← Κύπρος

DONTROV CONSULTING LIMITED ν. OLEUM TERRAE INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 419/2020, 30/9/2022

DONTROV CONSULTING LIMITED ν. OLEUM TERRAE INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 419/2020, 30/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A439 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 419/2020 Μεταξύ:- DONTROV CONSULTING LIMITED Ενάγουσας -και- 1. OLEUM TERRAE INVESTMENTS LIMITED 2. AKIMOV KONSTANTIN VLADIMIROVICH 3. STOLLET INDUSTRIES LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 3/Αιτήτρια: Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Μαρκίδη & Μαρκίδη και Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 27.09.2021 για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης) Με την υπό κρίση αίτηση της η Εναγόμενη 3/ Αιτήτρια (στη συνέχεια «η STOLLET»), αιτείται άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και σχετικές προς τούτο οδηγίες προς υποστήριξη της ένστασης της στη μονομερή αίτηση της Ενάγουσας με ημερομηνία 17.02.2020 («η Ενδιάμεση Αίτηση»), με την οποία η τελευταία αιτήθηκε και εξασφάλισε ενδιάμεσο διάταγμα. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα υπογραφεί από την ίδια την αρχικώς ενόρκως δηλούσα κ. Ελεάνα Δημητρίου, με περιεχόμενο ίδιο ή παρόμοιο με αυτό που εκτίθεται στην Προτεινόμενη ΣΕΔ η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση της ίδιας με την οποία υποστηρίζει και την παρούσα αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 2, 21, 29, 31, 32, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), ως έχει τροποποιηθεί), στα άρθρα 3, 4, και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί), στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο (Ν. 31(Ι)/1992), στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.6 Θ. 1(c), (
  2. f)και (h), Δ.33 Θ. 15, Δ.38, Δ.39 Θ. 1-21, Δ.48 Θ. 1-13, Δ.59, Δ.63 Θ. 10 και 12, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου mareva( mareva injunctions), στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των Αγγλικών Δικαστηρίων, των σχετικών αποφάσεων Δικαστηρίων άλλων χωρών που εφαρμόζουν αρχές του Κοινοδικαίου, στις Αρχές της Επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Γίνεται από την Αιτήτρια παραπομπή ως προς τα γεγονότα της αίτησης στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, στην ένορκη δήλωση του κ. Robert Banovski («η Ε/Δ Banovski»), ημερ. 9.03.2021 που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 3 στην μονομερή αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερ. 17.02.2020 για ενδιάμεσα διατάγματα, ως και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κ. Ελεάνας Δημητρίου ημερομηνίας 24.09.2021. Η κ. Δημητρίου στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης (« η Ε/Δ ΕΔ»), εκτός από την ιδιότητα της ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την Αιτήτρια και της εξουσιοδότησης που έχει για να ορκισθεί αυτή αντί των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της Αιτήτριας, οι οποίοι είναι αλλοδαποί και κάτοικοι εξωτερικού, της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και παροχή εξήγησης από που προέρχεται αυτή και όσα από αυτά δεν γνωρίζει προσωπικά εξηγεί την προέλευση της γνώσης της όπως επίσης και για τα νομικά ζητήματα, αφού υιοθετεί το περιεχόμενο του δείγματος της ένορκης δήλωσης την οποία προτίθεται να καταθέσει (Τεκμ. 1), επί της ουσίας υποστηρίζει τα ακόλουθα: 1. Ότι η αίτηση αποσκοπεί στο να παραθέσει νέα γεγονότα συμπληρωματικά των όσων γεγονότων ήδη έχουν κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου με την Ε/Δ Banovsky, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί πλήρως και επαναλαμβάνει για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Πρόκειται για ουσιώδη γεγονότα όπως τα χαρακτηρίζει, τα οποία όπως εξηγεί έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της ένστασης της STOLLET και της Ε/Δ Banovsky, και τα οποία κατά την εισήγηση της είναι ουσιώδη για την εκδίκαση της Ενδιάμεσης Αίτησης. 2. Συγκεκριμένα το μείζον γεγονός που έχει συμβεί και το οποίο θα πρέπει να έρθει εις γνώση του Δικαστηρίου είναι το ότι πριν μερικούς μήνες το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας προχώρησε με την καταχώριση ποινικών διαδικασιών στην Ρωσία εναντίον αριθμού ατόμων, για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με την κλοπή και αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Ρωσικής Τράπεζας PJSC PromsvyazBank από τα αδέρφια Ananiev. 3. Ως εμφαίνεται από το φάκελο της δικογραφίας, η πλευρά της Ενάγουσας μέσω του δικηγόρου της, εζήτησε επανειλημμένα χρόνο για να εξετάσει το ζήτημα να αιτηθεί άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και ως εκ τούτου το Δικαστήριο με τη συγκατάθεση των Εναγόμενων προχώρησε στην αναβολή της υπόθεσης στις 24.05.2021 και στις 02.07.2021, για να δοθεί χρόνος στους δικηγόρους της Ενάγουσας να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αιτηθούν άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 4. Όπως δε πληροφορείται η ενόρκως δηλούσα από το δικηγόρο κ. Σ. Πίττα, πληροφορήθηκε ο ίδιος λίγες ημέρες πριν την 14.09.2021 - (που ήταν η προηγούμενη δικάσιμος) - ότι η Ενάγουσα δεν θα αιτείτο άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ως εκ τούτου την 13.09.2021, η STOLLET αιτήθηκε μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποστάλθηκε στο Δικαστήριο, χρόνο από το Δικαστήριο για να ετοιμάσει την αίτηση της για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να παρουσιάσει τα νέα γεγονότα και έγγραφα που εντόπισε κατά ή περί στις αρχές Σεπτεμβρίου 2021 ως αναφέρεται στο Τεκμ.1 στην παρούσα. 5. Αναφέρει ότι η STOLLET δεν μπορούσε να υποβάλει αίτηση η ίδια προηγουμένως, γιατί ανέμενε την θέση της Ενάγουσας εάν θα καταχωρούσε τη δική της αίτηση για λήψη άδειας. 6. Παραπέμπει στην παράγραφο 22.3 της Ε/Δ Banovsky όπου ο κ. Dmitry Ananiev («ο κ. Ananiev»), ο οποίος σύμφωνα και με την ένορκη δήλωση Batraz Pliev («η Ε/Δ Pliev»), είναι ο τελικός ιδιοκτήτης της Ενάγουσας, ήταν μαζί με τον αδερφό του οι βασικοί ιδιοκτήτες της Ρωσικής Τράπεζας PJSC PromsvyazBank. 7. Μεταξύ αυτών των ατόμων εναντίον των οποίων ξεκίνησαν ποινικές διαδικασίες και έρευνες στη Ρωσία, φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται και ο κ. Pliev, ο οποίος είναι το πρόσωπο το οποίο ορκίσθηκε την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ενδιάμεση Αίτηση, και βάση του περιεχομένου της οποίας το Δικαστήριο προχώρησε μονομερώς να εκδώσει στις 19.02.2020 μονομερές διάταγμα με το οποίο μπλόκαρε την Εναγόμενη Αρ. 3 από μεταξύ άλλων να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα με σκοπό την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 16.12.2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 2054/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στον βαθμό που αυτά αφορούν συγκεκριμένες εταιρείες («το Μονομερές Διάταγμα»). 8. Από το περιεχόμενο της Προτεινόμενης ΣΕΔ όσο και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, φαίνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: 8.1 Ότι το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας έστειλε στο δικαστήριο υπόθεση υπεξαίρεσης (embezzlement) από τη Ρωσική Τράπεζα PJSC PromsvyazBank ποσού 87 δισεκατομμυρίων ρουβλιών - (περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ), εναντίον συνένοχων (accomplices) των αδερφών Ananiev που τους υποβοήθησαν να διαπράξουν τις εν λόγω αδικοπραξίες. 8.2 Ότι μέρος στις εν λόγω αδικοπραξίες έλαβε ο κ. Pliev ο οποίος είναι ένας από τους συνένοχους (accomplices). 8.3 Ότι μεταξύ 12.12.2017 με 15.12.2017, μέλη αυτής της εγκληματικής ομάδας - (η οποία περιλάμβανε και τον κ. Pliev) - οργάνωσαν την εκτέλεση πλαστών συμφωνιών για την αγοραπωλησία χρεογράφων της PJSC PromsvyazBank. 8.4 Ότι κάτω από το πρόσχημα (guise) της πληρωμής τους, τα κεφάλαια της τράπεζας μεταφέρθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς Κυπριακής εταιρείας η οποία ελέγχεται από τον κ. Ananiev. 8.5 Ότι ως αποτέλεσμα αυτών των πράξεων, η τράπεζα υπέστη ζημιές πέραν των 87 δισεκατομμυρίων ρουβλιών - (1 δισεκατομμύριο ευρώ). 8.6 Ότι ο κ. Pliev, όπως και άλλα πρόσωπα της εγκληματικής ομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των αδερφών Ananiev, έχουν μπει στη διεθνή λίστα καταζητούμενων (international wanted list). 9. Σύμφωνα δε με νομική πληροφόρηση που έλαβε τόσο από τους Ρώσους όσο και τους Κύπριους δικηγόρους της STOLLET, το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στο Προσχέδιο ΣΕΔ δείχνει ξεκάθαρα ότι τα πρόσωπα που ελέγχουν την Ενάγουσα ως και οι συνεργάτες τους, είναι πρόσωπα τα οποία δεν διστάζουν να προβούν σε ψευδείς και αναληθείς ισχυρισμούς και να πλαστογραφήσουν έγγραφα και συμφωνίες με σκοπό τη διάπραξη αδικοπραξιών για την προαγωγή των συμφερόντων του κ. Ananiev, και επομένως, εισηγείται, το Δικαστήριο δεν πρέπει να δώσει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στα όσα αναφέρονται στην Ε/Δ Pliev που υποστηρίζει την Ενδιάμεση Αίτηση. 10. Επιπρόσθετα, υποδεικνύει ότι η DONTROV κατά τη μονομερή ακρόαση της Ενδιάμεσης Αίτησης απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα σχετικά με το ποιος πραγματικά είναι ο κ. Ananiev, τις ποινικές και δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν εναντίον του, την προέλευση των περιουσιακών του στοιχείων ως επίσης και την αδυναμία του κ. Ananiev και της DONTROV να καλύψουν τυχόν ζημιές που μπορεί να υποστεί η STOLLET από την έκδοση του Μονομερούς Διατάγματος. Η ενόρκως δηλούσα σε σχέση με την ύπαρξη του κριτηρίου ότι συντρέχει καλός λόγος (Test of good reason), υποστηρίζει ότι η STOLLET έχει ικανοποιήσει το βάρος που έχει για να αποδείξει καλό και επαρκή λόγο για να της δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει την Προτεινόμενη ΣΕΔ ως το Τεκμ. 1 στην παρούσα, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Για να παρουσιάσει νέα γεγονότα και έγγραφα που περιήλθαν πολύ πρόσφατα στην κατοχή της STOLLET και μετά την καταχώρηση της Ε/Δ Banovsky. (β) Για να παρουσιάσει ουσιώδη και σχετικά γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν περαιτέρω τις θέσεις της STOLLET ότι η Ενδιάμεση Αίτηση πρέπει να απορριφθεί και το Μονομερές Διάταγμα να ακυρωθεί. 11. Τα γεγονότα που η STOLLET επιθυμεί να παρουσιάσει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι απαραίτητα έτσι ώστε το δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων χωρίς οποιαδήποτε παραπλανητική εικόνα η οποία μπορεί να υπάρχει. Εάν δεν δοθεί η ευκαιρία στην STOLLET να παρουσιάσει τα νέα γεγονότα, το δικαστήριο δεν θα γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα που αφορούν το κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ως η Ενδιάμεση Αίτηση και/ή συνέχιση των μονομερώς εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Κάτι τέτοιο θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματά της STOLLET και την εκδίκαση της Ενδιάμεσης Αίτησης. 12. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα, δηλώνει ότι πληροφορείται από τον κ. Σωτήρη Πίττα ότι το Δικαστήριο πρέπει να επιτρέψει στην STOLLET να παρουσιάσει τη θέση της σχετικά με τα νέα αλλά και ουσιώδη γεγονότα που περιέχονται στο Τεκμ. 1 της αίτησης. Η έγκριση της καταχώρισης της Προτεινόμενης ΣΕΔ, προσχέδιο της οποίας επισυνάπτεται στην αίτηση ως Τεκμ. 1, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και της δίκαιης και σωστής ακρόασης της Ενδιάμεσης Αίτησης. 13. Επιπρόσθετα, υπό το φως όλων των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι πιστεύει ότι είναι σωστό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις αυτές για το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. 14. Για τους λόγους που αναλύθηκαν πιο πάνω και όπως αναφέρεται στο Προσχέδιο ΣΕΔ (Τεκμ. 1), εξ όσων γνωρίζει και όπως την συμβουλεύει ο κ. Πίττας, η STOLLET έχει αποδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας από το Δικαστήριο σχετικά με την καταχώριση της Προτεινόμενης ΣΕΔ. 15. Δεν πρόκειται, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών, αλλά για νέα ουσιώδη γεγονότα και νέα ουσιώδη μαρτυρία που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στην STOLLET να προβάλει, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων και για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του όλα τα ουσιώδη και σχετικά γεγονότα της υπόθεσης, για να μπορέσει να εξετάσει και αποφασίσει κατά πόσον συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση και/ή συνέχιση της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας. 16. Το Προσχέδιο της ΣΕΔ (Τεκμ. 1), μπορεί να καταχωρισθεί εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος από την έκδοση του διατάγματος και μετά την άδεια του Δικαστηρίου για το σκοπό αυτό, χωρίς να προκαλεί με οποιονδήποτε τρόπο καθυστέρηση στην εκδίκαση της Ενδιάμεσης Αίτησης. 17. Για τους πιο πάνω λόγους εισηγείται όπως εγκριθεί η αίτηση και εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για άδεια για την καταχώριση της ΣΕΔ». Η Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση («η Καθ' ης η αίτηση»), προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Ως λόγο ένστασης 1 προβάλλει ότι η Αιτήτρια δια της ένορκης δήλωσης της κ. Ελεάνας Δημητρίου δεν έχει ικανοποιήσει τις νομικές και/ ή νομολογιακές και/ ή πραγματικές προϋποθέσεις, οι οποίες αποκαλύπτουν «καλό λόγο» για τον οποίο να επιτραπεί η καταχώριση της Προτεινόμενης ΣΕΔ και/ ή δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Διάταξης 48, Θεσμός 4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 20 - 23 της Ε/Δ ΕΔ προς αιτιολόγηση και στοιχειοθέτηση της αίτησης, είναι γενικά και/ ή αόριστα και/ ή ατεκμηρίωτα, ενώ ουδεμία εξήγηση δίδεται ως προς το γιατί το περιεχόμενο της Προτεινόμενης ΣΕΔ είναι ουσιώδες για την εκδίκαση και έκβαση της αίτησης ημερομηνίας 17.02.2020 και των Μονομερών Διαταγμάτων, ημερομηνίας 19.02.
  1. Ειδικότερα: (α) Το σύνολο της μαρτυρίας που η Εναγόμενη 3 επιθυμεί να παρουσιάσει είναι εντελώς άσχετο με τα επίδικα γεγονότα, καθ' ότι αφορά (ισχυριζόμενες) αλλοδαπές διαδικασίες διαφορετικής φύσεως εναντίον συγκεκριμένων (φυσικών) προσώπων, και σε σχέση με διαφορετικά και μη σχετιζόμενα με την παρούσα Αγωγή και Κυρίως Αίτηση γεγονότα. Δεν έχει, δε, τεθεί οτιδήποτε που να υποστηρίζει βάσιμα την οποιαδήποτε σχετικότητα και/ ή διασύνδεση των όσων καταγράφονται στα Τεκμ. 1 - 4 της Προτεινόμενης ΣΕΔ με τα επίδικα ζητήματα. (β) Μέσω της Προτεινόμενης ΣΕΔ, ουσιαστικά επιδιώκεται η προσκόμιση άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε Μ.Μ.Ε. του εξωτερικού (Τεκμήρια 1 - 4), τα οποία δε συνιστούν αποδεικτικό μέσο της αλήθειας του περιεχομένου τους και/ ή δεν ανατρέπουν το τεκμήριο αθωότητας των εκεί αναφερόμενων προσώπων και/ ή εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική ή άλλη αξία για τους σκοπούς της Κυρίως Αίτησης. (γ) Σε κάθε περίπτωση, τυχόν ύπαρξη αλλοδαπών διαδικασιών εναντίον συγκεκριμένων (φυσικών) προσώπων δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα της Ενάγουσας για προώθηση και/ ή το βάσιμο της παρούσας Αγωγής και Κυρίως Αίτησης, ούτε και στερεί από την Ενάγουσα το δικαίωμα προάσπισης των συμφερόντων της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. (δ) Η προσπάθεια σύνδεσης και συσχετισμού τυχόν ύπαρξης ισχυριζόμενης ποινικής διαδικασίας (για άσχετα με τα επίδικα ζητήματα) στο εξωτερικό εναντίον του ενόρκως δηλούντος στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Κυρίως Αίτησης κ. Pliev και της ποιότητας της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τον ως άνω για τους σκοπούς της Κυρίως Αίτησης (παρ. 11 - 13 της Προτεινόμενης ΣΕΔ) είναι ακροσφαλής και/ ή αυθαίρετη και/ ή στερείται οποιασδήποτε βάσης. (ε) Μέσω της Αίτησης επιχειρείται η εξαγωγή και προώθηση αυθαίρετων και εντελώς ανυπόστατων συμπερασμάτων, τα οποία δε στηρίζονται ούτε από την υφιστάμενη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και από το περιεχόμενο της Προτεινόμενης ΣΕΔ. (στ) Ελλείψει ισχυρισμών επί της ουσίας της Κυρίως Αίτησης, η Εναγόμενη 3 προσπαθεί να δημιουργήσει προπέτασμα καπνού και διαστρεβλωμένες εντυπώσεις σε σχέση με τον ενόρκως δηλούντα κ. Pliev και τον τελικό δικαιούχο της Ενάγουσας. (ζ) Ως εκ των υπό (α) - (στ) ανωτέρω, τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας και εισαγωγή σε αυτή άσχετων ζητημάτων και διαδικασιών.
  2. Επιπροσθέτως και / ή άνευ επηρεασμού του Λόγου Ένστασης 1 ανωτέρω, η Εναγόμενη 3, σε μια ατυχή προσπάθεια σύνδεσης των ισχυρισμών που επιχειρεί να παρουσιάσει μέσω της Προτεινόμενης ΣΕΔ και των ζητημάτων της Κυρίως Αίτησης, προβαίνει σε αστήρικτες εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα, που στερούνται πραγματικής και νομικής βάση. Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό: (α) Αβάσιμα, παραπλανητικά και εν τη απουσία υποστηρικτικής μαρτυρίας, προβάλλεται από την Εναγόμενη 3 ότι η Ενάγουσα αποτελεί όχημα του κ. Ananiev για μεταφορά υπεξαιρεθέντων κεφαλαίων (βλ. παρ. 9.4, 17, 19.2 της Προτεινόμενης ΣΕΔ). Απουσιάζει δε οποιαδήποτε αναφορά στα Τεκμήρια 1 - 4 της Προτεινόμενης ΣΕΔ, η οποία να παραπέμπει στην Ενάγουσα και/ ή να αφήνει να νοηθεί εμπλοκή καθ' οιονδήποτε τρόπο της Ενάγουσας στα εκεί αναφερόμενα γεγονότα και/ ή συσχετισμός των επίδικων ζητημάτων με τις (ισχυριζόμενες) Ρωσικές διαδικασίες. (β) Στη παρ. 8 της Προτεινόμενης ΣΕΔ περιέχεται ισχυρισμός, ο οποίος στην ανάγνωσή του είναι παραπλανητικός, και αφήνει να νοηθεί ότι αυτός προέρχεται από τον κ. Pliev και όχι από την Εναγόμενη
  3. (γ) Αβάσιμα, παραπλανητικά και κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας, αποδίδoνται στον κ. Pliev αδικήματα και/ ή παράνομες ενέργειες, ενώ η αναφορά στην παράγραφο 11 της Προτεινόμενης ΣΕΔ ότι «.υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι στα έγγραφα που συνοδεύουν την ΕΔ Pliev υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να περιέχονται και πλαστογραφημένες συμφωνίες και έγγραφα» είναι τουλάχιστον απαράδεκτη και εν πάση περιπτώσει, εντελώς αυθαίρετη. (δ) Ο ισχυρισμός ότι η τραπεζική επιταγή (banker's draft), που κατέθεσε η Ενάγουσα για σκοπούς έκδοσης των Μονομερών Διαταγμάτων, ημερομηνίας 20.02.2020 δεν προσφέρει οποιαδήποτε προστασία στην Εναγόμενη 3 είναι ανεδαφικός, καθ' ότι αφενός, οι θέσεις που προβάλλονται σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και τις υποθέσεις της Ενάγουσας είναι αβάσιμες και αφετέρου, η εν λόγω τραπεζική επιταγή (banker's draft), έχει εκδοθεί ανέκκλητα και αυτή και/ή το ποσό που αυτή αφορά, βρίσκεται στη φύλαξη και τον έλεγχο του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε περίπτωση δε ακύρωσης των Μονομερών Διαταγμάτων, ημερομηνίας 20.02.2020 και επιδίκασης αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόμενων για ζημιές που υπέστησαν συνεπεία της έκδοσής τους, η τραπεζική επιταγή (banker's draft) θα καλύψει αυτές τις ζημιές. (ε) Η Προτεινόμενης ΣΕΔ περιέχει επίσης επιχειρηματολογία σε σχέση με την Κυρίως Αίτηση, η οποία δεν είναι δυνατό να εισαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου μέσω αυτής της ένορκης δήλωσης.
  4. Επιπροσθέτως και/ ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Ένστασης 1 και 2, τα Τεκμήρια 1 - 3 της Προτεινόμενης ΣΕΔ δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και δε δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και τούτο διότι είναι συνταγμένα στη Ρωσική γλώσσα, δεν έχουν μεταφραστεί από ορκωτό μεταφραστή, δεν προσφέρεται ένορκη δήλωση μετάφρασής τους από πρόσωπο ικανό να μεταφράζει κείμενα από Ρωσικά στα Ελληνικά, ούτε και υφίσταται μαρτυρία και/ ή αναφορά στην Ε/Δ ΕΔ ή τη Προτεινόμενη ΣΕΔ ότι η μετάφραση που προσφέρεται (η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω του Google Chrome - βλ. παρ. 10 της Προτεινόμενης ΣΕΔ) είναι ορθή και ακριβής. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διάταξη 6, Θεσμοί 1(c), (f), (g) και (h), Διάταξη 33, Θεσμός 15, Διάταξη 39, Θεσμοί 1 και 2, Διάταξη 48, Θεσμοί 1 έως και 9, Διάταξη 63, Θεσμοί 10 και 12, Διάταξη 64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (N. 14/1960, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 2, 21, 29, 30, 31, 32, 41 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, (Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 3, 4 και 9, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο (Ν.31(Ι)/1992), στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου (Ν.67/1988, ως έχει τροποποιηθεί), στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, του Κοινοδικαίου, στις Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του και επί των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Στις εισηγήσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται στην Δ.48 Θ. 4
(2)η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Όπως δεικνύει το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και σχετική Νομολογία, το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ 510). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου αναφορικά με έγκριση ή απόρριψη τέτοιου αιτήματος ασκείται στη βάσει γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. A. Messios & Sons Ltd v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 195) και καταδεικνύουν την αναγκαιότητα για την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η αιτήτρια σύμφωνα με την Δ.48 πρέπει να τεκμηριώσει «καλό λόγο» για να της παρασχεθεί η σχετική άδεια. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη, καθίσταται φανερό ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της κυρίως αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Στην υπόθεση Κώστα Μιντή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Αντωνάκη Μιντή v. Reprevus Trading Ltd κ.ά. Αρ. Αγωγής 2232/06 Ε.Δ. Λάρνακας, Απόφαση ημερ. 19/7/2007, o κ. Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε), αναλύοντας τη σχετική νομολογία καθόρισε τις ακόλουθες νομικές αρχές που διέπουν και/ή ρυθμίζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να παραχωρεί άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: i. Εκτός από την αρχική ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ii. Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» που περιέχεται στην Δ.48, Θ.4
(2), υποδηλώνουν από μόνες τους ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία κατά πόσο θα επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλέπε Αίτηση Φιλόκυπρος Ματθαίου κ.ά. Αρ. 297/2008, ημερ. 21.04.2008). iii. Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίον θα πρέπει να του επιτραπεί. iv. Η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται και οποιαδήποτε καταχωρισθείσα χωρίς τέτοια άδεια ένορκη δήλωση, θα πρέπει να παραγνωρίζεται. v. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος και συνυφασμένος με την σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε αίτησης. vi. Στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης είτε της ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στην βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς των διαδίκων. vii. Δεν επιτρέπεται παραχώρηση άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν επιχειρείται να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί. Αντίθετα μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινήσεις ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Λεωνίδα (ανωτέρω). Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων της κάθε υπόθεσης σε συνάρτηση με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρισθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση A. Messios & Sons Ltd κ.α ν. Ανδρέα Λεωνίδου (ανωτέρω) συνοψίζονται πράγματι τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2)꞉ «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιόν μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Αυστηρή αντιμετώπιση των αιτήσεων για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιβάλλεται, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν στη βάση της αρχικής ένορκης δήλωσης παρασχέθηκε ενδιάμεση θεραπεία. Ειδικότερα, στην απόφαση Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIRA
(2001)1 A.A.Δ. 1220, τονίσθηκε ότι: «σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο παρέχει θεραπεία, ύστερα από μονομερή αίτηση [.] και υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης, δεν επιτρέπεται με βάση τη νομολογία η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία». Χρήσιμα είναι και τα όσα λέχθηκαν στην αγωγή αρ. 6710/1997 Ε.Δ. Λεμεσού από τον κ. Κ. Παπαλλή, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην απόφαση του με ημερομηνία 16.01.2004 σε σχέση με την παράγραφο 2 του Θ.4 της Δ.48: «Είναι πιστεύω κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί η φιλοσοφία πίσω από αυτή την τροποποίηση που έγινε το 1999. Κατά την άποψη μου είναι η αποφυγή επέκτασης, της ενδεχόμενα προσαχθείσας σ' αίτηση, προφορικής μαρτυρίας. Ορθά επίσης πιστεύω ότι απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ολοκλήρωση παράθεσης του πραγματικού πλαισίου εκδίκασης μιας αίτησης και ν' αποφεύγεται η ατέρμονη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Απαιτείται συνεπώς η παράθεση «καλού λόγου» για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Η έννοια της φράσης «καλός λόγος», πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό, ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Η ασφαλιστική δικλείδα της παροχής ευχέρειας αντεξέτασης δεν τέθηκε κατά την άποψη μου τυχαία. Θα ήταν πιστεύω άδικο να τεθεί υψηλό εμπόδιο σε έναν αιτητή που επιθυμεί την καταχώριση ένορκης δήλωσης. Το τι πρέπει να καταδείξει κατά την άποψη μου ο αιτητής, για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι το αίτημα του εδράζεται σε καλό λόγο είναι η γνωστοποίηση της αναγκαιότητας απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς, ή ακόμη η παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα». Χρήσιμα είναι επίσης και όσα ανέφερε επίσης ο κ. Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην αγωγή Alpha Bank Ltd v. E.E ΑΓΙΑ-ΑΝΝΑ 2008 ΛΤΔ κ.ά αγωγή 7744/11 Ε.Δ. Λευκωσίας, απόφαση ημερ. 13.05.2013 τα οποία και παραθέτω: «Αφορά αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κατ' ακολουθία της Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η παράθεση του σκοπού θέσπισης της εν λόγω Διάταξης θα οδηγήσει, θεωρώ, στην ευκολότερη κατάληξη του Δικαστηρίου. Μέσω της πιο πάνω Διάταξης παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα και δεδομένου ότι έχει στοιχειοθετηθεί «καλός λόγος». Στόχος αυτής της διάταξης είναι η παροχή της δυνατότητας μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή ένστασης αντίστοιχα, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή και η ακρόαση σε ό,τι αφορά τη διαφορά, αφού όλα τα γεγονότα τα οποία κρίνονται αναγκαία για στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου». ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ: Με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα ουσιώδη, όπως τα χαρακτηρίζει, γεγονότα και έγγραφα τα οποία έλαβαν χώρα και έχουν περιέλθει στην κατοχή της πρόσφατα και μετά την καταχώριση της ένστασης της Εναγόμενης αρ. 3, και τα οποία είναι ουσιαστικά για την εκδίκαση της Αίτησης για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Υποστηρίζει ότι το καλώς νοούμενο συμφέρον της Δικαιοσύνης προτάσσει την αναγκαιότητα παραχώρησης αυτής της άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου Δηλώσεως. Και οι δύο πλευρές με παρέπεμψαν στο ιστορικό της αίτησης το οποίο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και εδώ για καλύτερη κατανόηση του σκεπτικού του Δικαστηρίου. Στις 17.02.2020 η Ενάγουσα καταχώρισε εναντίον των Εναγόμενων την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Την ίδια ημερομηνία, καταχώρισε μονομερή Ενδιάμεση Αίτηση και στις 19.02.2020 εκδόθηκε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο εμποδίζει την Εναγόμενη αρ. 3 από το να προωθεί οποιαδήποτε διαβήματα στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 2054/2019 του ΕΔ Λευκωσίας ή οποιαδήποτε άλλα διαβήματα εντός ή εκτός Κύπρου για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 16.12.2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 2054/2019. Είχε εκδοθεί επίσης διάταγμα με το οποίο διδόταν άδεια στους δικηγόρους της Ενάγουσας να προβούν σε έρευνα του φακέλου της Αγωγής Αρ. 2054/2019 και να λάβουν αντίγραφα αυτού. Η Εναγόμενη αρ. 3 καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση για οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και έκδοση των υπόλοιπων που είχαν παραμείνει για επίδοση στις 8.04.2021. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Robert Banovski («η Ε/Δ Bonovski»). Ήταν δε μετά την καταχώριση της Ένστασης της Εναγόμενης αρ. 3 που περιήλθαν στην γνώση της Εναγόμενης αρ. 3 συγκεκριμένα νέα γεγονότα τα οποία η Εναγόμενη αρ. 3 επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία είναι ουσιώδη για την εκδίκαση της Αίτησης για Ενδιάμεσα Διατάγματα και τα οποία άμεσα σχετίζονται και περαιτέρω υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης που περιέχονται στην ένσταση της. Συγκεκριμένα, ως φαίνεται από το περιεχόμενο της Ε/Δ ΕΔ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ως και από το περιεχόμενο της Προτεινόμενης ΣΕΔ (Τεκμ. 1 στην Ε/Δ ΕΔ): (α) Κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2021, οι Ρώσοι δικηγόροι της Αιτήτριας εντόπισαν την ύπαρξη ουσιωδών νέων εξελίξεων που έλαβαν χώρα στη Ρωσία στα πλαίσια των διαδικασιών που λαμβάνει μεταξύ άλλων η Ρωσική κυβέρνηση εναντίον των αδερφών Ananiev, σχετικά με τα αδικήματα και αδικοπραξίες που αυτοί, με την βοήθεια και συνεργασία άλλων προσώπων, διέπραξαν έναντι μεταξύ άλλων της Ρωσικής Τράπεζας PJSC Promsvyazbank, και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. (β) Συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν στις ιστοσελίδες των Ρωσικών εφημερίδων RIA ROVOSTI, SECRETMAG και RBC, άρθρα ημερομηνίας 29.07.2021 (επισυνάπτονται ως Τεκμ. 1 - 3 στο Προσχέδιο ΣΕΔ) μέσω των οποίων ήρθαν στη γνώση της Αιτήτριας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (
  1. i)Ότι το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας έστειλε στο δικαστήριο υπόθεση υπεξαίρεσης (embezzlement) από την Ρωσική Τράπεζα PJSC PromsvyazBank ποσού 87 δισεκατομμυρίων ρουβλιών - (περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ), εναντίον συνένοχων (accomplices) των αδερφών Ananiev που τους υποβοήθησαν να διαπράξουν τις εν λόγω αδικοπραξίες. (
  2. ii)Ότι μέρος στις εν λόγω αδικοπραξίες έλαβε ο κ. Pliev, και ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους συνένοχους (accomplices) καθότι: (
  3. a)Μεταξύ 12.12.2017 με 15.12.2017, μέλη αυτής της εγκληματικής ομάδας - (η οποία περιλάμβανε και τον κ. Pliev) - οργάνωσαν την εκτέλεση πλαστών συμφωνιών για την αγοραπωλησία χρεογράφων της PJSC PromsvyazBank. (
  4. b)Ότι κάτω από το πρόσχημα (guise) της πληρωμής τους, τα κεφάλαια της τράπεζας μεταφέρθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς Κυπριακής εταιρείας η οποία ελέγχεται από τον κ. Ananiev. (
  5. c)Ότι ως αποτέλεσμα αυτών των πράξεων, η τράπεζα υπέστη ζημιές πέραν των 87 δισεκατομμυρίων ρουβλιών - (1 δισεκατομμύριο ευρώ). (
  6. d)Ότι ο κ. Pliev, όπως και άλλα πρόσωπα της εγκληματικής ομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των αδελφών Ananiev, έχουν μπει στη διεθνή λίστα καταζητούμενων (international wanted list). (iii) Επιπρόσθετα, κατά ή περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2021, ήρθε επίσης σε γνώση της Αιτήτριας μέσω άρθρου που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Newszoom.click ημερ. 07.09.2021 (Τεκμ. 4 της Προτεινόμενης ΣΕΔ), ότι κατά ή περί τις 7.09.2021 η National Bank Trust καταχώρισε στην Κύπρο και 2η αγωγή εναντίον μεταξύ άλλων του κ. Ananiev για το ποσό περίπου των 380 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής και ότι συνεπεία του παγκοσμίου εμβέλειας παγοποιητικού διατάγματος που εκδόθηκε εδώ και καιρό εναντίον των αδερφών Ananiev, τα Κυπριακά Δικαστήρια επιτρέπουν στον καθένα τους να ξοδεύει κάθε μήνα μόνο το ποσό των $12,000, συν τα δικηγορικά τους έξοδα. Σύμφωνα με την Ε/Δ ΕΔ ο λόγος που η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για να λάβει άδεια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά τα νέα γεγονότα είναι διότι υπό το φως αυτών φαίνεται μεταξύ άλλων ότι η μαρτυρία του κ. Pliev που περιέχεται στην Ε/Δ Pliev που υποστηρίζει την Ενδιάμεση Αίτηση, και επί της οποίας το Δικαστήριο βασίστηκε για να εκδώσει μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 19.02.2020, δεν είναι αξιόπιστη μαρτυρία και υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι στα έγγραφα που συνοδεύουν την Ε/Δ Pliev υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να περιέχονται και πλαστογραφημένες συμφωνίες και έγγραφα. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι στη βάση των πιο πάνω δημιουργούνται εύλογες και βάσιμες υποψίες ότι: (α) η Ενάγουσα και ιδιοκτήτης της κ. Ananiev δεν είναι πρόσωπα με καλή οικονομική κατάσταση, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 63 της Ε/Δ Pliev. (β) τα τεράστια ποσά που υπεξαιρέθηκαν από την Ρωσική Τράπεζα PJSC PromsvyazBank να μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς της Ενάγουσας, ήτοι της DONTROV, κάτι που υποστηρίζεται από τα Τεκμ. 1-3 στην παρούσα, στα οποία αναφέρεται ότι τα ποσά που υπεξαιρέθηκαν από την Ρωσική Τράπεζα PJSC PromsvyazBank κατέληξαν στην Κύπρο και σε εταιρείες που ανήκουν και ελέγχονται από τον κ. Ananiev. (γ) ότι η Κυπριακή εταιρεία DONTROV χρησιμοποιείται από τον κ. Ananiev ως όχημα νομιμοποίησης των εσόδων από τις προαναφερθείσες παράνομες δραστηριότητες (money laundering). (δ) ότι η τραπεζική εγγύηση (banker's draft) που κατάθεσε η DONTROV δεν προσφέρει οποιαδήποτε προστασία στην STOLLET για τυχόν ζημιές που θα υποστεί από την έκδοση των Ενδιάμεσων διαταγμάτων, διότι, υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι τα περιουσιακά στοιχεία της DONTROV συνιστούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες του κ. Ananiev, επί των οποίων μπορεί να έχει αγώγιμα δικαιώματα η Ρωσική Τράπεζα PJSC PromsvyazBank και επίσης, ο κ. Ananiev δεν είναι σε οποιανδήποτε θέση να υποστηρίξει την οικονομική κατάσταση της DONTROV, αφού εναντίον της πλειοψηφίας των περιουσιακών στοιχείων του ίδιου είναι ευρέως γνωστό ότι εδώ και πολλούς μήνες έχουν εκδοθεί παγοποιητικά διατάγματα μεταξύ άλλων στην Ρωσία και στην Κύπρο. O κ. Πίττας στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι όταν ερμηνεύεται ένας κανονισμός, η ερμηνεία θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα ποιος είναι ο σκοπός του κανονισμού, εισήγηση με την οποία και συμφωνώ. Στην προκειμένη περίπτωση ο σκοπός του κανονισμού είναι να δώσει την ευκαιρία στην Αιτήτρια να παρουσιάσει στο Δικαστήριο γεγονότα που δεν γνώριζε και ούτε μπορούσε να προβλέψει εξ υπαρχής και τα οποία γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της ένστασης της Εναγόμενης αρ. 3. Θα πρέπει όμως όσα επιδιώκονται να παρουσιαστούν να είναι σχετικά με την υπόθεση. Αυτό είναι που αμφισβητείται από την άλλη πλευρά. Εξετάζοντας τώρα τι είναι που επιδιώκεται να καταχωριστεί συμπληρωματικά διαπιστώνω ότι η Προτεινόμενη ΣΕΔ δεν συνιστά επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ούτε ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Και τούτο διότι μελετώντας την ενώπιον μου δικογραφία διαπιστώνω επίσης ότι η αναμφισβήτητη σχέση των εμπλεκόμενων προσώπων φυσικών και νομικών με την εδώ ενάγουσα ενδεχομένως να έχει τη σημασία της κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στα ως άνω θα πρόσθετα ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αιτήσεων για άδεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τη φύση της αίτησης, τη σχετικότητα της μαρτυρίας που θέλει ο διάδικος να παρουσιάσει, κατά πόσο ο διάδικος θέλει να παρουσιάσει νέα γεγονότα και έγγραφα που περιήλθαν εις γνώση του μεταγενέστερα της καταχώρισης της ένστασης και τούτο για να έχει το Δικαστήριο συνολική εικόνα όλων των ουσιωδών γεγονότων που έχουν να κάνουν με τα επίδικα θέματα που θα εξετάσει και αποφασίσει στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης για Ενδιάμεσα Διατάγματα, ως και το γεγονός ότι η αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων ως ορίζει η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην απόφαση MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. NATHAN LUCAS WALTON κ.α., Αρ. Αγωγής: 1375/11 Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερ. 13.07.2012 της κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας, ειπώθηκαν τα εξής: «Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως σκοπός της Δ.48, Θ. 4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48,θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει». Προκύπτει επομένως ότι η αναγκαιότητα δίχως άλλο συναντάται εκεί που προκύπτουν νέα γεγονότα τα οποία περιήλθαν εις γνώση της Αιτήτριας μετά την καταχώριση της Αίτησης ή Ένστασης (στην προκειμένη περίπτωση της Ένστασης της Εναγόμενης Αρ. 3 στην Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα), ώστε να οδηγηθεί η Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα σε ακρόαση υπό το πλήρες φάσμα των γεγονότων που την περιβάλλουν. Δεν πρόκειται, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών της Αιτήτριας αλλά για γεγονότα, μαρτυρία και έγγραφα που έχουν περιέλθει στην κατοχή της Αιτήτριας μετά την καταχώριση της ένστασης της Εναγόμενης αρ. 3. Ο σκοπός των σχετικών διατάξεων ως και της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο είναι ακριβώς να δοθεί η ευκαιρία στα μέρη να παρουσιάσουν την υπόθεση τους πλήρως, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση. Είναι δε φανερό ότι είναι προς τον συμφέρον της δικαιοσύνης να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα νέα αυτά γεγονότα και έγγραφα που έλαβαν χώρα και τα οποία πληροφορήθηκε η Αιτήτρια μετά την καταχώριση όπως ειπώθηκε πιο πάνω της Ε/Δ Banovski που υποστηρίζει την ένσταση της Εναγόμενης αρ. 3. Αν και τα ως άνω προδικάζουν την τύχη της αίτησης εντούτοις θα προχωρήσω και κατά συνοπτικό τρόπο θα εξετάσω τους επιμέρους λόγους ένστασης οι οποίοι ασφαλώς και θα πρέπει να αιτιολογούνται και εξειδικεύονται σύμφωνα με τη νομολογία μας (βλ. προς τούτο την υπόθεση Yugos Finance BV κ.ά. ν. Halebay Holdings Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 569 όπου αναφέρθηκε ότι: «Σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48, κ.4
(1), όπως τροποποιήθηκε, 23.12.1999, οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται και κάθε ειδοποίηση ένστασης πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47. Δεν είναι απαραίτητο όμως μια ένσταση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εκεί όμως όπου καταχωρίζεται ένορκη δήλωση, παρατίθενται τα γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Όμως είναι άλλο πράγμα οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα πάνω στα οποία αυτοί στηρίζονται. Αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπ' όψιν κατ' ένσταση μόνο όσα γεγονότα είναι εμφανή από το φάκελο της αγωγής (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825). Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, όπως υιοθετήθηκε στη Χαρίδη, πιο πάνω, λέχθηκαν και τα εξής: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικό του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένστασή του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο». Οι λόγοι ένστασης 1,2 και 4 αφορούν το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει εν προκειμένω «καλός λόγος», κάτι που αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση η οποία εισηγείται ότι δεν δικαιολογείται εν προκειμένω η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και τούτο καθότι η Αιτήτρια προβαίνει σε αστήρικτες εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα που στερούνται πραγματικής και νομικής βάσης. Βρίσκω όμως ότι η μαρτυρία που περιέχεται στην Προτεινόμενη ΣΕΔ συνιστά μαρτυρία η οποία σχετίζεται άμεσα με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ε/Δ Pliev η οποία υποστηρίζει την Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα, και η οποία είναι ουσιώδης για την εκδίκαση της Αίτησης για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Προς τούτο σχετικές είναι οι αναφορές στην Ε/Δ Pliev μεταξύ άλλων ενδεικτικά στις παρ. 1,5,7,9,10,12,14,28 - 31 αλλά και σε πλείστα τόσα σημεία της ως άνω ενόρκου δηλώσεως. Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης κρίνονται ότι δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Υπενθυμίζω ότι, τα όσα περιέχονται στο Προσχέδιο ΣΕΔ, συνιστούν νέα γεγονότα, τα οποία έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της ένστασης της STOLLET. Ο 2ος λόγος ένστασης της Ενάγουσας κρίνεται ως γενικός και αόριστος και σε καμία περίπτωση δεν εξειδικεύεται με αποτέλεσμα να πρέπει να αγνοηθεί (βλ. Yugos Finance BV (ανωτέρω). Τούτο δε λαμβάνοντας ακόμα υπόψη και τους σχετικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι τα όσα προβάλλει η Αιτήτρια είναι μεταξύ άλλων αβάσιμα, παραπλανητικά και ανεδαφικά, και ότι προβάλλονται κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας του ενόρκως δηλούντα της Ενάγουσας κ. Pliev, χωρίς να γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε μαρτυρία για να τα αντικρούσει. Σε σχέση με τον 3ο Λόγο Ένστασης με τον οποίο σχολιάζονται τα Τεκμ. 1 - 3 της Προτεινόμενης ΣΕΔ ότι δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και δεν δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο διότι είναι συνταγμένα στη Ρωσική γλώσσα και δεν έχουν μεταφραστεί από ορκωτό μεταφραστή και/ή από πρόσωπο ικανό να μεταφράζει κείμενα από Ρωσικά στα Ελληνικά και/ή ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η μετάφραση που προσφέρεται είναι ορθή και ακριβής κρίνω ότι δεν μπορεί και πάλι να έχει έρεισμα τόσο ως προς τη νομική του διάσταση όσο και ως προς την πραγματική. Προς τούτο παραπέμπω στο Άρθρο 5 του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (Ν. 67/1988), στον οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την προσαγωγή εγγράφων σε δικαστικές διαδικασίες: «Προσαγωγή εγγράφων 5.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση». Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες γίνονται αποδεκτά σε δικαστικές διαδικασίες έγγραφα συνταγμένα σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα ανεξαρτήτως από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Δεν γίνεται αναφορά σε υποχρεωτική μετάφραση αυτών, και συγκεκριμένα από ορκωτό μεταφραστή. Το δικαστήριο μπορεί όταν το κρίνει πρέπον να διατάξει τη μετάφρασή τους σε μια από τις δύο επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Εν προκειμένω δεν δόθηκαν τέτοιες οδηγίες στο στάδιο αυτό. Η Αιτήτρια παρουσιάζει αντίγραφα των εν λόγω δημοσιευμένων άρθρων ως Τεκμ. 1-3 στην Προτεινόμενη ΣΕΔ στην γλώσσα στην οποία αυτά δημοσιεύθηκαν (ήτοι στη Ρωσική), αλλά επίσης προέβη και σε παραπομπή στις ακριβείς διαδικτυακές διευθύνσεις όπου αυτά δημοσιεύθηκαν, ως και σε επισύναψη αγγλικών μεταφράσεων των εν λόγω άρθρων. Από την άλλη η Ενάγουσα παρά τον λόγο αυτό ένστασης που εγείρει, δεν ισχυρίζεται πουθενά ότι οι αγγλικές μεταφράσεις που επισυνάφθηκαν είναι λανθασμένες, κάτι που θα δικαιολογούσε να μην γίνουν αποδεκτές αυτές. Επομένως κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης είναι βάσιμος και απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης και δίδεται άδεια όπως καταχωριστεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως η Προτεινόμενη ΣΕΔ της κ. Ελεάνας Δημητρίου που επισυνάφθηκε ως Τεκμ. 1 στην αίτηση εντός 7 εργάσιμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 3/ Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.