GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. THE SCANNER UNITHOME TOWER LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 809/2022, 31/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A442 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 809/2022 (i-Justice) Μεταξύ:- GORDIAN HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας -και-
- THE SCANNER UNITHOME TOWER LIMITED
- SELTO INVESTMENTS LIMITED Εναγόμενων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Κυριάκος Στυλιανού και ο κ. Φρίξος Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη1/ Καθ' ης η αίτηση 1: Καμιά Εμφάνιση (Η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε εναντίον της) Για Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση 2: κ. Τάσος Μυλωνάς για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση ημερομηνίας 10.05.2022 για έκδοση Συντηρητικού και/ή Απαγορευτικού και/ή Προληπτικού διατάγματος) Με την υπό κρίση αίτησή της η Ενάγουσα/Αιτήτρια είχε εξασφαλίσει μονομερώς στις 13.05.2022 διατάγματα ως τα αιτητικά Α και Β αυτής. Το αιτητικό Α της αίτησης διαλαμβάνει την έκδοση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 συντηρητικού και/ή απαγορευτικού και/ή προληπτικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τις ίδιες προσωπικά ή/και μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό τους, από το να χρησιμοποιήσουν ή/και εκμεταλλευτούν ή/και ενοικιάσουν ή/και υπενοικιάσουν ή/και αποξενώσουν ή/και μισθώσουν ή/και υπομισθώσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και διαθέσουν με οποιονδήποτε τρόπο το σύνολο ή/και οποιοδήποτε μέρος του Κτιρίου που ευρίσκεται εντός του Ακινήτου ευρισκόμενου στην Λευκωσία του οποίου γίνεται πλήρης κτηματολογική περιγραφή (στη συνέχεια «το Ακίνητο») σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή/και αναμεταξύ τους, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το δε αιτητικό Β που αφορά το ίδιο Ακίνητο και στρέφεται εναντίον των ίδιων ως άνω προσώπων επικεντρώνεται στο ισόγειο μέρος ή/και τμήμα ή/και χώρο του Κτιρίου, τον χώρο ή/και μέρος του Κτιρίου που αποτελεί το μεσοπάτωμα, τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο του Κτιρίου, τους υπόγειους χώρους στάθμευσης και αποθηκευτικούς χώρους, οι οποίοι αναλογούν στις πιο πάνω μονάδες. Το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), είχε διατάξει όπως τα αιτητικά Γ, Δ, και Ε της αίτησης επιδοθούν στην άλλη πλευρά και η αίτηση ορίστηκε προς τούτο την 20.05.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης εναντίον της Εναγόμενης 1/ Καθ' ης η αίτηση 1 και αυτή παρέμεινε για την Εναγόμενη 2/ Καθ' ης η αίτηση
- Από την Εναγόμενη 2 ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώριση της ένστασης της και στις 24.06.2022 ζητήθηκε εκ μέρους της περαιτέρω χρόνος για καταχώριση της ένστασης της με το Δικαστήριο να δίδει τις ακόλουθες οδηγίες όπως αναρτήθηκαν στο σύστημα i- Justice (καταγράφονται επ' ακριβώς καθώς κατά την ακροαματική διαδικασία τέθηκε ζήτημα εκπρόθεσμης καταχώρισης της ένστασης το οποίο θα με απασχολήσει στη συνέχεια): «Η αίτηση ημερ. 10.5.21 σε σχέση με την Εναγόμενη 2 ορίζεται για ακρόαση στις 21.10.2022 και ώρα 8:45π.μ. Τα εκδοθέντα διατάγματα παραμένουν σε ισχύ. Ένσταση της εναγόμενης 2 να καταχωριστεί τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την ακρόαση». Με το αιτητικό Γ αξιώνεται από την εναγόμενη 2 πλέον, να παραδώσει κενή την κατοχή του μέρους του κτιρίου όπως αυτό περιγράφεται στο αιτητικό Β (πιο πάνω) και με το αιτητικό Δ να επιτρέψουν στην Ενάγουσα ή/και υπαλλήλους ή/και εκπροσώπους της ή /και συνεργάτες της να επισκεφθούν και επιθεωρήσουν τον εσωτερικό χώρο του Ακινήτου. Το αιτητικό Ε δηλώθηκε κατά την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας ότι δεν προωθείται και ως εκ τούτου απορρίφθηκε. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29 - 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) όπως τροποποιήθηκε, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 άρθρα 34 και 36, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρα 17
(1), 18, 23, 73 - 75, 77
(1), στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 280, 281, 300, 302, 303 και 303 Α, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, θ.1 - 3, 8 και 9, 11 και 12 και Δ.64, στα Άρθρα 23 και 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί των Αρχών του Δικαίου της επιείκειας και των κανόνων του κοινοδικαίου, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή/και άλλων Δικαστηρίων, περιλαμβανομένης και της απόφασης Norwich Pharmacal Co v. Commisioner of Customs and Excise [1973] 2 All ER 943 (η οποία αφορούσε το αιτητικό Ε που όπως αναφέρθηκε πιο πάνω αποσύρθηκε), στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Μάκης Αδάμου και στον φάκελο της δικογραφίας. Καταγράφω πολύ συνοπτικά όσα υποστηρίζει ο κ. Αδάμου εφόσον όσα από αυτά κριθούν καθοριστικά για την κρίση της αίτησης θα καταγραφούν στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Παρόμοια οι λόγοι ένστασης και όσα από τα γεγονότα αυτής τα οποία υποστηρίζονται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση 2 θα τύχουν σχολιασμού κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του όπως και επί των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Στις εισηγήσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Θα εξετάσω κατ' αρχή το ζήτημα που έθεσε η πλευρά της Αιτήτριας περί της εκπρόθεσμης καταχώρισης της ένστασης. Κατέγραψα ήδη πιο πάνω το ακριβές πρακτικό με το οποίο δόθηκαν οι οδηγίες για την καταχώριση της. Παρατηρώ ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες που δόθηκαν στις 24.06.2022, δηλαδή σχεδόν 4 μήνες προηγουμένως πριν την ημερομηνία που ορίστηκε η ακρόαση της αίτησης, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε την ένσταση της μόλις στις 19.10.2022, δηλαδή δυο μόλις μέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης. Δεν λήφθηκε προς τούτο άδεια από πριν από το Δικαστήριο και χωρίς να έχει τη σύμφωνο γνώμη της Αιτήτριας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ένσταση που έχει καταχωρηθεί μέσω του συστήματος i-justice θεωρείται και είναι εκπρόθεσμη. Ο κ. Μυλωνάς πρόβαλε τη δικαιολογία ότι δεν είχαν αντιληφθεί στο γραφείο τους την εν λόγω ανάρτηση του πρακτικού του Δικαστηρίου που ετοιμάστηκε στην απουσία των δικηγόρων των διαδίκων και κατόπιν συνεννόησης μέσω του συστήματος κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση στις 24.06.2022. Η εντύπωση που είχε, όπως ανέφερε, ήταν ότι οι οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν όπως καταχωριστεί η ένσταση μέχρι την ημέρα που είχε οριστεί για ακρόαση. Τα ως άνω εκτός του ότι δεν συνάδουν με τα όσα προηγήθηκαν του πρακτικού της 24.06.2022 και της θέσης της πλευράς της Αιτήτριας της οποίας έλαβε γνώση μέσω της «Επικοινωνίας» του συστήματος, αντιλαμβάνομαι ότι δεν συνάδουν ούτε και με τη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων να δίδονται οδηγίες για καταχώριση της ένστασης σε κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα πριν την ημερομηνία ορισμού για ακρόαση. Το πρακτικό και οι οδηγίες που δόθηκαν ήταν σαφείς και δεν σηκώνουν παρερμηνείας. Αν είχε δημιουργηθεί οποιαδήποτε απορία θα έπρεπε να την είχαν διευκρινίσει έγκαιρα και προς τούτο υπήρξε μεγάλο χρονικό διάστημα. Δόθηκε όμως το δικαίωμα στον κ. Μυλωνά να αναπτύξει κατά την ακρόαση της αίτησης, τις θέσεις των πελατών του προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Αφοί Ιακώβου Κατασκευαί Λτδ ν. Λάμπρου Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, «καθυστέρηση ειδικά όταν είναι μακρά πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών». Η πλευρά της Αιτήτριας επέμεινε και κατά την αγόρευση της ότι το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο καθώς όπως έθεσε το ζήτημα έχουν παραγνωριστεί οι οδηγίες του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση η ίδια τη Δικαιοσύνη και για την καθυστερημένη καταχώριση της δεν δόθηκε κάποια πειστική αιτιολογία και για τούτο πρέπει να παραγνωριστεί και να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η καθυστέρηση δεν άφησε περιθώρια στην ίδια ενδεχόμενα να καταχωρίσει δικονομικά διαβήματα όπως αυτό της αίτησης για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα για την Καθ' ης η αίτηση, κάτι που άφησε να εννοηθεί από τον κ. Μυλωνά κατά την αγόρευση του όταν εισηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση παρέμεινε αναντίλεκτη. Ένα τέτοιο διάβημα θα ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης. Θα συμφωνήσω με την πλευρά της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η αίτηση άφησε τον χρόνο να παρέλθει άπρακτος σε μια επείγουσα διαδικασία όπως είναι η φύση της αίτησης αυτής και χωρίς να προβεί σε κανένα διάβημα προς το Δικαστήριο, ενόσω η προθεσμία για την καταχώρηση της ένστασης έτρεχε. Αυτή η δικονομική της συμπεριφορά δεν μπορεί να επικροτηθεί από το Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελίδα 1814 τονίζεται ότι: «διάδικος που παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας, θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες». Η παράλειψη από μέρους της Εναγόμενης 2, να καταχωρίσει εμπρόθεσμα ένσταση, ενώ εκκρεμούν εδώ και 5 μήνες προσωρινά διατάγματα εναντίον της και ενώ η αίτηση έχει οριστεί για ακρόαση, φανερώνει παντελή αδιαφορία για την έκβαση της αίτησης και για οποιοδήποτε αντίκτυπο θα έχει στην ίδια η παράλειψή της αυτή. Η δικονομική της συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να κριθεί ως απαράδεκτη. Στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ κ.ά. ν. Ξενοφώντος κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 57 στο ακόλουθο απόσπασμα που είναι σχετικό λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι προφανές ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα, και παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του, έλαβε σοβαρά υπόψη τόσο την εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα ένσταση των εφεσιβλήτων όσο και τις ένορκες δηλώσεις που τη συνόδευαν. Είναι ως αποτέλεσμα αυτού του σφάλματος που το Πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν πολύπλοκα και αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία δεν θα ήταν ορθό να κριθούν με βάση τη δια κλήσεως αίτηση των εφεσειόντων αλλά θα ήταν ορθό να κριθούν σε αγωγή, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας». Στην πρωτόδικη Απόφαση της ημερ. 21.06.2018, στην υπόθεση PROSPECTACY LIMITED κ.α. ν. ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1092/18 Ε.Δ. Λευκωσίας, 21.06.2018, η κ. Σ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), με βάση την πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχοντας κατά νου την παράλειψη της Καθ' ης η αίτηση να ζητήσει από το Δικαστήριο την παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της ένσταση της ή να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου για την εκπρόθεσμη καταχώρισή της, σημείωσε τα ακόλουθα: «είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εκπρόθεσμη ένσταση της Καθ' ης η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, θα πρέπει να αγνοηθεί και να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την παρούσα αίτηση στη βάση αποκλειστικά της αίτησης και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει». Τα ως άνω υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Η παράλειψη καταχώρισης εμπρόθεσμης ένστασης από μέρους της Καθ' ης η αίτηση, αφήνει τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης, τη μόνη διαθέσιμη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, στη βάση της οποίας προχωρώ και εξετάζω αποκλειστικά την υπό κρίση αίτηση. Εξετάζοντας λοιπόν την εν λόγω μαρτυρία κρίνω ότι εκπληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των προσωρινά εκδοθέντων διαταγμάτων και την έκδοση και των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων, όπως έχουν περιοριστεί με την αγόρευση των συνηγόρων της αιτήτριας, στη βάση των αρχών που καθορίζει τόσο η νομοθεσία που προνοεί γι' αυτά όσο και οι διαχρονικά εφαρμοζόμενες νομολογιακές αρχές προς τούτο, όπως θα αναλυθούν και στη συνέχεια παρά την κατάληξή μου αυτή. Για σκοπούς πληρότητας λοιπόν προχωρώ στην εξέταση της αίτησης και επί της ουσίας της. ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ: Η εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960) (όπως έχει τροποποιηθεί) έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος. Καθοδηγητική προς τούτο αποφάσεις είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ v. Θεορή
(1989)1Ε ΑΑΔ 255. Σύμφωνα με αυτές οι βασικές προϋποθέσεις για ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση: Το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν αρχικό στάδιο της διαδικασίας στη βάση των καταχωρημένων δικογράφων με την ευρεία έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Δεν είναι απαραίτητο να έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για την χορήγηση της προσωρινής θεραπεία (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Krashias v. Adidas
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 750 και Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Είναι αρκετό σε αυτό το στάδιο να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση από τις έγγραφες προτάσεις για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση. Με άλλα λόγια, εάν από τα δικόγραφα αντικειμενικά προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, αυτό είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 AAΔ 1235. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής: Για να θεωρηθεί ότι έχει ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, είναι αρκετό για τον Ενάγοντα/Αιτητή να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) όπως θα απαιτείτο να πράξει για να αποδείξει την αγωγή του, στη βάση πάντοτε της προσαχθείσας μαρτυρίας, ήτοι του Κλητηρίου Εντάλματος και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Σχετική και κατατοπιστική είναι η υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.α. v. Άννας Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253 στην οποία αποφασίστηκε ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ . Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». (γ) Η πιθανότητα να υποστεί η Ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα: Για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει η Ενάγουσα να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται η Ενάγουσα εάν επιτύχει στην αγωγή της. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί επίσης να ικανοποιηθεί όχι μόνο εκεί όπου η ζημιά είναι τέτοια που η Ενάγουσα δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού, αλλά επίσης εάν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ενώ η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων της Αιτήτριας (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 317). Σύμφωνα με τη νομολογία μας για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια πέραν της ανεπανόρθωτης ζημιάς της Ενάγουσας ενώ ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Απόλυτα σχετική είναι η υπόθεση Κυρισάββα v. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 στην οποία αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. Τέλος, αφού το Δικαστήριο προβεί σε εύρημα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, θα πρέπει να σταθμίσει όλα τα σχετικά γεγονότα και να αποφασίσει κατά πόσο θα ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το Δικαστήριο θα σταθμίσει κατά πόσον είναι ορθό και δίκαιο όπως το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί. Είναι επίσης αρχή της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεαζόταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Demades Overseas Ltd v Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799, Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Στην απόφαση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης κα της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της». Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 αποφασίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.α. και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι η κύρια βάση της αγωγής είναι η παράβαση των όρων και των προνοιών δύο Συμφωνιών Υποθήκης όπως αυτές περιγράφονται και αφορούσαν το Ακίνητο. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των Συμφωνιών Υποθήκης, προχώρησε στην ενοικίαση και δέσμευση του Ακινήτου με τη σύναψη συμφωνιών ενοικίασης (ημερ. 11.01.2016 και 10.01.2018) χωρίς την έγκριση της Τράπεζας και κατ' επέκταση της Ενάγουσας, με αποκλειστικό σκοπό την καταδολίευσή της. Ειδικότερα, η Εναγόμενη 1 προχώρησε περί την 11.01.2016 στην κατ' ισχυρισμό της ενοικίαση του Ακινήτου στην Εναγόμενη 2 γεγονός που αμφισβητείται από την Ενάγουσα και κατά πόσον συνιστά γνήσια συμφωνία. Περαιτέρω, περί την 10.01.2018 οι Εναγόμενες 1 και 2 κατ' ισχυρισμό και πάλι προέβησαν στη σύναψη συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης η οποία και πάλι αμφισβητείται από την Ενάγουσα, χωρίς η Εναγόμενη 1 να ενημερώσει την Τράπεζα από πριν και λάβει την έγκρισή της για αυτόν τον σκοπό, κατά παράβαση των Συμφωνιών Υποθήκης. Η τελευταία συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη 1 θα συνέχιζε να ενοικιάζει το Ακίνητο στην Εναγόμενη 2, μέχρι την 11.01.2033 με δικαίωμα ανανέωσης από την Εναγόμενη 2 για περαιτέρω 10 έτη, ήτοι μέχρι την 11.01.
- Το ενοίκιο για την περίοδο 11.01.2016 -11.01.2033 συμφωνήθηκε στις €3.000,00 μηνιαίως, το οποίο, η Εναγόμενη 2 θα προπλήρωνε στην Εναγόμενη 1, με την εφάπαξ καταβολή του ποσού των €544.000,
- Περαιτέρω, με την Αγωγή της η Ενάγουσα επιζητεί, μεταξύ άλλων, την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου από την Εναγόμενη 2 η οποία κατέχει το ακίνητο δυνάμει συμφωνιών ενοικίασης οι οποίες συνάφθηκαν κατά παράβαση των Συμφωνιών Υποθήκης και χωρίς την άδεια και συγκατάθεση της Ενάγουσας, η οποία είναι η αποκλειστική ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Η Εναγόμενη 2 συνεχίζει να κατέχει και επεμβαίνει και χρησιμοποιεί αποκλειστικά το Ακίνητο κατά την Αιτήτρια παντελώς παράνομα και χωρίς καμία πρόθεση να συνεργαστεί με την Ενάγουσα, στην οποία δεν επιτρέπει μέχρι σήμερα την πρόσβαση εντός του ακινήτου με σκοπό την επιθεώρηση και εκτίμηση του ακινήτου. Εξετάζοντας τώρα από κοινού λόγω της συνδεσιμότητας τους τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), διαπιστώνω ότι τόσο από το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όσο και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου που υποστηρίζει την αίτηση, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η βάση αγωγής της Ενάγουσας, αλλά και ο πυρήνας των θέσεων της είναι η παράβαση των Συμφωνιών Υποθήκης από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 έχει προβεί σε σωρεία πράξεων χωρίς την άδεια, συναίνεση και συγκατάθεση της Τράπεζας και κατ' επέκταση της Ενάγουσας, η οποία είναι η αποκλειστική ιδιοκτήτρια και νόμιμη δικαιούχος του Ακινήτου από τον Ιανουάριο του
- Ως αποτέλεσμα των αντισυμβατικών ενεργειών και πράξεων της Εναγόμενης 1, το Ακίνητο έχει δεσμευτεί σε βάθος χρόνου, ήτοι μέχρι το 2043 στην Εναγόμενη
- Είναι καταφανής ο σκοπός της Εναγόμενης 1 να αποκλειστεί η Ενάγουσα από την αποκόμιση οποιουδήποτε οικονομικού ή άλλου οφέλους από την εκμετάλλευση ή περαιτέρω αξιοποίηση του Ακινήτου. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω ότι οι πιο πάνω ενέργειες έλαβαν χώρα ενώ η Εναγόμενη 1 γνώριζε από την 17.08.2015 ότι το ενυπόθηκο χρέος το οποίο εξασφαλιζόταν από τις δύο Υποθήκες προς την Τράπεζα, έχει καταστεί απαιτητό και ότι, εάν δεν κατέβαλλε το οφειλόμενο ποσό εντός 30 ημερών, η Τράπεζα θα προχωρούσε σε πώληση του Ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού. Ειδικότερα, οι όροι των Συμφωνιών Υποθήκης που αφορούσαν το επίδικο Ακίνητο, περιέχουν, μεταξύ άλλων, τους εξής ρητούς και ουσιώδεις όρους: «
- Αναλαμβάνω για όσο χρονικό διάστημα έχω οποιαδήποτε υποχρέωση που έχει σχέση με την υποθήκη αυτή:» [.] «(γ) Να μην ενοικιάσω ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να δεσμεύω ή να επιβαρύνω τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς τη γραπτή έγκριση της Τράπεζας. Σε περίπτωση ενοικίασης των ενυπόθηκων κτημάτων το οποιοδήποτε ποσό ενοικίου καταβάλλεται στην Τράπεζα και η Τράπεζα με επιφύλαξη και επιπρόσθετα των οποιονδήποτε άλλων δικαιωμάτων της, κέκτηται το δικαίωμα να διεκδικήσει με δικαστική αγωγή το οποιοδήποτε ποσό ενοικίων εισπράκτηκε πλέον τόκο». [.] «(ε) Να μην κατεδαφίσω ή να μετακινήσω από τα ενυπόθηκα κτήματα οποιοδήποτε κτίριο ή μέρος του και/ή προσαύξημα και/ή συστατικό ή να ελαττώσω την αξία των κτημάτων με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς την από πριν έγγραφη έγκριση της Τράπεζας». [..] «
- Εξουσιοδοτώ ανέκκλητα την Τράπεζα να εισπράττει εξ ονόματός μου, αν το αποφασίσει, σύμφωνα με την κρίση της και αφού μου δοθεί 7 ημερών προειδοποίηση, και να καταθέτει έναντι των υποχρεώσεων οι οποίες εξασφαλίζονται με την υποθήκη αυτή οποιαδήποτε ενοίκια καταστούν πληρωτέα σε μένα σχετικά προς τα ενυπόθηκα κτήματα από οποιοδήποτε πρόσωπο. Η απόδειξη της Τράπεζας θα έχει, για το σκοπό αυτό, την ίδια ισχύ σαν να εκδιδόταν από μένα τον ίδιο». Είναι φανερόν ότι δυνάμει των πιο πάνω όρων των Συμφωνιών Υποθήκης, η Εναγόμενη 1 ανέλαβε την υποχρέωση και δεσμεύτηκε ρητά και ανεπιφύλακτα έναντι του ενυπόθηκου δανειστή, ήτοι της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, και κατ' επέκταση, στην πορεία, της Ενάγουσας, όπως: α) Μη ενοικιάσει ή με άλλο τρόπο επιβαρύνει ή δεσμεύσει τα ενυπόθηκα ακίνητα χωρίς τη γραπτή έγκριση της Τράπεζας, και β) Ότι η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να εισπράττει και να καταθέτει έναντι των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την υποθήκη, οποιαδήποτε ενοίκια πρέπει να πληρωθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο, σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε μεταγενέστερα ότι η Εναγόμενη 1 προχώρησε στην ενοικίαση του κτιρίου που βρίσκεται εντός του ενυπόθηκου ακινήτου, χωρίς όμως να εξασφαλίσει προηγουμένως την γραπτή έγκριση της Τράπεζας και βεβαίως, χωρίς η Τράπεζα, και κατ' επέκταση η Ενάγουσα, να γνώριζε τις πιο πάνω ενέργειες και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση της. Οι όροι των Συμφωνιών Υποθήκης που απαγορεύουν τις πιο πάνω ενέργειες είναι σαφείς και δεν επιδέχονται άλλης ερμηνείας. Είναι δε πασιφανές ότι η ενέργεια της Εναγόμενης 1 να ενοικιάσει το ενυπόθηκο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας, αντίκειται και έρχεται σε κατευθείαν σύγκρουση με τους όρους των συμφωνιών υποθήκης, οι οποίες απαγορεύουν ρητά τέτοια ενέργεια, αφού, για σκοπούς εγκυρότητας, προϋποθέτει τη λήψη προηγούμενης γραπτής έγκρισης της Τράπεζας γι' αυτό τον σκοπό, ενώ αυτή ουδέποτε λήφθηκε. Είναι δε έκδηλο των προθέσεων της Εναγόμενης 1 ότι παραγνωρίζοντας πλήρως τους ρητούς και σαφείς όρους των Συμφωνιών Υποθήκης, ουδέποτε πλήρωσε ή/και κατέθεσε οποιαδήποτε χρήματα εισέπραξε από την ενοικίαση του Ενυπόθηκου Ακινήτου, προς όφελος της Τράπεζας. Και ενώ η Εναγόμενη 1 δεσμεύτηκε να μην ενοικιάσει το Ενυπόθηκο Ακίνητο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας, και ταυτόχρονα, δεσμεύτηκε ότι σε περίπτωση ενοικίασης θα αποδίδει τα εισπραχθέντα ενοίκια προς έστω μερική εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους, αυτή σε καμία από τις εν λόγω υποχρεώσεις δεν συμμορφώθηκε και παραβίασε με τις εν λόγω ενέργειές της ρητά και ξεκάθαρα τους όρους των Συμφωνιών Υποθήκης. Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 ως ενυπόθηκη οφειλέτρια της Ενάγουσας, λόγω της μη συμμόρφωσης της με την αποπληρωμή των οφειλών της, γνώριζε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει ότι θα έχανε την ιδιοκτησία του Ακινήτου και κατ' επέκταση τα όποια οφέλη από αυτό, προχώρησε, στη συνομολόγηση των συμφωνιών ενοικίασης με την Εναγόμενη 2, με τις οποίες έχει δεσμεύσει το Ακίνητο σε βάθος χρόνου, ενώ παράλληλα έχει κατ' ισχυρισμό συμφωνήσει στην προείσπραξη των ενοικίων, αποκλείοντας έτσι με κάθε τρόπο, την όποια πιθανότητα η Ενάγουσα να επωφεληθεί της ιδιοκτησίας του Ακινήτου της. Εξετάζοντας τώρα την κατοχή και χρήση του ακινήτου από την Εναγόμενη 2 παρατηρώ ότι δυνάμει της συμπληρωματικής συμφωνία ενοικίασης ημερ. 10.01.2018 (Τεκμ. 15 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει συνοδεύει την Αίτηση), περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω όροι: - Η περίοδος ενοικίασης θα λήγει την 11.01.2033, λόγω του ότι ο ενοικιαστής εξέφρασε την επιθυμία του για να εξασκήσει το δικαίωμα του για ανανέωση της ενοικίασης του ακινήτου, ως προνοείτο στη αρχική συμφωνία ενοικίασης ημερ. 11.01.2016 - Το ενοίκιο θα μειωθεί από € 8,500.00 μηνιαίως (ως προνοείτο στην αρχική συμφωνία ενοικίασης ημερ. 11.01.2016) σε €3.000 μηνιαίως, με άμεση ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της πιο πάνω συμφωνίας (ήτοι από την 10.01.2018) νοουμένου ότι θα προπληρώσει το ποσό των €544.000,00, ποσό που αντιστοιχεί στα ενοίκια για την περίοδο μέχρι την 11.01.2033 - Η περίοδος ενοικίασης μπορεί να ανανεωθεί για περαιτέρω 10 έτη, ήτοι μέχρι το 2043, σε περίπτωση που το επιθυμεί ο ενοικιαστής. Η συμπληρωματική συμφωνία έχει συναφθεί λόγω ισχυριζόμενης μείωσης του κύκλου εργασιών της Εναγόμενης 2, ο οποίος, (όπως αναφέρεται στο προοίμιο), κατά τη σύναψή της, ήταν άγνωστο πότε θα επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση. Με την εν λόγω Συμφωνία, ουσιαστικά, παρατείνεται ο χρόνος της υπό αμφισβήτηση ενοικίασης του ακινήτου για 15 έτη, με τη δυνατότητα εάν το επιθυμεί ο ενοικιαστής, ήτοι η Εναγόμενη 2, να παραταθεί για περαιτέρω 10 έτη, δηλαδή στο σύνολο 25 έτη. Πρόσθετα, δίδεται το μονομερές δικαίωμα στον ενοικιαστή να τερματίσει την εν λόγω συμφωνία αφού δώσει προειδοποίηση τριών μηνών στην Εναγόμενη 1, χωρίς να υποχρεούται να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση στην τελευταία. Σύμφωνα με τον κ. Αδάμου κατόπιν λήψης της πιο πάνω συμφωνίας ενοικίασης, ζητήθηκε από την Εναγόμενη 2, όπως προσκομίσει στην Ενάγουσα τα πιο κάτω έγγραφα: - Η αρχική συμφωνία ενοικίασης ημερ. 11.01.2016, - Αποδεικτικά πληρωμής του ποσού των €544.000,00, - Τα ονόματα και τους αριθμούς ταυτότητας των προσώπων που υπογράφουν ως μάρτυρες της Συμφωνίας. Περαιτέρω, ζητήθηκε από την Εναγόμενη 2 όπως παραχωρηθεί πρόσβαση στους εσωτερικούς χώρους του ακινήτου για σκοπούς επιθεώρησης της κατάστασης του, εκτίμησης και ασφαλιστικής του κάλυψης από εκπροσώπους της Ενάγουσας. Μέχρι και την ημερομηνία της ακρόασης της αίτησης καμία ανταπόκριση δεν υπήρξε από πλευράς της Εναγόμενης 2 στα πιο πάνω αιτήματα της Ενάγουσας, γεγονός που δεικνύει και συμφωνώ προς τούτο με την Αιτήτρια ότι η Εναγόμενη 2 δεν έχει καμία πρόθεση να συνεργαστεί με την Ενάγουσα, τουναντίον, η όλη συμπεριφορά και στάση της δεικνύει ότι πρόθεσή της είναι να παρακωλύσει την Ενάγουσα από την πλήρη και αποτελεσματική ενάσκηση των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων, ροκανίζοντας τον χρόνο εκμεταλλευόμενη την κατοχή του ακινήτου. Εξάλλου, αυτή η συμπεριφορά και στάση της Εναγόμενης 2 έναντι των προσπαθειών της Ενάγουσας για πλήρη διερεύνηση του καθεστώτος χρήσης και κατοχής του ακινήτου από την πρώτη, συνεχίζει να δυσχεραίνει τη θέση της Ενάγουσας, η οποία, έχει κυριολεκτικά αποκλειστεί από την όποια αποκόμιση οφέλους από το ακίνητο, το οποίο της ανήκει. Την ίδια στιγμή που δημιουργούνται σύννεφα γύρω από την γνησιότητα της εν λόγω συμφωνίας ενοικίασης, εν γνώση της Εναγόμενης 2, αφού η τελευταία επιλέγει να μην ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις της Ενάγουσας για την προσκόμιση των ζητηθέντων εγγράφων, ήτοι της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης ημερ. 11.01.2016, των αποδεικτικών πληρωμής του ποσού των €544.000,00, καθώς επίσης και των ονομάτων των προσώπων που υπογράφουν ως μάρτυρες της συμφωνίας ενοικίασης. Η συμπεριφορά και των δύο εναγόμενων όπως καταδείχθηκε πιο πάνω είναι επόμενο να εμβάλλει σε υποψίες του γνήσιου αυτών των Συμφωνιών ενοικίασης και ότι ενδεχόμενα αυτές αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων και σε κάθε περίπτωση επενεργούν σε βάρος των συμφερόντων της Τράπεζας και κατ' επέκταση της Ενάγουσας η οποία ενδεχομένως να είναι θύμα εξαπάτησης και καταδολίευσης. Η αντίκριση αυτών των Συμφωνιών όπως έχει περιγραφεί πιο πάνω, προκύπτει από αντικειμενική εξέταση της ίδιας της συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης όπου η Εναγόμενη 2, κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας, υφίστατο μείωση του κύκλου εργασιών της, με άγνωστο το πότε αυτή θα επανέλθει στην προηγούμενη οικονομική κατάσταση. Εντούτοις, η Εναγόμενη 1, επέλεξε υπό αυτές τις συνθήκες, να ανανεώσει την συμφωνία ενοικίασης για χρονική περίοδο 15 ετών, δίνοντας το μονομερές δικαίωμα στην Εναγόμενη 2 για ανανέωση της συμφωνίας για περαιτέρω 10 έτη. Από την άλλη και πάντα υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο προοίμιο της συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης, η Εναγόμενη 2, παρά την μείωση του κύκλου εργασιών της και την υποτιθέμενη ''ανάγκη'' που προέκυψε για μείωση του ενοικίου από €8.500,00 σε €3.000,00 μηνιαίως, είχε τη δυνατότητα να καταβάλει εφάπαξ το ποσό των €544.000,00 στην Εναγόμενη
- Πρόκειται περί εγγενούς αντίφασης που χαρακτηρίζει τις ως άνω συμφωνίες ενοικίασης. Και τούτο καθώς το εν λόγω γεγονός δεν συνάδει με την ισχυριζόμενη οικονομική θέση/κατάσταση της Εναγόμενης 2 και ότι, εάν πράγματι υφίστατο μείωση του κύκλου εργασιών της, δεν θα είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει εφάπαξ το ποσό των €544.000,00 στην Εναγόμενη 1 για να ενοικιάσει το επίδικο ακίνητο για 15 έτη, με αβέβαιο, μάλιστα, το πότε ο κύκλος εργασιών της θα επανερχόταν στην προηγούμενη του κατάσταση. Η Αιτήτρια αμφισβητώντας τη γνησιότητα των ως άνω συμφωνιών ενοικίασης και των γνήσιων προσθέσεων των εκεί συμβαλλομένων υποστηρίζει ότι η θέση της αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η μείωση του ενοικίου κατά €5.500,00 μηνιαίως, δεν δικαιολογείται λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα που περιβάλουν τον καθορισμό ενοικίων και σε κάθε περίπτωση, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική και ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Προς τούτο δε η Ενάγουσα απευθύνθηκε σε ανεξάρτητο εκτιμητή ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση και υπολόγισε την συνολική ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου σε €12.500,
- Στην πιο πάνω Έκθεση (Τεκμ.18) γίνεται επίσης αναφορά στις τιμές των ενοικίων όπως αυτές ίσχυαν κατά το έτος σύναψης της συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης, ήτοι το
- Ειδικότερα, σημειώνεται ότι, τα ενοίκια στη Λευκωσία και συγκεκριμένα το αγοραίο ενοίκιο της επίδικης οικοδομής κατά το έτος 2018 κυμαινόταν στα ίδια επίπεδα με σήμερα. Όλα τα πιο πάνω δίκαια ενισχύουν τη θέση της Ενάγουσας ότι η συμπληρωματική συμφωνία ενοικίασης δεν αντικατοπτρίζει τη συνήθη σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή και δίκαια τίθεται υπό αμφισβήτηση χαρακτηριζόμενη ως εικονική και προϊόν απάτης και έχει συναφθεί με σκοπό την εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων σε βάρος των ιδιοκτησιακών συμφερόντων της Ενάγουσας. Περαιτέρω, προκύπτει ότι οι όροι της εν λόγω συμφωνίας ενοικίασης, είναι ιδιαίτερα επαχθείς για τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, αφού ανεξαρτήτως του μεγάλου χρονικού διαστήματος το οποίο θα ενοικιαστεί το ακίνητο, απουσιάζουν συνήθεις όροι από την συμφωνία, οι οποίοι απαντώνται στα πλείστα ενοικιαστήρια συμβόλαια. Ως τέτοιο παράδειγμα προτάσσεται το δικαίωμα μονομερούς ενοικίασης εκ μέρους του Ενοικιαστή για 10 χρόνια, καθώς και η απουσία οποιουδήποτε όρου στην συμφωνία η οποία να απαγορεύει την περαιτέρω ενοικίαση ή υπενοικίαση του Ακινήτου. Πρόσθετα των πιο πάνω, από την πιο πάνω συμπληρωματική συμφωνία ενοικίασης, απουσιάζει οποιοσδήποτε όρος αφορά: - την χρήση/σκοπό ενοικίασης του ακινήτου από την Εναγόμενη 2, - τυχόν απαγορεύσεις στην χρήση του ακινήτου από την Εναγόμενη 2, - το δικαίωμα τερματισμού της πιο πάνω συμφωνίας από την Εναγόμενη
- Πέραν των πιο πάνω δεν μπορούν να παραγνωριστούν επίσης το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 συμφώνησε από την σύναψη κιόλας της συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης, ήτοι από την 10.01.2018, το μηνιαίο ενοίκιο για την περίοδο 2033-2043, που αντιστοιχεί στην περίοδο ανανέωσης της συμφωνίας από την Εναγόμενη 2, χωρίς κανένα δικαίωμα διαβούλευσης ή αναθεώρησης αυτού από την Εναγόμενη 1 και χωρίς να γνωρίζει εάν κατά τη λήξη της συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης, η Εναγόμενη 2 θα επιθυμούσε την ανανέωσή της. Το ενοίκιο μάλιστα που έχει συμφωνηθεί για την πιο πάνω περίοδο, δεν θα υπερβαίνει το 10% του ποσού των € 3.000,00 μηνιαίως, ποσό στο οποίο η Εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως μειώσει το ενοίκιο, λόγω φερόμενης μείωσης του κύκλου εργασιών της Εναγόμενης 2, το 2018 πρόκειται κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας για ενδεικτικά στοιχεία της εικονικότητας και της απατηλής και δόλιας πρόθεσης που διέπει την πιο πάνω συμφωνία. Πρόκειται πράγματι για όρους οι οποίοι εμβάζουν σε προβληματισμό και προκαλούν ερωτήματα ως προς τη λογική συνέπεια τους να αποφασίζει δηλαδή η Εναγόμενη 1 να διατηρήσει το ενοίκιο στις €3.000,00 (έστω και με την μέγιστη αύξηση του 10%) σε βάθος χρόνου 25 ετών. Πως η Εναγόμενη 2, της οποίας ο κύκλος εργασιών έχει μειωθεί και είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του ενοίκου κατά €5.500,00 μηνιαίως, ήταν σε θέση να προπληρώσει στην Εναγόμενη 1 το ποσό των € 544.000,
- Από την άλλη η μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων πληρωμής και είσπραξης του ποσού των €544.000,00 από την Εναγόμενη 2, είναι ένα άλλο στοιχείο που επιτείνει τον πιο πάνω προβληματισμό και ερωτήματα ως προς την γνησιότητα των συμφωνιών. Πέραν όμως των πιο πάνω και ως προς την έκταση των διαταγμάτων που επιζητούνται ενδεικτικά είναι και όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται σε σχέση με τη μερική κατοχή του Ακινήτου και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν σε σχέση με αυτή τη πτυχή. Όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου, εκπρόσωπος της Ενάγουσας, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τα γραφεία του Ομίλου Εταιρειών VOUROS και συγκεκριμένα με αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 2, την οποία, αφού ενημέρωσε και προφορικά ότι το Ακίνητο έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία της Ενάγουσας, ζήτησε πληροφορίες σε σχέση με το καθεστώς κατοχής αυτού από την Εναγόμενη
- Η αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 2 ανέφερε στον εκπρόσωπο της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 2 κατέχει μόνο τους πάνω ορόφους του ακινήτου. Ακολούθως, η Ενάγουσα ενημέρωσε τους νομικούς της συμβούλους για τα πιο πάνω και οι τελευταίοι ήρθαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με την εκπρόσωπο της Εναγόμενης 2 την οποία, αφού ενημέρωσαν ότι ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας, ζήτησαν όπως, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας, λάβουν πληροφόρηση για το καθεστώς κατοχής του ακινήτου από την Εναγόμενη
- Η εκπρόσωπος των Εναγόμενων 2, ανέφερε στους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 2 κατέχει και χρησιμοποιεί τον 4ο και 5ο όροφο του ακινήτου. Τα πιο πάνω έρχεται να επιβεβαιώσει ακόμη ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Η Ενάγουσα, μετά την λήψη ενημέρωσης από τους αντιπροσώπους της σε σχέση με την κατάσταση του ακινήτου όπως αυτή προέκυψε μετά την επιτόπια επίσκεψή τους σε αυτό, ζήτησε και εξασφάλισε από τις Αρμόδιες Αρχές του Κράτους, υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτριας του ακινήτου, καταστάσεις κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και υδατοπρομήθειας, ακριβώς και για να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό και έκταση το ακίνητο τυγχάνει χρήσης. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αφορούν το Ακίνητο συνολικά, καθότι δεν υπάρχουν μετρητές για κάθε μονάδα ξεχωριστά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται προκύπτει από τις εν λόγω καταστάσεις ότι, η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος κυμαίνεται για τα έτη 2016-2022, σε πολύ χαμηλά, έως μηδαμινά επίπεδα. Ειδικότερα, για την περίοδο 05.01.2022 - 03.03.2022, η κατανάλωση ρεύματος κυμάνθηκε στα 250 Kwh, ήτοι στο ποσό των €71,
- Για την περίοδο 03.11.2021-05.01.2021-05.01.2022 μόλις στα 17 Kwh, ήτοι στο ποσό των €11,
- Μάλιστα, όπως προκύπτει από την σχετική κατάσταση λογαριασμού, υπήρξε μηδενική κατανάλωση ρεύματος για τις περιόδους, 05.07.2021-03.09.2021, 03.09.2020-04.11.2020 και 03.07.2020-03.09.
- Παρόμοια εικόνα παρουσιάζεται και στην κατάσταση λογαριασμού Υδατοπρομήθειας όπου για την περίοδο 27.12.2021-28.02.2022 το ποσό που αφορούσε την κατανάλωση του νερού ήταν €20,00, ενώ για την περίοδο 27.10.2021-27.12.2021, μόλις €14,
- Σε πολύ κοντινά και χαμηλότερα επίπεδα, κυμάνθηκε ο λογαριασμός για όλο το έτος
- Πρόκειται για αντικειμενική εικόνα της χρήσης που γίνεται του κτιρίου η οποία δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Στα πιο πάνω στοιχεία συνηγορεί και το γεγονός ότι οι πιο πάνω λογαριασμοί εξακολουθούν να μην έχουν μεταβιβαστεί στο όνομα της εναγόμενης
- Επιπρόσθετα όλων των πιο πάνω έρευνα που διενήργησε η Ενάγουσα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγόμενη 2, αποκαλύπτει ότι, η εν λόγω εταιρεία παραλείπει να καταχωρήσει ετήσια έκθεση (έντυπο ΗΕ32(Ι)) τα τελευταία 19 χρόνια, ήτοι, από την 31.12.2003, ενώ, στις 20.02.2018, ένα μήνα περίπου μετά την σύναψη της συμπληρωματικής συμφωνίας ενοικίασης και της ισχυριζόμενης καταβολής του ποσού των €544.000,00 στην Εναγόμενη 1, καταχωρίσθηκε εναντίον της αίτηση για διαγραφή της. Αίτηση για διαγραφή της εναγόμενης 2, καταχωρίσθηκε και την 10.06.
- Τα εν λόγω στοιχεία δημιουργούν πράγματι περαιτέρω αμφιβολίες ως προ την οικονομική δυνατότητα της Εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα κατά πόσο αυτή ήταν ή/και είναι σε θέση να καταβάλει το πιο πάνω ποσό για την ενοικίαση του ακινήτου, στην Εναγόμενη
- Επιπρόσθετα η αρχική συμφωνία ενοικίασης φαίνεται να έχει συναφθεί μόλις 5 μήνες μετά την επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» και «Θ» στην Εναγόμενη 1 (Τεκμ. 6) στην ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου. Πέραν δε των ανωτέρω σημειώνεται ότι ακόμη και μετά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων εναντίον της Εναγόμενης 2, αυτή ουδέποτε αμφισβήτησε ότι κατέχει μόνο τον 4ο και 5ο όροφο του ακινήτου και ότι οι λοιποί χώροι του ακινήτου παραμένουν αχρησιμοποίητοι και κενής κατοχής και ότι βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα εδώ και 5 μήνες, με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 να εισέρχεται, χρησιμοποιεί και επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στο ισόγειο μέρος ή/και τμήμα ή/και χώρο του Κτιρίου, τον χώρο ή/και μέρος του Κτιρίου που αποτελεί το μεσοπάτωμα, τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο του Κτιρίου, τους υπόγειους χώρους στάθμευσης και αποθηκευτικούς χώρους, οι οποίοι αναλογούν στις πιο πάνω μονάδες ή/και τμήματα του Ακινήτου. Μελετώντας όσα προκύπτουν από τη μαρτυρία που εισάγεται με την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση παρατηρώ ότι προκύπτουν τα ακόλουθα αντικειμενικά γεγονότα: (α) Η Εναγόμενη 2 δεν ισχυρίζεται πουθενά στην ένσταση της ότι έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. (β) Όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σε σχέση με την κατοχή του ακινήτου, τίθενται με γενικότητα και αοριστία. Ουδέν απτό στοιχείο έχει προσκομίσει η πλευρά της Εναγόμενης 2 που να δεικνύει ότι η κατοχή του ακινήτου γίνεται σε όλο του το μέρος και όχι αποκλειστικά στον 4ο και 5ο όροφο, όπως είναι η θέση της Ενάγουσας. Εφόσον έχει τεθεί αυτός ο ισχυρισμός από πλευράς Ενάγουσας, με τέτοια μαρτυρία θα αναμενόταν από την Εναγόμενη 2, να τεκμηριώσει δηλαδή τη θέση της ότι το ακίνητο τυγχάνει κατοχής στο σύνολό του με αποδείξεις και στοιχεία και όχι απλές και γενικές αναφορές, χωρίς μάλιστα να σημειώνεται οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη έχει υποστεί η Εναγόμενη 2 από την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, αφής στιγμής κατά τη θέση της, αυτή χρησιμοποιεί όλους τους ορόφους του ακινήτου στους οποίους στεγάζει το προσωπικό και τον εξοπλισμό της. Σε αντίθετη περίπτωση αυτό θα σήμαινε ότι η Εναγόμενη 2 τελεί κατά παραδοχή σε παρακοή του Διατάγματος του Δικαστηρίου. (γ) Περαιτέρω, η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 δεν επιτρέπει την πρόσβαση στο ακίνητο στην Ενάγουσα αποδεικνύει ακριβώς ότι τα όσα ισχυρίζεται σήμερα, αποτελούν ανυπόστατους και καινοφανής ισχυρισμούς που στόχο έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και παραγκωνίσουν τα δικαιώματα και συμφέροντα της Ενάγουσας. (δ) Εξακολουθεί να αποφεύγει να αποκαλύψει χωρίς να παρέχει κάποια εξήγηση προς τούτο: - Την αρχική συμφωνία ενοικίασης ημερ. 11.01.2016, - Τα αποδεικτικά πληρωμής του ποσού των €544.000,00, - Τα ονόματα και τους αριθμούς ταυτότητας των προσώπων που υπογράφουν ως μάρτυρες της συμπληρωματικής Συμφωνίας. Η αποφυγή παροχής στοιχείων από μέρους της Εναγόμενης 2 συνηγορεί με όσα ήδη προαναφέρθηκαν για το εύλογο της αμφισβήτησης της γνησιότητας των συμφωνιών ενοικίασης. Σε σχέση δε με την περιορισμένη κατοχή του ακινήτου, η Εναγόμενη 2 απέτυχε να αποδείξει και παρουσιάσει οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία που να θέτει εν αμφιβόλω τις θέσεις της Ενάγουσας. Καμία απάντηση δόθηκε σε σχέση με τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού οι οποίοι δείχνουν ελάχιστη κατανάλωση και κατ' επέκταση περιορισμένη χρήση του ακινήτου. Ο μόνος δε ισχυρισμός που προβάλλει η Εναγόμενη 2 εναντίον της ανάκτησης κατοχής και πρόσβασης της Ενάγουσας στο ακίνητο είναι ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας της περιουσίας της, η οποία ευρίσκεται εντός αυτού. Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι χώροι του ακινήτου για τους οποίους η Ενάγουσα αιτείται την παράδοση κατοχής τυγχάνουν χρήσης από την Εναγόμενη
- Ακόμη κι αν η Εναγόμενη 2 διατηρεί οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία εντός των συγκεκριμένων ορόφων ή τμημάτων του ακινήτου, θα πρέπει να τα απομακρύνει και να παραδώσει κενή την κατοχή τους στην Ενάγουσα, που αυτό είναι και το ζητούμενο. Ο δε ισχυρισμός ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει μεγάλη οικονομική ζημιά στην Εναγόμενη 2, τίθεται με γενικότητα και αοριστία και δεν εξειδικεύεται. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2, θα διατηρήσει τους ορόφους 4 και 5 του ακινήτου στους οποίους δραστηριοποιείται και συνεπώς καμία ζημιά, πόσο μάλλον τέτοια που να την οδηγεί αναστολή εργασιών δεν θα επέλθει. Έχοντας υπόψη τα διατάγματα των οποίων επιδιώκεται η οριστικοποίηση ή η έκδοση τους κρίνω ότι δεν οδηγούν στην τελεσίδικη επίλυση της ουσίας της διαφοράς καθότι με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων γενικές ή/και ειδικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τις οποίες υπέστη η Ενάγουσα ως αποτέλεσμα της παράβασης των Συμφωνιών Υποθήκης και της κατ' ισχυρισμό απάτης ή/και δόλου ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και σειράς δόλιων ή/και εγκληματικών ενεργειών που διαπράχθηκαν από τους Εναγόμενους. Εκείνο που επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή. Η αγωγή έχει ως βάση τις παρανόμως συναφθείσες Συμφωνίες Υποθήκης, ενώ επιζητείται η παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του συνόλου του ακινήτου και όχι μέρος του, όπως επιδιώκεται διά της υπό κρίση αίτησης. Ούτε ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 ότι η Ενάγουσα είχε πλήρη επίγνωση της ενοικίασης είναι αληθής εφόσον αυτή δεν ήταν σε γνώση της Τράπεζας και κατ' επέκταση της Ενάγουσας και ουδέποτε δεν δόθηκε έγγραφη έγκριση και συγκατάθεση από την Τράπεζα για την σύναψη αυτών των συμφωνιών, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε παντελώς. Στην βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου
- Τώρα, ως προς το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σύμφωνα με τη νομολογία μας, η έννοια της μη απονομής πλήρους δικαιοσύνης και της ανεπανόρθωτης βλάβης στα συμφέροντα της Αιτήτριας είναι πολυδιάστατη και ευρεία και εμπεριέχει πέραν της υλικής ζημιάς και άλλους μεταβλητούς παράγοντες, όπως βλάβες και ζημιές στα δικαιώματα της Αιτήτριας, ενώ κατά την θεώρηση του κατά πόσον η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης βλάβης πληρείται, θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του και να ενεργεί και να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια έχοντας πάντοτε κατά νου και μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του ως θεματοφύλακα του Δικαίου και της έννομης τάξης και να αποτρέπει τις παράνομες και παράτυπες πράξεις και ενέργειες (βλ. Κύζη ανωτέρω, και M. Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co 1997 1 ΑΑΔ 1791) τις οποίες επικαλείται εδώ η πλευρά της Αιτήτριας. Τα γεγονότα, όπως αυτά παρατίθενται στην ένορκη δήλωση Αδάμου τα οποίων αντικειμενική αντίκριση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Πρόσθετα στη βάση των γεγονότων τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου με οδηγούν σε απόφανση ότι πληρείται και η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς την οποία μπορεί να υποστεί η Ενάγουσα. Και τούτο καθώς εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και εάν δεν απαγορευθεί στην Εναγόμενη 2 να προβεί σε περαιτέρω πράξεις εκμετάλλευσης του Ακινήτου και αυτή συνεχίσει να ενεργεί και να πράττει όπως κάνει μέχρι και σήμερα, τότε η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία όχι μόνο δεν θα μπορεί να ανακτηθεί με αποζημιώσεις, αλλά θα επηρεασθούν ανεπανόρθωτα τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματά της. Πιο συγκεκριμένα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, κανείς δεν θα μπορεί να προβλέψει μετά βεβαιότητας μέχρι που μπορούν να φτάσουν οι ενέργειες και πράξεις της Εναγόμενης
- Η μη επίδειξη πρόθεσης συνεργασίας με την Ενάγουσα και το να μην της επιτρέπει ενώ είναι η ιδιοκτήτρια του Ακινήτου, η είσοδος εντός αυτού δεικνύει αυταρχική συμπεριφορά η οποία απαιτεί τη βοήθεια και συνδρομή του Δικαστηρίου. Εν ολίγοις θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται το ακίνητο κατά το δοκούν εν αγνοία της Ενάγουσας με απροσδιόριστες συνέπειες εναντίον της τελευταίας και σε βάρος των συνταγματικά κατοχυρωμένων ιδιοκτησιακών και άλλων δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Εξετάζοντας τώρα το ισοζύγιο της ευχέρειας κατά πόσο δηλαδή είναι ορθό και δίκαιο να οριστικοποιηθούν τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα και εκδοθούν και τα διατάγματα στη βάση των αιτητικών Γ και Δ κρίνω ότι στη βάση όλων όσων έχουν καταγραφεί ήδη πιο πάνω είναι δίκαιο και πρέπον όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης των διαταγμάτων ως τα αιτητικά Α και Β και την έκδοση των διαταγμάτων ως τα αιτητικά Γ και Δ της αίτησης. Όλες οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομοθεσία και η νομολογία για την έκδοση προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων πληρούνται, στον περιορισμένο βαθμό και έκταση που απαιτεί στο παρόν στάδιο της διαδικασίας και χωρίς το Δικαστήριο να δικαιούται να προβεί σε συμπεράσματα και ευρήματα επί της ουσίας και μαρτυρίας. Προς τούτο συνηγορούν τα ακόλουθα: (α) Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, το Δικαστήριο, ως θεματοφύλακας του Δικαίου, διαφυλάττει και προστατεύει την Αιτήτρια ως ιδιοκτήτρια του Ακινήτου, από τις άνευ δικαιώματος το οποίο να παρέσχε η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια από πράξεις της Εναγόμενης 2 επί του Ακινήτου. (β) Οι πράξεις και οι ενέργειες της Καθ' ης η αίτηση λαμβάνουν χώρα χωρίς κανένα δικαίωμα και τη συγκατάθεση της Ενάγουσας. (γ) Καμία ζημιά ή βλάβη δεν θα υποστεί η Καθ' ης η αίτηση από την έκδοση τους αφού αυτή θα συνεχίζει να διατηρεί την κατοχή του 4ου και 5ου ορόφου που χρησιμοποιεί σήμερα, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. (δ) Από την πιο πάνω συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 καταστρατηγούνται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (ε) Πρόσθετα, σε περίπτωση που αφεθεί η Εναγόμενη 2 να ενεργεί ως έχουν συνηθίσει μέχρι σήμερα, ο επαπειλούμενος κίνδυνος για τα δικαιώματα της Αιτήτριας είναι άμεσος και ορατός και η ζημιά αναπόφευκτη, σοβαρή και τέτοια που να μην αποζημιώνεται χρηματικά. (στ) Η Αιτήτρια πλέον έχει απωλέσει ενοίκια που θα έπρεπε να είχε εισπράξει από την εκμετάλλευση του Ακινήτου, ενώ θα μπορούσε από την ελεύθερη και απρόσκοπτη διαχείριση και αξιοποίηση του ακινήτου, να είχε περαιτέρω έσοδα. (ζ) Διά της αίτησης επιχειρείται η διατήρηση του status quo, αφού δεν επιδιώκεται να εκδιωχθεί η Εναγόμενη 2 από τους ορόφους 4 και 5 που κατέχει, αλλά επιδιώκεται η παράδοση των χώρων που είναι κενοί και ελεύθεροι. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι φανερόν ότι η αίτηση πετυχαίνει. Τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα υπό τα αιτητικά Α και Β οριστικοποιούνται και εκδίδονται επιπρόσθετα τα διατάγματα υπό τα αιτητικά Γ και Δ εναντίον της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγή οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο