ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΤΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2628/2019, 29/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A448 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2628/2019 Μεταξύ:- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-
- ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΤΗΣ ΛΤΔ
- ΙΩΑΝΝΑ (ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ) ΜΑΝΤΗ
- ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΤΗΣ
- ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2,3 και 4/ Αιτητές: Ο κ. Παναγιώτης Καϊκκης για Χρίστος Χριστοφόρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Χρίστος Στρόππος για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (αίτηση για ακύρωση πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου ημερ. 25.11.2022) Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4/ Αιτητές, με την υπό κρίση αίτηση τους επιζητούν ουσιαστικά την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αναστολής ή/και ακύρωσης προγραμματισμένου για αργότερα σήμερα ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και όλων των συνεπειών που απορρέουν από αυτόν ή συνεπάγεται αυτός ενυπόθηκου κτήματος το οποίο ανήκει στην εναγόμενη
- Οι Καθ' ων η αίτηση προέβαλαν ένσταση στην οποία επικαλούνται σειρά από λόγους. Οι δύο πλευρές υπέβαλαν γραπτές αγορεύσεις όπου επιχειρηματολογούν οι μεν Αιτητές υπέρ του αιτήματος τους οι δε Καθ' ων η αίτηση περί του ανυπόστατου αυτού. Προς υποστήριξη των θέσεων τους επικαλούνται νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις όπως και νομολογία και αυθεντίες. Όλα τα ανωτέρω έχουν τεθεί ενώπιον μου, τα έχω κατά νουν και τίθενται υπό την κρίση μου. Όσα από αυτά κριθούν αναγκαία για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για κάθε επί μέρους πτυχή της υπόθεσης και την κατάληξη μου ως προς το ζητούμενο θα τύχουν σχετικής ανάλυσης ή και σχολιασμού στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος. Προς αποφυγή επαναλήψεων θα προχωρήσω ευθύς αμέσως στην ανάλυση και στη παράθεση των συμπερασμάτων μου σε όσα ουσιώδη επιδρούν στην κατάληξη μου. Για να γίνει κατανοητό το σκεπτικό της απόφασης μου που θα ακολουθήσει κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης το οποίο προέρχεται από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και αφορά γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται. Οι Καθ' ων η αίτηση (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως ήταν τότε), καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους στις 05.09.
- Με αυτήν αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων, την έκδοση αποφάσεως για το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό πλέον τους τόκους που προέρχονται από πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 με την εγγύηση των εναγόμενων 2 έως
- Επιπρόσθετα αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης επτά ενυπόθηκων ακινήτων ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 (παρεμβάλλω εδώ ότι η Εναγόμενη 1 δεν εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία), υποθήκες οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο Επαρχιακό Κτηματoλoγικό Γραφείo Λευκωσίας, τα κτηματολογικά στοιχεία των οποίων παρατίθενται λεπτομερώς. Μετά που έκλεισαν τα δικόγραφα και καταχωρίστηκε η Κλήση για Οδηγίες, ένα μεγάλο μέρος των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων μεταφέρθηκε στη Themis Portfolio Management Holdings Ltd και έτσι καταχωρίστηκε στις 27.05.2022 από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αίτηση με την οποία ζητείται η προσθήκη και της Themis Portfolio Management Holdings Ltd ως ενάγουσας. Προς τούτο εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα η σύνταξη των οποίων αναμένεται από τον Πρωτοκολλητή για να καταστεί δυνατή η καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων, διαδικασία για την οποία τέθηκε σχετικό χρονοδιάγραμμα. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση είναι η Εναγόμενη 1 ενώ οι Εναγόμενοι/Αιτητές 2 έως 4 δεν έχουν καμία σχέση με τις επίδικες υποθήκες. Επισημαίνεται επίσης ότι για τον επίδικο ηλεκτρονικό πλειστηριασμό δεν έχει καταχωριστεί καμία Αίτηση/Έφεση. Μεταξύ των λόγων ένστασης προβάλλεται ότι οι Αιτητές δεν αποδεικνύουν το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και τούτο καθώς πρόκειται για Εγγυητές της Πρωτοφειλέτριας Εταιρείας Εναγόμενης 1 οι οποίοι: (α) Δεν ήταν μέρος των επίδικων Συμβάσεων Υποθήκης ως εκ τούτου κανένα δικαίωμα δεν έχουν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. (β) Δεν είναι ιδιοκτήτες του επίδικου Ακινήτου. (γ) Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που έχουν καταχωρίσει αφορά και περιορίζεται μόνο σε σχέση με τις Εγγυήσεις που υπέγραψαν με τους Καθ' ων η αίτηση. (δ) Σε περίπτωση που αμφέβαλλαν για τη νομιμότητα ή/και εγκυρότητα του επίδικου πλειστηριασμού θα έπρεπε να καταχωρούσαν Αίτηση/Έφεση στο πλαίσιο του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) (στη συνέχεια «ο Νόμος». Από τη στιγμή που δεν αμφισβητήθηκε ο επερχόμενος πλειστηριασμός τότε τεκμαίρεται καθ' όλα νόμιμος. (ε) Η Εναγόμενη 1, για την οποία έχει διοριστεί διαχειριστής/παραλήπτης δεν έδωσε την οποιαδήποτε συγκατάθεση για να καταχωριστεί η υπό εξέταση αίτηση και ως εκ τούτου ελλείπει η οποιαδήποτε νομιμοποίηση των Αιτητών. (στ) Οι επίδικες υποθήκες είναι καθ' όλα νόμιμες και ουδεμία καταχρηστικότητα δεν υποδεικνύεται. Εν πάση περιπτώσει οι Καθ' ων η αίτηση δεν ήταν μέρος των σχετικών Υποθηκών και κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν παρουσιάζουν σε σχέση με τις υποθήκες και ως εκ τούτου δεν είναι κατανοητή η ανεπανόρθωτη βλάβη που θα τους προκληθεί όπως επικαλούνται. Όπως προανέφερα η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή αφορά χρηματική υποχρέωση της Εναγόμενης 1 δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων (συμφωνίες δανείου τακτής προθεσμίας κ.λπ.) και συναφών εξασφαλίσεων, οι οποίες έχουν τερματιστεί και παραμένουν μέχρι σήμερα ανεξόφλητες. Οι Αιτητές στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους προβάλλουν σε γενικές γραμμές τη θέση ότι οι επίδικες εγγυήσεις είναι άκυρες, ότι αυτές ουδέποτε δεν υπογράφτηκαν και αξιώνουν: (α) Ακύρωση των Συμβάσεων Εγγύησης και απαλλαγή τους από τις Συμφωνίες Εγγύησης. (β) Επανάνοιγμα των Συμβάσεων Εγγύησης. Προκύπτει από τα πιο πάνω και είναι φανερόν ότι κανένα δικαίωμα δεν επικαλούνται σε σχέση με τις Υποθήκες και εάν ήθελε πετύχει η Ανταπαίτηση τους ενδεχομένως θα απαλλαχτούν από τις εγγυήσεις τους. Στη βάση αυτών ακριβώς και εφόσον καμία άλλη θεραπεία δεν αξιώνουν, η οποία να αιτιολογεί την επιτυχία της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω ότι η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Θα εξηγήσω όμως στη συνέχεια γιατί οδηγήθηκα σ' αυτό το συμπέρασμα. Προχωρώ με την εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στο οποίο βασίζεται η αίτηση. Αυτό παρέχει διακριτική ευχέρεια και ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει, εκκρεμούσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας, οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που ήθελε κρίνει δίκαιο και πρόσφορο.[1] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω Άρθρου έχουν καθοριστεί από την νομολογία (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Lts and Another
(1982)1 C.L.R. 557) στις ακόλουθες τρεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση∙ (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία∙ (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, για την ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του καθ' ου η αίτηση (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Πρόσθετα των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Bacardi v. Vinco
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Koukkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Σύμφωνα με τη νομολογία μας τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να προκύπτει μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως παρατέθηκαν πιο πάνω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι Αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα έχει σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235). Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, όπως φαίνεται από το σώμα της, εκτός από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) μεταξύ άλλων και στο Άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.». Προσωρινό διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 4 του Κεφ. 6 σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο Άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο καθοδηγείται από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Στη συνέχεια της απόφασης μου θα προβώ σε ανάλυση των λόγων ένστασης ομαδοποιώντας τους και στην υπαγωγή των νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 και η δεύτερη αφορά τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965). Με αυτό το σκεπτικό οι λόγοι ένστασης 1, 3, 4, 5, 6, 7, 14, 16, 17, 24, 27, 28, 33 μπορούν να ενταχθούν στην ενότητα του κατά πόσο τα πραγματικά γεγονότα και το νομικό πλαίσιο που διέπουν αυτά μπορούν να κριθούν υποστηρικτικά της αίτησης. Προχωρώ επομένως με την εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του κατά πόσο υπάρχει καλή βάση της αίτησης και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης (reasonable prospect of success). Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να χορηγηθούν καθότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλή βάση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αντίθετα δεν προβάλλουν ούτε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόντων. Στην Ανταπαίτηση τους επιδιώκουν την ακυρότητα των εγγυήσεων ή και το επανάνοιγμα τους, τίποτε πέραν αυτών. Περαιτέρω, είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι το σύνολο των προβαλλόμενων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καθώς και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση τους οποίους προβάλλουν οι Αιτητές στερούνται οποιουδήποτε πραγματικού και νομικού ερείσματος και είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμοι. Στη βάση αυτής της θέσης τους εισηγούνται ότι δεν νοείται η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπό το φως των περιστάσεων και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αφού δεν υπάρχει καν ζήτημα προς εκδίκαση (οι σχετικές αρχές έχουν καταγραφεί πιο πάνω). Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1653 σκιαγραφείται το νομικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη µαρτυρία µε σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. (....) θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας». Η ύπαρξη πιθανότητας οι αιτούντες να δικαιούνται σε θεραπεία απασχόλησε επανειλημμένα τη νομολογία. Σε πολλές υποθέσεις προέκυψε το ζήτημα ερμηνείας του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» όπου και επεξηγήθηκε ότι η πρόνοια αυτή αναφέρεται στην απόδειξη από τον αιτούντα ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η "πιθανότητα" στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieri Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relied to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held". Στο βιβλίο Διατάγματα - Injunctions των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, σελ. 162-163 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι υπάρχει δυνατότητα καταχώρισης ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και από Εναγόμενους. Όπως αναφέρεται στην Igor Zhigachov κ.α
(2013)1Α Α.Α.Δ 133: «Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320)». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να ομολογήσω ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορώ να κατανοήσω ποιο είναι πράγματι το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται οι Αιτητές. Από μια απλή ανάγνωση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους καθώς επίσης και από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση διεκδικούν ακύρωση των Εγγυήσεων ή/και επανάνοιγμα τους. Καμία αναφορά δεν κάνουν στις επίδικες Υποθήκες. (β) Με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επικαλούνται ότι διάφορες ρήτρες που εντοπίζονται στις επίδικες Υποθήκες είναι καταχρηστικές. Επομένως, δεν είναι κατανοητό σε τι ακριβώς συνίσταται το αγώγιμο δικαίωμα τους και πως ακριβώς σχετίζεται με τα όσα επιδιώκουν δια της υπό εξέταση αίτησης. Και τούτο καθώς οι Αιτητές δεν ήταν καν μέρος στις επίδικες υποθήκες. Πως είναι δυνατό να επικαλούνται ότι δήθεν δεν μεσολάβησε «ατομική διαπραγμάτευση» και καταχρηστικότητα των ρητρών χωρίς να είναι καν μέρος της διαδικασίας διαπραγμάτευσης των επίδικων Υποθηκών. Και τίθενται εύλογα τα εξής ερωτήματα. Πως ακριβώς θα εξυπηρετηθεί η υπόθεση τους όταν αυτοί ως εγγυητές, μάλλον θα επωφεληθούν από την εκποίηση του Ακινήτου αφού το χρέος θα μειωθεί; Πως είναι δυνατό να επικαλούνται δικαιώματα που ενδεχομένως να έχει η Εναγόμενη 1 και για τα οποία οι ίδιοι αναφέρουν ρητά ότι δεν τους παρείχε τη συγκατάθεση της για να εγείρουν την υπό εξέταση αίτηση στο όνομα της; Επιπλέον, πως είναι δυνατό να προσπαθούν να ακυρώσουν ένα πλειστηριασμό που νόμιμα διενεργείται επί τη βάση αόριστων ισχυρισμών περί της ύπαρξης ενός δήθεν αγώγιμου δικαιώματος το οποίο πουθενά δεν προσδιορίζεται; Εν ολίγοις τίθεται το ερώτημα ποιο είναι εκείνο το αγώγιμο δικαίωμα και που στηρίζεται αυτό το οποίο υποτίθεται έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και το οποίο θα πρέπει να διασφαλιστεί; Ακόμα και στο σενάριο που ήθελε επιτύχει η Ανταπαίτηση των Αιτητών; Οπότε στη καλύτερη περίπτωση θα ακυρωθούν οι επίδικες εγγυήσεις και θα απαλλαχτούν; Τίποτε σχετικό με το αγώγιμο δικαίωμα τους δεν διασφαλίζεται με την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων. Από την άλλη, το βασικό επιχείρημα των Αιτητών ότι ενδέχεται οι επίδικες Υποθήκες θα ακυρωθούν «επειδή υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες», είναι παντελώς αλυσιτελές αφού ακόμα και καταχρηστικές να είναι οι σχετικές ρήτρες αυτό δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι θα είναι άκυρες οι Συμφωνίες εξ' ολοκλήρου. Εξάλλου, κατά την υπογραφή των επίδικων υποθηκών δεν ήταν σε εφαρμογή ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996) ή/και ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021 (Ν.112 (Ι)/2021). Πάγια αρχή του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου, είναι ότι: «6.-
(1)Παρά τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή.
(2)Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Στη βάση των πιο πάνω περιγραφόμενων νομολογιακών αρχών κρίνω ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς επίσης και αγώγιμου δικαιώματος και συνεπώς δεν εκπληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32, έτσι η αίτηση απορρίπτεται για τους λόγους αυτούς. Προχωρώ όμως και στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, κατά πόσο δηλαδή με τη μη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του αιτούντα διαδίκου τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 662, 630 λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης από το Δικαστήριο ότι ο ενάγων δεν πρόβαλε κανένα ισχυρισμό ότι η οικονομική κατάσταση των εναγόμενων ήταν τέτοια που θα στερούσε τον ενάγοντα καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύγχανε στην αγωγή του, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση. Στη υπό εξέταση υπόθεση καίτοι προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός από τους Αιτητές, εντούτοις αυτός κατά την αντίληψη μου αντικρούστηκε με επάρκεια. Εξάλλου, οι Αιτητές δεν διεκδικούν κάτι συγκεκριμένο από τους Καθ' ων η αίτηση, πέραν της απλής αναγνώρισης ότι οι Εγγυήσεις τους είναι άκυρες. Διερωτώμαι στη βάση αυτών σε τι συνίσταται το αντικείμενο της υπό εξέταση αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του αιτητή ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη δεν αρκούν και ο αιτητής με την ένορκη του δήλωση θα πρέπει να επεξηγεί και αιτιολογεί τέτοιους ισχυρισμούς με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεχτοί από το Δικαστήριο (βλ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 662, 630). Κατά το στάδιο εξέτασης από το Δικαστήριο του κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φερεγγυότητα του εναγόμενου (εδώ των Καθ' ων η αίτηση) και ειδικότερα την οικονομική δυνατότητα του να καταβάλει χρηματικές αποζημιώσεις στον ενάγοντα (εδώ των Αιτητών) όπου η βλάβη είναι ικανή να αποζημιωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων. Για παράδειγμα στην υπόθεση Marketrends (Capital Market)Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759, το παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδόθηκε λόγω της οικονομικής επιφάνειας του εναγόμενου και της δυνατότητας του σύμφωνα με την κατάληξη του Δικαστηρίου να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδιδόταν εναντίον του. Σύμφωνα με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πρέπει να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση η οποία συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν έχει έρεισμα ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Σχετική προς τούτο είναι η αυθεντία Odysseos (ανωτέρω). Από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης προκύπτει ότι οι Αιτητές εντελώς γενικά και αόριστα αναφέρουν ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης. Καμία απολύτως σαφής και θετική μαρτυρία και στοιχεία δεν παραθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου ως απαιτεί η νομολογία (βλ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 662, 630) προκειμένου η θέση αυτή να γίνει δεχτή από το Δικαστήριο και έτσι απορρίπτεται. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και δεν πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτούς, ούτε αποκαλύπτουν ή πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να παράσχουν επαρκή και πειστική μαρτυρία ως προς το ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν μελλοντική απαίτηση τους με το πέρας της δίκης, χωρίς εν τω μεταξύ οποιαδήποτε διατάγματα να βρίσκονται σε ισχύ. Προβάλλουν τις ακόλουθες θέσεις: (α) Ότι θα απωλέσουν την κατοικία διαμονής τους με δυσμενείς συνέπειες χωρίς όμως αυτή να στηρίζεται σε οποιοδήποτε στοιχείο. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί που γίνονται για να στηρίξουν την «ανεπανόρθωτη βλάβη» είναι παντελώς ασύνδετοι με το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται καθώς επίσης και με την ίδια την Ανταπαίτηση τους. Εξάλλου, το Ακίνητο δεν ανήκει καν στους Αιτητές και ούτε παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τους ανήκει. (β) Ότι το ποσό που οφείλεται είναι πολύ χαμηλότερο. Όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο. Αντίθετα, οι σχετικοί ισχυρισμοί έχουν αντικρουστεί από τους Καθ' ων η αίτηση δια της παράθεσης των καταστάσεων λογαριασμού. Εξάλλου, οι σχετικοί ισχυρισμοί τους στη καλύτερη των περιπτώσεων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απαλλαγή τους από τις οφειλές τους. Ως εκ τούτου και θα συμφωνήσω με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι η εκποίηση του Ακινήτου απολήγει να είναι στο τέλος προς όφελος των Αιτητών. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει παντελής έλλειψη αναφορών ή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας να υποδεικνύεται, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, η ύπαρξη άμεσου κινδύνου. Αντίθετα, υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει. Κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνηγορούν δε ως προς τούτο και τα ακόλουθα: (α) Η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι επαρκής εάν ήθελε φανεί ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει βλάβη στους Αιτητές. Εν πάση περιπτώσει καμία αποζημίωση δεν διεκδικούν από τους Καθ' ων η αίτηση. Επομένως, στη καλύτερη των περιπτώσεων να επιτύχουν την ακύρωση των επίδικων εγγυήσεων∙ (β) Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα περί επιδίκασης αποζημιώσεων προς όφελος των Αιτητών∙ (γ) Οι Καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυα εταιρεία, η οποία έχει ικανότητα να αποζημιώσει τους Αιτητές και δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου∙ και (δ) Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί των Αιτητών που αναφέρονται σε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας δεν μπορούν να τύχουν καμιάς θετικής σύγκλησης και ως εκ τούτου απορρίπτονται στην ολότητα τους ως ανυπόστατοι και αόριστοι στη βάση των όσων έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Σχετικά των όσων αναφέρονται ως άνω είναι τα ακόλουθα από το Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUNCTIONS», 1η έκδοση, 2016, σελ. 132-133: «Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, αλλά και εκεί όπου οι Αιτητές δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή αποζημιώσεων, π.χ. οχληρία, θόρυβος, παραβίαση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, εμπορική εύνοια, επηρεασμός φήμης από δυσφήμηση». Τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως κίνδυνος οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη ή οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση μη χορήγησης των αιτούμενων θεραπειών και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι παραδεκτό από τους Αιτητές ότι η ζημιά που θα υποστούν είναι οικονομική. Συνεπώς, πώς μπορούν να ισχυρίζονται ότι τυχόν οικονομική ζημία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα από τι στιγμή που πρόκειται για υπολογίσιμη ζημιά. Ο σχετικός ισχυρισμός των Αιτητών ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης θα τους αποστερούσε από τους καρπούς της επιτυχίας τους είναι παντελώς μετέωρος αφού έχουν προσκομιστεί στοιχεία που αποδεικνύουν την οικονομική επιφάνεια των Καθ' ων η αίτηση (Σχ. η παρ. 33.1 Ε/Δ Αδαμίδη και Τεκμ. 26). Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνω, καμία αποζημίωση δεν διεκδικούν από αυτούς οι Αιτητές. Είναι νομολογημένο ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά v. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφ. Ε203/13 ημερ.11.09.2019, με αναφορά ανάμεσα σε άλλες και στην Highgate (ανωτέρω), τέθηκαν τα εξής: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτός, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι: "Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848". Στην υπόθεση Highgate (ανωτέρω),τέθηκε επίσης ότι: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων». Είναι προφανές ότι οι αιτητές επικαλούνται ως λόγους για στοιχειοθέτηση της προϋπόθεσης αυτής, τα περί ακυρότητας των υποθηκών και την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών και ότι αν εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο τότε τα ζητήματα που εγείρονται δεν θα εξεταστούν από το Δικαστήριο. Υπάρχει περαιτέρω διασύνδεση τους όμως και με την απώλεια του ακινήτου που αποτελεί και την οικογενειακή κατοικία τους και ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων θα πωληθεί σε εξευτελιστική τιμή. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd Αρ.
(2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης σε τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, σε συνάρτηση με την φερεγγυότητα του εναγόμενου, τότε, με βάση τις αρχές της επιείκειας, η έκδοση του διατάγματος δεν κρίνεται αναγκαία. Στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε ότι: «Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον ενάγοντα-αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του». Στην παρούσα περίπτωση, οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση, είναι τραπεζικός οργανισμός ή/και οργανισμός που διαχειρίζεται δάνεια που, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσαν οι Καθ' ων η αίτηση, τα οποία παρέμειναν αναμφισβήτητα, καταδεικνύει ότι είναι φερέγγυοι. Η οποιαδήποτε ζημιά τυχόν επέλθει στους Αιτητές, σε περίπτωση που πετύχουν στην Ανταπαίτηση τους, αυτή μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αποζημιωθεί από τους εναγόμενους. Όσον αφορά το θέμα ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε τα εγειρόμενα ζητήματα δεν θα εξεταστούν, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή των Αιτητών. Η αγωγή θα εκδικαστεί και τα όποια θέματα είναι επίδικα με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς θα εξεταστούν από το Δικαστήριο. Συνεπώς ούτε και αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Όσα οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν στους λόγους ένστασης 2, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 25, 26, 29, 30, 31 και 32 που αφορούν την διαδικασία του πλειστηριασμού στη βάση του Νόμου που ακολουθήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και όσα ο κ. Αδαμίδης προβάλλει στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της ένστασης παρέμειναν αναντίλεκτα καθώς ούτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς αντίκρουση τους ζητήθηκε άδεια να καταχωρίσουν ούτε και ζητήθηκε άδεια για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος για όσα εκεί υποστηρίζει. Τέλος, θα ήθελα να σχολιάσω τη δικονομική συμπεριφορά των Αιτητών. Η διαδικασία πλειστηριασμού τους γνωστοποιήθηκε ήδη από τις 16 & 19.10.2022 που παρέλαβαν την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ με την οποία τους γνωστοποιείτο ότι προγραμματίστηκε ο πλειστηριασμός για τις 29.12.2022 και αντί να προσφύγουν με Αίτηση/Έφεση αν έκριναν ότι εκπληρούνταν οι προϋποθέσεις της, προσέφυγαν με καθυστέρηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με μονομερή αίτηση φέρνοντας όλα τα μέρη που εμπλέκονται στη διαδικασία υπό την πίεση του χρόνου με αποτέλεσμα την έκδοση της παρούσας την υστάτη πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των Metal Construction Limited κ.ά. Πολ. Αίτηση αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.2018). ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι αβάσιμη και ασκείται κακόπιστα και καταχρηστικά εφόσον δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αναστολής της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ειδικότερα παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ η οποία κρίνεται ότι είναι καθ' όλα έγκυρη, νόμιμη και νομότυπη, πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και έχει δεόντως επιδοθεί στους Αιτητές με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Από την άλλη η προώθηση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του Νόμου γίνεται κανονικά και νομότυπα, και είναι πλήρως εναρμονισμένη τόσο με τις πρόνοιες και το σκοπό του Νόμου όσο και με τους όρους της Υποθήκης. Αντίθετα, η παρούσα Αίτηση προωθείται καταχρηστικά, κακόπιστα και απλά σκοπεί στη δημιουργία σύγχυσης, κατασπατάληση δικαστηριακού χρόνου και στην αποστέρηση από τους Καθ' ων η αίτηση της δυνατότητας να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Νόμος για την ταχύτερη είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την Υποθήκη ποσών. Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω κρίνω ότι οι αξιούμενες στην Αίτηση θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες ή/και εν πάση περιπτώσει στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου και της νομομολογίας. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης άπτονται της διαδικασίας του πλειστηριασμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 9Ν. 9/1965) και η ενασχόληση με αυτούς μόνον ακαδημαϊκό ενδιαφέρον ενέχει. Η αίτηση απορρίπτεται και επιδικάζονται έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα, υπέρ των Εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 2,3 και 4/ Αιτητών. (Υπ.) ........................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη και Αλλων (Αρ.2)
(1994)1 A.A.Δ 694, αναφέρθηκαν στη σελ. 699 τα ακόλουθα: «Ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960, 14/60, που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει για τη σύνθεση, δικαιοδοσία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός». Περαιτέρω, αφού έγινε αναφορά στη θέσπιση στην Αγγλία του Supreme Court Act του 1981, αναφέρθηκαν στη σελ. 701 της πιο πάνω απόφασης τα ακόλουθα: «Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο