική νομολογία υποστήριξαν καταρχάς ότι τα έξοδα επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται κατά κανόνα με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης, κατά τρόπο που, σε περιπτώσεις απόσυρσης της διαδικασίας, ο εναγόμενος δικαιούται στην επιδίκαση εξόδων προς όφελος του. Εφαρμόζοντας δε τις σχετικές αρχές, στα γεγονότα της υπόθεσης εισηγήθηκαν πως στην προκειμένη περίπτωση, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Εναγομένων 2, 4 και 5 και εναντίον του Ενάγοντα. Πιο συγκεκριμένα, οι συνήγοροι των Εναγομένων 2, 4 και 5 υποστήριξαν ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μία αγωγή στην οποία ο Ενάγων αποφάσισε για τους δικούς του λόγους, να αποσύρει την αγωγή, ανεπιφύλακτα, εναντίον τους μετά την πάροδο περίπου 8 ετών από την καταχώρηση της και χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε εξώδικη διευθέτηση αυτής (όπως επισημάνθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης 4). Οι Εναγόμενοι 2, 4 και 5, εφόσον υπήρξαν εναγόμενοι στην εν λόγω αγωγή, κατ' επιλογήν του Ενάγοντα, επέλεξαν, ως είχαν δικαίωμα, να υπερασπιστούν την αγωγή εναντίον τους, εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο και αρνούμενοι τα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγοντας. Επομένως, θεωρούν οι συνήγοροι των Εναγομένων 2, 4 και 5 ότι θα ήταν άδικο να αποστερηθούν των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν για την υπεράσπιση τους έναντι των όσων προβάλλει ο Ενάγων εναντίον τους. Εν ολίγοις, οι συνήγοροι των Εναγομένων 2, 4 και 5 εισηγούνται ότι εφόσον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα στην παρούσα διαδικασία είναι η απόσυρση της αγωγής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους, δεδομένου και του ότι από τα γεγονότα και τη συμπεριφορά των διαδίκων δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα σε πολιτική διαδικασία, πηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, καθώς επίσης και από την Δ. 59 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόµου προβλέπει ως ακολούθως: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» Ενώ η Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει ως εξής: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of an incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge...» Σε µετάφραση: «Τηρουµένων των προνοιών οιουδήποτε Νόµου ή Κανονισµού τα έξοδα ενός συµβάντος σε οιανδήποτε διαδικασία θα είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ή Δικαστή ...». Συνδυασμός των πιο πάνω προνοιών, δεικνύει ξεκάθαρα ότι το ζήτημα των εξόδων επαφίεται, ουσιαστικά, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία βεβαίως, όπως αναδύεται μέσα από τη σχετική νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 341/2010, ημερ. 15/10/2015, όπου λέχθηκαν τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06, ημερ. 24.3.10)." Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει επίσης και στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας P.E. Lithos Stone IT (Natural Stone and Marbles) Ltd v. Δημήτρη Δημητρίου
(2011)1 ΑΑΔ 1985, στην οποία έχει παραπέμψει η συνήγορος της Εναγόμενης 4, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιδίκαση εξόδων της δίκης και ο επιμερισμός τους, όπως συνάγεται από τη Δ.59, θ. 1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τη νομολογία - ανήκουν στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά. Εάν, βέβαια, υπάρχει σχετική συμφωνία, αυτή λαμβάνεται υπόψη. Σε περιπτώσεις διακοπής της διαδικασίας, ο εναγόμενος, χωρίς η βασική αρχή ότι η επιδίκαση των εξόδων ανήκει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να καταργείται, δικαιούται στα έξοδα. Όταν το δικαστήριο, κατά την άσκηση της εξουσίας του αυτής, ακολουθεί τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα της δίκης, δε δίδει λόγους γι' αυτό, αφού αυτοί εξυπακούονται, κάτι, όμως, που δεν ισχύει στην αντίθετη περίπτωση». Πληθώρα νομολογίας προσδιορίζει τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τις παραμέτρους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959 - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δεν συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Επίσης στην υπόθεση Χαψή κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Στην ίδια υπόθεση (Χαψή) γίνεται επίσης αναφορά στο απόσπασμα της Θρασυβούλου (ανωτέρω) και σημειώνεται περαιτέρω ότι απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εν προκειμένω, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογο και δίκαιο οι Εναγόµενοι να αποστερηθούν των εξόδων στα οποία αυτοί υποβλήθηκαν υπερασπιζόμενοι την παρούσα Αγωγή έναντι των όσων ο Ενάγων τους καταλόγιζε. Δηλαδή, κατά πόσο δικαιολογείται οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα που η σχετική νοµολογία καθιέρωσε για το δικαίωμα στον Εναγόµενο να του επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής όταν αυτή διακόπτεται ή αποσύρεται. Ανέφερε η κα Προδρόμου ότι η υπόθεση Lithos (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος της Εναγόμενης 4, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, εφόσον εκεί γίνεται αναφορά σε διακοπή της διαδικασίας δυνάμει της Δ. 15 και όχι σε απόσυρση της διαδικασίας (όπως εδώ). Επομένως, είναι η θέση της ότι ο γενικός κανόνας ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου διακόπτεται η αγωγή κατά κανόνα δικαιούται στα έξοδα, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση διακοπής της διαδικασίας δυνάμει της Δ. 15, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Με κάθε σεβασμό προς τη συνήγορο του Ενάγοντα, η θέση της δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ουδόλως θεωρώ ότι η διαφοροποίηση μεταξύ απόσυρσης και διακοπής μίας διαδικασίας (διαφοροποίηση η οποία έγκειται στη δημιουργία ή μη δεδικασμένου), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε περιπτώσεις απόσυρσης μίας αγωγής και συνακόλουθα τερματισμού της διαδικασίας εναντίον του εναγόμενου, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο γενικός κανόνας που η σχετική νομολογία καθιέρωσε ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Eξετάζοντας το ζήτημα που εδώ απασχολεί υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, σημειώνω ότι από τη συνολική θεώρηση των ενώπιον μου δεδομένων, αυτό που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο Ενάγων επέλεξε να καταχωρήσει, ως είχε βεβαίως αναφαίρετο δικαίωμα να πράξει, την αγωγή του εναντίον 5 εναγομένων, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγόμενων 2, 4 και 5, οι οποίοι εξ αρχής αμφισβήτησαν την εναντίον τους αξίωση και προέβησαν σε όλα τα προβλεπόμενα διαβήματα προς υπεράσπιση τους δια δικηγόρου, επωμιζόμενοι βεβαίως και όλα τα συναφή έξοδα. Περαιτέρω, ο Ενάγων, αποφάσισε, για λόγους που τον αφορούν, την ανεπιφύλακτη απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 2, 4 και 5 (όρος ο οποίος σύμφωνα και με τις πιο πάνω αρχές περιγράφει το τέλος του συνόλου της αγωγής εναντίον τους σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα), πριν η εν λόγω αγωγή προχωρήσει σε ακρόαση. Είναι γεγονός ότι δεν έχει διεξαχθεί δίκη και επομένως δεν υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαφανεί προς τα που θα έγερνε η πλάστιγγα, ούτε βεβαίως μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες και υπολογισμούς σε σχέση με το θέμα αυτό. Εντούτοις, δεν είναι η παρούσα περίπτωση από εκείνες που το Δικαστήριο θα έπρεπε να ακούσει μαρτυρία για να αποφανθεί ως προς το ποιος θα ήταν ο επιτυχών διάδικος (βλ. Χρυσοστόμου (ανωτέρω)). Σημειώνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση, κρίθηκε αναγκαία η εκδίκαση της αγωγής επί της ουσίας της, ώστε να διαφανεί ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της και στη βάση αυτού να αποφασίζετο η κρίση επί των εξόδων, καθότι η ανάγκη απόσυρσης της αγωγής προέκυψε ως αποτέλεσμα της εξόφλησης της απαίτησης των εκεί εναγόντων από εναγόμενο, άλλον από αυτόν που επιζητούσε όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ του και εναντίον των εναγόντων. Στην ουσία, η αγωγή αποσύρθηκε καθότι κατέστη άνευ αντικειμένου και όχι γιατί οι ενάγοντες, για λόγους που δεν ανέφεραν στο Δικαστήριο, αποφάσισαν να την αποσύρουν, κάτι που συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η ανεπιφύλακτη απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2, 4 και 5, χωρίς για τούτο να δίδεται λόγος που να επιβάλλει τούτη (την απόσυρση) και χωρίς να δίδεται άλλος λόγος που να εισηγείται πως οι Εναγόμενοι 2, 4 και 5 ευθύνονται για τα προκληθέντα μέχρι τώρα έξοδα, αποτελεί κατάληξη που δικαιώνει τους τελευταίους, ούτως ώστε να δικαιολογείται η επίδικαση εξόδων υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα, εφόσον δεν έχει, εκ μέρους του Ενάγοντα, καταδειχθεί κανένας καλός λόγος που να δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και αποκλίνει από τον γενικό κανόνα (στον οποίο αναφορά γίνεται ανωτέρω). Κατάληξη Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα σε σχέση με τους Εναγόμενους 2, 4 και 5 με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε. Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο