B.S. Beteiligungsgesellschaft mbH ν. Bryanston Resources AG κ.α., Αρ. Αγωγής: 2797/2018, 6/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A446 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2797/2018 Μεταξύ: B.S. Beteiligungsgesellschaft mbH Ενάγουσα -και-
- Bryanston Resources AG
- Belkacar Limited
- F.K. Beteiligungsgesellschaft mbH
- Bryanston Group AG
- Fabian Kroeher
- Lorenzo Tencati
- Florian Brickenstein
- Ralph Nowak
- Ilnur Azmukhanov Εναγόμενοι Ημερομηνία: 06 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 3, 4 και 7/Αιτητές: Ο κ. Γιώργος Μίτλετον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Η κ. Χριστίνα Κότσαπα για Μ. Κορέλλης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 09.02.2021 για παροχή αποζημιώσεων για ζημιές ή/και για έξοδα που κατ' ισχυρισμό προκλήθηκαν συνεπεία της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων) Οι Εναγόμενοι 3, 4 και 7 (Αιτητές στην παρούσα και στη συνέχεια «οι Αιτητές»), αξιώνουν διάταγμα όπως η Ενάγουσα (Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα και στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»), καταβάλει σε λογαριασμό που θα της υποδείξουν οι δικηγόροι των Αιτητών το συνολικό ποσό των €139.077,30, και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογο. Διαζευκτικά να δοθούν οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την υπόδειξη σε αυτόν από τους δικηγόρους των Αιτητών των στοιχείων τραπεζικού λογαριασμού, μεταφέρει το ποσό των €100.000= που κρατείται σε λογαριασμό του Πρωτοκολλητή και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με την παρούσα διαδικασία. Και στην περίπτωση που προκριθούν όσα αμέσως πιο πάνω διαζευκτικά ζητούνται, να διατάξει τους Καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν σε λογαριασμό που θα υποδείξουν οι δικηγόροι των Αιτητών, το επιπρόσθετο ποσό των €39.077,30σ.και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογο. Όλα δε τα ως άνω για αποζημίωση των Αιτητών για ζημιές και/ή έξοδα που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν ως αποτέλεσμα της έκδοσης των μονομερών διαταγμάτων ημερ. 15.10.2018 τα οποία βασίσθηκαν κατ' ισχυρισμό επί ανεπαρκών λόγων. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 εφόσον (α) το απαγορευτικό διάταγμα ημερ.15.10.18 ακυρώθηκε την 22.3.19 λόγω μη πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και όχι λόγω ανεπαρκών λόγων, (β) η απαίτηση στην πιο πάνω αγωγή δεν έχει αποτύχει αλλά ούτε το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για έγερση της αγωγής, εφόσον αυτή διακόπηκε από την Καθ' ης η Αίτηση την 30.5.19 πριν την καταχώρηση υπεράσπισης.
- Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει επαρκή στοιχεία που να δεικνύουν ότι η ως άνω αγωγή θα αποτύγχανε και/ή ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση έγερσης της αγωγής.
- Οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης πρόκλησης ζημιάς συνέπεια της έκδοσης του διατάγματος ημερ.15.10.2018 ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διαταγής αποζημιώσεων εφόσον (α) δεν έχει αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αιτούμενων αποζημιώσεων και της έκδοσης του διατάγματος, (β) οι αιτούμενες αποζημιώσεις αποτελούν απομακρυσμένη και/ή μη προβλεπτή ζημιά, (γ) οι Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα για μετριασμό της ισχυριζόμενης ζημιάς τους.
- Δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της καταβολής αποζημιώσεων λόγω (α) της υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης για αποζημιώσεις από μέρους της Καθ' ης η αίτηση, η οποία έλαβε χώρα μετά την υποβολή της αίτησης της για επιστροφή της εγγυητικής ημερομηνίας 26.8.20, (β) της συμπεριφοράς των Αιτητών μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σε αντιπαράθεση με την συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, Θ.Θ.1 - 9, επί των άρθρων 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, επί του άρθρου 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.67/88, στην πρακτική και νομολογία ενδιάμεσων διαταγμάτων, στους κανόνες της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η αίτηση περιλαμβάνει στη νομική βάση της ένστασης της επιπρόσθετα και τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16, Δ.33 θ.8, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1- 13, Δ.57, Δ.59 και τη Δ.64. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Παναγιώτης Μακρίδης (η Ε/Δ Μακρίδη), ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσώπευαν τους Εναγόμενους 3 - 9 στις διαδικασίες που προηγήθηκαν στην Κύπρο και εκπροσωπεί εδώ τους Αιτητές 3, 4 και 7, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η οποία αποσκοπεί στην παροχή αποζημιώσεων στους Αιτητές για ζημιά και έξοδα που αυτοί ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ως αποτέλεσμα της έκδοσης των διαταγμάτων ημερ. 15.10.2018 και ο οποίος πλην των όσων αναφέρει προς αιτιολόγηση της αξίωσης των Αιτητών παρέχοντας προς τούτο λεπτομέρειες και στοιχεία με την επισύναψη εγγράφων/τεκμηρίων, παραπέμπει επίσης και στον φάκελο της υπόθεσης. Ο κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί εδώ την Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του (η Ε/Δ Κωνσταντίνου) την ένσταση. Κατά παρόμοιο τρόπο αιτιολογεί τους λόγους ένστασης παραθέτοντας λεπτομέρειες και στοιχεία τα οποία οδηγούν κατά την Καθ' ης η αίτηση σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που υποστηρίζουν οι Αιτητές. Όσα υποστηρίζουν οι πιο πάνω ενόρκως δηλούντες έχουν ληφθεί υπόψη κατά την ετοιμασία της απόφασης αυτής και όπου κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια κατά την ανάλυση θα σχολιαστούν. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση εφόσον κανείς από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί οποιασδήποτε πτυχής της ένορκης δήλωσης του όπως και επί των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών. Στις εισηγήσεις τους, γραπτές και προφορικές, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι αξιούμενες ζημιές είναι ζημιές που δεν θα προκαλούνταν στους Αιτητές εάν δεν εκδίδονταν τα Διατάγματα και εάν η Καθ' ης η αίτηση δεν καταχράτο αυτά κατά την εκτέλεση τους, ότι τα Διατάγματα εκδόθηκαν όπως ισχυρίζονται «επί ανεπαρκών λόγων» και για τούτο εισηγούνται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις καταβολής αποζημιώσεων στους Αιτητές και έτσι η αίτηση τους θα πρέπει να πετύχει. Αντίθετη είναι η τοποθέτηση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση προς υποστήριξη των λόγων της ένστασης της. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ: Για σκοπούς κατανόησης της παρούσας απόφασης θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω το ιστορικό που οδήγησε στην παρούσα αίτηση, τις διαδικασίες δηλαδή που ακολουθήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης όπως περιγράφονται και από τις δύο πλευρές, αλλά και όπως αναδύονται από τον φάκελο της υπόθεσης. Η αγωγή της Καθ' ης η αίτηση καταχωρίστηκε στις 11.10.2018 η οποία την ίδια ημέρα καταχώρισε και μονομερή αίτηση για απαγορευτικά διατάγματα. Σε σχέση με τη μονομερή αίτηση το Δικαστήριο εξέδωσε στις 15.10.2018 μονομερώς τα αιτούμενα Διατάγματα τα οποία αφορούσαν: (α) την παγοποίηση της περιουσίας των Εναγόμενων 1 - 8 μέχρι ποσού ύψους €26.857.845 και (β) απαγόρευση στην Belkacar να πράξει οτιδήποτε το οποίο να μείωνε την αξία των μετοχών της στη θυγατρική της Car Sharing. Σημειώνεται ότι στα Διατάγματα δεν συμπεριλήφθηκε εξαίρεση για εύλογα λειτουργικά ή άλλα έξοδα και κάτι τέτοιο δεν είχε συμπεριληφθεί στην αίτηση. Κατά την έκδοση των Διαταγμάτων, το Δικαστήριο διέταξε την κατάθεση εγγύησης μέσω μεταφοράς στον Πρωτοκολλητή του ποσού των €100.000= «για πλήρη κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών και εξόδων που ήθελαν υποστεί οι εναγόμενοι από την έκδοση του παρόντος διατάγματος» όπως είναι το ίδιο το λεκτικό του. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Μετά από αίτηση των κκ M. Korelis & Co LLC δικηγόρων εναγόντων-αιτητών. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ, αφού ανέγνωσε την ένορκο δήλωση που κατατέθηκε από ή εκ μέρους των εναγόντων και μετά την κατάθεση εγγύησης μέσω μεταφοράς στον Πρωτοκολλητή του ποσού των €100.000 για πλήρη κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών και εξόδων που οι πιο πάνω εναγόμενοι αρ. 1,2,3,4,5,6,7 και 8 ήθελαν υποστεί από την έκδοση του παρόντος διατάγματος.». Τα Διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 25.10.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία, η Καθ' ης η αίτηση ζήτησε όπως τα Διατάγματα παραμείνουν σε ισχύ, ενώ οι Αιτητές ζήτησαν χρόνο για καταχώριση Ενστάσεων. Προς τούτο δόθηκε χρόνος μέχρι και την 29.11.
- Όπως προκύπτει από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και πριν ακόμα εκπνεύσει η προθεσμία καταχώρισης Ενστάσεων από τους Αιτητές, η Καθ' ης η αίτηση ζήτησε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδώσει βεβαίωση δυνάμει των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 με την οποία να βεβαιώνεται ότι τα Διατάγματα είναι «άνευ ετέρου εκτελεστά» στην Κύπρο, για σκοπούς «εκτέλεσης» τους σε άλλο κράτος μέλος. Είναι δε γεγονός αναντίλεκτο ότι η Βεβαίωση αυτή ζητήθηκε και λήφθηκε χωρίς τη γνώση των Αιτητών, οι οποίοι τελούσαν υπό άγνοια για αυτή την εξέλιξη. Πράγματι στις 14.11.2018, και στη βάση του πιο πάνω αιτήματος της Καθ' ης η αίτηση, ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εξέδωσε την ως άνω Βεβαίωση. Και πάλι οι Αιτητές δεν ενημερώθηκαν για αυτή την εξέλιξη. Στις 28.11.2018, στα πλαίσια αίτησης αναγνώρισης και εκτέλεσης των Διαταγμάτων στη Γερμανία, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε μονομερείς αιτήσεις ενώπιον Γερμανικών Δικαστηρίων αιτούμενη την επιβολή εμπράγματων βαρών/ επιβαρύνσεων/ ενεχυριάσεων (pledging/ charging) διαφόρων τραπεζικών λογαριασμών στη Γερμανία. Και αυτό, όπως επισημαίνουν οι Αιτητές, παρά το ότι τα Διατάγματα σαφέστατα δεν προνοούσαν για την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων. Η Καθ' ης η αίτηση κατά την προώθηση των μονομερών αιτήσεων ενώπιον των Γερμανικών Δικαστηρίων ισχυρίστηκε ότι τα Διατάγματα με βάση το Κυπριακό δίκαιο δημιουργούσαν εμπράγματα δικαιώματα (In rem) σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία των Αιτητών. Στις 29.11.2018, οι Αιτητές (όπως και άλλοι Εναγόμενοι), καταχώρισαν τις ενστάσεις τους. Στις 4.12.2018 έλαβε χώρα η ακρόαση της Μονομερούς Αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα Διατάγματα. Κατά ή περί την 10.12.2018 και την 11.12.2018, στη βάση σχετικών αιτήσεων από την Καθ' ης η αίτηση, τα Γερμανικά Δικαστήρια εξέδωσαν διατάγματα («τα Γερμανικά Διατάγματα»), τα οποία επιδόθηκαν σε τουλάχιστον τρεις Γερμανικές Τράπεζες σε σχέση με τους Αιτητές 3, 5 και
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητών αυτά: (α) δημιούργησαν εμπράγματη επιβάρυνση ή ενεχυρίαση (charging/ pledging) επί τραπεζικών λογαριασμών και μετοχών με αποτέλεσμα πρώτον την απαγόρευση χρήσης των σχετικών περιουσιακών στοιχείων και δεύτερον ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τότε η Καθ' ης η αίτηση θα είχε προτεραιότητα έναντι άλλων πιστωτών των Αιτητών. (β) είχαν ως αποτέλεσμα να αποστερήσουν την Αιτήτρια 3 από την ικανότητα να πληρώνει μισθούς, κοινωνικές ασφαλίσεις και φόρους, ενώ όσον αφορά τους Αιτητές 5 και 7 δημιούργησε προβλήματα στην ικανότητα τους να πληρώνουν ενοίκιο και άλλα έξοδα διαβίωσης. Στις 4.01.2019, και μόλις οι Αιτητές έλαβαν γνώση της έκδοσης των Γερμανικών Διαταγμάτων και των όσων προηγήθηκαν αυτών, οι Αιτητές, μέσω επιστολής των δικηγόρων τους ζήτησαν με επιστολή τους (Τεκμ. 1 Ε/Δ Μακρίδη) προς τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση τη διόρθωση της Βεβαίωσης και την λήψη μέτρων για ακύρωση των Γερμανικών Διαταγμάτων. Στις 8.01.2019, η Καθ' ης η αίτηση μέσω επιστολής των δικηγόρων της διαφώνησε με τους Αιτητές και αρνήθηκε να λάβει μέτρα για ακύρωση των Γερμανικών Διαταγμάτων (Τεκμ. 2 Ε/Δ Μακρίδη). Ακολούθησε ακρόαση ενώπιον των Γερμανικών Δικαστηρίων (κατόπιν αιτήσεων παραμερισμού των Αιτητών), κατά την οποία και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γνωματεύσεις από τους Κύπριους δικηγόρους τους. Η Καθ' ης η αίτηση με τη δική της γνωμάτευση ημερ. 18.01.2019 ισχυρίστηκε ότι τα Διατάγματα (δηλαδή τα απαγορευτικά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς από το Κυπριακό Δικαστήριο), δημιουργούσαν δικαιώματα και υποχρεώσεις in rem και όχι in personam (Τεκμ. 3 Ε/Δ Μακρίδη), ενώ οι Αιτητές με τη δική τους γνωμάτευση ημερ. 12.02.2019 ισχυρίστηκαν ότι τα Διατάγματα ούτε είχαν ούτε μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις in rem (Τεκμ. 4 Ε/Δ Μακρίδη). Στις 30.01.2019 και 7.02.2019 τα Γερμανικά Δικαστήρια απέρριψαν τις αιτήσεις παραμερισμού των Αιτητών με αποτέλεσμα τα Γερμανικά Διατάγματα να παραμείνουν σε ισχύ. Στις 22.03.2019 το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση απορρίπτοντας τη Μονομερή Αίτηση με την οποία εκδόθηκαν τα Διατάγματα και ακύρωσε τα Διατάγματα (στη συνέχεια «η Ενδιάμεση Απόφαση»). Στην Ενδιάμεση Απόφαση αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε παραβιάσει το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης που είχε κατά το χρόνο εξασφάλισης των Διαταγμάτων σε μονομερή βάση, με το να παρουσιάσει μια παραπλανητική ή ελλιπή εικόνα. Ως συνέπεια της ακύρωσης των Κυπριακών Διαταγμάτων ήταν η στη συνέχεια ακύρωση και των Γερμανικών Διαταγμάτων. Ακολούθησε στις 5.04.2019 έφεση εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης από την Καθ' ης η αίτηση. Στις 22.04.2019, οι Εναγόμενοι 3 - 9 καταχώρισαν αίτηση παραμερισμού και αναστολής της παρούσας Αγωγής, η οποία ορίστηκε για οδηγίες στις 18.06.
- Είχε προηγηθεί η λήψη άδειας για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και παράτασης χρόνου καταχώρισης αίτησης παραμερισμού και η αίτηση παραμερισμού ημερ. 18.06.2019 καταχωρίστηκε εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας. Στις 30.05.2019, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση διακοπής της Αγωγής. Ταυτόχρονα καταχώρισε άλλη αγωγή εναντίον των ίδιων Εναγόμενων και μονομερή αίτηση με την οποία εξασφάλισε νέο διάταγμα μονομερώς, το οποίο και πάλι ακυρώθηκε λόγω παραβίασης της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης. Οι Αιτητές στην αγόρευση των δικηγόρων τους επισημαίνουν το γεγονός ότι ενώ η Αγωγή καταχωρίστηκε την 11.10.2018, και παρά το ότι τα Διατάγματα βρίσκονταν σε ισχύ για χρονική περίοδο περίπου 6 μηνών (11.10.2018 - 22.03.2019), η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης μέχρι την καταχώριση της ειδοποίησης διακοπής ημερ. 30.05.2019, έτσι που να της αποδίδεται η μομφή ότι απλά επιθυμούσε την εξασφάλιση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε μονομερή βάση και ότι δεν την ενδιέφερε η εκδίκαση της ουσιαστικής της διαφοράς της με τους Εναγόμενους. Στις 26.08.2020, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε αίτηση με την οποία αξιώνει την επιστροφή του ποσού των €100.000,00 το οποίο κατάθεσε στον λογαριασμό του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των Διαταγμάτων. Στις 11.12.2020, εκδόθηκε μια ενδιάμεση απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Εναγόμενη 1 είχε δικαίωμα καταχώρισης ένστασης στην Αίτηση Επιστροφής Εγγύησης. Στις 9.02.2021, οι Εναγόμενοι 3 - 9 (μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές), καταχώρισαν επίσης ένσταση στην αίτηση Επιστροφής της Εγγύησης στην οποία θα εκδοθεί απόφαση στη συνέχεια σήμερα. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 9.02.2021 καταχωρίστηκε και η υπό κρίση αίτηση και στις 28.01.2022 καταχωρίστηκε σ' αυτή η ένσταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ένα διάταγμα σε μονομερή βάση, ο αιτητής (συνήθως ενάγοντας), οφείλει να καταθέσει ή να αναλάβει προσωπική υποχρέωση κάλυψης τυχόν ζημιών που θα υποστεί ο καθ' ου η αίτηση (συνήθως Εναγόμενος), συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Αυτή η ανάληψη υποχρέωσης θα πρέπει να ιδωθεί και υπό το φως του ότι ο Εναγόμενος, εναντίον του οποίου επιζητείται το παρεμπίπτον διάταγμα, δεν ακούγεται στη διαδικασία (τουλάχιστον στις περιπτώσεις μονομερών διαταγμάτων). Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους
(2010)1 Α.Α.Δ. 234 ο έντιμος κ. Χατζηχαμπής, Δ (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα: «Η ευχέρεια με την οποία γίνονται αιτήσεις ex parte, και ακόμα περισσότερο η ευχέρεια με την οποία τα Δικαστήρια είναι διατεθειμένα να εγκρίνουν αιτήσεις ex parte, είναι το πιο ανησυχητικό φαινόμενο στην υπόθεση. Δυστυχώς έχει γίνει κατάχρηση και κακή αντίληψη της κατ' εξαίρεση πρόνοιας η οποία παρέχει την ευχέρεια για έκδοση ex parte διαταγμάτων κατά παρέκκλιση κάθε κανόνα φυσικής δικαιοσύνης. Αν δεν ήταν για την πάγια νομολογία η οποία επιτρέπει αναγνώριση της ισχύος ex parte διατάγματος, δεν μπορεί να διαπιστωθεί έρεισμα στο Σύνταγμα ή στους κανονισμούς της φυσικής δικαιοσύνης για διάταγμα το οποίο να επηρεάζει και μάλιστα να επηρεάζει σοβαρότατα δικαιώματα των δύο πλευρών σε μια υπόθεση χωρίς η άλλη πλευρά να ακουστεί. Δεν θα εξετάσω το θέμα αυτό περαιτέρω από τη θεμελιακή πτυχή, πέραν του να παρατηρήσω ότι θα πρέπει τα Δικαστήρια να προβληματίζονται στο έπακρον όταν εκδίδουν ex parte διατάγματα». Η ανάληψη αυτής της υποχρέωσης ή η κατάθεση εγγύησης θεωρείται ως «το κόστος» (the price to pay) ενός αιτητή για την εξασφάλιση του διατάγματος. Η εγγύηση ή ανάληψη υποχρέωσης δίδεται προς το δικαστήριο, όχι προς τον διάδικο. Το Άρθρο 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) προνοεί τα ακόλουθα: «Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριο ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησης του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτου πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ'αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν δια της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι'οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος. Και εάν τοιταύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον». Το δε Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο και
(2)πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα». Η απαίτηση ανάληψης προσωπικής υποχρέωσης από τον ενάγοντα με βάση το Άρθρο 9 του Κεφ. 6 και το Άρθρο 32
(3)του Ν. 14/60 βασίζεται στη βασική αρχή ότι τόσο το Δικαστήριο όσο και οι Εναγόμενοι πρέπει να προστατεύονται από απρεπείς και/ή ανάρμοστες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα που καταχωρούνται μονομερώς (ex parte) από τον ενάγοντα. Εάν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η μονομερής αίτηση είναι παραποιημένα ή διαστρεβλωμένα ή μη πλήρη, τότε το Δικαστήριο πρέπει να μπορεί να «τιμωρήσει» τον ενάγοντα αφενός αλλά και να αποζημιώσει τον Εναγόμενο αφετέρου, νοουμένου ότι ο τελευταίος υποστεί ζημιά σαν αποτέλεσμα της έκδοσης του Διατάγματος. Ο Δικαστής Jessel M.R στην υπόθεση Smith v. Day
(1882)L.R. 21 Ch. D.421 του Αγγλικού Court of Appeal, παρέθεσε με λεπτομέρεια μια ιστορική αναδρομή του «undertaking as to damages», δηλαδή της απαίτησης από το Δικαστήριο ανάληψης προσωπικής υποχρέωσης από τον ενάγοντα πριν από την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς, ως ακολούθως: «The plaintiffs on obtaining (the injunction) gave the usual undertaking as to damages. I will first say a few words as to the history and meaning of this kind of undertaking. It was invented by Lord Justice KnightBruce when Vice-Chancellor, and it was originally inserted only in ex parte orders for injunctions. Its object was, so to say, to protect the Court as well as the Defendant from improper applications for injunctions. If the evidence in support of the application suppressed or misrepresented facts, the Court was enabled not only to punish the plaintiff but also to compensate the defendant. The Court therefore required the undertaking in order that it might be able to do justice if it had been induced to grant the injunction by false statement or suppression». Ως προς το ζήτημα αυτό είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει αρκετή κυπριακή νομολογία. Η μοναδική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι σε σχέση με το υπό κρίση ζήτημα εκδόθηκε στην Πολιτική Έφεση 109/2012, Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ ν. Gkinis Petrol Station Limited και ΧΧΧΧ Γκίνη, ημερ. 20.06.2019. Στην υπόθεση αυτή, τα γεγονότα ήταν ως εξής: (α) Οι εφεσίβλητοι εξασφάλισαν απαγορευτικό διάταγμα σε μονομερή βάση εναντίον των εφεσειόντων, με το οποίο απαγορεύτηκε στους εφεσείοντες να επεμβαίνουν στην κατοχή ή διαχείριση ενός πρατηρίου. (β) Το διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ για 4.5 μήνες, όταν και ακυρώθηκε λόγω παράβασης του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων από μέρους των εφεσιβλήτων. (γ) Οι εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση για αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 32
(3). Το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση των εφεσειόντων ότι το διάταγμα είχε βασισθεί «επί ανεπαρκών λόγων» αλλά έκρινε ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έκδοσης του διατάγματος και της ζημιάς που αξίωναν οι εφεσείοντες, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αίτηση. (δ) Κατ' έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Αναφέρθηκαν δε και τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η τυχόν απώλεια των εφεσειόντων δεν προκλήθηκε συνεπεία του διατάγματος, αλλά «για δικούς τους λόγους», που αφορούσαν στους φόβους τους ότι οι εφεσίβλητοι δεν θα τους πλήρωναν, με αποτέλεσμα την αύξηση των οφειλομένων σ΄αυτούς ποσών. Προς θεμελίωση του συλλογισμού αυτού το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αντίληψη που το ίδιο είχε για την έννοια του διατάγματος που εξέδωσε. Το διάταγμα, είπε, δεν απαγόρευε την προμήθεια εμπορευμάτων στο πρατήριο από τους εφεσείοντες. Απεναντίας, με αυτό «επιδιώκετο να συνεχίσουν οι εργασίες του πρατηρίου όπως και πριν την έκδοσή του και πριν την παρέμβαση της εναγομένης (εφεσειόντων) εις την διαχείρισή του υπό των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση (εφεσιβλήτων)». Τα διατάγματα όμως ομιλούν αφ΄ εαυτών και περιορίζονται στα όσα ρητώς αναφέρουν. Δεν επέβαλλαν τη συνέχιση οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ των διαδίκων ή την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση, δίκην ειδικής εκτέλεσης. Απέκλειαν απλώς τους εφεσείοντες από την κατοχή και διαχείριση του πρατηρίου. Όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο περιγραφικό μέρος της απόφασής του, με τα διατάγματα ουσιαστικά απαγορευόταν στους εφεσείοντες να επεμβαίνουν στο πρατήριο και τη διαχείρισή του. Έστω και αν θα μπορούσαν να έχουν το νόημα ότι αποκαθιστούσαν την κατοχή των εφεσιβλήτων, δεν επέβαλλαν πάντως τη συνέχιση της συμφωνίας την οποία οι εφεσείοντες είχαν τερματίσει, ούτε επέβαλλαν σ΄αυτούς την υποχρέωση να προμηθεύουν με καύσιμα τους εφεσίβλητους. Συνεπώς, η αιτία πρόκλησης της τυχόν απώλειας των εφεσειόντων ήταν η ίδια η έκδοση των διαταγμάτων. Εάν οι εφεσείοντες είχαν υποχρέωση να μειώσουν την απώλειά τους με το να παρέχουν καύσιμα στους εφεσίβλητους αυτό ήταν ζήτημα που θα μπορούσε να εξεταστεί σε σχέση με το ύψος της αποζημίωσης (quantum) και όχι σε σχέση με το ζήτημα της νομικής αιτίας της ζημίας. Διαπιστώνεται σφάλμα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και θα πρέπει να εξετάσουμε τις συνέπειες και το τι δέον γενέσθαι. Το άρθρο 32
(3)έχει κωδικοποιήσει τη διακριτική εξουσία που αναγνώρισε το δίκαιο της επιείκειας στα δικαστήρια να επιδικάζουν αποζημίωση ως αντίτιμο και αντιστάθμισμα για την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος και του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, ιδιαίτερα στην περίπτωση ενδιαμέσων διαταγμάτων ex parte.Η διακριτική ευχέρεια είναι εν προκειμένω ευρεία και ασκείται με βάση τις συνήθεις αρχές της επιείκειας. Σ΄αυτά τα πλαίσια μπορεί να ληφθεί υπόψιν η αδικαιολόγητη καθυστέρηση και η μη δίκαιη (inequitable) συμπεριφορά των αιτητών. Ειδικότερα, όταν, όπως εν προκειμένω, η διαπίστωση ότι το εκδοθέν διάταγμα «εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων» οφείλεται σε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων σε ex parte αίτηση, τότε αναμένεται, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, ότι το Δικαστήριο θα ενεργοποιήσει την πρόνοια για καταβολή αποζημίωσης (Cheltenham and Gloucester Building Society v. Ricketts and others [1993] 4 All ER 276, 285-287). Μεταξύ όμως των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψιν είναι το επιτυχές ή μη αποτέλεσμα της απαίτησης του ενάγοντα κατά το τέλος πλέον της δίκης (Financiera Avenida v. Shiblag [1990] CA Transcript 973, Cheltenham, 285). Η σημασία τέτοιας συνεκτίμησης είναι ευδιάκριτη σε περιπτώσεις όπου η προσωρινή θεραπεία ταυτίζεται ή προσομιάζει με την τελική, όπως εν προκειμένω. Με άλλα λόγια, εύλογα αναμένεται ότι θα συνεκτιμηθεί στο κατά πόσον είναι «πρέπον» να δοθεί αποζημίωση, το τελικό εύρημα ως προς το κατά πόσον οι εφεσείοντες είχαν όντως δικαίωμα να αναλάβουν την κατοχή του πρατηρίου ή όχι. To Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιας αίτησης, στα πλαίσια της ευρείας εξουσίας του, στις περιπτώσεις εκείνες που το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται πριν από την εκδίκαση της αγωγής, έχει διάφορες επιλογές μεταξύ των οποίων να αναστείλει την εκδίκαση της αίτησης μέχρι το πέρας της αγωγής ώστε να αποφασίσει επί του συνόλου των γεγονότων (Cheltenham, 281-282). Έχοντας κατά νουν τα παραπάνω, ακυρώνουμε την πρωτόδικη απόφαση και επαναφέρουμε προς περαιτέρω εκδίκαση την αίτηση, δεδομένης της κρίσης του παρόντος Εφετείου περί του ότι η νομική αιτία τυχόν ζημίας των εφεσειόντων από την απομάκρυνση τους εκ της κατοχής και διαχείρισης του πρατηρίου ήταν τα ίδια τα διατάγματα. Συνεπώς, η αναδίκαση της αίτησης θα αφορά την τυχόν ζημία που θα στοιχειοθετήσουν οι εφεσείοντες με βάση τις εφαρμοστέες νομικές αρχές επί των τελικών γεγονότων της υπόθεσης. Σημειώνουμε εν προκειμένω ότι μας ελέχθη ότι το ύψος των αξιουμένων αποζημιώσεων δεν αμφισβητήθηκε πρωτοδίκως κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εφεσειόντων. Όμως, έστω και αν δόθηκε βάρος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, παρατηρούμε από τα πρακτικά ότι στον εν λόγω μάρτυρα είχε υποβληθεί ότι όσα ανέφερε σε σχέση με τις ζημίες είναι ατεκμηρίωτα και αυθαίρετα, το δε πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό». Στην ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 11.12.2020 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής ο αδελφός Δικαστής κ. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας: «Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το Δικαστήριο κατά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, μετά από μονομερή αίτηση, θέτει ως όρο ο ενάγων-αιτητής να υπογράψει εγγύηση ή ανάληψη υποχρέωσης ότι θα αποζημιώσει τον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο τελευταίος υπέστη ζημιές ως αποτέλεσμα της λανθασμένης έκδοσης του διατάγματος. Από τη στιγμή δε που η παραχώρηση εγγύησης τεθεί ως όρος, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται μέχρι να ικανοποιηθεί ο συγκεκριμένος όρος. Η εγγύηση δίδεται κατά τον τρόπο που το Δικαστήριο «θεωρεί σκόπιμο», όχι προς τον καθ΄ ου η αίτηση αλλά προς το Δικαστήριο. Το τελευταίο είναι εκείνο που έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ή όχι την εγγύηση (βλ. μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την αίτηση των Group DF Holdings Ltd κ.ά, Πολιτική Αίτηση αρ. 4/2019, ημερ. 31.01.2019 και David Bean: Injunctions, 10η Έκδ., σελ. 28-31, παρ. 3.03-3.10). Εν πάση περιπτώσει, το βάρος απόδειξης ότι θα πρέπει να εκτελεστεί η εγγύηση ή η ανάληψη υποχρέωσης για αποζημιώσεις, βρίσκεται στους ώμους του εναγομένου που επιζητεί αυτή την ενεργοποίηση, αποδεικνύοντας ότι η όποια επικαλούμενη από τον ίδιον ζημιά οφείλεται στην έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των DF Holdings Ltd (Πολιτική Αίτηση 4/2019) ημερ. 31.01.2019, στην οποία έκαμε αναφορά ο κ. Δαυίδ στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του, ο έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ ασχολήθηκε με το ζήτημα παροχής υποχρέωσης κάλυψης/ εγγύησης από ένα αιτητή που αναζητεί παρεμπίπτον διάταγμα, ζήτημα με το οποίο ασχολήθηκαν και άλλα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν ήταν επίδικο ζήτημα όμως η ενεργοποίηση τέτοιας υποχρέωσης κάλυψης/ εγγύησης, που είναι το ζήτημα που είναι επίδικο στην υπό κρίση αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την επιμέλεια να με παραπέμψουν και σε Αγγλική νομολογία και αυθεντίες τις οποίες και παραθέτω στη συνέχεια καθώς είναι αρκούντως διαφωτιστικές ως προς το εδώ ζητούμενο. Όπως διαφαίνεται κατωτέρω, σύμφωνα με Αγγλική νομολογία, για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο ο Εναγόμενος δικαιούται αποζημιώσεις, θα λάβει υπόψη του τις αρχές της επιείκειας, και, ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η συμπεριφορά των διαδίκων. Ακόμη και εάν κριθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε θεραπεία στην κυρίως αγωγή λόγω κακόπιστης ή δόλιας ή ανεπιεικούς συμπεριφοράς των Εναγόμενων, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να αναζητήσουν αποζημιώσεις για ζημιά που έπαθαν συνεπεία της έκδοσης του παρεμπίπτοντος διατάγματος, εάν οι ενάγοντες ενήργησαν κακόπιστα κατά την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Fiona Trust and Holding Corporation and others v. Privalov and others [2014] EWHC 3102 (Comm), στην οποία το Αγγλικό Δικαστήριο με την τελική του απόφαση έκρινε ότι οι εναγόμενοι είχαν όντως προβεί σε δόλιες ενέργειες αλλά ότι οι αποζημιώσεις που δικαιούνταν οι ενάγοντες ήταν κατά πολύ μειωμένες από αυτές που αξιώνονται (και κατ' επέκταση το απαγορευτικό διάταγμα που είχε εκδοθεί ότι ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο/ πιο δραστικό από ότι έπρεπε). Το Αγγλικό Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά των μερών ήταν ένας παράγοντας που έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά το στάδιο εξέτασης αίτησης για αποζημιώσεις συνεπεία του διατάγματος. Κρίθηκε ότι, παρά το ότι οι εναγόμενοι είχαν ενεργήσει δόλια και ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν σε θεραπεία στην κυρίως Αγωγή, εντούτοις οι εναγόμενοι δικαιούνταν σε αποζημίωση συνεπεία του διατάγματος διότι οι ενάγοντες είχαν επίσης ενεργήσει κακόπιστα με το να παραπλανήσουν το δικαστήριο κατά το στάδιο αναζήτησης ενδιάμεσης θεραπείας. Από την Αγγλική νομολογία, προκύπτει περαιτέρω ότι κατά την αξιολόγηση του ποσού που δικαιούται ένας Εναγόμενος να αξιώσει ως αποζημιώσεις συνεπεία της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος, το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει ωσάν να εξετάζει μια απαίτηση για παράβαση σύμβασης, με αποτέλεσμα να λάβει υπόψη του παράγοντες όπως μετριασμός της ζημιάς, αιτιώδης συνάφεια και remoteness (απομακρυσμένη ζημιά). Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Hoffman-La Roche & Co v. Secretary of State
(1975)AC 295, στην οποία ο Lord Diplock ανέφερε τα εξής (παρ. 361): «. the court exacts the undertaking for the defendant's benefit. It retains a discretion not to enforce the undertaking if it considers that the conduct of the defendant in relation to the obtaining or continuing of the injunction or the enforcement of the undertaking makes it inequitable to do so, but if the undertaking is enforced the measure of the damages payable under it is not discretionary. It is assessed on an inquiry into damages at which principles to be applied are fixed and clear. The assessment is made upon the same basis as that upon which damages for breach of contract would be assessed if the undertaking had been a contract between the plaintiff and the defendant that the plaintiff would not prevent the defendant from doing that which he was restrained from doing by the terms of the injunction: see Smith v. Day
(1882)21 Ch.D. 421 per Brett L.J., at p. 427». Στην Ennismore Consulting Ltd v. Fenris Consulting Ltd (Cayman Islands),
(2022)UKPC 27, το Privy Council επιβεβαίωσε την πιο πάνω αρχή ότι το Δικαστήριο το οποίο εξετάζει αιτήσεις για αποζημιώσεις θα πρέπει να ενεργήσει με ανάλογο τρόπο ωσάν να εξετάζει απαίτηση για παράβαση σύμβασης. Σε αυτήν την υπόθεση (Ennismore), ο Εναγόμενος έχασε την ευκαιρία να επενδύσει επικερδώς ποσά λόγω της έκδοσης του παρεμπίπτοντος διατάγματος, και έπρεπε να αποδείξει ότι θα προέβαινε στην επένδυση εάν δεν εκδιδόταν το διάταγμα. Στην Hone and others v. Abbey Forwarding Ltd
(2014)EWCA Civ 711, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια και θα πρέπει, κατά την αξιολόγηση απαίτησης για αποζημιώσεις, να προβεί σε «λογικές» αναπροσαρμογές (logical and sensible adjustments) στην αξιολόγηση για να συνάδει το γεγονός ότι δεν ασχολείται με υπόθεση παράβασης σύμβασης αλλά με απαίτηση για πληρωμή αποζημιώσεων που προκλήθηκαν σε διάδικο λόγω της έκδοσης διατάγματος. Ανασκόπηση της πιο πάνω Αγγλικής νομολογίας φανερώνει ότι ένας Εναγόμενος που έχει υποστεί ζημιά λόγω της έκδοσης/ εκτέλεσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δικαιούται αποζημίωση για: - Γενικές ζημιές (π.χ. απώλεια επιχείρησης, απώλεια καλής φήμης, κόστη για συμμόρφωση με το διάταγμα), - Ειδικές ζημιές (π.χ. απώλεια μελλοντικών εσόδων, π.χ. Hone ανωτέρω) και - Παραδειγματικές (exemplary) ή Επαυξημένες/ Τιμωρητικές (aggravated) ζημιές, όταν ο ενάγοντας π.χ. εσκεμμένα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία κατά την εξασφάλιση του διατάγματος (βλ. Columbia Picture Industries Inc v. Robinson & others
(1987)1 Ch 38 και Abdul Aziz Al Rawas v. Pegasus Energy Limited
(2008)EWHC 617). Οι υποθέσεις Columbia Picture και Abdul Aziz (ανωτέρω) είναι πράγματι άμεσα σχετικές με την παρούσα υπόθεση. Και στις δύο αυτές υποθέσεις το Αγγλικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθ' ου η αίτηση (σε παρεμπίπτον διάταγμα) είχε δικαίωμα να λάβει επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω του ότι το διάταγμα είχε εξασφαλιστεί στη βάση παραπλανητικών αναφορών ή στη βάση παραβίασης της υποχρέωσης πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Περαιτέρω, και στις δύο αυτές υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καθ' ων η αίτηση δικαιούνταν σε αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτούς όχι μόνο από την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων αλλά και από τον τρόπο εκτέλεσης των διαταγμάτων από τους Αιτητές. Και αυτό είναι το ουσιώδες σημείο, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών, στην παρούσα υπόθεση. Στην Columbia Picture, οι ενάγοντες ήταν δημιουργοί ταινιών. Οι καθ' ων η αίτηση ήταν εταιρείες που είχαν επιχειρήσεις που σχετίζονταν με βιντεοκασέτες. Οι αιτητές θεωρούσαν ότι οι καθ' ων η αίτηση αντέγραφαν παράνομα το υλικό τους, και εξασφάλισαν διατάγματα έρευνας (anton pillar) και απαγορευτικό διάταγμα (mareva). Ακολούθησε η εκτέλεση των διαταγμάτων στα υποστατικά των καθ' ων η αίτηση αλλά και σε άλλα υποστατικά. Κρίθηκε ότι κατά την εξασφάλιση των διαταγμάτων σε μονομερή βάση, οι αιτητές είχαν παραβιάσει το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης και ότι εκτέλεσαν τα διατάγματα με δυσανάλογο τρόπο, και ότι για τους πιο πάνω λόγους οι καθ' ων η αίτηση δικαιούνταν όχι μόνο γενικές αλλά και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Τα σχετικά αποσπάσματα είναι τα ακόλουθα: «In the result I find that the complaint of oppressive execution of the order and flagrant disregard of the defendants' rights made out in respect of the seizure of material not covered by the order, the reliance on the so-called consents embodied in the receipts and the retention by Hamlins of material not covered by the order. [.] The level of damages to which, under the cross-undertaking in damages, the defendants are entitled does not, in my judgment, depend on whether or not the order is first set aside. I do not think the setting aside of the order is necessary in order to mark my disapproval of the manner in which it was obtained, nor, for that matter, of the manner in which it was executed. I hope that the terms of this judgment will have done that. [.] Damages The defendants seek damages under the cross-undertaking given by the plaintiffs. In view of my findings as to the manner in which the order was obtained and executed, the defendants are, in my judgment, prima facie entitled to damages. The problem is quantum. Damages for breach of a cross-undertaking ought, in my judgment, to be primarily compensatory. But I do not think, in the present case, that is the whole of the basis on which damages can be granted. It is well settled that an increased level of damages, sometimes described as aggravated damages, can be awarded where trespass to land or trespass to goods has been accompanied by circumstances of contumelia or affront. (See McGregor on Damages, 14th edition, paragraphs 1082 and 1127.) That has been so in the present case by reason, in my judgment, of the excessive and oppressive manner in which the Anton Piller order was executed. There is not, in terms at least, any claim for exemplary damages in the present case. One of the categories of cases identified by the judgment of Lord Devlin in Rookes v. Barnard [1964] A.C. 1129 in which exemplary damages may be claimed is that of cases which involve oppressive, arbitrary or unconstitutional action by servants of the government. Solicitors who execute an Anton Piller order do so, in important part, as officers of the court. It is the court which places them in a position to do that which would, without the court's authority, be a flagrant and inexcusable trespass. They are placed in a position in which their actions are likely to cause shock, distress and often outrage to those against whom the orders are executed. If, in execution of these orders, they act outside the terms of the order oppressively or excessively, I am disposed to think that Lord Devlin would have included the case in the category to which I have referred. [.] I propose, therefore, to make an assessment here and now of the sum that the plaintiffs ought to pay the defendants under the cross-undertaking in damages. In spite of what I have said, there must be some compensatory element in the damages to be awarded. The combination of Anton Piller order and Mareva injunction made it impossible for the defendants to obtain credit. The retention by Hamlins of all the documents of the businesses made any continuity of business very difficult. There was a legitimate part, both of the 8 Frederick Street business and, perhaps to a very small extent, of the Mill Street shop business. The defendants' chance to continue on a small scale a legitimate business was impaired by the ex parte order being obtained and executed. In addition, this is, in my judgment, a case in which aggravated damages are justified. I propose to order that damages of £10,000 be paid by the plaintiffs to the defendants under the cross-undertaking in damages. If it is relevant to split the sum between the defendants, I would allow £2,500 to the company and £7,500 to Mr. Robinson. This split recognises that contumelia and affront affect individuals, not inanimate corporations. The damages are awarded against the plaintiffs jointly». Στην Abdul Aziz, οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα έρευνας κατά του καθ' ου η αίτηση. Η έρευνα διήρκησε 4 εβδομάδες, και ασχολήθηκε με αυτήν μεγάλος αριθμός προσώπων, οι οποίοι είχαν πρόσβαση σε δύο μικρά γραφεία των καθ' ων η αίτηση, δεν μπορούσαν να μετακινηθούν έγγραφα και φάκελοι χωρίς την παρουσία αντιπροσώπων των Εναγόντων και η πρόσβαση (από τους καθ' ων η αίτηση) σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ήταν περιορισμένη. Οι καθ' ων η αίτηση επίσης παραπονέθηκαν ότι οι αιτητές είχαν ενημερώσει 88 τράπεζες για την έκδοση του διατάγματος ενώ όταν το διάταγμα ακυρώθηκε, δεν ενημερώθηκαν οι τράπεζες με την ίδια σπουδή. Το διάταγμα ακυρώθηκε λόγω μεταξύ άλλων και μη αποκάλυψης συγκεκριμένου στοιχείου. Κατά την εξέταση της αίτησης των καθ' ων η αίτηση για αποζημιώσεις, οι διάδικοι είχαν κάμει παραδεκτές κάποιες απαιτήσεις των καθ' ων η αίτηση, και παρέμεινε το ζήτημα της επιδίκασης συγκεκριμένων «τύπων ζημιάς». Το Αγγλικό Δικαστήριο επιδίκασε κάποια ποσά ως κόστη διαχείρισης (cost for management time) και τιμωρητικές/ επαυξημένες αποζημιώσεις (aggravated damages) αναφέροντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα (παρ. 42): «I consider that the fact that the order was obtained by intentionally concealing a material matter from the court is something which justifies an award of aggravated damages. That is consistent with the approach of Scott J in the Columbia Pictures case. The approach that I intend is to assess a sum to cover both general and aggravated damages on a per day basis. The search was carried out on 18 days. I think that a sum of £2,500 per day per property is appropriate to the circumstances. There will therefore be an award of £45,000 to Hawkstone, and £45,000 to Dr Al-Kawari. The total of £90,000 seems to me a sufficient reflection of the conduct on the claimant's side. It is small in comparison with $33 million, but is nonetheless a substantial sum. The making of what may be an extravagant claim (the valuation of Pegasus at $100 million being unsupported) does not justify an extravagant award of damages». Συνοψίζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ότι: (α) Η Εγγύηση δίδεται ως «αντίτιμο και αντιστάθμισμα για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος» (υπόθεση Gkinis) και για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων το ζήτημα θα πρέπει να εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το Άρθρο 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου. (β) Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στη βάση του δικαίου της επιείκειας ως προς το κατά πόσο θα επιδικάσει αποζημιώσεις ή όχι (υπόθεση Gkinis). (γ) Περιπτώσεις στις οποίες το διάταγμα ακυρώθηκε λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων είναι περιπτώσεις όπου το διάταγμα εκδόθηκε επί ανεπαρκών λόγων (δηλαδή εμπίπτει στο Άρθρο 31
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου) - υπόθεση Gkinis. (δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα του ύψους των αποζημιώσεων ωσάν να αντιμετωπίζει υπόθεση για παράβαση σύμβασης (υποθέσεις Hoffman-La Roche, Ennismore και Hone ανωτέρω). (ε) Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει γενικές, ειδικές, επαυξημένες και τιμωρητικές αποζημιώσεις. (στ) Η εξουσία του Δικαστηρίου για επιδίκαση τιμωρητικών/ επαυξημένων αποζημιώσεων ενεργοποιείται όταν ο Ενάγων/ καθ' ου η αίτηση (στην αίτηση για αποζημιώσεις) έχει παραβιάσει το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης κατά το χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων (Columbia Pictures και Abdul Aziz). (ζ) Η εξουσία του Δικαστηρίου για αποζημίωση του αιτητή δεν περιορίζεται μόνο σε ζημιές που προκλήθηκαν λόγω της έκδοσης ενός διατάγματος αλλά και σε ζημιές που προκλήθηκαν από την εκτέλεση ενός διατάγματος. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΞΙΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ Θα εξετάσω λοιπόν τους λόγους ένστασης στη βάση της πιο πάνω νομικής πτυχής και αρχές. Στους λόγους 1 και 2 η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση της εγγύησης σύμφωνα με το Άρθρο 32
(3)του Ν.14/60 και το Άρθρο 7 του Κεφ.6 εφόσον το διάταγμα δεν ακυρώθηκε λόγω ανεπαρκών λόγων αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι η αγωγή θα αποτύγχανε λόγω μη ύπαρξης πιθανής βάσης αγωγής. Θα πρέπει να εξετάσω επομένως εάν δικαιολογείται η διεκδίκηση της εγγύησης στη βάση του ότι η ακύρωση του Διατάγματος για τους λόγους που αυτή έγινε, αφενός μεν της μη ύπαρξης του κατεπείγοντος και αφετέρου δε της μη πλήρους αποκάλυψης, ως η Ενδιάμεση Απόφαση, σημαίνει ότι το διάταγμα ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους. Κατά πόσο η διακοπή της αγωγής δηλαδή χωρίς να εξεταστεί η ουσία της εξισούται με τη μη ύπαρξη βάσης αγωγής και κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποδείξει με την υπό εξέταση αίτηση τους ότι δεν υπήρξε βάση αγωγής. Από την άλλη θα πρέπει να εξεταστεί επίσης κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποδείξει τη ζημιά τους με βάση τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την επιδίκαση αποζημιώσεων στην περίπτωση παράβασης σύμβασης. Κατά πόσο δηλαδή υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιάς και εκτέλεσης του διατάγματος και κατά πόσο η ζημιά είναι απομακρυσμένη ή μη προβλεπτή και κατά πόσο ακόμη υπήρξε προσπάθεια μετριασμού της ζημιάς. Τέλος, κατά πόσο πόσο η καθυστέρηση στην καταχώριση απαίτησης για αποζημιώσεις αλλά και η συμπεριφορά των Αιτητών σε αντιπαραβολή με εκείνη της Καθ' ης η αίτηση δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για καταβολή αποζημιώσεων. Όλα τα πιο πάνω ερωτήματα θα με απασχολήσουν στην συνέχεια. Η ζημιά αποδεικνύεται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης, ωσάν η δοθείσα εγγύηση να ήταν η σύμβαση με βάση την οποία η ενάγουσα συμφώνησε να μην εμποδίσει τους εναγόμενους από του να πράξουν εκείνο που το διάταγμα απαγόρευε. Θα πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιάς και εκτέλεσης του διατάγματος, η ζημιά να μην είναι απομακρυσμένη και το αναίτιο μέρος να έχει λάβει μέτρα προς μετριασμό της [SCF Tankers Ltd (formerly Fiona Trust & Holding Corp) v. Privalov
(2014)EWHC 3102 (Comm) and
(2016)EWHC2163 (Comm)]. O εναγόμενος έχει την ευχέρεια να διεκδικήσει εύλογη αποζημίωση είτε με αίτηση στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα οπότε και μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο της αγωγής με αίτηση, είτε να εγείρει ανεξάρτητη αγωγή για αποζημιώσεις σε σχέση με οτιδήποτε έγινε συνεπεία του διατάγματος (βλ. Greenock Navigation Co Ltd v. Tradax Transportation SA
(1999)1(B) AAΔ 852). Το Δικαστήριο διατηρεί επίσης το δικαίωμα να αυξήσει την εγγύηση (βλ. Seamark Consultancy Services Limited v. 1. Joseph P. Lasala and Other
(2007)1 AAΔ 162). Θεωρώ ότι εξυπακούεται ότι, στην περίπτωση που ο εναγόμενος επιλέξει να διεκδικήσει αποζημιώσεις στα πλαίσια της αγωγής εναντίον της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα έναντι της εγγύησης που παρασχέθηκε, οι αποζημιώσεις που μπορεί να απαιτηθούν περιορίζονται στο ύψος της εγγύησης που δόθηκε. Εάν οι αποζημιώσεις είναι περισσότερες θα πρέπει να εγείρει αγωγή ή να ζητήσει αύξηση της εγγύησης εφόσον το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει απόφαση εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγόμενου στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή παρά μόνο να αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να ενεργοποιήσει ή όχι την εγγύηση για το ποσό που έχει δοθεί. Κατατοπιστική προς τούτο είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα του David Bean Injunctions 14th Edition, πάρα 6-05 για το πότε ενεργοποιείται η εγγύηση: "Two questions arise whenever there is an application by a defendant to enforce the cross undertaking in damages. The first question is whether the undertaking ought to be enforced at all. This depends on the circumstances in which the injunction was obtained, the success or otherwise of the plaintiff the trial, the subsequent conduct of the defendant and all the other circumstances of the case. It is essentially a question of discretion. .. If the first question is answered in favour of the defendant, the second question is whether the defendant suffered any damage by reason of the granting of the injunction" (Financiera Avenida SA v. Shiblaq, The Times 14.1.91, cited in Dadourian Group International v. Simms
(2009)1 Lloyd's Rep 601 at 184). Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της εγγύησης διότι το Διάταγμα βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων και ότι δεν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα, για να μπορέσει να ενεργοποιηθεί η εγγύηση, θα πρέπει το διάταγμα να ζητήθηκε ή βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων ή η αγωγή να απέτυχε επί της ουσίας ή να διαφάνηκε στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρξε αγώγιμο διάταγμα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη λογική της πρακτικής αυτής ως αυτή σημειώθηκε στην SmithKline Beecham Plc v. Apotex Europe Ltd
(2007)Ch71): «The practice of requiring a cross-undertaking from a plaintiff who sought an interlocutory injunction developed in the 19th century. The reason was that the court at the interlocutory stage did not know who the ultimate winner would be. So, if an injunction was granted but the case ultimately failed, the person enjoined would have a remedy." O Bean σχολιάζοντας το πιο πάνω απόσπασμα στο σύγγραμμα του σελ.33, πάρα 3-04 εξηγεί ότι "A party who is granted an injunction but who ultimately loses the full trial is not regarded as a wrongdoer because he got an interim injunction. Sometimes, for convenience and want for a better term, the expression 'wrongful injunction' is used, but in truth there is nothing wrongful about it. The decision whether or not to grant it is made on the basis of a necessarily incomplete picture». Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω ότι το διάταγμα δεν απορρίφθηκε επί ουσιαστικών λόγων αλλά δικαιοδοτικών (μη πλήρους αποκάλυψης και μη κατεπείγοντος). Σε τέτοια περίπτωση θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα ότι το Δικαστήριο βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων. Πέραν τούτου, εφόσον η αγωγή δεν απορρίφθηκε αλλά διακόπηκε και εκκρεμεί ακόμα η έφεση επί της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της ουσίας της διαφοράς - έστω και σε άλλη αγωγή που ηγέρθη - θεωρώ ότι ο αιτών δεν έχει αποτύχει στην αγωγή αλλά ούτε και έχει καταδειχθεί ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα ώστε να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα του Εναγόμενου να ζητήσει αποζημιώσεις. Το θέμα δεν έχει εξεταστεί από τα Δικαστήρια μας, παρά μόνο έχει γίνει αναφορά από τον κ. Τ. Οικονόμου, Δ. στην υπόθεση Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ ν. 1. Gkinis Petrol Station Ltd, 2. XXX Γκίνη
(2019)ΑΑΔ 257 ότι το «Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χωρούσε αμφιβολία πως το διάταγμα «εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων. Ως προς τη διαπίστωση αυτή δεν υπήρξε αντέφεση και, εν πάση περιπτώσει είναι ορθή». Στην περίπτωση εκείνη όπως και εδώ, το διάταγμα είχε απορριφθεί λόγω μη πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Θεωρώ ότι η πιο πάνω αναφορά δεν μπορεί να είναι δεσμευτική εφόσον όπως το ίδιο το Δικαστήριο σημειώνει δεν υπήρξε αντέφεση επί του θέματος ώστε να εξεταστεί το θέμα καθιστώντας την κατάληξη του «εν πάση περιπτώσει είναι ορθή» obiter. Επομένως οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν. Στον λόγο ένστασης 3 υποστηρίζεται ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της ζημιάς τους, εφόσον δεν έχουν αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αιτούμενων αποζημιώσεων και της εκτέλεσης του διατάγματος, ενώ οι αιτούμενες αποζημιώσεις αποτελούν απομακρυσμένη και μη προβλεπτή ζημιά αλλά ούτε και οι Αιτητές έλαβαν μέτρα για μετριασμό της κατ' ισχυρισμό ζημιάς τους. Εξετάζοντας αυτόν τον λόγο ένστασης το κατά πόσον δηλαδή οι Αιτητές έχουν αποδείξει ότι έχουν υποστεί ζημιά από την εκτέλεση του διατάγματος και μάλιστα ύψους €139.077,30σ. θα εξετάσω τα ποσά όπως αυτά διαχωρίζονται για κάθε ένα από τους Αιτητές: (α) Σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα της Εναγόμενης 4/Αιτήτριας τιμολογήθηκε από τον Dr. Gero Von Pelchrzim δικηγόρο ποινικού δικαίου της Γερμανικής δικηγορικής εταιρείας Vonpelchrzim Rechtasanwalte για ποσό €74.313,75 και από τους Κύπριους δικηγόρους Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ για ποσό €4.
- Προς απόδειξη ότι το ποσό των €74.313,75 συνιστά εύλογη ζημιά απορρέουσα της εκτέλεσης του Διατάγματος, ο ενόρκως δηλών κ. Μακρίδης ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια 4 χρειάστηκε τις υπηρεσίες του Γερμανού ποινικολόγου Dr. Gero Von Pelchrzim λόγω του ότι η Καθ' ης προσπάθησε να εκτελέσει το Διάταγμα στη Γερμανία. Προς τεκμηρίωση της ζημιάς της καταθέτει το Τεκμ. 6 που συνιστά τιμολόγιο ημερ. 5.07.2019 της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας για δικηγορική εργασία που προσφέρθηκε στην Αιτήτρια 4 μεταξύ 12.12.2018 - 15.06.2019 συνοδευόμενο από φύλλο κατανομής χρόνου (timesheet) με αμαυρωμένο σημαντικό μέρος των λεπτομερειών. Όσον αφορά το ποσό των €4.200, ο ενόρκως δηλών κ. Μακρίδης ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια 4 πλήρωσε το ποσό αυτό για λογαριασμό των Εναγόμενων 3, 5 για ετοιμασία επιστολής ημερ. 4.01.2019 και γνωμάτευσης ημερ. 24.01.2019 από τους κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. και που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη των αιτήσεων παραμερισμού των Γερμανικών Διαταγμάτων που καταχώρισαν οι Αιτητές 3 και 7 και Εναγόμενο 5 ενώπιον των Γερμανικών Δικαστηρίων. Προς τεκμηρίωση της ζημιάς του, επισυνάπτει την εν λόγω επιστολή και γνωμάτευση (Τεκμ. 3 και 4) καθώς και διευκρινιστική επιστολή (Τεκμ. 13) από τους εν λόγω δικηγόρους ότι το ποσό των €4.200 από το συνολικό ποσό του τιμολογίου τους (Τεκμ. 14) το οποίο αφορά στην ετοιμασία της επιστολής και γνωμάτευσης. Όσα προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση προς αντίκρουση των ως άνω μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: (α) Η Αιτήτρια 4 δεν ήγειρε διαδικασία παραμερισμού της αναγνώρισης του Διατάγματος στη Γερμανία εφόσον δεν εντοπίστηκε τραπεζικός λογαριασμός της για να δεσμευτεί (Σχετικό είναι το σημείωμα των δικηγόρων που χειρίστηκαν την υπόθεση για την Καθ' ης η αίτηση Hogan Lovells Τεκμ. 13 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Ως εκ τούτου η Αιτήτρια 4 κρίνω ότι δεν χρειαζόταν νομική συμβουλή και υποστήριξη για την εκτέλεση του Διατάγματος στη Γερμανία. (β) Ο Dr. Gero Von Pelchrzim είναι δικηγόρος ποινικού δικαίου τον οποίο ο Εναγόμενος 5 προσέλαβε κατά ή περί το Δεκέμβριο 2019 για να τον συμβουλεύσει για την ποινική διερεύνηση του από τις Γερμανικές Φορολογικές Αρχές λόγω των κατ' ισχυρισμό δανείων που η Καθ' ης η αίτηση έδωσε στον Εναγόμενο 5 και Benedikt Sobotka και ο οποίος αργότερα ενεργούσε ως γενικός σύμβουλος και συντονιστής των διάφορων δικηγόρων των Εναγόμενων για τις διαφορές τους με την Καθ' ης η αίτηση και τον Benedikt Sobotka που δεν αφορούσαν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής (παρ. 18 και Τεκμ. 13 Α της Ε/Δ Κωνσταντίνου). Έχει ήδη διαμειφθεί στην αίτηση για το προσωρινό Διάταγμα που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ότι η Εναγόμενη 1 που άνηκε από κοινού στην Καθ' ης η Αίτηση και στην Αιτήτρια 3, κατείχε επίσης την Bryanston CIS LLC, Bryanston South Africa (Pty) Ltd και BID Equity Investment, οι οποίες έχουν επίσης αποξενωθεί από τους Εναγόμενους (παρ. 65 - 78 του Τεκμ. 16 της Ε/Δ Μακρίδη). Επίσης το ότι ο Dr. Gero Von Pelchrzim συμβούλευε την Αιτήτρια 4 σε θέματα άλλα από αυτά της αγωγής, προκύπτει από το ίδιο φύλλο κατανομής χρόνου, στο βαθμό που δεν είναι αμαυρωμένο αλλά και από την ανταλλαγή μηνυμάτων Whatsapp κατά ή περί την 26.07.2019 μεταξύ Εναγόμενου 5 και του Sergey Gorin (Σχετικό είναι το Τεκμ. 13 A στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Επίσης το γεγονός ότι στοιχεία έχουν αμαυρωθεί είναι γεγονός ότι αποστερεί από το Δικαστήριο από του να αντιληφθεί το σκοπό και εύρος των δικηγορικών εξόδων που καλείται η Καθ' ης η αίτηση να αναλάβει. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την καταχώριση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από μέρους των Αιτητών στις 12.04.2022, τα πιο πάνω δεν σχολιάστηκαν ή αντικρούστηκαν, κάτι που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που έχει στους ώμους της ότι η δικηγορική εργασία παρασχέθηκε για λόγους που αφορούσαν την εκτέλεση του Διατάγματος. (γ) Η ακρόαση του Διατάγματος ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου ολοκληρώθηκε την 4.12.2018 ενώ η ένσταση της Αιτήτριας 4 είχε καταχωρισθεί από τις 29.11.
- Ως εκ τούτου οι υπηρεσίες του Γερμανού ποινικολόγου από 12.12.2018 - 15.06.2019 δεν δύναται να παρασχέθηκαν για αντιμετώπιση του Διατάγματος ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου, κάτι που οι ίδιοι οι Αιτητές παραδέχονται εφόσον μέσα από τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση τους ημερ.14.02.2022, διευκρινίζουν ότι οι δικηγορικές εργασίες παρασχέθηκαν για αντιμετώπιση της εκτέλεσης του Διατάγματος στη Γερμανία. (δ) Δεν έχει προσκομιστεί απόδειξη πληρωμής των εν λόγω ποσών παρόλο που η Αιτήτρια 4 είχε την δυνατότητα να το πράξει μέσα από την συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερ. 12.04.
- Χωρίς απόδειξη ότι τα εν λόγω ποσά έχουν όντως πληρωθεί, η Αιτήτρια 4 δεν μπορεί να αποδείξει ότι συνιστούν ζημιά της, εφόσον τα έξοδα μπορεί να μην απαιτήθηκαν στο τέλος. To καθιερωμένο μέτρο αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν η σύμβαση είχε εκτελεστεί, με την καταβολή στο αθώο μέρος του ποσού που θα πρόκυπτε εάν η σύμβαση είχε υλοποιηθεί με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη το αθώο μέρος για αντιμετώπιση των συνεπειών της παράβασης της σύμβασης (Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1Α ΑΑΔ 679). Ως προς το ποιες ζημιές αποκαθίστανται, ο βασικός κανόνας του Κυπριακού Δικαίου απορρέει από το Άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου ως έχει ερμηνευτεί στην Μουρτζίνος ν. Πλοίου «Γαλαξίας» κ.α.
(1997)1 (Α) ΑΑΔ
- Το πρώτο που πρέπει να αποδείξει ο αιτών είναι το βασικό στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας (causation) - εάν η ζημιά προκλήθηκε από την παράβαση της σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα είναι κατά πόσο η Εναγόμενη/ Αιτήτρια 4 εμποδίστηκε από του να ενεργήσει με οποιονδήποτε τρόπο λόγω εκτέλεσης του Κυπριακού Διατάγματος και εάν λόγω τούτου υπέστηκε ζημιά. Το ζήτημα είναι κατά πόσο εμποδίστηκε η Αιτήτρια 4 από του να χρησιμοποιήσει τις καταθέσεις στη Γερμανία και αν χρειάστηκε να διορίσει δικηγόρους προς τούτο. Κρίνω πως δεν υπήρξε τέτοια ανάγκη εφόσον το Διάταγμα ουδέποτε εκτελέστηκε στη Γερμανία έναντι της Αιτήτριας 4 και δεν αποδείχθηκε ότι ο Γερμανός ποινικολόγος Dr. Gero Von Pelchrzim προσέφερε δικηγορικές υπηρεσίες αξίας €74.313,75 για θέματα σχετικά με το Κυπριακό Διάταγμα. Πέραν τούτου, δεν έχει προσκομιστεί απόδειξη πληρωμής των ποσών αυτών. Είναι λοιπόν εμφανές και έτσι κρίνω ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δικηγορικής εργασίας που ανέλαβε ο Dr. Gero Von Pelchrzim για την Αιτήτρια 4 και της εκτέλεσης του Διατάγματος. Ούτε η δικηγορική εργασία για το ποσό των €4.200 μπορεί να θεωρηθεί ως απαραίτητη για αντιμετώπιση της εκτέλεσης του Διατάγματος στην Γερμανία εναντίον της Αιτήτριας 4, εφόσον αυτό δεν κατέστη εφικτό να εκτελεστεί εναντίον της. Η Αιτήτρια 4 δεν χρειαζόταν να αναθέσει σε δικηγόρο την ετοιμασία γνωμάτευσης εφόσον δεν είχε περιουσιακά στοιχεία έναντι των οποίων το Διάταγμα μπορούσε να εκτελεστεί στη Γερμανία. Προκύπτει από τη δικογραφία του ενδιάμεσου διατάγματος ότι εκκρεμούσαν διάφορες διαδικασίες στην Γερμανία, Ελβετία, Ρωσία, Νότιο Αφρική μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση που δεν αφορούν τo περιουσιακό στοιχείο της παρούσας αγωγής και για τις οποίες διορίστηκαν δικηγόροι προς εκπροσώπηση των δικαιωμάτων εκατέρωθεν των μερών. Αυτό ενδεχομένως είναι και το έξοδο που η Αιτήτρια 4 επιχειρεί να λάβει ως αποζημιώσεις. Επομένως, ως προς το πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι αρνητική. Ούτε όμως η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον η Αιτήτρια 4 απέτυχε να αποδείξει ότι υπήρχε αναγκαία νομική σχέση μεταξύ απώλειας και παράβασης. Η προβληθείσα ένσταση ως προς το θέμα αυτό κρίνω ότι έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και πετυχαίνει. Τώρα ως προς το ζήτημα της εγγύτητας (proximity), ή απομακρυσμένου της επίδικης ζημιάς (remoteness). Θα πρέπει να εξεταστεί αν ήταν η ζημιά προβλεπτή κατά το χρόνο κατάθεσης της εγγύησης ως ενδεχόμενη να προκύψει από τη εκτέλεση του διατάγματος. Περαιτέρω ήταν προβλεπτή η ανάγκη ανάθεσης δικηγόρων για αντιμετώπιση της εκτέλεσης του Διατάγματος στη Γερμανία για την Αιτήτρια 4 όταν κατατίθετο η εγγύηση; Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης είναι αρνητική. Δεν ήταν εύλογα προβλέψιμο ότι η εκτέλεση του Διατάγματος στην Γερμανία έναντι της Αιτήτριας 4 που δεν είχε περιουσιακά στοιχεία θα επέφερε την ανάγκη για εξασφάλιση δικηγορικής εργασίας αξίας ύψους περίπου ποσού €78.
- Η κατ' ισχυρισμό ζημιά είναι απομακρυσμένη και έμμεση της εκτέλεσης του Διατάγματος για να είναι ανακτήσιμη. Με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν μέτρα προς μετριασμό της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της Αιτήτριας
- Η Αιτήτρια 4 γνωρίζοντας ότι η εκτέλεση του Διατάγματος στη Γερμανία δεν θα την επηρέαζε, εφόσον δεν διατηρούσε λογαριασμούς, δεν ήταν επάναγκες να διορίσει δικηγόρο και μάλιστα με χρέωση ποσού €78.500, αλλά κατά την αντίληψη μου θα έπρεπε να αναμένει το αποτέλεσμα της ακρόασης του Διατάγματος που είχε ολοκληρωθεί πριν αναλάβει ο Γερμανός δικηγόρος. Θα εξετάσω τώρα τα δικηγορικά έξοδα που διεκδικεί η Εναγόμενη 3/ Αιτήτρια όπως τιμολογήθηκε από τον Dr. Eberhard Koch της Γερμανικής δικηγορικής εταιρείας GGV Grutzmacher Gravert Viegener Partnerschaft (€26.315,85) και Ελβετικής δικηγορικής εταιρείας Walder Wyss AG (€7.214,35, όπως και τα δικηγορικά έξοδα που ο Εναγόμενος 7/ Αιτητής τιμολογήθηκε από τη Γερμανική δικηγορική εταιρεία GGV Grutzmacher Gravert Viegener Partnerschaft (€27.033,35). Προς απόδειξη ότι τα ποσά των €26.315,85σ. και €7.214,35σ. συνιστούν εύλογη ζημιά για την Αιτήτρια 3, η οποία απορρέει από την εκτέλεση του Διατάγματος, ο ενόρκως δηλών κ. Μακρίδης σημειώνει ότι το πρώτο ποσό αφορά το ½ των δικηγορικών εξόδων των Γερμανών δικηγόρων GGV και το δεύτερο ποσό αφορά τα δικηγορικά έξοδα των Ελβετών δικηγόρων Walder Wyss AG για ακύρωση των Γερμανικών Διαταγμάτων και αφορούν τα ποσά τα οποία δεν της επιδικάστηκαν από το Γερμανικό Δικαστήριο όταν η διαδικασία εκτέλεσης του Διατάγματος στη Γερμανία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Προς υποστήριξη της θέσης της, η Αιτήτρια 3 επισυνάπτει επιστολή των δικηγόρων GGV και φύλλο κατανομής χρόνου 27.12.2018 - 21.6.2019 (Τεκμ. 7 της Ε/Δ Μακρίδη), την απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου ημερ. 9.11.2020 με την οποία επιδικάστηκαν έξοδα ύψους €1.290,40 (Tεκμ. 8 της Ε/Δ Μακρίδη) καθώς επίσης και επιστολή των δικηγόρων Walder Wyss AG και φύλλο κατανομής χρόνου 8.11.2018 - 26.11.2018 (Τεκμ. 11 της Ε/Δ Μακρίδη) και απόδειξη της ισοτιμίας Ελβετικού Φράγκου και Ευρώ (Τεκμ. 12 της Ε/Δ Μακρίδη). Προς απόδειξη ότι τα ποσά των €27.033,35σ. συνιστούν εύλογη ζημιά για τον Αιτητή 7, η οποία προέρχεται από την εκτέλεση του Διατάγματος, ο ενόρκως δηλών κ. Μακρίδης σημειώνει ότι το πρώτο αφορά το ½ των δικηγορικών εξόδων τα οποία πλήρωσε στους Γερμανούς δικηγόρους GGV για ακύρωση των Γερμανικών Διαταγμάτων. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης επισυνάπτει επιστολή των δικηγόρων GGV και φύλλο κατανομής χρόνου (Τεκμ. 9) και την απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου με την οποία επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ του Αιτητή 7 (Tεκμ. 10). Σε σχέση με τα πιο πάνω παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Η Αιτήτρια 3 δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία ως προς το πως εμποδίστηκε να χρησιμοποιήσει το ποσό των €116,826.56σ. αλλά ούτε και ο Αιτητής 7 έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πως εμποδίστηκε να χρησιμοποιήσει το ποσό των €127,770.10σ. που βρίσκονταν στους λογαριασμούς τους στη Γερμανία και δεσμεύτηκαν συνέπεια της εκτέλεσης του Διατάγματος στη Γερμανία, ώστε να διαφανεί γιατί ήταν απαραίτητη η αμφισβήτηση του μέσω δικηγόρων, και τούτα ενόψει και της σύντομης εκδίκασης του Διατάγματος που έγινε στις 4.12.
- (β) Παρόλο που οι Γερμανοί GGV, σε αντίθεση με τον Dr. Gero Von Pelchrzim ανωτέρω, όντως εκπροσώπησαν τους Αιτητές 3 και 7 στη Γερμανία στην προσπάθεια τους να ακυρώσουν το Γερμανικό Διάταγμα, το ποσό των εξόδων που μπορεί να θεωρηθεί ως μη απομακρυσμένο και άμεσο είναι το ποσό που επιδικάστηκε από το Γερμανικό Δικαστήριο με βάση το ποσό δέσμευσης στον κάθε λογαριασμό, ήτοι ποσό €1.290,40, το οποίο έχει ήδη πληρωθεί από την Καθ' ης η αίτηση στην Αιτήτρια 3 και ποσό €621,06 το οποίο έχει ήδη πληρωθεί στον Αιτητή
- Συμφωνώ δε με την θέση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση ότι από τη στιγμή που σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο, τα δικηγορικά έξοδα που μπορούν να ανακτηθούν είναι εκείνα που το Δικαστήριο εγκρίνει σύμφωνα με το ύψος της δέσμευσης, τότε οτιδήποτε πέραν του ποσού εκείνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ανακτήσιμη ζημιά. Εξάλλου αυτό σημειώνουν ρητά οι Hogan Lovells, δικηγόροι της Καθ' ης η αίτηση στη Γερμανία στο σημείωμα τους - Τεκμ. 13 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου (παρ. 1 σελ.4) όπου αναφέρουν ότι: «According to German law, generally only lawyers' fees on the basis of RGV are considered as recoverable Statutory Costs or damages (see e.g. German Supreme Court decisions of 24.1.18 VIIZB60/17 and of 16.7.15 IX ZR 197/
- The rationale behind this is that only the lawyers' fees at this statutory amount are necessary and reasonable for the exercise and protection of rights and causing higher lawyers' fees principally violates the duty to mitigate damages according to sect.254 subs 2 BGB (German Civil Code of 2.1.20 published in Federal Law Gazette [Bundesgesetzblatt] I, p.42,2909; 2003 I, p.738). This amount of fees covers everything regarding the respective subject matter; further costs are in principle not reimbursed. We have considered the application filed by FKB, Winterberg and Brickenstein on 9.2.21 in the Nicosia Action 2018 as well as the exhibits supporting it and there are no exceptions to this principle apparent in this case. The costs now claimed in the Nicosia Action 2021 on the basis of hourly rates incurred for the same subject matter, which has already been decided by the German courts in the Costs Proceedings are in our opinion not reimbursable under German law and the reimbursement of such costs is precluded as res judicata». Παρατηρώ περαιτέρω ότι η πιο πάνω θέση, παρά την καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως από μέρους των Αιτητών, παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον οι Αιτητές δεν προσκόμισαν γνωμάτευση που να δηλώνει το αντίθετο. Διευκρινίζω ότι η επιστολή των GGV (Tεκμ. 5 στην Ε/Δ Μακρίδη) περιορίζεται στην καταγραφή των μέτρων που η Καθ' ης η αίτηση έλαβε στη Γερμανία για εκτέλεση, για να καταλήξει ότι το Διάταγμα δεν μπορούσε να εκτελεστεί έναντι των λογαριασμών των Αιτητών στη Γερμανία, κάτι που το Γερμανικό Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε με την απόφαση του ημερ. 7.02.
- Η ουσία είναι ότι οι GGV παραλείπουν να σχολιάσουν εάν οι Αιτητές δικαιούνται δικηγορικά έξοδα πέραν των επιδικασθέντων. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι και με βάση το Κυπριακό Δίκαιο (Άρθρο14
(3)Κεφ.2 και Άρθρο10 των περί Δικηγόρων Διαδικαστικών Κανονισμών και σύμφωνα με το διοριστήριο που καταχωρίστηκε στην αγωγή, οι Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως τα δικηγορικά έξοδα τους περιοριστούν και υπολογισθούν σύμφωνα με τους καταλόγους εξόδων και δεν μπορούν να απαιτούν ποσό πέραν από αυτό που έχει επιδικαστεί από το Δικαστήριο. Οι GGV εκπροσώπησαν όχι μόνο τους Αιτητές 3 και 7 αλλά και τον Εναγόμενο 5, έτσι η κατανομή των δικηγορικών εξόδων στην οποία προβαίνουν οι Αιτητές είναι λανθασμένη εφόσον θα έπρεπε να γίνει δια 3 και όχι δια
- Το Γερμανικό Δικαστήριο, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο να το αποφασίσει, έκρινε ότι το Διάταγμα ορθώς αναγνωρίστηκε και εκτελέστηκε στην Γερμανία επιφέροντας παρόμοιες συνέπειες που θα επέφερε και στην Κύπρο - ήτοι εμπράγματα δικαιώματα in rem και η Γερμανική διαταγή δέσμευσης ήταν κατάλληλο μέτρο εφαρμογής της αναγνώρισης του Διατάγματος στη Γερμανία, ο Αιτητής 3 αδικαιολόγητα αμφισβήτησε την εγγραφή και εκτέλεση της δέσμευσης του Διατάγματος στη Γερμανία. Ούτε έχει εξηγηθεί από τους Αιτητές 3 και 7 γιατί η ανάγκη να αμφισβητήσει τη δέσμευση και δεν μπορούσε να αναμένει την απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου, εφόσον η απόφαση είχε επιφυλαχθεί την 4.12.2018 και αναμενόταν η απόφαση του Δικαστηρίου εντός του χρονικού πλαισίου που καθόρισε το Ανώτατο Δικαστήριο μας. Oι Ελβετοί Walder Wyss AG δεν εκπροσώπησαν την Αιτήτρια 3 στη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης του Διατάγματος στη Γερμανία αλλά εκπροσωπούσαν το κατ' ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση, "παράνομα" διορισθέν διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 στην Ελβετία σε σχέση με τη σύγκληση γενικής συνέλευσης της (παρ. 24 της Ε/Δ Κωνσταντίνου). Το πιο πάνω γεγονός δεν αμφισβητήθηκε ρητώς στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών. Πέραν τούτου από το ίδιο το κείμενο των Γερμανικών αποφάσεων είναι ξεκάθαρο ότι οι εν λόγω δικηγόροι δεν εκπροσωπούσαν τους Αιτητές στη Γερμανική διαδικασία, ενώ αυτό επιβεβαιώνεται από το σημείωμα των Hogan Lovells (Τεκμ. 13 Α της Ε/Δ Κωνσταντίνου), αλλά και από το φύλλο κατανομής ζημιάς που οι ίδιοι οι Αιτητές παρουσίασαν και στο οποίο ρητά σημειώνεται ότι οι εν λόγω δικηγόροι στήριξαν τους Κύπριους δικηγόρους στην ετοιμασία της ένστασης και γνωμάτευσης που καταχωρίστηκε στην Κυπριακή διαδικασία, ποσό το οποίο δεν εγκρίθηκε από το Κυπριακό Δικαστήριο και συνεπώς δεν μπορεί να ζητείται ως εύλογο έξοδο. Επισημαίνω δε το γεγονός ότι δεν έχει προσκομιστεί απόδειξη πληρωμής των εν λόγω ποσών παρόλο που οι Αιτητές είχαν την δυνατότητα να το πράξουν μέσα από την συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερ. 12.04.
- Στην απουσία Κυπριακής νομολογίας επί των αρχών που πρέπει να εφαρμοστούν για υπολογισμό ζημιάς που συνιστά δικηγορικά έξοδα, παραπέμπω στην Hone and Others v. Abbey Forwarding Ltd and Another [2014] EWCA Civ711, την οποία εύστοχα μου υπέδειξε η ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, όπου το Αγγλικό Εφετείο κάνοντας αναφορά στις προγενέστερες Smith v. Day
(1882)21 Ch. D 421 και Schlesinger v. Bedford
(1893)9 TLR370, έκρινε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής ορθά εφάρμοσε κατά αναλογία τις αρχές που διέπουν τον υπολογισμό αποζημιώσεων παράβαση σύμβασης εφαρμόζοντας τις αρχές της αιτιώδους συνάφειας, απομακρυσμένου της ζημιάς και μετριασμού αυτής. Όπως δε σημειώνεται: «this was a just result since a defendant wrongly injuncted should be compensated for losses that it should have suffered but a claimant should not be saddled with losses that no reasonable person would have foreseen, unless it knew or ought to have known of other circumstances that were likely to give rise to the type of loss in question». Στην πιο πάνω απόφαση εγέρθηκε επίσης το θέμα των δικηγορικών εξόδων και κατά πόσο η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή να επιδικάσει έξοδα μετά την 22.08.2012 επί της αρχής της αποκατάστασης, ως αυτά υπολογισθούν από το Δικαστήριο, ήταν άδικη και τιμωρητική εφόσον δεν λήφθηκε υπόψη και η θέση των Εναγόντων ως προς τη συμπεριφορά των Εναγόμενων. Το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αποφάσισε ότι τα δικηγορικά έξοδα τόσο πριν όσο και μετά την 22.08.2021 θα έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τους καταλόγους εξόδων, εφόσον η συμπεριφορά των μερών δεν ήταν τέτοια που να το δικαιολογούσε. Στην παρούσα περίπτωση το Γερμανικό Δικαστήριο ήδη αποφάσισε ότι τα έξοδα τα οποία δικαιολογούνται πρέπει να υπολογιστούν με βάση τις γενικές αρχές ήτοι για την Αιτήτρια 3 σε €1.290,40 και όχι €65.950 και για τον Αιτητή 7 σε €3.527,04 και όχι €29.445, 24. Όπως ρητά σημειώνουν οι Hogan Lovells στο σημείωμα τους (Τεκμ. 13) στην Ε/Δ Κωνσταντίνου: «we have considered the application filed by FKB, Winterberg and Brickenstein on 9.2.21 in the Nicosia Action 2018 as well as the exhibits supporting it and there are no exceptions to this principle apparent in this case». Με γνώμονα τις αρχές που διέπουν τον υπολογισμό αποζημιώσεων στην περίπτωση παράβασης σύμβασης ως αυτές έχουν αναλυθεί ανωτέρω, η Αιτήτρια 3 κρίνω ότι δεν δικαιολογείται να αποζημιωθεί για το ποσό των €26.315,85 αλλά ούτε ο Αιτητής 7 για το ποσό των €27.033,35 γιατί συνιστά απομακρυσμένη ζημιά και ζημιά η οποία μπορούσε να μετριαστεί. Επομένως η Αιτήτρια 3 αποδέχτηκε ότι δεν δικαιούται να ανακτήσει το ποσό των €7.214,35σ. γιατί αφορά έξοδα που δεν προκλήθηκαν λόγω της εκτέλεσης του Διατάγματος. Παρότι οι Αιτητές επέλεξαν να απαιτήσουν αποζημιώσεις με την καταχώριση αίτησης, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι το βάρος που έχουν να αποσείσουν είναι ελαφρύτερο από εκείνο που θα είχαν ως ενάγοντες σε αγωγή για αποζημιώσεις. Ενώ οι θέσεις και τα τεκμήρια που έχουν προσκομιστεί προς απόδειξη της υπόθεσης τους έχουν αμφισβητηθεί μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αλλά και την κατάθεση τεκμηρίων και ενώ είχαν την ευκαιρία να καταθέσουν και κατέθεσαν συμπληρωματική ένορκο δήλωση στις 12.04.2022 αρκέστηκαν στο να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της αρχικής τους θέσης παρά να αντικρούσουν τα όσα η Καθ' ης η αίτηση πρόβαλε στην ένστασή της. Προκύπτουν δε σειρά από εύλογα ερωτήματα όπως γιατί δεν σχολιάζουν την γνωμάτευση των Hogan Lovells (Τεκμ. 13 ως άνω). Επίσης γιατί δεν διευκρινίζουν ποια η ειδικότητα του Dr. Gero Von Pelchrzim και εάν όντως χειριζόταν άλλα θέματα άσχετα με το διάταγμα για τους Αιτητές και γιατί δεν το αρνήθηκαν στη συνομιλία που είχαν με το Ρώσο δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με το Τεκμ. 13 Α; Περαιτέρω γιατί δεν εξηγούν τι δουλειά έχει μια Ελβετική δικηγορική εταιρεία όπως η Walder Wyss AG σε διαδικασία δέσμευσης Γερμανικών λογαριασμών; Γιατί δεν εξήγησαν ακόμα γιατί κάποιες από τις ώρες χρέωσης αφορούν εργασία που δεν έχει να κάνει με την εκτέλεση του διατάγματος στη Γερμανία; Γιατί δεν επισυνάφθηκαν αποδείξεις για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων; Γιατί δεν εξηγούν τι χρειάζονταν τα χρήματα στους λογαριασμούς τους ώστε να καταστεί η απαραίτητη η αμφισβήτηση των Γερμανικών Διαταγμάτων πριν αποφανθεί το Κυπριακό Δικαστήριο; Σύμφωνα με τη νομολογία οι Αιτητές βαρύνονται να αποδείξουν με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικούν ως ειδικές ζημιές, η απόδειξη των οποίων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια (βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α ΑΑΔ 687 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239). Βρίσκω ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ζημιά τους προκλήθηκε συνέπεια της εκτέλεσης του Διατάγματος αλλά ούτε απέδειξαν ότι η ζημιά τους δεν είναι απομακρυσμένη αλλά άμεση. Αν και τα πιο πάνω προδικάζουν την απόφαση μου σε σχέση με την αίτηση, εντούτοις θα εξετάσω και τον λόγο ένστασης 4 με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της καταβολής αποζημιώσεων στην παρούσα περίπτωση, λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης για αποζημιώσεις, η οποία καταχωρίστηκε για να στοιχειοθετηθεί στην ουσία η ένσταση των Αιτητών στην αίτηση της Καθ' ης η αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής, η οποία χρονολογείται από τις 26.08.2020 και γενικότερα, λόγω της συμπεριφοράς των Αιτητών μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σε αντιπαράθεση με εκείνη της Καθ' ης η αίτηση. Στην Fiona Trust & Holding Corporation v. Privalot and others [2014] EWHC3102 (Comm) το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ενεργοποίηση της εγγύησης πρέπει να γίνεται με γνώμονα τις γενικές αρχές της επιείκειας - την καθυστέρηση που σημειώθηκε στο να απαιτηθούν οι αποζημιώσεις (Cheltenham and Gloucester BS v. Ricketts [1993] 1 WLR 1545) καθώς και τη συμπεριφορά των μερών κατά την έκδοση, συνέχιση και εκτέλεση του Διατάγματος. Στην Αγγλία το Δικαστήριο εξετάζει κατά προτεραιότητα το θέμα αυτό πριν προχωρήσει να εξετάσει εάν η ζημιά έχει αποδειχτεί με βάση τις αρχές της επιδίκασης αποζημιώσεων στην περίπτωση παράβασης σύμβασης. Εδώ η αίτηση κρίνω ότι καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση και μόνο μετά που η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής της. Υπενθυμίζω ότι το Διάταγμα ακυρώθηκε την 22.03.2019, τα Γερμανικά Διατάγματα αποσύρθηκαν την 3.04.2019, η αγωγή διακόπηκε την 30.05.2019, η αίτηση για επιστροφή της εγγυητικής καταχωρίστηκε την 26.08.2020 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε την 10.02.
- Ούτε όμως και οι αποφάσεις των Γερμανικών Δικαστηρίων ημερ. 06.11.2020 και 28.12.2020 μπορούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης εφόσον, ως οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται, τα έξοδα και ζημιές που απαιτούν είναι «παντελώς διακριτά και διαφορετικά από τα επιδικασθέντα από το Γερμανικό Δικαστήριο». Επομένως υπάρχει εγγενής αντίφαση στην αιτιολογία του χρόνου καθυστέρησης καταχώρισης της αίτησης η οποία καθιστά προφανές ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης αποζημιώσεων έγινε με αποκλειστικό σκοπό να αποστερήσει το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να ανακτήσει το ποσό της εγγύησης. Ως προς δε τη συμπεριφορά των Αιτητών θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: (α) ότι δεν εμφανίστηκαν στην Κυπριακή διαδικασία παρά μόνο όταν το Διάταγμα εκτελέστηκε στη Γερμανία, (β) ότι αδικαιολόγητα ήγειραν διαδικασίες στη Γερμανία για αμφισβήτηση της αναγνώρισης και εγγραφής Ευρωπαϊκού Διατάγματος, το οποίο θα έπρεπε να έχει αυτόματη ισχύ σε κάθε κράτος μέλος και ενώ η ακρόαση του Διατάγματος είχε ήδη ολοκληρωθεί, (γ) ότι επιμένουν ότι η Βεβαίωση που ο Πρωτοκολλητής του Κυπριακού Δικαστηρίου έκδωσε ήταν εσφαλμένη ενώ το Γερμανικό Δικαστήριο αποφάσισε επί τούτου και απέρριψε το επιχείρημα τους, (δ) ότι παραπλανητικά προσπαθούν να περάσουν δικηγορικά έξοδα που αφορούν εργασία που δεν άφορα την εκτέλεση του Διατάγματος ως τέτοια, με μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση της επιστροφής της εγγυητικής. Από την άλλη το τι πρέπει να ληφθεί υπόψη σε σχέση με τη συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι: (α) Προχώρησε στην εκδίκαση του Διατάγματος άμεσα και χωρίς καθυστέρηση, (β) απέσυρε άμεσα και χωρίς καθυστέρηση όλα τα μέτρα αναγνώρισης στη Γερμανία μόλις ακυρώθηκε το Διάταγμα, (γ) ήταν έτοιμη από την πρώτη εμφάνιση να δεχτεί την συμπερίληψη ποσού ως λειτουργικά έξοδα στο Διάταγμα και παρά το ότι αυτό δεν έγινε κατά τη έκδοση του (Τεκμ. 2 και 3 της Ε/Δ Κωνσταντίνου), (δ) εξόφλησε τα επιδικασθέντα έξοδα σε Κύπρο και Γερμανία άμεσα, (ε) επέτρεψε εύλογο χρόνο μετά την διακοπή της αγωγής την 30.05.2019 πριν υποβάλει την αίτηση της για επιστροφή της εγγυητικής ημερομηνίας 26.08.2020, (στ) η Καθ' ης η αίτηση, όπως υπέδειξε και η συνήγορος της κατά την προφορική της αγόρευση, εξακολουθεί να πιστεύει ότι η αγωγή της έχει πιθανότητες επιτυχίας και ότι το διάταγμα άδικα ακυρώθηκε και για τούτο καταχώρισε την Αγωγή Αρ. 1384/19 και εφεσίβαλε δεόντως τις αποφάσεις ημερ. 6.09.2019 και 17.06.
- Σκοπός των αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι η τιμωρία της Καθ' ης η αίτηση η οποία εξάσκησε τα ισχυριζόμενα από αυτή νόμιμα δικαιώματα της και αποτάθηκε προς τούτο στο Δικαστήριο, αλλά η κάλυψη εύλογων και αιτιολογημένων ζημιών και δη η αποκατάσταση τους στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν οι Αιτητές εάν δεν είχε εκδοθεί το Διάταγμα κάτι που εν προκειμένω δεν έχουν καταδείξει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της κατ' ισχυρισμό ζημιάς τους σε οποιαδήποτε επί μέρους έκφανση της αλλά ούτε και δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για ενεργοποίηση της εγγυητικής. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω επίσης ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της καταβολής αποζημιώσεων και επιπρόσθετα λόγω και της καθυστέρησης, όπως αποφαίνομαι, στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται. ΕΞΟΔΑ: Δεν βρίσκω λόγο για να μην ακολουθήσω τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα του. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/ Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 3, 4 και 7/ Αιτητών στην παρούσα ομού και/ ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο