MELIADOR INVESTMENTS LIMITED ν. MΑΡΟΥΛΛΑΣ XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4349/2013, 19/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4349/2013 Μεταξύ: MELIADOR INVESTMENTS LIMITED Ενάγουσας και MΑΡΟΥΛΛΑΣ XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Αδαμίδης Για την Εναγόμενη: κ. Ε. Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους υπαλλήλους και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή στους αξιωματούχους της και/ή σε οποιοδήποτε φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο εντεταλμένο από αυτή από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το υπ' αρ. [ ] διαμέρισμα και τον χώρο στάθμευσης [ ], τα οποία βρίσκονται στην πολυκατοικία [ ] στο τεμάχιο γης [ ], αριθμό εγγραφής [ ], τμήμα [ ], Φ/ΣΧ. [ ] στην τοποθεσία [ ], Λευκωσία (στο εξής το «διαμέρισμα»). Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη όπως μεταβιβάσει το διαμέρισμα στο όνομα των Εναγόντων. Γ. Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν ή θα υποστούν οι Ενάγοντες μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής από την αντισυμβατική συμπεριφορά της Εναγόμενης. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, η Ενάγουσα, δυνάμει Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 28/9/2011, αγόρασε από την Εναγόμενη το διαμέρισμα, το οποίο κατά ή περί την 28/9/2011 ήταν εγγεγραμμένο σε κάποιον Δ. Δ. Ο τελευταίος, το είχε πώλησε στην Εναγόμενη σύμφωνα με το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 26/8/1994 το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με αριθμό ΠΩΕ [ ] και επισυνάπτεται ως Παράρτημα στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 28/9/2011, το οποίο υπογράφτηκε από τους διάδικους. Το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 28/9/2011 προνοούσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: (α) Η τιμή πώλησης του Διαμερίσματος είναι €75.
- (β) Η Ενάγουσα θα καταβάλει στην Εναγόμενη το ποσό των €60.000 με την υπογραφή της Συμφωνίας. (γ) Η Ενάγουσα θα καταβάλει στην Εναγόμενη το ποσό των €15.000 εντός 12 μηνών από την υπογραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου και η Εναγόμενη θα παραδώσει το Διαμέρισμα στην Ενάγουσα. (δ) Η Εναγόμενη υποχρεούται εφόσον το πιο πάνω Διαμέρισμα εγγραφεί στο όνομα της και εξοφληθεί το ποσόν των €75.000 να μεταβιβάσει αυτό στο όνομα της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη την 28/9/2011 το ποσό των €60.000 με τη υπογραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου, πλην όμως, η Εναγόμενη, παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, αρνείται να παραλάβει το ποσό των €15.000, να παραδώσει την κατοχή του Διαμερίσματος και να το μεταβιβάσει στην Ενάγουσα, ως οι πρόνοιες του Πωλητηρίου Εγγράφου. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ημερομηνίας 28/9/2011 είναι εικονική, παράνομη και σε κάθε περίπτωση μη δεσμευτική και εξ υπαρχής άκυρη αφού, μεταξύ άλλων, δεν είναι υπογραμμένη από τα αναφερόμενα σε αυτήν μέρη. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε προς εξασφάλιση του Ενάγοντα στην αγωγή 5948/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα για το ποσό των €21.000, πλέον έξοδα. Συγκεκριμένα, αποτελεί ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η θυγατέρα της είχε συνάψει δάνειο από τον Ενάγοντα της αγωγής 5948/2013 κατά ή περί το 2009 για €10.000 και προς εξασφάλιση του ο Ενάγοντας ζήτησε την υπογραφή του Πωλητηρίου ημερομηνίας 28/9/2011 και κατά την 5/6/2012 την υπογραφή αξιογράφου για €25.000, όπως και έγινε. Για το ανωτέρω αξιόγραφο ηγέρθηκε η αγωγή 5948/2013 στην οποία και εκδόθηκε απόφαση και ο Ενάγων στην αγωγή 5948/2013 έχει συμφέρον στην Ενάγουσα της παρούσας αγωγής. Η Ενάγουσα στην παρούσα, ουδέποτε ζήτησε οιονδήποτε ποσόν από την Εναγόμενη, ούτε και ζήτησε την κατοικία στην οποία διαμένει ανενόχλητη η Εναγόμενη από το
- Η Εναγόμενη αρνείται ότι έλαβε το ποσό των €60.
- Η Εναγόμενη, με την Υπεράσπιση της, παραδέχεται ότι το διαμέρισμα, την 28/9/2011 ήταν εγγεγραμμένο στον Δ. Δ., ο οποίος το πώλησε στην Εναγόμενη σύμφωνα με το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 26/8/1994 το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με αριθμό ΠΩΕ [ ] και επισυνάπτεται στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 28/9/
- Η Ενάγουσα, με την Απάντηση της στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης, αρνείται το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία ημερομηνίας 28/9/2011 είναι έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική για τους διάδικους, ότι η αγωγή 5948/2013 καμία σχέση έχει με την παρούσα αγωγή και επαναλαμβάνει ότι κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη να παραλάβει το ποσό των €15.000, να παραδώσει και να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα, πλην όμως, η Εναγόμενη αμέλησε και/ή αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, όπως έχει προ πολλού εμπεδωθεί, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν επεκτείνεται στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα, τον Α. Γ., διευθυντή της (στο εξής ο «ΜΕ1»). Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α) με την οποία ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα προβάλλονται στα δικόγραφα της Ενάγουσας. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ1, κατέθεσε και το μοναδικό τεκμήριο της ακροαματικής διαδικασίας, το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 28/9/2011, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 28/9/2011 θα αναφέρεται ως το «Πωλητήριο» ή το «Τεκμήριο 1»). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι το διαμέρισμα ήταν εγγεγραμμένο σε τρίτη εταιρεία, ήτοι στην εταιρεία D. Diomedous Developers Ltd (στο εξής η «Diomedous»), το Τεκμήριο 1 δεν υπογράφεται από την εν λόγω εταιρεία, πλην όμως, το αρχικό πωλητήριο μεταξύ της Diomedous και της Εναγόμενης, το οποίο έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, επισυνάπτεται ως Παράρτημα στο Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι η Εναγόμενη, με το δικαίωμα που έχει ως αγοραστής του διαμερίσματος από την Diomedous πώλησε το διαμέρισμα στην Ενάγουσα. Επειδή το διαμέρισμα δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης, αλλά η τελευταία ήταν αγοραστής του δυνάμει σύμβασης η οποία ήταν κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο γι' αυτό γίνεται αναφορά στην Diomedous, παρά το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 δεν υπογράφεται από την τελευταία. Επέμεινε περαιτέρω στη θέση του ότι η επισύναψη του αρχικού πωλητηρίου, μεταξύ της Diomedous και της Εναγόμενης ήταν αρκετή και δεν χρειαζόταν η υπογραφή της Diomedous, ως συμβαλλόμενο μέρος. Αρνήθηκε ότι το Τεκμήριο 1 συνάφθηκε για σκοπούς εξασφάλισης στην αγωγή 5948/2013 και του δανείου που παραχωρήθηκε στην θυγατέρα της Εναγόμενης για το ποσό των €10.000 και ανέφερε ότι η υπογραφή αξιογράφου ημερομηνίας 5/6/2012 για το ποσό των €25.000 μεταξύ Ενάγουσας και της θυγατέρας της Εναγόμενης δεν σχετίζεται με την παρούσα αγωγή. Αναφορικά με το ποσό των €60.000, την καταβολή του οποίου το Τεκμήριο 1 προνοούσε, ανέφερε ότι αυτό καταβλήθηκε με επιταγές στην θυγατέρα της Ενάγουσας και ότι οι επιταγές αυτές έχουν αλλαχθεί από την τελευταία, λέγοντας ότι μπορεί να τις παρουσιάσει. Περαιτέρω ανέφερε ότι η απαίτηση της Ενάγουσας για την μεταβίβαση έγινε τηλεφωνικώς, από τον ΜΕ1 προς την Εναγόμενη. Κατά τον ΜΕ1, η Ενάγουσα διεκδικεί την εγγραφή του διαμερίσματος επ' ονόματι της αλλά σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, ζητά την επιστροφή των €60.000 που κατέβαλε. Αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό των €15.000 ανέφερε ότι είναι συμφωνημένο να πληρωθεί στο Κτηματολόγιο με την μεταβίβαση και ότι είναι έτοιμος να το καταβάλει ανά πάσα στιγμή. Συμφώνησε όμως ότι δεν καταγράφεται κάτι τέτοιο στο πωλητήριο έγγραφο, πλην όμως, όπως ο ίδιος ανέφερε, είναι αποδεκτό από όλους ότι η ισχύουσα πρακτική είναι ότι η διαφορά πληρώνεται με την εκτέλεση και την μεταβίβαση. Αρνήθηκε, τέλος, ότι η σύμβαση είναι παράνομη και εικονική και ειδικότερα ότι ο ίδιος και η Ενάγουσα δανείζουν χρήματα και ενεργούν ως τοκογλύφοι. Για την Υπεράσπιση, μαρτυρία έδωσε η θυγατέρα της Εναγόμενης, Ι. Χ. (στο εξής η «ΜΥ1»). Η ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία Τεκμήριο 1 έγινε για σκοπούς εξασφάλισης της Ενάγουσας και του ΜΕ1 για την αγωγή 5948/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα για το ποσό των €21.000 αλλά και για την εξασφάλιση δανείου που η ΜΥ1 σύναψε από την Ενάγουσα περί το 2009 για το ποσό των €10.
- Πέραν της υπογραφής του Τεκμηρίου 1, προς εξασφάλιση της Ενάγουσας υπογράφτηκε και αξιόγραφο για το ποσό των €25.
- Αρνήθηκε ότι καταβλήθηκε το ποσό των €60.000 από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη - μητέρα της. Αρνήθηκε επίσης ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στην ίδια και ανέφερε ότι ζήτησε επανειλημμένα τις επιταγές που ο ΜΕ1 επικαλέστηκε ότι εξέδωσε προς όφελός της, πλην όμως, ο ΜΕ1 ουδέποτε τις παρουσίασε και το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 είναι εικονικό. Τέλος, ανέφερε ότι ο ΜΕ1 είναι τοκογλύφος. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΥ1 επέμεινε ότι ουδέποτε έλαβε €60.000 από την Ενάγουσα και ότι το ποσό το οποίο δανείστηκε ήταν περί τις €20.000 κατά το 2009 και το Τεκμήριο 1 συνάφθηκε για σκοπούς εξασφάλισης της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι τα λεφτά που της δόθηκαν από τον ΜΕ1 της δόθηκαν σταδιακά. Η οφειλή της είναι για ποσό πέριξ των €22.000 - €25.
- Ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφτηκε ως εξασφάλιση για ένα ποσό γύρω στις €22.000 ενώ η αγωγή 5948/2013 αφορούσε γραμμάτιο το οποίο υπογράφτηκε ως εξασφάλιση για το ποσό των €25.
- Η ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι η μητέρα της υπέγραψε το Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή της. Αρνήθηκε όμως ότι κλήθηκε η μητέρα της να παραλάβει το ποσό των €15.000 και να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα το διαμέρισμα λέγοντας ότι διαμένει μαζί της και θα το ήξερε. Αποδέχθηκε ότι ουδέποτε εκβιάστηκε η μητέρα της για να υπογράψει το Τεκμήριο 1 αλλά το υπέγραψε αναγκαστικά για να δοθούν στην ΜΥ1 τα λεφτά τα οποία είχε άμεσα ανάγκη. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ο κ. Αδαμίδης εισηγήθηκε ότι το Τεκμήριο 1 είναι έγγραφο απόλυτα έγκυρο και δεσμευτικό για τους διαδίκους και αποδεικνύει ξεκάθαρα τόσο την πρόθεση της Ενάγουσας να αγοράσει το διαμέρισμα, έναντι του συμφωνηθέντος ποσού, όσο και την πρόθεση της Εναγόμενης να το πωλήσει. Προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα ο κ. Αδαμίδης, εισηγήθηκε ότι η πρόθεση των διαδίκων όπως αυτή εξάγεται από το Τεκμήριο 1 ήταν η εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, δηλαδή των δικαιωμάτων που η Εναγόμενη απέκτησε δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της τελευταίας και του Δ.Δ. Καταληκτικά, εισηγήθηκε ότι πρέπει να εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του Τεκμηρίου 1 ή διαζευκτικά να αποδοθεί στην Ενάγουσα το ποσό των €60.000, το οποίο σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 1 έλαβε η Εναγόμενη, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την ζημιά που η Ενάγουσα υπέστη εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης. Στον αντίποδα, ο κ. Χειμώνας εισηγήθηκε καταρχάς ότι δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Παρενθετικά, σημειώνω ότι η επιχειρηματολογία του συνηγόρου αναπτύχθηκε στη βάση των προνοιών του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, νόμος ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του
- Επί του προκειμένου ζητήματος θα επανέλθω κατωτέρω. Αποτέλεσε περαιτέρω εισήγηση του κ. Χειμώνα ότι προκύπτει ζήτημα ελλιπούς δικογράφησης σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας για την επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Τέλος, υπέδειξε ότι, ενώ η Ενάγουσα, διαζευκτικά του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, ζητά την επιστροφή του ποσού των €60.000, το οποίο όμως, όπως διεφάνη κατά την ακρόαση, ουδέποτε δόθηκε στην Εναγόμενη. Η δε έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης θα υποχρέωνε την Εναγόμενη να εγγράψει επ' ονόματι της Ενάγουσας περιουσία που δεν της ανήκει και χωρίς να είναι διάδικος ο ιδιοκτήτης της εν λόγω περιουσίας. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι, βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι η υπογραφή του Τεκμηρίου 1 από τους διάδικους δεν αμφισβητείται και συνιστά κοινό έδαφος, εφόσον μάλιστα η ΜΥ1, παρά τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και της ίδιας που αφορούν στην ακυρότητα και το παράνομο του Τεκμηρίου 1, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αποδέχθηκε ότι η Εναγόμενη - μητέρα της όντως υπέγραψε το Τεκμήριο 1 και δήλωσε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου
- Αποτελεί συνεπώς μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, υπεγράφη στις 28/9/2011 το επίδικο Πωλητήριο σύμφωνα με το οποίο η Diomedous και η Εναγόμενη πωλούν στην Ενάγουσα το διαμέρισμα έναντι του ποσού των €75.000 με τους όρους που αναφέρονται σε αυτό. Παρεμφερώς σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με το Προοίμιο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 28/9/2011, η Diomedous, η οποία αναφέρεται ως ο «Πρώτος Συμβαλλόμενος», είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος. Το Πωλητήριο, προνοεί περαιτέρω, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
- Η τιμή πωλήσεως του πιο πάνω περιγραφόμενου διαμερίσματος συμφωνείται το ποσό των €75.000 (εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ) το οποίο θα πληρωθεί από τον Τρίτο στον Δεύτερο Συμβαλλόμενο ως ακολούθως: (α) €60.000 (εξήντα χιλιάδες ευρώ) με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας και την παράδοση του διαμερίσματος από τον Δεύτερο στον Τρίτο Συμβαλλόμενο με την εξόφληση του διαμερίσματος και το υπόλοιπο δεν θα φέρει τόκο. (β)Το υπόλοιπο ποσό των €15.000 (δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ) θα πληρωθεί αργότερα εντός 12 μηνών από σήμερα.
- Ο Τρίτος Συμβαλλόμενος έχει επιθεωρήσει το πιο πάνω διαμέρισμα το βρίσκει της αρεσκείας του και το αγοράζει στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα.
- Ο Πρώτος Συμβαλλόμενος υποχρεούται όταν εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας του πιο πάνω περιγραφόμενου διαμερίσματος να το μεταβιβάσει στον δεύτερο συμβαλλόμενο ως προνοούν και οι όροι στο μεταξύ τους πωλητήριο έγγραφο ημερ. 26/8/1994 ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους ή επιβάρυνσης.
- Ο Τρίτος Συμβαλλόμενος υποχρεούται εφόσον το πιο πάνω διαμέρισμα εγγραφεί στ' όνομα του και εξοφληθεί το πιο πάνω τίμημα πωλήσεως να μεταβιβάσει το πιο πάνω διαμέρισμα στον Τρίτο Συμβαλλόμενο ελεύθερο παντός εμπράγματος βάρους ή επιβάρυνσης.» Ως παράρτημα του Τεκμηρίου 1, επισυνάπτεται αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 26/8/1994 σύμφωνα με το οποίο ο Δ. Δ., πώλει στην Εναγόμενη το Διαμέρισμα. Σύμφωνα δε με την σχετική σφραγίδα επί του Παραρτήματος, το εν λόγω Πωλητήριο φαίνεται να κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και να έλαβε αριθμό ΠΩΕ [ ]. Αδιαμφισβήτητο και κοινώς αποδεκτό μεταξύ των διαδίκων παρέμεινε επίσης το γεγονός ότι ήταν ο ΜΕ1 ο οποίος συνέταξε το Τεκμήριο 1 αλλά και το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 δεν υπογράφεται από την εταιρεία Diomedous η οποία περιγράφεται στο Τεκμήριο 1 ως ο «Πρώτος Συμβαλλόμενος». Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου με προσοχή, καθοδηγούμενος από τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Γίνεται δε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214, Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 45) Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Το ζήτημα της ερμηνείας του Τεκμηρίου 1 είναι ζήτημα νομικό και συνεπώς, όπως θα διαφανεί και στην συνέχεια, για σκοπούς εξέτασης της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των πτυχών της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αφού, υπό τις περιστάσεις αλλά και όπως θα διαφανεί κατωτέρω, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. Ιωάννου κ.α. ν Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας διατηρώντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές της Νομολογίας. Η μαρτυρία του ΜΕ1 χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, αοριστίες αλλά και αντιφάσεις επί ουσιωδών σημείων. Εντελώς αντιφατικά με τον ισχυρισμό που η Ενάγουσα δικογράφησε με την Έκθεση Απαίτησης της αλλά και τα όσα ο ίδιος ο ΜΕ1 ανέφερε αρχικά με την γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), παραδέχθηκε, κατά την αντεξέταση του, ότι το ποσό των €60.000 δεν ήταν στην Εναγόμενη που δόθηκε τελικά αλλά στη θυγατέρα της (ΜΥ1), με επιταγές τις οποίες η ΜΥ1 άλλαξε από την τράπεζα. Ανέφερε δε τα πιο πάνω χωρίς να προσφέρει οποιεσδήποτε εξηγήσεις αναφορικά με τον λόγο που, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, έδωσε το ποσό στην ΜΥ1 αντί στην Εναγόμενη. Ως προς το πώς η πιο πάνω διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας επηρεάζει την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής, παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου v. Γερακιώτη (ανωτέρω). Λαμβανομένων δε υπόψη των προεκτάσεων που ως επακόλουθο προκύπτουν αναλόγως του ποια είναι πραγματικά η περίπτωση, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, η διάσταση αυτή μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να κριθεί επουσιώδης. Ούτε και μπορεί φυσικά να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ενώ, κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε έντονα η πληρωμή του εν λόγω ποσού στην Εναγόμενη και στην ΜΥ1 και ο ΜΕ1 ανέφερε ότι μπορούσε να καταθέσει τις επιταγές που δόθηκαν στην ΜΥ1, εντούτοις ουδέποτε τις παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναμενόταν λοιπόν, θεωρώ εύλογα, ο ΜΕ1 ενόψει της αμφισβήτησης της καταβολής του ποσού των €60.000 από την Υπεράσπιση και της δήλωσης του ότι μπορούσε να τις παρουσιάσει, ότι θα το έπραττε. Σημειώνω επίσης ότι τα όσα ο μάρτυρας επανειλημμένα ανέφερε σε σχέση με τις προεκτάσεις της μη υπογραφής του Τεκμηρίου 1 από την Diomedous και την επισύναψη του αρχικού Πωλητηρίου Εγγράφου ως Παράρτημα δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία αφού αποτελούν τη δική του αντίληψη επί νομικών ζητημάτων. Η δε θέση του ότι αποτελεί πρακτική το υπόλοιπο μιας σύμβασης να εξοφλείται κατά την μεταβίβαση διαφοροποιείται από το ίδιο λεκτικό του Τεκμηρίου 1 και τα όσα εκεί καταγράφονται σε σχέση με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις που προκύπτουν από το εν λόγω Τεκμήριο. Σημειώνω εξάλλου ότι εφόσον η ερμηνεία της σύμβασης αποτελεί ζήτημα νομικό, δεν εναπόκειται στους μάρτυρες ο προσδιορισμός της φύσης της και η μαρτυρία δεν προσκομίζεται για την απόδοση νοήματος στο έγγραφο (βλ. Αλεξάντρου ν Κωμοδρόμου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 576). Όπως δε ανέφερα ανωτέρω, η πεποίθηση του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα υποχρεούτο να καταβάλει το ποσό των €15.000 ταυτόχρονα με την μεταβίβαση δεν συνάδει με τους όρους του Τεκμηρίου 1, εφόσον, σύμφωνα με τον όρο 3 (β) του Τεκμηρίου 1, την υποχρέωση είναι η Ενάγουσα που την είχε για να καταβάλει το ποσό των €15.000 εντός 12 μηνών από την μέρα υπογραφής του Τεκμηρίου 1, υποχρέωση η οποία δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 1 να ήταν συναρτάτο με την ταυτόχρονη μεταβίβαση του διαμερίσματος. Το πιο πάνω γεγονός το αποδέχθηκε εν τέλει και ο ίδιος ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, αναφέροντας όμως ότι αποτελεί πρακτική, στο πλαίσιο συναλλαγών που αφορούν την αγοραπωλησία ακίνητης ιδιοκτησίας, η διαφορά να πληρώνεται με την μεταβίβαση. Με την μαρτυρία του λοιπόν, ο ΜΕ1, ισχυρίστηκε κατ' επανάληψη ότι η πρόθεση των μερών ήταν διαφορετική από αυτήν που προκύπτει από το λεκτικό του Τεκμηρίου 1, σύμφωνα με το οποίο, η Ενάγουσα αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό ύψους €15.000 εντός 12 μηνών από την υπογραφή του τεκμηρίου και όχι ταυτόχρονα με την μεταβίβαση η οποία, σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 1 που ο ΜΕ1 κατέθεσε, θα ακολουθούσε αργότερα και αφού το διαμέρισμα μεταβιβαζόταν πρώτα στην Εναγόμενη από την Diomedous. Συναφώς, η θέση του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη όφειλε, ταυτόχρονα με την καταβολή του ποσού των €15.000 από την Ενάγουσα να μεταβιβάσει και ότι η παράλειψη της αυτή συνιστά παράβαση των όρων του Τεκμηρίου 1 από την Εναγόμενη, δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η πιο πάνω διαπιστωθείσα υπαναχώρηση του ΜΕ1 από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και την αρχική του μαρτυρία, με την οποία ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €60.000 δόθηκε στην Εναγόμενη, ως οι όροι του Τεκμηρίου 1, αναφέροντας κατά την αντεξέταση του ότι το ποσό τελικά ήταν στην ΜΥ1 που δόθηκε, χωρίς να προσφέρει οποιεσδήποτε εξηγήσεις επί τούτου, καθιστά την μαρτυρία του αναξιόπιστη και ακροσφαλή. Η δε αμφισβήτηση, μέσω της Υπεράσπισης, της πληρωμής του ποσού στην Εναγόμενη, ως η συμφωνία προνοούσε, είχε ως αποτέλεσμα το θέμα της καταβολής του ποσού να καταστεί επίδικο (βλ. Σταύρου ν Ayios Andronicos Development Co. Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 870). Η επί του προκειμένου λοιπόν μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κρίνω συνεπώς ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΕ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Προχωρώντας σημειώνω ότι και η μαρτυρία της ΜΥ1 παρουσιάζει λογικά κενά και χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, ασάφεια και αοριστία. Οι αναφορές της ΜΥ1 ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφτηκε για αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα για την εξασφάλιση δανεισμού και σχετίζεται με την αγωγή 5948/2013 η οποία αφορούσε γραμμάτιο ημερομηνίας 5/6/2012 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τον απλούστατο λόγο ότι αντιμάχονται της κοινής λογικής αφού το Τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία προγενέστερη, τόσο της καταχώρησης της αγωγής η οποία βάσει του αριθμού που έλαβε καταχωρήθηκε το 2013, όσο και του γραμμάτιου το οποίο υπεγράφη επίσης μεταγενέστερα, ήτοι την 5/6/
- Ουδεμία εξήγηση δόθηκε επί του σημείου αυτού από την ΜΥ1 παρά το γεγονός ότι ρωτήθηκε επανειλημμένα κατά την αντεξέταση. Η ΜΥ1 αρκέστηκε να αναφέρει γενικά ότι της δόθηκαν διάφορα ποσά από τον ΜΕ1 κατά διάφορα χρονικά διαστήματα. Ανέφερε δε τα ανωτέρω, χωρίς να προσδιορίσει επαρκώς τα ποσά τα οποία έλαβε και πότε τα έλαβε από τον ΜΕ
- Λαμβανομένου δε υπόψη ότι τόσο η Υπεράσπιση της Εναγόμενης, όσο και η μαρτυρία της ΜΥ1 βασίστηκαν στην εκδοχή ότι το Τεκμήριο 1 ήταν παράνομο και προϊόν τοκογλυφίας και ότι υπεγράφη για σκοπούς άλλους που δεν αφορούσαν στην πραγματικότητα στην πώληση του διαμερίσματος, αναμενόταν ότι θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση τα εν λόγω έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε. Παρά την προβολή της εκδοχής αυτής, κανένα τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί να παραμείνουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ειδικότερα μάλιστα εφόσον καμία δικαιολογία δόθηκε από την ΜΥ1 για την μη προσκόμιση και παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Κρίνω συνεπώς ότι δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στην μαρτυρία της ΜΥ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Προχωρώντας στη νομική πτυχή της διαφοράς, σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Σύμφωνα με το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, η αξιούμενη θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης μπορεί να αποδοθεί εφόσον η σύμβαση δεν είναι άκυρη, είναι γραπτή, υπογράφεται στο τέλος από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής και το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης δεν θα ήταν παράλογη ή ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 2 του άρθρου 76, οι διατάξεις του άρθρου 76
(1)δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού. Ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 Ν. 81(Ι)/2011 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 29/4/
- Κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 1, ήτοι στις 28/9/2011, ο Νόμος 81(Ι)/2011) είχε καταργήσει και αντικαταστήσει τον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 223, αφού είχαν παρέλθει τρεις μήνες από την δημοσίευση του, ως πρόνοιες του άρθρου 17 του Ν. 81(Ι)/
- Σύμφωνα δε με το άρθρο 6 του Ν. 81(Ι)/2011: «6.-
(1)Κάθε σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης, με διάταγμα του Δικαστηρίου, που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 και εφόσον έχουν τηρηθεί οι ακόλουθοι όροι σε σχέση με αυτή: (α)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), η σύμβαση είναι κατατεθειμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 3· και (β)η αγωγή για έκδοση διατάγματος για ειδική εκτέλεση της σύμβασης εγείρεται εντός της περιόδου παραγραφής που προβλέπεται στον εκάστοτε σε ισχύ νόμο για παραγραφή απαιτήσεων που προκύπτουν από παράβαση σύμβασης.
(2)Σε περίπτωση που η σύμβαση είναι γραπτή αλλά δεν έχει κατατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η σύμβαση είναι προφορική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την ειδική εκτέλεσή της όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις και εφόσον δεν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων που προκύπτουν από προγενέστερα εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις και ικανοποιηθεί ότι- (α)στη σύμβαση προσδιορίζονται επαρκώς τα στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών και το αντικείμενο της σύμβασης, (β)υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης.» (υπογράμμιση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με το ίδιο το λεκτικό και τους όρους του Τεκμηρίου 1, προκύπτει ότι πρόθεση ήταν η διεκπεραίωση διαδοχικών μεταβιβάσεων, δηλαδή από τη Diomedous στην Εναγόμενη και από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα. Η διαπίστωση συνεπώς ότι η Diomedous δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 1, το οποίο τονίζω ότι επιβάλλει στην Diomedous την υποχρέωση μεταβίβασης του διαμερίσματος στην Εναγόμενη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί έγγραφο άκυρο το οποίο δεν είναι νομικά εκτελεστό. Εξηγώ. Πρώτον διότι δεν υπογράφεται από τη Diomedous ή τον Δ. Δ. και συνεπώς οι οποιεσδήποτε υποχρεώσεις επιβάλλονται στα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα δεν τα δεσμεύουν. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το ποιος είναι τελικά ο σημερινός ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, μεταξύ Δ.Δ. και Diomedous, παρέμεινε άγνωστο αφού, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης και στο παράρτημα του Τεκμηρίου 1 αναγράφεται ως ιδιοκτήτης - πωλητής ο Δ.Δ., τόσο στο Τεκμήριο 1 όσο και στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε γίνεται ρητή αναφορά στην Diomedous, ως ιδιοκτήτρια - πωλήτρια. Δεύτερον διότι, για να δύναται να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 81(Ι)/2011, το Τεκμήριο 1 να υπογράφεται από πρόσωπο το οποίο έχει εγγραφή στο όνομα του. Η Εναγόμενη, η οποία το υπέγραψε θα έπρεπε να είχε καταστεί η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, σύμφωνα με τον όρο για μεταβίβαση του σε αυτήν από την Diomedous. Ο όρος αυτός όμως δεν έχει οποιαδήποτε σημασία ενόψει των όσων ανέφερα ανωτέρω τα οποία αφορούν τις συνέπειες της απουσίας της Diomedous ή του Δ.Δ. ως συμβαλλόμενα μέρη στο Τεκμήριο 1. Δεν προκύπτει εξάλλου από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη κατέστη καθ' οιονδήποτε χρόνο η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος. Στην απουσία λοιπόν μαρτυρίας ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφεται από πρόσωπο το οποίο να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση Διατάγματος Ειδικής Εκτέλεσης του Πωλητηρίου, βάσει του άρθρου 6
(2)(α) και (β) του Ν. 81(Ι)/2011. Παρενθετικά σημειώνω επίσης ότι, παρά το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 δεν υπογράφεται από την Diomedous ή τον Δ.Δ., από το Παράρτημα του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ότι η μεταβίβαση στην Εναγόμενη ήταν υφιστάμενη υποχρέωση που είχε αναλάβει ο Δ.Δ. προς την Εναγόμενη. Πέραν του ότι η υποχρέωση αυτή του Τεκμηρίου 1 αφορά πρόσωπο άλλο από τον αναφερόμενο πωλητή βάσει του Παραρτήματος που επισυνάπτεται σε αυτό σημειώνω ότι υπόσχεση συμβαλλόμενου να εκπληρώσει υφιστάμενη συμβατική του υποχρέωση δεν συνιστά αντάλλαγμα (βλ. Θεολόγου ν Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407). Για να ήταν δυνατό λοιπόν να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Τεκμήριο 1, η Εναγόμενη θα έπρεπε να είχε καταστεί εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του, αφού πρώτα μεταβιβαζόταν το διαμέρισμα σε αυτή από την Diomedous, όρος ο οποίος ήταν αναγκαίος. Η μη εκπλήρωση του όρου αυτού κατέστησε το Πωλητήριο, ως συμφωνία, μη εκτελεστή. Το σύνολο των πιο πάνω οδηγούν αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 1 δεν είναι συμφωνία νομικά εκτελεστή και κατά συνέπεια άκυρη (βλ. άρθρο 2
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Αναφορικά δε με την διαζευκτική αξίωση της Ενάγουσας για την επιδίκαση του ποσού των €60.000 αναφέρω τα εξής. Ενόψει του ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 έχει κριθεί αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την διαζευκτική αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €60.
- Δεν έχει εν προκειμένω αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη εξασφάλισε οποιοδήποτε όφελος από την κριθείσα ως άκυρη συμφωνία Τεκμήριο
- Κατά συνέπεια δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη βαρύνεται με την υποχρέωση επιστροφής οποιουδήποτε ποσού στην Ενάγουσα διότι δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι η Εναγόμενη όντως έλαβε οποιοδήποτε ποσό. Παραπέμπω περαιτέρω στα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν Καλογήρου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 304/2009, απόφαση ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου 2015, σχετικά με την υποχρέωση αποκατάστασης σε περιπτώσεις που συμβάσεις κρίνονται άκυρες. «Ήταν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η υποχρέωση για αποκατάσταση στα πλαίσια της αρχής restitutio in integrum, δεν έχει συμβατική βάση και δεν σχετίζεται με τη σύμβαση που κρίνεται άκυρη. Πρόκειται για οιονεί συμβατική υποχρέωση που συναρτάται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Το ζητούμενο στην υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν το νομικό επακόλουθο της ύπαρξης ως πωλητών των Εφεσιβλήτων 3 και 4 από κοινού και συνεπώς το ότι το ληφθέν χρηματικό ποσό προοριζόταν και για τους δύο. Ζητούμενο, όπως ορθά προσέγγισε το ζήτημα το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν πλέον η επιστροφή του οφέλους από εκείνο το πρόσωπο που στην πράξη, ως πραγματικό γεγονός, το προσπορίστηκε από τη συμφωνία που κατέστη άκυρη. Υπό αυτά τα δεδομένα η ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία συνέκλινε στη θέση ότι το σύνολο των χρημάτων που οι Εφεσείοντες κατέβαλαν εισέπραξε μόνο η Εφεσίβλητη 3 και κανένα όφελος είχε η Εφεσίβλητη
- Συνεπώς η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και ο εξεταζόμενος λόγος έφεσης απορρίπτεται.» Από τη στιγμή λοιπόν που η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης κρίθηκε αναξιόπιστη, οι αξιώσεις της Ενάγουσας δεν μπορούν παρά να απορριφθούν εφόσον μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. μεταξύ άλλων Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157) Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς κρίνω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο