← Κύπρος

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑΥΡΟΣ Α. ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 776/16, 30/12/2022

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑΥΡΟΣ Α. ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 776/16, 30/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A438 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 776/16 ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑΥΡΟΣ Α. ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσα -και- ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/ Εναγόμενο: κ. Θεοφάνους για Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδη & Σια Για την Καθ' ης η Αίτηση/ Ενάγουσα: κ. Καϊλης για Ιωαννίδη Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην Αίτηση ημερ. 11.3.2022 για τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου) Εισαγωγή Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος-Αιτητής επιζητεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του και την προσθήκη Ανταπαίτησης. Όπως αυτό εμφαίνεται από την αίτηση, η αιτούμενη τροποποίηση είναι εκτεταμένη, αφού, σε ότι αφορά την Έκθεση Υπεράσπισης ζητείται η ολική αντικατάσταση των πέντε

(5)παραγράφων της και της προσθήκης σε αυτήν άλλων 8 παραγράφων, ενώ σε ότι αφορά την Ανταπαίτηση, ζητείται η προσθήκη 3 παραγράφων, οι οποίες είναι επίσης εκτεταμένες και στις οποίες ο Εναγόμενος ουσιαστικά επιθυμεί να δικογραφήσει τις κακοτεχνίες που, κατά τον ίδιο, παρουσιάστηκαν μετά την αποπεράτωση των εργασιών στο Έργο, αλλά και των ζημιών που κατ' ισχυρισμόν έχει υποστεί ένεκα αυτών και/ή του κόστους που χρειάζεται για την επιδιόρθωση τους, ως επίσης και των αποζημιώσεων που επιζητεί ένεκα της κατ' ισχυρισμόν αδικαιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους της Ενάγουσας στην παράδοση του Έργου. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το αιτητικό της παρούσας Αίτησης αφού, όπως αναφέρω πιο πάνω, αυτό είναι εκτεταμένο και θα αποτελούσε έργο αχρείαστο για τους σκοπούς της παρούσας. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης και η Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.21, Δ.25 θθ.1
(3), 2, 3, 4 και 5, την Δ.48 θ.1-2, 3, 4, 8 και 9, και την Δ.64, ως επίσης και την σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, ίδιας ημερομηνίας με αυτήν της αίτησης. Κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας διαδικασίας, να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου κατωτέρω, ενόψει και της συνοπτικής υφής αυτού: «
  1. Είμαι ο Εναγόμενος στην πιο πάνω αγωγή και εργοδότης της Καθ' ης η Αίτηση βάσει της Συμφωνίας ημερ. 01.02.2010 («η Συμφωνία»).
  2. Την Υπεράσπιση ημερ. 31.10.16 ετοίμασε ο προηγούμενος μου δικηγόρος στον οποίο ανάθεσα την υπόθεση, ο κ. Παπαγεωργίου. Εξ όσων αργότερα αντιλήφθηκα, η ως άνω υπεράσπιση ήταν απλώς μια γενική παράγραφος χωρίς να παρατίθενται οποιαδήποτε σχετικά γεγονότα, ούτε απαντούσε στην έκθεση απαιτήσεως. Την 17/12/2019 διόρισα ως νέους μου δικηγόρους για την παρούσα υπόθεση τους κ.κ. Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία.
  3. Τόσο λόγω του ότι διαμένω για μεγάλο διάστημα του χρόνου στο εξωτερικό και επισκέπτομαι την Κύπρο κυρίως τις περιόδους των γιορτών, όσο και λόγω των περιορισμών που επέβαλε η πανδημία, η διαδικασία εξεύρεσης εμπειρογνώμονα πρόθυμου να ετοιμάσει σχετική έκθεση μετά από τόσα χρόνια που τελείωσε το έργο, κατέστη πολύ πιο δύσκολη από το αναμενόμενο.
  4. Τελικά κατέστη δυνατό να διορίσω εμπειρογνώμονα τον Οκτώβριο του 2021 ο οποίος κατάφερε να ετοιμάσει την σχετική έκθεση κατά ή περί την 17.01.22 και από την οποία προκύπτει όχι μόνο ότι δεν οφείλω οποιοδήποτε ποσό στην Καθ' ης η Αίτηση, αλλά δικαιούμαι και αποζημιώσεις οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ την οποιαδήποτε απαίτηση έχει από εμένα η Καθ' ης η Αίτηση.
  5. Εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι επιβεβλημένη για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων ούτως ώστε να υπάρχει αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αντιλαμβάνομαι εάν το δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια επιτρέποντας την τροποποίηση, δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση εφόσον δεν βρισκόμαστε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση που να μη μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
  6. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω αιτούμαι από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για τροποποίησης της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης». Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η παρούσα αίτηση προσέκρουσε την ένσταση της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της κ. Σταύρου Α. Σταύρου, και με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει 11 συνολικά λόγους ένστασης ως προς το γιατί η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε και από το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνηγόρου της, ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και/ή η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση (α) οποιοδήποτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, (β) ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου και (γ) καθότι ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης εκ μέρους του Εναγόμενου, χωρίς να παρατίθεται οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολογία για τούτο. Τέλος, αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέα βάση Υπεράσπισης, ενώ επιχειρείται και η εισαγωγή Ανταπαίτησης, πράγμα που θα επιφέρει ριζική μετατροπή στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 12.2.2016 και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται η Δ.25 όπως αυτή τροποποιήθηκε με την έκδοση του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/2015 (ΕΕΔ 4098) ημερ. 13.5.
  7. Ειδικότερα, η νέα Δ.25 καθορίζει με λεπτομέρεια σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μπορεί να γίνει τροποποίηση ενός δικογράφου και υπό ποιες προϋποθέσεις. Η νέα Δ.25 θ.1 έχει ως ακολούθως: «1.
(1)[.....]
(2)[.....]
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι στο στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ζητείται η επίδικη τροποποίηση, δηλαδή μετά την Κλήση για Οδηγίες, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και αφού προηγηθεί η παραχώρηση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Όπως είναι προφανές από τα πιο πάνω, η παλαιότερη νομολογία που αφορούσε την καταργηθείσα Δ.25 και η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί πλέον να έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της νέας Δ.25. Επομένως, οποιαδήποτε αναφορά εκ μέρους του Αιτητή στη νομολογία που ερμήνευσε την καταργηθείσα Δ.25, δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα για την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, πλην αυτών των ζητημάτων που εγείρονται περί προσθήκης νέας βάσης υπεράσπισης ή ανταπαίτησης που θα προκαλέσει ριζική μεταβολή στην όλη δικαστική διαδικασία, πράγμα με το οποίο θα καταπιαστώ κατωτέρω αν κριθεί αναγκαίο. Στη βάση της Δ.25 θ.1
(3), επιτρέπεται η τροποποίηση ενός δικογράφου (εδώ της Υπεράσπισης), νοουμένου ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που αναφέρονται ρητά στον εν λόγω θεσμό, ήτοι: (α) το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά την ετοιμασία/ σύνταξη της Υπεράσπισης. Από την έρευνα στην οποία έχω προβεί, δεν φαίνεται οι πρόνοιες της νέας Δ.25 να έχουν απασχολήσει ακόμα το Ανώτατο Δικαστήριο. Έχουν ωστόσο τύχει ερμηνείας από πρωτόδικα Δικαστήρια, και παρά το μη δεσμευτικό των όποιων σχετικών κρίσεων, θεωρώ ότι η συνοπτική αναφορά σε αυτές είναι βοηθητική για την επίλυση της εδώ διαφοράς. Παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση της ημερ. 30.12.2019, στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 813/2017 Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ κ.α. εκεί όπου ο Αιτητής προβάλλοντας λόγους ύπαρξης καλόπιστου λάθους και αβλεψίας, δεν το υποστήριξε με τον αναγκαίο βαθμό μαρτυρίας. Αναφέρονται τα εξής καταλυτικά στην εν λόγω απόφαση: «Η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της Αγωγής ή συνιστούν αναγκαίες λεπτομέρειες προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους[1]. Στη βάση των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί κατά το στάδιο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης στον απαιτούμενο βαθμό εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και/ή νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά τον ουσιώδη χρόνο». Ίδια γραμμή ακολουθήθηκε και στην Αγωγή αρ. 911/2016 Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α., απόφαση ημερ. 28.7.2017. Στην εν λόγω υπόθεση, ο Αιτητής επικαλέστηκε το καλόπιστο λάθος και/ή την αβλεψία λόγω αλλαγής του δικηγόρου του (όπως και εδώ) και αναφέρθηκαν τα εξής: «Τόσο το περιεχόμενο της προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να αφορούν καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού με την αίτηση επιζητείται μια ριζική τροποποίηση. Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση. Ούτε όμως και ως νέα γεγονότα μπορεί να χαρακτηριστούν τα όσα ζητείται να προστεθούν αφού οι εναγόμενοι ανέφεραν όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τα γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο τους όταν τον επισκέφθηκαν και του παρέδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση μετά που ο νέος δικηγόρος των εναγομένων ανέλαβε την υπόθεση και εισηγήθηκε την τροποποίηση με τον τρόπο που περιλαμβάνεται στην αίτηση και όπως ο ίδιος την επιθυμεί. Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ. 1
(3). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και τον σκοπό της Δ.25 και ιδιαίτερα το θ.1
(3)που αφορά την παρούσα υπόθεση[2]. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται». Στην Αγωγή αρ. 15/2017 Αrizona Trading Ltd ν. Μοντεξυλ Λτδ, απόφαση ημερ. 31.5.2018, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την ερμηνεία που πρέπει να δίδεται στο λεκτικό της Διαταγής 25 για το «καλόπιστο λάθος»: «Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση αγωγής. Περαιτέρω, κρίνω ότι η παράλειψη του διαδίκου, να προμηθεύσει τον δικηγόρο του με όλα τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία συγκροτούν τη βάση της απαίτησης του, δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας»[3]. Ομοίως και στην Αγωγή αρ. 41/2015 Ανδρέας Αβρααμίδης ν. Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη και συνεργάτες, απόφαση ημερ. 11.5.2016, ερμηνεύθηκε το καλόπιστο λάθος ως απλά εσφαλμένη σύνταξη ή εκτυπωτική πλημμέλεια, αλλά όχι προσθήκη νέων ισχυρισμών που ανατρέπουν την βάση της αγωγής. Σχετικό το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Όπως και αν εξετάσει κανείς τα πιο πάνω αδύνατο είναι να μην διαπιστώσει ότι δεν συνιστούν καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Σε αυτό το πλαίσιο το δικαστήριο δεν έχει απεριόριστη εξουσία να δεχτεί προσθήκη νέου γεγονότος. Η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη σφάλματος στη σύνταξη του δικογράφου. Φερ' ειπείν εκεί όπου μια ημερομηνία αναγράφηκε λανθασμένα ή καθόλου, ο κανονισμός επιτρέπει απάλειψη του σχετικού σφάλματος. Πλείστες τούτων των περιπτώσεων δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά εκτυπωτική πλημμέλεια[4]. Τονίζω το γεγονός ότι ο συντάκτης του κανονισμού συναρτά το λάθος με τη σύνταξη του δικογράφου. Εν ολίγοις, καλόπιστο σφάλμα άσχετο με τη σύνταξη τούτου, λόγου χάριν επειδή ο διάδικος αντιλήφθηκε καθυστερημένα κάποιο γεγονός, παρ' ότι καλόπιστο δεν είναι ικανό να υποστυλώσει το αίτημα». Στην Αγωγή 1688/16 Αstrobank Limited πρώην (Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ) ν. Νικόλας Χρυσοστόμου, απόφαση ημερ. 8.2.18, το Δικαστήριο έκρινε ως καταχρηστική τη στάση του Αιτητή σε ανάλογο αίτημα τροποποίησης όπου υποστήριξε απλά την αβλεψία του στην έγκαιρη προώθηση των ισχυρισμών του, όταν η αγωγή πέρασε από το στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων και της σύνοψης μαρτυρίας. Ενδεικτικό το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Καλόπιστο λάθος θα μπορούσε να διαπιστωθεί εάν με την τροποποίηση επιδιωκόταν η διόρθωση μιας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. Ο Αιτητής στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκει να διορθώσει μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια αλλά επιδιώκει να εισάξει ανταπαίτηση μετά την πάροδο μεγάλου χρονικό διαστήματος, αφού καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης, σύνοψη μαρτυρίας και ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, εντελώς καταχρηστικά και προς εξυπηρέτηση προφανώς αλλότριων σκοπών. Σε περίπτωση που εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας και/ή λάθους δεν συμπεριλήφθηκε κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης η ανταπαίτηση του Εναγόμενου αυτό προφανώς θα εγίνετο άμεσα αντιληπτό όταν ο εναγόμενος και/ή οι δικηγόροι του έλαβαν οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης, πολύ δε περισσότερο όταν εκλήθησαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη της μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση[5]. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται κατά συνέπεια καλόπιστο λάθος όταν τουλάχιστον σε 3 περιπτώσεις ο ίδιος ο Εναγόμενος αποσαφηνίζει στο Δικαστήριο ποια είναι η υπόθεση του και πού στηρίζει την υπεράσπιση του χωρίς να κάνει μνεία για την ύπαρξη ανταπαίτησης. Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Δεν σκοπεύω, και τούτο λόγω των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό εξέταση Αίτηση, να υιοθετήσω την όποια εκ των ανωτέρω κρίσεων των αδελφών Δικαστών, ούτε και να καταγράψω εξαντλητικά όλες τις περιπτώσεις εκείνες που μπορούν να ενταχθούν στην έννοια του όρου «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη», ούτε και εκείνες που εκφεύγουν τούτου. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους: (α) Αναφορικά με το αιτητικό υπό στοιχείο (Α) της παρούσας Αίτησης, και ειδικότερα τις παραγράφους 1, 2, 3, 4 και 5 που επιχειρούνται με την αιτούμενη τροποποίηση να αντικαταστήσουν τις υφιστάμενες παραγράφους της Υπεράσπισης, προκύπτει ότι αυτές αφορούν στην παράθεση ισχυρισμών και την εκδοχή του Εναγόμενου ως προς τα επίδικα ζητήματα. Το κατά πόσο ο Εναγόμενος αγνοεί τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως προς την εγγραφή και/ή σύσταση της σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 ή το ότι επιθυμεί με την αιτούμενη τροποποίηση να διευκρινίσει ότι ο ιδιοκτήτης των δύο οικοδομών, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του αιτητικού (Α) της Αίτησης, είναι ο υιός του και ότι ο Εναγόμενος είναι κάτοχος αυτών ή ότι ο Εναγόμενος αρνείται ότι η Ενάγουσα προέβη στις συμφωνηθείσες και/ή απαραίτητες εργασίες στο Έργο, ως επίσης και οι λοιποί ισχυρισμοί που προβάλλονται στις παραγράφους υπό το αιτητικό (Α) της παρούσας Αίτησης, αποτελούν ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί στον Εναγόμενο κατά το στάδιο της σύνταξης της Έκθεσης Υπεράσπισης[6] του και επομένως θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να τους είχε συμπεριλάβει κατά το στάδιο σύνταξης αυτής. (β) Στις παραγράφους 6-13 υπό στοιχείο (Β) της υπό κρίση Αίτησης, είναι εμφανές ότι με αυτές επιδιώκεται από τον Αιτητή η συμπερίληψη ισχυρισμών αναφορικά με τα ποσά τα οποία ο ίδιος, κατ' ισχυρισμόν, κατέβαλε στην Ενάγουσα για το Έργο, στα προβλήματα και/ή κακοτεχνίες που παρουσιάστηκαν στο Έργο, στην επιστολή ημερ. 7.12.2012, που απέστειλε η Αρχιτέκτονας κα Χρυσοχού στην Ενάγουσα αναφερόμενη στα ανωτέρω καθώς και στην καθυστέρηση στην παράδοση του Έργου, στα έξοδα και ζημίες που προκλήθηκαν στον ίδιο τον Εναγόμενο ένεκα των πιο πάνω και στη στάση που τήρησε ο Εναγόμενος. (γ) Με το αιτητικό υπό στοιχείο (Γ) της Αίτησης, ο Αιτητής επιδιώκει την προσθήκη Ανταπαίτησης εναντίον της Ενάγουσας δια της προσθήκης των εκεί αναφερόμενων παραγράφων 14-17 και των υποπαραγράφων αυτών, με τις οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνει την Υπεράσπιση του και επιδιώκει να προβάλει τις κακοτεχνίες που κατά τον ίδιο παρουσιάστηκαν στο Έργο, τις επιδιορθώσεις στις οποίες αυτός προέβη και τα έξοδα τα οποία κατ' ισχυρισμόν επωμίστηκε για την επιδιόρθωση τους, το ποσό των αποζημιώσεων που προέκυψαν λόγω της καθυστέρησης στην παράδοση του Έργου, ως επίσης και τα έξοδα τα οποία υπολογίζει ότι θα επωμιστεί για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών που δεν έχουν ακόμη επιδιορθωθεί. Από όλα τα πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αναφέρονται σε γεγονότα και ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν προ πολλού εις γνώση του Αιτητή και δη κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτέλεσης της επίδικης Συμφωνίας για το Έργο εκ μέρους της Ενάγουσας ή τουλάχιστον από τον χρόνο παράδοσης του Έργου στον Αιτητή. Γνώριζε δε ο Αιτητής, όπως φαίνεται από τα όσα αναφέρονται στην παρούσα Αίτηση, για το γεγονός ότι υπήρχαν κακοτεχνίες και προβλήματα στο Έργο από τουλάχιστον τις 7.12.2012, ημερομηνία κατά την οποία, κατά τον ίδιο, απέστειλε επιστολή η Αρχιτέκτονας κα Χρυσοχού προς την Ενάγουσα. Όπως επίσης εις γνώση του Αιτητή ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στο Έργο. Παρά ταύτα, ο Αιτητής δεν περιέλαβε τούτα στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε, ούτε και προέβη σε οποιοδήποτε αίτημα τροποποίησης σε προηγούμενο στάδιο. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ουδόλως προκύπτει ότι τα γεγονότα και ισχυρισμοί που τώρα επιθυμεί να παραθέσει ο Αιτητής (με τις αιτούμενες τροποποιήσεις) δεν ήταν υπαρκτά κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης του. Το μόνο που αναφέρει ο Αιτητής, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, είναι ότι την Υπεράσπιση του την είχε ετοιμάσει ο προηγούμενος δικηγόρος του, η οποία, όπως αργότερα αντιλήφθηκε, δεν αναφέρετο στα σχετικά γεγονότα που τώρα επιθυμεί να παραθέσει, αλλά και ότι η έκθεση του εμπειρογνώμονα, που ο ίδιος διόρισε, ετοιμάστηκε στις 17.1.2022, από την οποία φέρεται να προκύπτει ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα αλλά δικαιούται και αποζημιώσεις από αυτήν. Το γεγονός ότι ο Αιτητής αποφάσισε να διορίσει εμπειρογνώμονα πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της Υπεράσπισης του, με σκοπό να προσδιορίσει τις ζημιές που υπέστη, ουδόλως αναιρεί ή μεταβάλλει το γεγονός ότι όλα τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιθυμεί τώρα να προβάλει μέσω της αιτούμενης τροποποίησης και τα οποία προφανώς αποτέλεσαν τη βάση για την ετοιμασία της έκθεσης του εμπειρογνώμονα, ήταν εις γνώση του και υπαρκτά κατά τη σύνταξη της δικογραφίας του και δεν τα περιέλαβε. Επομένως, θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί αυτή η παράλειψη του Αιτητή είτε ως καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας του, είτε ότι τα όσα τώρα επιθυμεί να προβάλει αποτελούν γεγονότα μη υπαρκτά κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης του. Εξού και ως σημείωσα ανωτέρω, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση, δεν καθίσταται αναγκαία η καταγραφή όλων των περιπτώσεων που μπορούν να ενταχθούν στην έννοια του όρου «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη», ούτε και εκείνες που εκφεύγουν τούτου. Πέραν των ανωτέρω, από μελέτη του φακέλου της διαδικασίας, είναι δεδομένο ότι ο Αιτητής γνώριζε για τις πληρωμές που ο ίδιος έκανε προς την Ενάγουσα και σε άλλα πρόσωπα που εκτέλεσαν εργασίες στο επίδικο έργο, ως επίσης και για τις κακοτεχνίες και προβλήματα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε στο έργο, τουλάχιστον από τις 28.6.2017, ημερομηνία κατά την οποία καταχώρησε τον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και τη σύνοψη της μαρτυρίας που θα προσκομίσει η πλευρά του κατά την ακρόαση της υπόθεσης, εφόσον σε αυτές καταγράφεται, συνοπτικά, ότι θα παρουσιαστεί μαρτυρία σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος, αλλά και για τις κακοτεχνίες και τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν στο επίδικο έργο μετά την παράδοση του. Επομένως, σαφώς οι εν λόγω ισχυρισμοί και γεγονότα δεν αποτελούν γεγονότα και δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη σύνταξη της δικογραφίας του. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος, όταν τουλάχιστον σε 2 περιπτώσεις (κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί και 3, αν συνυπολογίσει και την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων) ο ίδιος ο Εναγόμενος αποσαφήνισε στο Δικαστήριο ποια είναι η υπόθεση του και πού στηρίζει την Υπεράσπιση του, χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα τροποποίησης, εφόσον όλα τα γεγονότα και ισχυρισμοί που τώρα επιθυμεί να παραθέσει ήταν εις γνώση του και δεν αφορούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τον δεδομένο χρόνο, και χωρίς να κάνει μνεία για την ύπαρξη Ανταπαίτησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που θέτει η Δ.25 θ. 1
(3), εφόσον από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση δεν διαπιστώνεται είτε η ύπαρξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης, είτε ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη σύνταξη και καταχώρηση της, για όλους τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω. Ενόψει τούτου, η παρούσα Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά το γεγονός ότι τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας Αίτησης, κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας και μόνο να αναφέρω ότι η παρούσα Αίτηση θα απορριπτόταν και για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της. Σε σχέση, ειδικά, με τον παράγοντα καθυστέρηση στην προώθηση μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, λέχθηκε ότι, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσείοντων, στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρομοίως, στην υπόθεση C&Α Pelekanos Associates Ltd ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2075, με παραπομπή και στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon ν. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, σημειώθηκε ότι, εκεί που παρατηρείται καθυστέρηση και αργοπορία στην εκδήλωση του διαβήματος για άδεια τροποποίησης διά προσθήκης ισχυρισμών για τους οποίους υπήρχε δυνατότητα προώθησης τους σε προηγούμενο στάδιο, θα πρέπει ο αιτητής να εξηγεί ικανοποιητικά την παράλειψη του αυτή. Στη βάση δε του δεδομένου που ίσχυε σε εκείνη την περίπτωση και δη του γεγονότος ότι οι εφεσείοντες δεν προσδιόρισαν τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή και γνώση τους τα έγγραφα (το περιεχόμενο των οποίων δικαιολογούσε, κατά τους ίδιους, την προώθηση της αίτησης τροποποίησης), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του επίδικου αιτήματος, δεν δικαιολογήθηκε. Έκρινε δε την παράλειψη αυτή ως καθοριστική και επί αυτής της βάσης απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στον τρόπο που αντιμετώπισε το ζήτημα το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή». Με το ίδιο σκεπτικό, και δη της απουσίας εξήγησης αναφορικά με το γιατί η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε προγενέστερο, του σταδίου που επιχειρείται, χρόνο, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κύριος Πικής, απέρριψε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd ν. MTR Metals(Overseas) Ltd, Αρ. 1
(1996)1 Α.Α.Δ. 162. Στην υπόθεση A. Xατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο ειδικά στην πάροδο του χρόνου από τη μέρα της καταχώρησης του Κλητήριου Εντάλματος, μέχρι και τη μέρα υποβολής της αίτησης τροποποίησης, σημείωσε τα εξής σχετικά: «κατά την άποψη μας, η καθυστέρηση των 2 1/2 χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4 1/2 χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντίδικου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την άποψη μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, αναφερόμενο, ειδικά, στον τρόπο που προσέγγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο την αίτηση, σημείωσε ότι «δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη απόφαση. Τόσο η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του, όσο και η κατάληξη ότι η εν λόγω παράλειψη του ουδόλως αιτιολογήθηκε, μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. (Bold Astor Manufactury (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω)). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του, προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για 7 και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/01/09, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστά το γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση των εφεσίβλητων καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του 2003, η απάντηση στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21.05.04, όπως και το γεγονός ότι για έναν και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν έχουν αποκαλυφθεί παρέμεινε άπρακτος, δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμί μόνο, τέσσερεις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω, σχετική με τη καθυστέρηση στην προώθηση ενός αιτήματος, ως το υπό εξέταση, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι, η υποχρέωση ενός αιτητή που προωθεί ένα τέτοιο αίτημα καθυστερημένα, να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να εξηγήσει τους λόγους που δεν το προώθησε προηγουμένως, δεν ατονεί. Τουναντίον, παράλειψη του να ενεργήσει προς αυτή τη κατεύθυνση, δυνατό (ανάλογα με τον τύπο, φύση και χρησιμότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης, αλλά, ενδεχομένως, και το κίνητρο πίσω από την προσπάθεια μεταβολής του δικογράφου) να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθά επισημαίνει ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, ο Εναγόμενος δεν δίδει καμία εξήγηση γιατί άφησε να παρέλθουν 6 σχεδόν χρόνια από την καταχώρηση της Υπεράσπισης του μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης, ειδικά μετά που μεσολάβησαν και όλα τα διαβήματα με βάση την νέα Δ.30 και ειδικότερα οι ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Δεν δίδει επίσης καμία δικαιολογία για την παρέλευση 5 σχεδόν ετών από την καταχώρηση του ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη της μαρτυρίας του, όπου και αναφέρεται σε κακοτεχνίες και προβλήματα στο έργο, μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Τέλος, ο Αιτητής δεν δίδει καμία επαρκή δικαιολογία για τα σχεδόν 3 έτη που παρήλθαν από την ημερομηνία Ειδοποίησης Αλλαγής Δικηγόρου μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Το γεγονός ότι ο Αιτητής διαμένει στο εξωτερικό και ήταν δύσκολο για αυτόν να βρει εμπειρογνώμονα πρόθυμο να του ετοιμάσει την σχετική έκθεση προς υπολογισμό των ζημιών του, ουδόλως συνιστά επαρκή δικαιολογία για το χρονικό διάστημα που ο ίδιος άφησε να παρέλθει άπραγος και με πλήρη αδιαφορία ως προς την υπόθεση του, επαναλαμβάνοντας ωστόσο ότι το ζητούμενο δεν είναι πότε αποτάθηκε ο Εναγόμενος στον εμπειρογνώμονα για την ετοιμασία της έκθεσης του, αλλά πότε ο Εναγόμενος έγινε κοινωνός των γεγονότων και δεδομένων στη βάση των οποίων ετοιμάστηκε η εν λόγω έκθεση. Η δε αλλαγή δικηγόρου από μόνη της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για την παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση (βλ. IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά., Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014 και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημος Παραλήπτης κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας ‑ Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου [2] Τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου [3] Τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου [4] Τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου [5] Τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου [6] Αφορά σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το χρόνο εκτέλεσης της επίδικης Συμφωνίας και παράδοσης του Έργου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.