ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 730/2019, 4/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 730/2019 Μεταξύ: ΒΑΣΙΛΗΣ (ΒΑΣΟΣ) ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ενάγοντα και ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Εναγόμενης ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 2/10/2019 ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΟΥ Ενάγοντα και ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Εναγόμενης Ημερομηνία: 4 Αυγούστου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Κατερίνα Σοφοκλέους Για την Εναγόμενη: κα Ναυσικά Γρηγορίου για κ. Χριστάκη Ν. Ματθαίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του, ο Ενάγοντας αξιώνει την επιστροφή του μονόπετρου διαμαντένιου δακτυλιδιού που έδωσε στην Εναγόμενη ως αντάλλαγμα υπόσχεσης γάμου, συνεπεία διάρρηξης υπόσχεσης γάμου από την τελευταία. Διαζευκτικά, αξιώνει την, προς όφελος του, επιδίκαση αποζημίωσης ύψους €2.500 το οποίο αποτελεί την αγοραία αξία του δακτυλιδιού. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας, ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: Α) Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι, ο Ενάγοντας, συνεπεία διάρρηξης υπόσχεσης γάμου, είναι ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος του μονόπετρου δακτυλιδιού, που αγοράσθηκε, πληρώθηκε και δόθηκε ως αντάλλαγμα υπόσχεσης γάμου από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να επιστρέψει και/ή παραδώσει στον Ενάγοντα εντός αποκλειστικής προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο, το μονόπετρο δακτυλίδι, που της δόθηκε ως αντάλλαγμα υπόσχεσης γάμου από τον Ενάγοντα, συνεπεία διάρρηξης υπόσχεσης γάμου. Γ) Διαζευκτικά, αποζημίωση εκ ποσού €2.500 (Ευρώ δύο χιλιάδες πεντακόσια), ως αγοραία αξία του μονόπετρου δακτυλιδιού δυνάμει απόδειξης πληρωμής ημερομηνίας 07/03/2014, πλέον νόμιμο τόκο, από 07/03/2014, συνεπεία διάρρηξης υπόσχεσης γάμου. Δ) Διαζευκτικά, απόφαση για το ποσό των €2.500 στη βάση των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αξιώνει περαιτέρω την επιδίκαση νόμιμου τόκου και εξόδων, πλέον Φ.Π.Α. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, οι διάδικοι είχαν δεσμό για περίπου 9 χρόνια και η σχέση τους τερματίστηκε περί το 2017 οπότε και επήλθε ο οριστικός χωρισμός τους, χωρίς να τελέσουν ποτέ γάμο. Μεταξύ Μαρτίου και Ιούνιου 2014 ο Ενάγοντας έκανε πρόταση γάμου στην Εναγόμενη, σε εστιατόριο ξενοδοχείου στη Λεμεσό, δίδοντας στην Εναγόμενη το επίδικο μονόπετρο δακτυλίδι, αξίας €2.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ήταν ρητός και/ή σιωπηρός όρος της πρότασης ότι το δακτυλίδι δόθηκε ως αντάλλαγμα της υπόσχεσης γάμου, υπό την προϋπόθεση ολοκλήρωσης και τέλεσης γάμου μεταξύ των διαδίκων. Την 19/7/2014 οι διάδικοι τέλεσαν δεξίωση αρραβώνων, σε κέντρο δεξιώσεων και συγκέντρωσαν το συνολικό ποσό των €12.492 και άλλα δώρα. Μετά την ακύρωση του γάμου, το εν λόγω ποσό και τα δώρα διαχωρίστηκαν, εξ ίσου, μεταξύ των διαδίκων. Περί τον Ιούνιο του 2015, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως τελέσουν την δεξίωση του γάμου τους σε αίθουσα δεξιώσεων την 2/10/
- Περί τον Ιούλιο του 2015 καταβλήθηκε το ποσό των €1.000 ως προκαταβολή η ημερομηνία του γάμου άλλαξε για την 10/6/
- Μετά τον αρραβώνα τους δημιουργήθηκαν προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων, εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης, με αποτέλεσμα τον οριστικό χωρισμό τους και την παράβαση της υπόσχεσης γάμου από πλευράς της τελευταίας. Ακολούθως, ο Ενάγοντας παραθέτει τις λεπτομέρειες παράβασης υπόσχεσης γάμου τις οποίες καταλογίζει στην Εναγόμενη. Μεταξύ άλλων, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι η Εναγόμενη άλλαξε συμπεριφορά και διέκοψε τις σχέσεις τους και απομακρύνθηκε από τον Ενάγοντα με αποτέλεσμα οι διάδικοι να συμφωνήσουν την οριστική ακύρωση του γάμου. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας παραθέτει λεπτομέρειες αδικαιολόγητου πλουτισμού της Εναγόμενης εις βάρος του και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν σιωπηρός όρος ότι το μονόπετρο δακτυλίδι δόθηκε με την προϋπόθεση τέλεσης και ολοκλήρωσης γάμου. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη, με την Υπεράσπιση της, παραδέχεται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα για τις ιδιότητες έκαστου διαδίκου, τα έτη για τα οποία διήρκησε η σχέση τους, ήτοι από το 2008 μέχρι και το 2017, ότι τέλεσαν την δεξίωση του αρραβώνα τους την 19/7/2014, το ποσό που εισπράχθηκε και τα δώρα που έλαβαν καθώς επίσης και ότι αυτά διαχωρίστηκαν μεταξύ τους μετά την ακύρωση του γάμου. Τέλος, παραδέχεται ότι είχαν συμφωνήσει με κέντρο δεξιώσεων για την τέλεση της δεξίωσης του γάμου τους, ότι κατέβαλαν την προκαταβολή των €1.000 και ότι η ημερομηνία της δεξίωσης άλλαξε από 2/10/2016 για την 10/6/
- Αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και αναφέρει ότι αντάλλαζαν δώρα μεταξύ τους πολλές φορές, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν αξίας €2.500 αλλά ούτε και δώρα με την υπόσχεση γάμου. Λέγει δε ότι το δακτυλίδι το έλαβε ως δώρο επετείου από τον Ενάγοντα και σε καμία περίπτωση δεν ήταν αξίας €2.
- Ισχυρίζεται επίσης ότι τα προβλήματα στην σχέση των διαδίκων δεν ήταν αποτέλεσμα δικής της ευθύνης αφού ουδέποτε έκανε οτιδήποτε για την διάλυση του δεσμού τους. Προσθέτει δε ότι τα προβλήματα στην σχέση της με τον Ενάγοντα άρχισαν μετά την αλλαγή της συμπεριφοράς του τελευταίου, στις πιέσεις που αυτός της ασκούσε για διάφορα θέματα και στην αλλαγή του τρόπου σκέψεις του αναφορικά με την σχέση τους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το δακτυλίδι της παραχωρήθηκε ως δωρεά, εις ένδειξη αγάπης και της πρόθεσης να ζήσει με τον Ενάγοντα για το υπόλοιπο της ζωής της και δεν υπογράφτηκε σύμβαση τέλεσης γάμου αλλά ούτε και ήταν το δακτυλίδι δώρο υπό τον όρο και την επιφύλαξη τέλεσης γάμου. Το δακτυλίδι δόθηκε υπό περιστάσεις που καθιστούσαν τον Ενάγοντα ικανό να εκδηλώσει ανεξάρτητη και ελεύθερη βούληση και δόθηκε στην Εναγόμενη με την ελεύθερη βούληση του Ενάγοντα, ανεπιφύλακτα και εις ένδειξη της αγάπης του προς την Εναγόμενη. Επαναλαμβάνει, τέλος, ότι καμία σύμβαση δεν υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων και ότι το δακτυλίδι ήταν δώρο και δεν το παρέλαβε υπό την προϋπόθεση και/ή υπό τον όρο τέλεσης γάμου. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης με την οποία ουσιαστικά αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και επιμένει στις θέσεις του ως η Έκθεση Απαίτησης του. Επαναλαμβάνει δε ότι το δακτυλίδι δόθηκε ως αντάλλαγμα υπόσχεσης γάμου, ότι ήταν αξίας €2.500 και ότι καμία αλλαγή στην συμπεριφορά του υπήρξε. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι εξέφραζε την ανησυχία του αναφορικά με την πορεία της σχέσης τους αλλά, παρά τις προσπάθειες του, επήλθε ρήξη στην σχέση τους εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης, δια της στάσης και συμπεριφοράς της. Λόγω του ύψους της αξίωσης, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης». Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της μαρτυρίας των διαδίκων γραπτώς και έκαστος διάδικος καταχώρησε δική του ένορκη δήλωση. Ο Ενάγοντας, στην ένορκη δήλωση του, υιοθετεί το περιεχόμενο των δικογράφων του και αναφέρει ότι περί τα τέλη Μαρτίου του 2014 έκανε πρόταση γάμου στην Εναγόμενη σε εστιατόριο ξενοδοχείου στην Λεμεσό, δίνοντας στην Εναγόμενη μονόπετρο δακτυλίδι αρραβώνων αξίας €2.
- Το μονόπετρο δακτυλίδι αγοράστηκε από τον Ενάγοντα την 7/3/2014 από χρυσοχοείο στη Λευκωσία για το ποσό των €2.500 και παρουσιάζει ως τεκμήριο 1 την πρωτότυπη απόδειξη αγοράς του. Παρουσιάζει περαιτέρω, ως τεκμήρια 2 και 3, πιστοποιητικά ως προς την γνησιότητα και την ποιότητα του διαμαντιού. Προχώρησε με κράτηση στο ξενοδοχείο στη Λεμεσό για διανυκτέρευση και στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για δείπνο με σκοπό να κάνει πρόταση γάμου στην Εναγόμενη. Το βράδυ, κατά την διάρκεια του δείπνου των διαδίκων προέβη σε πρόταση γάμου, προσφέροντας στην Εναγόμενη το δακτυλίδι και ζητώντας της να τον παντρευτεί. Παρά το ότι διαχρονικά έκαναν δώρα ο ένας στον άλλο, ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε δώσει ξανά μονόπετρο δακτυλίδι ή δώρο τέτοιας αξίας στην Εναγόμενη και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης ότι το δακτυλίδι ήταν επετειακό δώρο. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη αποδέχτηκε την πρόταση γάμου και παρέλαβε το δακτυλίδι με σκοπό να τον παντρευτεί. Εκείνο το βράδυ της αποκάλυψε ότι ενώ της είχε αρχικά αναφέρει ότι θα πήγαιναν στο ξενοδοχείο για να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες spa, ο πραγματικός λόγος ήταν ότι προτίθετο να προβεί στην πρόταση γάμου. Διανυκτέρευσαν στο ξενοδοχείο και την επομένη το πρωί αποχώρησαν. Ήταν όρος της πρότασης γάμου ότι το δακτυλίδι δόθηκε ως αντάλλαγμα της υπόσχεσης της Εναγόμενης να τον παντρευτεί, υπό την προϋπόθεση δηλαδή της ολοκλήρωσης και τέλεσης γάμου μεταξύ τους. Το δακτυλίδι ήταν μονόπετρο και το αγόρασε με αποκλειστικό σκοπό να το παραδώσει στην Εναγόμενη ως αντάλλαγμα για να τον παντρευτεί. Αυτός ήταν ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε στην Εναγόμενη και η τελευταία αποδέχθηκε την πρόταση γάμου του Ενάγοντα αμέσως, χωρίς δισταγμό ή επιφύλαξη και ως εκ τούτου, αποδέχθηκε το δακτυλίδι ως αντάλλαγμα με την υπόσχεση ότι θα τον παντρευτεί. Ακολούθως, γιόρτασαν τον αρραβώνα τους με δεξίωση σε κέντρο δεξιώσεων και τα χρήματα και άλλα δώρα που έλαβαν εκείνο το βράδυ τα διαχώρισαν κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης μετά την οριστική ακύρωση του γάμου. Παρουσιάζει προς τούτο ως τεκμήριο 4 την απόδειξη πληρωμής του κέντρου δεξιώσεων και ως τεκμήριο 5 κατάλογο με τα δώρα που έλαβαν. Μετά την τέλεση του αρραβώνα τους, οι διάδικοι ξεκίνησαν να οργανώνουν τον γάμο τους. Τον Ιούνιο του 2015 συμφώνησαν όπως η δεξίωση του γάμου τους πραγματοποιηθεί σε κέντρο δεξιώσεων. Ο Ενάγοντας μετέβη στο χώρο και συμφώνησε με τον υπεύθυνο όπως η δεξίωση γίνει την 2/10/2016, υπέγραψε το σχετικό συμφωνητικό έγγραφο και στις 25/7/2015 κατέβαλε προκαταβολή ύψους €1.
- Παρουσιάζει το συμφωνητικό έγγραφο και την απόδειξη είσπραξης του ποσού των €1.000 ως τεκμήρια 6 και
- Κατά την 25/7/2015 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία τέλεσης της δεξίωσης αλλάξει και μεταφερθεί για την 10/6/
- Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι, μεταξύ του αρραβώνα και του γάμου, άρχισαν να υπάρχουν προβλήματα στην σχέση τους, εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης, τα οποία οδήγησαν στον οριστικό χωρισμό τους, πράγμα το οποίο αποτελεί παράβαση της υπόσχεσης γάμου της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι, για λόγους που ο ίδιος δεν γνωρίζει, η Εναγόμενη άλλαξε την συμπεριφορά της απέναντι του και αρνείτο συστηματικά και σταδιακά εξόδους μαζί του και απέφευγε τις οικογενειακές συναθροίσεις. Άλλαξε τη συμπεριφορά της και απομακρύνθηκε από τον Ενάγοντα και άρχισε να αποκόπτεται από τον Ενάγοντα και την οικογένεια του. Η στάση της ήταν καταστροφική για την σχέση τους και ο Ενάγοντας συνειδητοποίησε ότι η Εναγόμενη δεν επιθυμούσε να τον βλέπει και να επικοινωνεί μαζί του και σταδιακά διέκοψε κάθε επαφή μαζί του. Παρά την τέλεση του αρραβώνα αρνείτο να συγκατοικήσει μαζί του. Ο Ενάγοντας προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να της δώσει να καταλάβει ότι είναι δίπλα της και όποτε χρειαζόταν να του μιλήσει θα ήταν εκεί. Περίμενε υπομονετικά από το 2014 μέχρι και το 2016 για να του πει τι την απασχολούσε, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Ο Ενάγοντας επέμεινε στην σχέση τους και προσπαθούσε να έρθει σε επαφή μαζί της με σκοπό να επιλύσει τα προβλήματα. Ακολούθως, αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά αλλά και τις προσπάθειες που κατέβαλε για να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη λέγοντας ότι ήταν η στάση της Εναγόμενης που τον οδήγησε τον Ιούνιο του 2016 να ζητήσει από την Εναγόμενη να μιλήσουν για τα θέματα που την απασχολούσαν. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να συζητήσει μαζί του και ζήτησε κάποιο χρόνο για να σκεφτεί. Μετά το πιο πάνω συμβάν η σχέση τους ήταν τυπική και δύο μήνες αργότερα, σε συνάντηση των διαδίκων διεφάνη ότι η Εναγόμενη συνέχιζε να είναι αρνητική και αποστασιοποιημένη και ότι δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα του γάμου. Ο Ενάγοντας ρώτησε την Εναγόμενη εάν η λύση ήταν να χωρίσουν και αυτή ανέφερε ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Μετά την τελευταία συνάντηση των διαδίκων ο γάμος τους ακυρώθηκε οριστικά. Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι ως αποτέλεσμα του οριστικού χωρισμού, λόγω της στάση της Εναγόμενης, η τελευταία παραβίασε την υπόσχεση γάμου που του είχε δώσει με αντάλλαγμα το δακτυλίδι το οποίο δόθηκε με την ρητή και/ή σιωπηρή επιφύλαξη τέλεσης του γάμου. Η δε Εναγόμενη κατακρατά αδικαιολόγητα και παράνομα το δακτυλίδι των αρραβώνων που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό την τέλεση του γάμου μεταξύ τους. Θεωρεί συνεπώς ότι δικαιούται το δακτυλίδι των αρραβώνων καθώς δεν εκπληρώθηκε ο όρος της υπόσχεσης γάμου με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική ζημιά και η περιουσία του κατακρατείται αδικαιολόγητα από την Εναγόμενη. Το δακτυλίδι αποτελεί περιουσία του και όχι ιδιοκτησία της Εναγόμενης και δεν δόθηκε ως δωρεά και εις ένδειξη αγάπης. Αντίθετα, της παραχωρήθηκε κάτω από συγκεκριμένες ειδικές περιστάσεις και με την προϋπόθεση τέλεσης γάμου και η Εναγόμενη το κατακρατά παράνομα αφού αθέτησε την υπόσχεσή της. Ποτέ προηγουμένως δεν είχε προβεί σε τέτοια διαδικασία και προετοιμασία για να της δώσει οποιοδήποτε δώρο και οι συνθήκες υπό τις οποίες της έδωσε το δακτυλίδι δεν έχουν ομοιότητα με προηγούμενες περιπτώσεις που αντάλλαξαν δώρα. Τέλος, αναφέρει ότι παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες και οχλήσεις του, η εναγόμενη δεν του επέστρεψε μέχρι σήμερα το δακτυλίδι και με την αγωγή του διεκδικεί την επιστροφή του ή την επιδίκαση ποσού ίσου με την αγοραία αξία του. Στον αντίποδα, η Εναγόμενη, με την ένορκη της δήλωση, αναφέρει ότι η σχέση της με τον Ενάγοντα διήρκησε από τον Φεβρουάριο του 2009 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2015 οπότε και διακόπηκε οριστικά από την ίδια με την εγκατάλειψη της οικίας του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας και η οικογένεια του ουδέποτε αποδέχθηκαν τον χωρισμό ενοχλώντας την συνεχώς και ασκώντας της πιέσεις οπότε για να τους αποφύγει ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ήθελε χρόνο για να σκεφτεί, αν και για την ίδια η σχέση τους ήταν τελειωμένη. Ο λόγος που χώρισαν ήταν η ανοχή του Ενάγοντας και τα δικαιώματα που ο τελευταίος έδιδε στην οικογένεια του να επεμβαίνει στην σχέση τους. Η Εναγόμενη αποδέχεται ότι τον Μάρτιο του 2014 ο Ενάγοντας της έκανε πρόταση γάμου σε ξενοδοχείο στην Λεμεσό την οποία και αποδέχθηκε και ότι ο Ενάγοντας της έδωσε το επίδικο μονόπετρο δακτυλίδι. Είναι η θέση της ότι το δακτυλίδι ουδέποτε της δόθηκε με όρο την τέλεση γάμου και ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη τέλεσης του γάμου η Εναγόμενη θα είχε την υποχρέωση να το επιστρέψει. Το δακτυλίδι δεν ήταν το μοναδικό δώρο που αντάλλαξαν οι διάδικοι και μετά τον χωρισμό τους, διευθέτησαν τις μεταξύ τους διαφορές προς πλήρη ικανοποίηση αμφότερων των διαδίκων. Μπορεί να έλαβε το δακτυλίδι με αφορμή την πρόταση γάμου όμως αυτό δεν αποτέλεσε ξεχωριστή περίπτωση από άλλα δώρα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους, τα οποία του επέστρεψε η Εναγόμενη όταν αυτά ζητήθηκαν από τον Ενάγοντα. Η ίδια ουδέποτε ζήτησε την επιστροφή οποιουδήποτε από τα δώρα που του έδωσε. Το δακτυλίδι της δόθηκε ως δωρεά και σε ένδειξη της αγάπης του Ενάγοντα και σε καμία περίπτωση υπό τον όρο της τέλεσης γάμου, ούτε και το παρέλαβε η Εναγόμενη υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπογράφτηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους αλλά ούτε και συμφωνήθηκε ότι θα του επέστρεφε το δακτυλίδι σε περίπτωση μη τέλεσης του γάμου, παρά μόνο δόθηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη με την ελεύθερη του βούληση. Αναφέρει ότι αποδέχθηκε την πρόταση γάμου χωρίς να ζητήσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ότι θα αποδεχόταν την πρόταση γάμου του Ενάγοντα ακόμα και αν δεν της έδινε μονόπετρο δακτυλίδι εφόσον η σχέση τους ήταν καλή και δεν υπήρχε ποτέ συζήτηση για πιθανότητα μη τέλεσης γάμου μεταξύ τους. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι το δακτυλίδι δεν δόθηκε υπό όρους και προϋποθέσεις αλλά ως δώρο, με την ελεύθερη βούληση του Ενάγοντα και εις ένδειξη της αγάπης του προς την Εναγόμενη. Τα χρηματικά και άλλα δώρα που έλαβαν ή αντάλλαξαν διαχωρίστηκαν μεταξύ τους προς πλήρη ικανοποίηση και των δύο και ο Ενάγοντας εμποδίζεται να διεκδικεί το δακτυλίδι με την παρούσα αγωγή. Η προκαταβολή των €1.000 καταβλήθηκε από τις οικογένειες τους και με την ακύρωση διαχωρίστηκε μεταξύ των οικογενειών εξ ημισείας. Μετά τον Οκτώβριο του 2015, η Εναγόμενη ζήτησε επανειλημμένα από τον Ενάγοντα όπως ακυρώσει την δεξίωση του γάμου, όμως ο Ενάγοντας, παρά τις υποσχέσεις του, καθυστερούσε, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να την μεταπείσει. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να προβεί στην ακύρωση της δεξίωσης η ίδια και ο Ενάγοντας μετέβη στο κέντρο δεξιώσεων για να παραλάβει το ποσό της προκαταβολής που επιστράφηκε. Αναφορικά με τους λόγους διακοπής της σχέσης τους, αναφέρει ότι η στάση της απέναντι στον Ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ίδιου του Ενάγοντα και της ανοχής του στις παρεμβάσεις τρίτων στην σχέση τους. Μετά από ένα έντονο καβγά μεταξύ τους τον Ιούλιο του 2015, η Εναγόμενη εγκατέλειψε την οικία του Ενάγοντα και απομακρύνθηκε από τον ίδιο. Αφορμή ήταν οι παρεμβάσεις της οικογένειας του Ενάγοντα ακόμα και στον τόπο ανέγερσης της οικίας τους. Αφότου ο Ενάγοντας της έδωσε υποσχέσεις για την αλλαγή του τόπου ανέγερσης της οικίας τους και η Εναγόμενη επέστρεψε, διεφάνη ότι τόσο ο Ενάγοντας όσο και η οικογένεια του προχωρούσαν με τις διαδικασίες ανέγερσης της οικίας στον τόπο για τον οποίο η Εναγόμενη ενίστατο. Αποτέλεσμα ήταν η Εναγόμενη να φύγει οριστικά τον Οκτώβριο του 2015 ανακοινώνοντας τον χωρισμό στον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας δεν συνειδητοποίησε ότι η σχέση τους τελείωσε από τον Οκτώβριο του 2015 και προσπαθούσε να την μεταπείσει μέχρι τον Ιούνιο του 2016, πλην όμως, η απόφαση της Εναγόμενης ήταν οριστική. Αναφέρει επίσης ότι ο Ενάγοντας και η οικογένεια του συνέχιζαν να την ενοχλούν και να πιέζουν τόσο την Εναγόμενη όσο και την οικογένεια της, με αποτέλεσμα να προχωρήσει με καταγγελία στον Αστυνομικό σταθμό Κοφίνου εναντίον του Ενάγοντα για παρενόχληση. Τέλος, αναφέρει ότι, κατά τον χρόνο παράδοσης του επίδικου δακτυλιδιού, ο Ενάγοντας ενεργούσε υπό περιστάσεις που τον καθιστούσαν ικανό να εκδηλώσει ανεξάρτητη και ελεύθερη βούληση και το δακτυλίδι δόθηκε στην Εναγόμενη ανεπιφύλακτα, χωρίς οποιουσδήποτε όρους και προϋποθέσεις και εις ένδειξη της αγάπης του Ενάγοντα. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι αν και αμφότεροι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον μάρτυρα της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τις ευπαίδευτες συνηγόρους των διαδίκων μέσω των οποίων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Σημειώνω επίσης ότι, κατά την ακρόαση, οι συνήγοροι τοποθετήθηκαν και προφορικά. Αφενός, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα, κατά την προφορική τοποθέτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι η αγωγή του Ενάγοντα βασίζεται σε παράβαση υπόσχεσης γάμου και ότι η προς όφελος του επιδίκαση του αξιούμενου με την αγωγή ποσού στην βάση των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού αποτελεί θεραπεία η οποία μπορεί να αποδοθεί σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόδοση της. Κατά την εισήγηση της, η διάρρηξη υπόσχεσης γάμου είναι οιονεί σύμβαση και αναφέρθηκε προς τούτο, σε αποφάσεις Αγγλικών Δικαστηρίων και στο περιεχόμενο σχετικών συγγραμμάτων δίδοντας επίσης έμφαση στα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Andrea Ioannou Spyrou v Theonitsa Christoforou Zapiti
(1976)KSC 1552, στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική απόφαση Cohen v Sellar [1926] 1 ΚΒ 536, αναφέροντας ότι είναι η μόνη προηγούμενη Κυπριακή απόφαση επί του θέματος. Τέλος, εισηγήθηκε ότι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες αποφάσεις Δικαστηρίων άλλων δικαιοδοσιών δεν ανατρέπουν την ισχύουσα νομολογία στην οποία ο Ενάγοντας βασίζεται. Αποτέλεσε επίσης εισήγηση της συνηγόρου, ότι ο Ενάγοντας απέσεισε το βάρος το οποίο έφερε για να αποδείξει του ισχυρισμούς του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι η Εναγόμενη δεν προσέφερε μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ήταν η συμπεριφορά του Ενάγοντα που οδήγησε στην ρήξη της σχέσης τους. Κάλεσε, τέλος, το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του ισχυρισμούς οι οποίοι δεν καλύπτονται από την Υπεράσπιση της Εναγόμενης. Αφετέρου, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης υιοθέτησε την αγόρευση της και εισηγήθηκε ότι το μονόπετρο δακτυλίδι ήταν δώρο το οποίο δόθηκε ανεπιφύλακτα (absolute gift) και ότι ο γάμος μπορούσε να γίνει χωρίς να δοθεί δακτυλίδι. Το δακτυλίδι, δηλαδή, δεν αποτελούσε όρο για την τέλεση του γάμου. Έχοντας διεξέλθει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν αλλά και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, διατηρώντας επίσης υπόψη μου και το τι συνεπάγεται για την εκδοχή του κάθε διαδίκου η μη αντεξέταση του ομνύοντα της άλλης πλευράς (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Για το θέμα αυτό παραθέτω επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Περατικού ν Ελληνικής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 287/2013, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A254: «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Σκορδής ν Λάντου και Άλλων, ΠΕ 429/12, ημ. 22.4.20, ECLI:CY:AD:2020:A127, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλων
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296, Adidas v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, 388-389).» Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του το έχει αποσείσει, στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Σημειώνω επίσης ότι, όπως έχει προ πολλού εμπεδωθεί, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν επεκτείνεται στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Το δε γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς, δεν συνεπάγεται ότι ατονούν οι κανόνες απόδειξης, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα προσεγγίσει, θα αξιολογήσει και θα αποκλείσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπω επίσης στις πρόνοιες της Δ.30 Κ.5
(5)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση οποτεδήποτε καταχωρείται γραπτή μαρτυρία σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Των πιο πάνω λεχθέντων, παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Η ουσιαστική διαφωνία των διαδίκων έγκειται στο κατά πόσο, με την πρόταση γάμου, την προσφορά του δακτυλιδιού από τον Ενάγοντα και την αποδοχή της Εναγόμενης, δόθηκε υπόσχεση από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα για την τέλεση γάμου, με αντάλλαγμα το επίδικο δακτυλίδι, το οποίο δόθηκε υπό τον όρο τέλεσης γάμου. Η διαφωνία των μερών εκτείνεται και στο ποιος από τους δυο ευθύνεται για τον χωρισμό τους και την ακύρωση του γάμου, με τον Ενάγοντα να ισχυρίζεται ότι ο χωρισμός των διαδίκων ήταν εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης και άμεσο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της Εναγόμενης και την τελευταία να παραδέχεται αφενός ότι είναι η ίδια που διέκοψε την σχέση τους αλλά αφετέρου να υποστηρίζει ότι ο χωρισμός ήταν εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα και της οικογένειας του, ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους. Όπως θα διαφανεί και στην συνέχεια, για σκοπούς εξέτασης της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των πτυχών της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αφού, υπό τις περιστάσεις, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε ουσιαστικό σκοπό. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και την προσκομισθείσα μαρτυρία, η πλειοψηφία των γεγονότων είναι στην ουσία της παραδεκτή. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα περιοριστεί στα επίδικα θέματα που απομένουν (βλ. Ιωάννου κ.α. ν Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Από τις παραδοχές μέσω των δικογράφων και βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα συνιστούν κοινό έδαφος και είναι αδιαμφισβήτητα, μεταξύ των διαδίκων. Ο Ενάγοντας, είναι φυσικό πρόσωπο, από την [ ] και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν ως φροντιστής σε Πανεπιστήμιο. Η Εναγόμενη είναι φυσικό πρόσωπο, από τον [ ] και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν σε ιδιωτική εταιρεία, με έδρα το Δάλι, της επαρχίας Λευκωσίας. Οι διάδικοι διατηρούσαν δεσμό για 9 χρόνια, από το 2008 μέχρι και το 2017 οπότε και χώρισαν οριστικά, χωρίς να τελέσουν γάμο. Την 19/7/2014, ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη τέλεσαν δεξίωση αρραβώνα στο κέντρο δεξιώσεων «Kosmopolis». Από την δεξίωση, οι διάδικοι εισέπραξαν το χρηματικό ποσό των €12.495 και άλλα δώρα από καλεσμένους, τα οποία διαχωρίστηκαν, κατόπιν συνεννόησης των διαδίκων, μετά την ακύρωση του γάμου. Την 6/6/2015, ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη συμφώνησαν όπως η δεξίωση του γάμου τους τελεστεί στο κέντρο δεξιώσεων «Panorio». Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ότι ο γάμος θα διεξαγόταν την 2/10/2016 και συμφωνήθηκε η καταβολή προκαταβολής ύψους €1.
- Την 25/7/2015 έγινε η πληρωμή της προκαταβολής και αλλαγή της ημερομηνίας της δεξίωσης του γάμου ούτως ώστε αυτός να διεξαχθεί την 10/6/
- Περαιτέρω, βάσει της μαρτυρίας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι τον Μάρτιο του 2014, σε εστιατόριο του ξενοδοχείου «Saint Raphael» στην Λεμεσό, ο Ενάγοντας έκανε πρόταση γάμου στην Εναγόμενη, δίνοντας στην Εναγόμενη το επίδικο μονόπετρο διαμαντένιο δακτυλίδι. Η Εναγόμενη αποδέχθηκε την πρόταση και το επίδικο μονόπετρο διαμαντένιο δακτυλίδι. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Όσον αφορά το θέμα της αξίας του μονόπετρου δακτυλιδιού, η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι αυτό είναι αξίας €2.
- Παρουσίασε προς τούτο ως τεκμήρια, τόσο την απόδειξη αγοράς του δακτυλιδιού έναντι του πιο πάνω ποσού αλλά και δύο πιστοποιητικά προς επιβεβαίωση της γνησιότητας του διαμαντιού. Παρά το γεγονός ότι προβλήθηκαν από τον Ενάγοντα οι πιο πάνω συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι συνάδουν με τα έγγραφα - τεκμήρια που παρουσίασε για να τους υποστηρίξει, κατά θετικό τρόπο, ήτοι ότι όντως κατέβαλε το ποσό των €2.500 για την αγορά του και ότι πρόκειται για γνήσιο διαμαντένιο δακτυλίδι με τις προδιαγραφές που αναφέρονται στα τεκμήρια 2 και 3, η πλευρά της Εναγόμενης επέλεξε να μην αντεξετάσει τον μάρτυρα και να αμφισβητήσει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του και περιορίστηκε μόνο στο να ισχυριστεί, μέσω του δικογράφου της, ότι το δακτυλίδι δεν ήταν της αξίας που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. Όπως όμως ανέφερα πιο πάνω, εκεί όπου η θέση της μιας πλευράς είναι ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά, οφείλει να αντεξετάσει και δεν είναι σίγουρα καθήκον του Δικαστηρίου να θέσει το ίδιο υπό αμφισβήτηση τον μάρτυρα για κάθε τι που ενδεχομένως να μπορούσε να εγείρει ο Εναγόμενος και παρά ταύτα, επέλεξε να μην το κάνει. Εφόσον λοιπόν οι εν λόγω ισχυρισμοί του Ενάγοντα, οι οποίοι τονίζω ότι υποστηρίζονται με έγγραφη μαρτυρία, δεν αμφισβητήθηκαν, οι επί του προκειμένου θέσεις του γίνονται αποδεκτές σε αντίθεση με αυτές της Εναγόμενης, οι οποίες απορρίπτονται. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημα μου ότι το μονόπετρο διαμαντένιο δακτυλίδι το οποίο δόθηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη τον Μάρτιο του 2014, στο πλαίσιο της πρότασης γάμου, ήταν αγοραίας αξίας €2.500 και της γνησιότητας που αναφέρεται στα τεκμήρια 2 και 3 που ο Ενάγοντας παρουσίασε. Με γνώμονα τα πιο πάνω ευρήματα μου και ειδικότερα ότι η πρόταση γάμου, η αποδοχή της, καθώς επίσης και το γεγονός ότι το επίδικο δακτυλίδι δόθηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται να διεκδικεί, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής άποψης, την επιστροφή του δακτυλιδιού ή την προς όφελος του επιδίκαση του ποσού της αγοραίας αξίας του. Συγκεκριμένα, η επί του προκειμένου θέση του Ενάγοντα, είναι ότι το δακτυλίδι δόθηκε μεν ως δώρο, αλλά υπό τον όρο τέλεσης γάμου, δόθηκε δηλαδή ως δωρεά με επιφύλαξη (conditional gift). Αντίθετα, η θέση που η Εναγόμενη δικογράφησε και προωθεί είναι ότι πρόκειται για δωρεά, χωρίς οποιουσδήποτε όρους (absolute unconditional gift). Η επί του προκειμένου εκδοχή όμως του Ενάγοντα, ότι δηλαδή το δακτυλίδι δόθηκε στην Εναγόμενη υπό τον όρο τέλεσης γάμου, παρά την κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξηγώ. Όπως αναφέρεται και ανωτέρω, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός μεταξύ των διαδίκων, τόσο μέσω των παραδοχών τους στα δικόγραφα όσο και μέσω της μαρτυρίας που προσέφεραν, ότι μετά τον οριστικό χωρισμό τους και την ακύρωση του γάμου τους, τα δώρα και τα χρήματα που έλαβαν από τον αρραβώνα τους διαχωρίστηκαν μεταξύ τους, κατόπιν συνεννόησης τους. Στην βάση δε των εν λόγω παραδοχών, έχω ήδη προβεί και σε ανάλογο εύρημα. Το γεγονός αυτό καθιστά το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα, που αφορά στον ισχυρισμό του ότι το δακτυλίδι δόθηκε με υπό τον όρο και με αντάλλαγμα τον γάμο, μη αποδεκτό και απορριπτέο για τους εξής λόγους. Ο Ενάγοντας δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με τον λόγο που δεν διεκδίκησε την επιστροφή του δακτυλιδιού κατά τον χρόνο που τα δώρα και τα χρήματα του αρραβώνα διαχωρίστηκαν μεταξύ τους, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, κατά παραδοχή αμφότερων των διαδίκων, αυτοί είχαν καταλήξει σε συνεννόηση για τον τρόπο διαχωρισμού της εν λόγω περιουσίας. Τονίζω μάλιστα ότι ο διαχωρισμός αυτός έγινε μετά την οριστική ακύρωση του γάμου τους, δηλαδή μετά που κατέρρευσε πλήρως το αντάλλαγμα για το οποίο ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έδωσε το δακτυλίδι στην Εναγόμενη. Το δε γεγονός ότι το δακτυλίδι δεν συμπεριλήφθηκε στον διαχωρισμό ή, σε κάθε περίπτωση, δεν διεκδικήθηκε να ανακτηθεί από τον Ενάγοντα κατά τον διαχωρισμό της περιουσίας τους καταδεικνύει ότι είτε ο Ενάγοντας έδωσε το δακτυλίδι στην Εναγόμενη ως δώρο, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη και γι' αυτό το λόγο δεν διεκδίκησε την επιστροφή του τότε, είτε ότι ο Ενάγοντας επέλεξε να μην διεκδικήσει τα όποια δικαιώματα πιθανό είχε επί του δακτυλιδιού, κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθιστώντας το περιουσία της Εναγόμενης στην βάση του διαχωρισμού στον οποίο προχώρησαν οι ίδιοι οι διάδικοι, κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης. Εάν λοιπόν ο Ενάγοντας όντως είχε δώσει το δακτυλίδι με αντάλλαγμα τον γάμο, θα αναμένετο ότι θα διεκδικούσε την επιστροφή του ή της αξίας του κατά τον ουσιώδη χρόνο του διαχωρισμού της περιουσίας, μετά την οριστική ακύρωση του γάμου. Αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, επαναλαμβάνω ότι ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης την επιστροφή του δακτυλιδιού ή την προς όφελος του επιδίκαση ποσού ίσου με την αξία του, ως αποζημίωση, συνεπεία διάρρηξης υπόσχεσης γάμου. Αποτέλεσε δε εισήγηση της πλευράς του Ενάγοντα ότι το δακτυλίδι δόθηκε στην Εναγόμενη υπό τον όρο τέλεσης γάμου μεταξύ των διαδίκων, με την ευπαίδευτη συνήγορο του Ενάγοντα να παραπέμπει στην Spyrou v Zapiti (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «lt is, I believe, well accepted in law that valuable gifts made by the betrothed to one another, ίn contemplation of marriage, are recoverable at the instance of the innocent party, upon the dissolution of the engagement and by either party when the engagement is dissolved by mutual consent. The most important modern authority οn this branch of the law respecting the liability of the betrothed to return gifts made in contemplation of marriage upon the dissolution of the engagement, accepted for many years as correctly stating the law οn the subject and cited with approval in Halsbury's Laws of England, 3rd edition, volume 1 81 paragraph 743, and Chitty οn Contracts - 23rd editίon, volume 11, paragraph 1186, is the case of Cohen ν. Sellar.
(1926)1 ΚΒ. 536 (also reported ίπ Law Journal Reports, volume 95, 629). ln his judgment McCardie J., traces the history of the action for breach of promίse, he gives an account of its origins, notes the influence of the Roman Law in its development and states the contemporary basis of the action at common law, which has come to be viewed, like any other agreement, as a bargain creating mutual rights and obligations. Reference is made in the judgment to a number of decided cases where ίt was held that engagement rings are recoverable bγ either contracting paιtγ in case of dissolution bγ mutual consent and bγ the innocent partγ in any other case. There is nothing in the judgment itself, or in the principle on which the judgment rests, to suggest that the parties are liable to return only [*1559) engagement rings and on a proper application of the underlying principle it would appear that gifts made in contemplation of marriage may be returned in the circumstances above envisaged provided they are valuable. The matter is canvassed at some length and three alternative reasons are given fixing the beneficiary with a liability to return gifts made in contemplation of marriage. These propositions are derived from decided cases and should be viewed not as independent the one from the other, but as complementary, establishing a wide basίs upon which gifts made ίn contemplation of marriage may be recovered in the event of dissolution:» Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα εισηγείται ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω λεχθέντα αλλά και τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Cohen v Sellar
(1926)1 KB 536, η οποία υιοθετήθηκε στην Zapiti (ανωτέρω), δώρα, τα οποία δίδονται από τον ένα μέλλοντα σύζυγο στον άλλο, με την προοπτική τέλεσης γάμου, είναι επιστρεπτέα υπέρ του αθώου μέρους ή και στα δύο μέρη, σε περίπτωση από κοινού συναινετικής διάλυσης του αρραβώνα και ακύρωσης του γάμου. Εισηγείται, επίσης ότι σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, η διάρρηξη υπόσχεσης γάμου είναι μια βάση αγωγής που πρέπει να ιδωθεί όπως οποιαδήποτε άλλη συμφωνία που δημιουργεί μια σχέση με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης η οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο στο Law Reform (Miscellaneous Provisions) Act 1970, section 3 το οποίο θεσπίστηκε το 1970 στην Αγγλία και σύμφωνα με το οποίο δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι το δακτυλίδι αρραβώνων αποτελεί δώρο άνευ όρων «absolute gift». Προς υποστήριξη της εισήγησης της αυτής παρέπεμψε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Αυστραλίας Toh v Su [2017] NSWLC 10. Βοηθητικά για την νομική φύση της δωρεάς είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 52, 2020, παράγραφος 201 σύμφωνα με το οποίο: «A gift made between living persons (inter vivos) may be defined shortly as the transfer of any property from one person to another gratuitously while the donor is alive and not in expectation of death. It is an act whereby something is voluntarily transferred from the true owner in possession to another person with the full intention that the thing shall not return to the donor. It has been said that there must be an intention on the part of the recipient to retain the thing entirely as his own without restoring it to the give, but it seems that this is incorrect and that a gift is effective when the donor intends to make it a gift and the recipient takes the thing given and keeps it, knowing that he has done so: the mere fact that the recipient regards the thing given as a loan and intends so to treat it does not by itself prevent the transaction from being effective as a gift.» Αναφορικά με την δωρεά υπό όρους, στο ίδιο σύγγραμμα, παράγραφος 251, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Gifts may be made subject to conditions either precedent or subsequent. A condition precedent is one to be performed before the gift takes effect. A condition subsequent is one to be performed after the gift has taken effect, and, if the condition is unfulfilled, will put an end to the gift; but, if a condition subsequent is void, the gift remains good. If the words of the condition are capable of being construed either as a condition precedent or as a condition subsequent but the words of the written instrument point to the inference that the donor intended the condition to be subsequent rather than precedent, the court will hold the condition to be subsequent.» (υπογράμμιση και έμφαση δική μου) Παραπέμπω επίσης στις πρόνοιες του άρθρου 26Α του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή με τον περί Συμβάσεων (Τροποποιητικό) Νόμο αρ. 22(Ι)/1995, και σύμφωνα με το οποίο: «26Α. Κάθε προικοσύμφωνο έγγραφο και κάθε σύμβαση παρόμοιας φύσης, το κύρος των οποίων διέπεται από το κυπριακό δίκαιο, και με τις οποίες αναλαμβάνεται υποχρέωση όπως αιτία γάμου παρασχεθεί περιουσία σε μελλόνυμφους ή σε κάθε ένα ξεχωριστά από αυτούς είναι άκυρες: Νοείται ότι το παρόν άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής επί συμβάσεων αιτία γάμου μεταξύ Μωαμεθανών αναλαμβανομένων κατά την πρακτική, την κρατούσα στα Τουρκικά Οικογενειακά Δικαστήρια.» (υπογράμμιση δική μου) Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 149: «"προίκα" σημαίνει περιουσία που δίδεται από τον ένα των συζύγων ή μελλόντων συζύγων ή από τρίτο πρόσωπο χάριν του ενός των συζύγων ή του ενός των μελλόντων συζύγων στον άλλο σύζυγο ή, ανάλογα με την περίπτωση, στον άλλο μέλλοντα σύζυγο, με αντάλλαγμα την τέλεση γάμου.» (υπογράμμιση δική μου) Στην Isthmos Trading Ltd κ.α. ν. Βαρδάρης Σνακ Λιμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. 506/2012, απόφαση ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:A403, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί στη νομολογία, στόχος και επιδίωξη του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου σε σχέση με νομοθέτημα πρέπει να είναι η διαπίστωση της βούλησης του νομοθέτη, μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο Νόμο, (βλ. Κ.Ο.Τ ν Παπαδοπούλου
(1990)3 ΑΑΔ 86 και Southfield Industries Ltd ν Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ 59). Βασικό δε κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος είναι η συνήθης σημασία των λέξεων.» Στην πρόσφατη απόφαση στην Φυσεντζίδη ν K&C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ECLI:CY:AD:2020:A171, απόφαση ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2020 αναφέρθηκε ότι: «Η γραμματική ερμηνεία είναι ο πρώτος και πλέον θεμελιακός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων. Υπαγορεύει την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας
(1991)4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150). Όταν λοιπόν η φρασεολογία του νόµου είναι σαφής, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους (Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78, 80-81 και πιο πρόσφατα ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ECLI:CY:AD:2019:C262, Αναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019), ECLI:CY:AD:2019:C262.» Από τις πρόνοιες των άρθρων 2 και 26Α του Κεφ. 149, προκύπτει ότι ως αποτέλεσμα Νομοθετικής ρύθμισης, δια της θέσπισης του εν λόγω άρθρου, σύμβαση η οποία αφορά περιουσία, η οποία δίδεται από τον ένα μέλλοντα σύζυγο στον άλλο, με αντάλλαγμα την τέλεση γάμου, είναι άκυρη. Στην βάση των ανωτέρω, καταλήγω στα εξής. Η αξίωση του Ενάγοντα για την επιστροφή του δακτυλιδιού ή την επιδίκαση της αξίας του στην βάση του ισχυρισμού του τελευταίου ότι το δακτυλίδι δόθηκε στην Εναγόμενη ως δώρο με αντάλλαγμα την τέλεση γάμου μεταξύ τους, δεν μπορεί παρά να αποτύχει δεδομένου ότι συμβάσεις αυτού του είδους καθίστανται άκυρες ως αποτέλεσμα των προνοιών του άρθρου 26Α του Κεφ. 149. Το γεγονός λοιπόν ότι η πρόταση γάμου του Ενάγοντα και το δακτυλίδι έτυχαν της αποδοχής της Εναγόμενης, δεν μπορεί να κριθεί ότι δημιούργησε υποχρέωση τέλεσης γάμου μεταξύ τους με αντάλλαγμα το δακτυλίδι που δόθηκε. Ως εκ των ανωτέρω, ακόμη και εάν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του Εναγόμενου κρίνονταν αξιόπιστοι, αφ' ης στιγμής αυτοί αφορούν στην παραχώρηση περιουσίας αιτία γάμου, η πτυχή αυτή της αγωγή του εναντίον της Εναγόμενης δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω, στην βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων μου ως προς την αξιοπιστία του του Ενάγοντα σε σχέση με τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του αλλά και δεδομένου ότι το αντάλλαγμα για την τέλεση γάμου στην βάση του οποίου ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έδωσε το δακτυλίδι στην Εναγόμενη, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 26Α του Κεφ. 149, άκυρο, το δακτυλίδι δεν μπορεί να κριθεί ότι δόθηκε στην Εναγόμενη ως δωρεά υπό όρο ή υπό οποιαδήποτε επιφύλαξη (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, παρ. 251 (ανωτέρω)). Κατά συνέπεια, ούτε η διαζευκτική αξίωση του Ενάγοντα για την επιδίκαση του ποσού των €2.500, στην βάση των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, μπορεί να επιτύχει. Τέλος, δεδομένων των πιο πάνω διαπιστώσεων μου αναφορικά με την αξιοπιστία της εκδοχής του Ενάγοντα αλλά και της εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 26Α του Κεφ. 149, η εξέταση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς το ποιος από τους δύο διάδικους ευθύνεται για τον οριστικό χωρισμό τους και την συνεπακόλουθη ακύρωση του γάμου τους, καθίσταται αχρείαστη, εφόσον το εν λόγω εγχείρημα θα καθίστατο αναγκαίο εάν η αξίωση του Ενάγοντα εξεταζόταν στο πλαίσιο των όσων λέχθηκαν στην απόφαση Cohen (ανωτέρω) και υιοθετήθηκαν στην Zapiti (ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση του εναντίον της Εναγόμενης και η αγωγή του, όπως και αν ήθελε ιδωθεί, δεν μπορεί να επιτύχει. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο