← Κύπρος

ICELINE (CYPRUS) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 935/2021, 29/11/2022

ICELINE (CYPRUS) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 935/2021, 29/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A457 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 935/2021 Μεταξύ:

  1. ICELINE (CYPRUS) LTD
  2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγόντων - και -
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  4. ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΚΧΑΙΟΥ, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Ενάγουσας Αρ.
  5. Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2022 Αίτηση ημερομηνίας 14.11.2022, για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Π. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγομένη 1-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Π. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), η ενάγουσα 1 εταιρεία και ο ενάγοντας 2 (διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της) επιζητούν από τους εναγομένους διάφορες θεραπείες. Κύρια, την ακύρωση του διορισμού του εναγομένου 2 από την θέση του Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας
  6. Περαιτέρω αξιούν, μεταξύ άλλων θεραπειών, την καταβολή αποζημιώσεων. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες επεδίωξαν μονομερώς την έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Κάποιες από τις αιτούμενες θεραπείες είναι ταυτόσημες με τις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής. Όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 2, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση για έκδοση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων, η εναγομένη 1 τράπεζα διόρισε τον εναγόμενο 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας 1 εταιρείας, δυνάμει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, το οποίο εκδόθηκε στην βάση δανειακών διευκολύνσεων που η τράπεζα παραχώρησε στην ενάγουσα 1 το
  7. Ο ενάγοντας 2 εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας
  8. Είναι η θέση των εναγόντων πως η τράπεζα ενήργησε παράνομα και κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και των σχέσεων εμπιστοσύνης που θα έπρεπε να υπήρχαν μεταξύ τους. Στον εναγόμενο 2, επιρρίπτεται κακοδιαχείριση της ενάγουσας 1 εταιρείας, έχουσα ως αποτέλεσμα την μείωση της αξίας της περιουσίας της. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς Προσωρινό Διάταγμα, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 κα/ή 2, περιλαμβανομένων των αντιπροσώπων και υπηρετών τους, από του να «πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή επιτρέψουν την μείωση της αξίας», μόνο, (η υπογράμμιση δική μου) της ακινήτου περιουσίας της ενάγουσας 1 εταιρείας, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 137.7 της Ένορκης Δήλωσης του ενάγοντα 2 που υποστηρίζει την Αίτηση για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, δηλαδή του εργοστασίου αποθήκευσης και επεξεργασίας κατεψυγμένων τροφίμων, η αξία του οποίου, όπως ορκίζεται ο ενάγοντας 2, είναι «τουλάχιστον» €2.635.000.00 (ως Τεκμήριο 129 επισύναψε Έκθεση Εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου, που ετοιμάστηκε από τους KIKIS ATHINODOROU & ASSOCIATES LLC). Ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους 1 και
  9. Οι εναγόμενοι 1 και 2 έφεραν Ένσταση, τόσο στην οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος, όσο και στην χορήγηση των υπολοίπων διαταγμάτων που ζητήθηκαν. Κοινή συνισταμένη των θέσεων τους είναι πως δεν πληρούνται ο προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων Ενδιάμεσων Διαταγμάτων, τόσο για νομικούς όσο και για ουσιαστικούς λόγους. Περαιτέρω υποστηρίζουν πως η καταχώρηση τόσο της αγωγής όσο και της προαναφερομένης αίτησης, αποσκοπεί στην καταστρατήγηση και ακύρωση των όρων του Ομολόγου και στην παρεμπόδιση της εκτέλεσης των καθηκόντων του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Μετά την καταχώρηση των Ενστάσεων, οι ενάγοντες, ζήτησαν από το Δικαστήριο την άδεια ώστε να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που να υποστηρίζει την αίτηση τους για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων. Ήταν η θέση τους πως θα έπρεπε να απαντήσουν σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς των εναγομένων, οι οποίοι είχαν τεθεί στις ενστάσεις των τελευταίων. Περαιτέρω οι ενάγοντες ήθελαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που, κατ΄ ισχυρισμόν, επεσυνέβησαν μετά την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων και τα οποία καταδεικνύουν την, κατά τους ίδιους, κακοδιαχείριση της ενάγουσας 1 εταιρείας από τον εναγόμενο
  10. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα τονίζοντας πως η καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δεν είχε να προσθέσει ο,τιδήποτε στην αίτηση για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες επιχειρούν για δεύτερη φορά, να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και επιζητούν ως προς τούτο, την άδεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στην Δ.6, Δ.9 Θ.10 και 12, Δ.16 Θ.9, Δ.19, Θ.1, 2, 10-13 και 26, Δ.21, Δ.27, στην Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.39 Θ.Θ. 1, 2 και 21, Δ.59, Δ.64, στα Άρθρα 2, 21, 22 και 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας 2, του οποίου η Ένορκη Δήλωση υποστηρίζει την Αίτηση, διατείνεται πως από την ημερομηνία (12.4.2021) που ορκίστηκε αρχικά, στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων, μέχρι και την ημερομηνία (22.9.2021) που καταχωρήθηκαν οι ενστάσεις των εναγομένων 1 και 2, επεσυνέβησαν γεγονότα που είτε δεν τα γνώριζε όταν ορκίζετο αρχικά είτε επεσυνέβησαν μετά την καταχώρηση της Ένορκης Δήλωσης του και τα οποία καταδεικνύουν την «συνεχιζόμενη κακοδιαχείριση» της εταιρείας από μέρους του εναγομένου 2, παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας. Θεωρεί πως τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη και πως θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου, «υπό το πρίσμα και του καθήκοντος για συνεχή αποκάλυψη». Είναι η θέση του ομνύοντα πως θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης (προσχέδιο της επισυνάπτεται) ώστε να διαφανεί πως ο Παραλήπτης/Διαχειριστής (εναγόμενος 2) της ενάγουσας 1 εταιρείας ενήργησε «αποκλειστικά για προσωπικό του συμφέρον, ενάντια των συμφερόντων της ενάγουσας 1 και σε βάρος των μετόχων, εγγυητών, πιστωτών και του προσωπικού αυτής, τους οποίους είχε υποχρέωση να προστατεύσει». Τόσο η εναγομένη 1 όσο και ο εναγόμενος 2 καταχώρησαν Ενστάσεις στην Αίτηση. Αμφότεροι υποστηρίζουν πως δεν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η εναγομένη 1 υποστηρίζει περαιτέρω πως υπάρχει «ζήτημα δεδικασμένου (Res Judicata)» καθότι τα στοιχεία που οι ενάγοντες επιχειρούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι «ταυτόσημα, αν όχι ακριβώς τα ίδια», με αυτά που επιχείρησαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την πρώτη αίτηση για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.8.2022, τονίζουν, «κωλύει» τους ενάγοντες από του να προωθούν εκ νέου τις ίδιες θέσεις, καθότι η επανεξέταση των ίδιων θεμάτων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (ανωτέρω), γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης «καλού λόγου» για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η αναφορά στον θεσμό σε Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις δεν υπαγορεύει την μορφή και δεν περιορίζει την θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η Ένορκη Δήλωση που για «καλό λόγο» μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη Ένορκη Δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών, τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου», διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την Ένορκη Δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει, το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643). Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως υπάρχει «καλός λόγος». Επιβάλλεται λοιπόν ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο, ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση, με το οποίο η διαπίστωση του «καλού λόγου» συναρτάται. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω πως για τον λόγο που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια στους ενάγοντες να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Θεωρώ πως δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου». Η προτεινόμενη να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη δήλωση (καλύπτει 13 σελίδες) αναφέρεται στην «σημερινή εικόνα της εταιρείας» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ενάγοντας 2, ο οποίος θα ορκιστεί σχετικά. Από το περιεχόμενο της καταδεικνύεται πως οι πλείστες των αναφορών αφορούν γεγονότα που κατά τον προτιθέμενο να ορκιστεί, επεσυνέβησαν χρονικά μετά την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων και σχετίζονται με την διαχείριση της ενάγουσας 1 εταιρείας (κλείσιμο καταστημάτων, καταχώρηση αγωγών εναντίον της εταιρείας, καταστροφή περιουσιακών της στοιχείων) από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή (εναγόμενο 2). Είναι καλά και γνωστό και νομολογημένο ότι σε αιτήσεις για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788), αλλά ασκεί την διακριτική του ευχέρεια με βάση την μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και χωρίς να καταλήγει σε ευρήματα ώστε συγκεκριμένος ισχυρισμός να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ή όχι. Είναι επίσης γνωστό πως σε διαδικασίες Προσωρινών Διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Είναι γι΄ αυτό που δεν τεκμηριώνεται από μόνος του «καλός λόγος» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία σε διαδικασίες αυτής της φύσης. Σχετική με το υπό κρίση ζήτημα είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρίας Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3.11.2016 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Έχοντας κατά νου τα προαναφερθέντα, κρίνω πως δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, αφού το Δικαστήριο όχι μόνο δεν θα αξιολογήσει γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμόν επεσυνέβησαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και της μονομερούς αίτησης για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων, αλλά δεν θα κρίνει ούτε και τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, τα οποία έχουν καταστεί αμφισβητούμενα με τις θέσεις που προβάλλει η Υπεράσπιση. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Τούτο ισχύει όχι μόνο στην περίπτωση που ένα Προσωρινό Διάταγμα εκδίδεται μονομερώς αλλά και στην περίπτωση που διατάσσεται η επίδοση της μονομερούς αίτησης στην άλλη πλευρά. Όπως είναι νομολογημένο, τα μόνα σχετικά γεγονότα που δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την διαδικασία οριστικοποίησης Διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, αλλά και στην διαδικασία έκδοσης Προσωρινού Διατάγματος μετά από ακρόαση τέτοιου αιτήματος, είναι τα γεγονότα που τέθηκαν με την αρχική ένορκη δήλωση που υπεστήριξε την σχετική αίτηση και όχι μεταγενέστερα. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με αναφορά στα γεγονότα που προσκομίστηκαν ενώπιον του κατά τον χρόνο καταχώρισης της μονομερούς Αίτησης (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.Α.Δ. 597 και Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου (ανωτέρω). Συνακόλουθα θεωρώ πως ο λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, όπως οι ίδιοι τον έχουν εξειδικεύσει, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει «καλό λόγο» αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Αντίθετη προσέγγιση και παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να απαντούν στους ισχυρισμούς του αντιδίκου, τους οποίους θεωρούν αβάσιμους, παραπλανητικούς και αναληθείς στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων ή να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα, θα καθιστούσε ατέρμονη τέτοια διαδικασία και θα αντιστρατευόταν την ανάγκη για εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Η κατάληξη αυτή κρίνει και την τύχη της Αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγομένων 1 και 2-καθ΄ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων-αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 12.4.2021 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.