ΕΥΘΥΜΙΟΣ Κ. ΙΩΣΗΦ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ (JLAW) Δ.Ε.Π.Ε. ν. RATHNAYAKA RALALAGE SAKUNTHALA RATHNAYAKA, Αρ. Αγωγής: 2192/2018, 21/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2192/2018 Μεταξύ: ΕΥΘΥΜΙΟΣ Κ. ΙΩΣΗΦ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ (JLAW) Δ.Ε.Π.Ε. Ενάγουσα και RATHNAYAKA RALALAGE SAKUNTHALA RATHNAYAKA Εναγόμενη Ημερομηνία: 21 Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ν. Γεωργίου για κ.κ. ΕΥΘΥΜΙΟΣ Κ. ΙΩΣΗΦ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ (JLAW) Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα Α. Τσάφου) Για την Εναγόμενη: κ. Σ. Ανδρέου για κ. Π. Μιχαήλ (για να ακούσει απόφαση ο κ. Π. Μιχαήλ) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €595,00 δυνάμει διάρρηξης συμφωνίας και/ή ως υπόλοιπο τιμολογίου. Συγκεκριμένα, με την Έκθεση Απαίτησης της, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη, η οποία ήταν πελάτιδα της, κατά ή περί την 23/3/2018, ζήτησε τις νομικές υπηρεσίες της Ενάγουσας και κατόπιν συμφωνίας διόρισε και/ή εξουσιοδότησε σχετικά την Ενάγουσα όπως προβεί σε όλα τα δέοντα νομικά μέτρα και/ή ενέργειες που αφορούσαν στη διαφορά της Εναγόμενης με τρίτο άτομο ομοεθνή της. Αφού οι πιο πάνω υπηρεσίες εκτέθηκαν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο για το ποσό των €595 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η Εναγόμενη με προφορικές και/ή γραπτές διαβεβαιώσεις, αναγνώρισε την οφειλή της προς την Ενάγουσα αλλά μέχρι σήμερα δεν μερίμνησε και/ή δεν εξόφλησε και/ή αμέλησε και/ή παρέλειψε να την εξοφλήσει. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη να εξοφλήσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό, το οποίο παραμένει απλήρωτο. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη, με την Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν υπήρξε πελάτιδα της Ενάγουσας και ότι δεν είχε ποτέ καμία διαφορά με τρίτο άτομο ομοεθνή της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ποτέ της δεν ζήτησε οποιεσδήποτε υπηρεσίες από την Ενάγουσα. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός της ότι πέρα του ότι δεν έλαβε οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Τέλος, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε τιμολόγιο από την Ενάγουσα. Σημειώνω ότι μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6/12/2019. Λόγω του ύψους της αξίωσης η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης». Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της μαρτυρίας γραπτώς. Από πλευράς Ενάγουσας, καταχωρήθηκαν Ένορκες Δηλώσεις του Ευθύμιου Ιωσήφ (στο εξής ο «ΜΕ1») και της Ιωάννας Τοφαρή (στο εξής η «ΜΕ2»). Για την Εναγόμενη καταχωρήθηκαν Ένορκες Δηλώσεις της Εναγόμενης και του συνηγόρου της, Πολύδωρου Μιχαήλ (στο εξής ο «ΜΥ1»). Η Μαρτυρία του Ευθύμιου Ιωσήφ (ΜΕ1) Ο ΜΕ1 αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής και κύριος μέτοχος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα είναι δικηγορική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και στο μητρώο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εδρεύει στην Λευκωσία και διατηρεί και γραφείο στη Λεμεσό και παρέχει υπηρεσίες νομικής φύσεως. Γνωρίζει την Εναγόμενη προσωπικά και πριν αυτή ζητήσει νομικές υπηρεσίες από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η Εναγόμενη εργαζόταν ως οικιακή βοηθός του ΜΕ1, της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων τους μέχρι και την 10/8/2018 ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη συμφωνία απαλλαγής από την σύζυγο του, η οποία ήταν και η εγγεγραμμένη εργοδότρια της Εναγόμενης. Παρουσιάζει ως τεκμήρια 1 - 8 διάφορα έγγραφα που αφορούν στην εργοδότηση της Εναγόμενης από την σύζυγο του καθώς επίσης και την συμφωνία αποδέσμευσης της. Κατά την 23/3/2018, η Εναγόμενη ζήτησε νομικές υπηρεσίες από την Ενάγουσα, εις όφελος τρίτου ατόμου, ομοεθνούς της, με τον οποίο είχε οικονομικές διαφορές, προσδοκώντας ότι οι νομικές υπηρεσίες της Ενάγουσας προς αυτόν θα διευκόλυναν την ίδια να εισπράξει και/ή να λάβει τα χρήματα και τα πολύτιμα αντικείμενα που ήταν στην κατοχή του και της ανήκαν. Συγκεκριμένα και ενώ ο ΜΕ1 βρισκόταν στην οικία του, η Εναγόμενη κλαίγοντας, τον ενημέρωσε ότι διατηρούσε φιλικές και/ή ερωτικές σχέσεις με τον ομοεθνή της L. A. F. (στο εξής ο «Fernando») και ότι κατά το προηγούμενο διάστημα του εμπιστεύτηκε πολύτιμα προσωπικά της αντικείμενα, καθώς και χρήματα τα οποία παρέλειψε να της επιστρέψει, ενώ την δεδομένη στιγμή οι σχέσεις τους δεν ήταν αρμονικές. Όταν οι σχέσεις τους διακόπηκαν, η Εναγόμενη ζήτησε από τον Fernando να της επιστρέψει τα πολύτιμα αντικείμενα και τα χρήματα που της ανήκαν και βρίσκονταν στην κατοχή του, αλλά ο Fernando με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες αρνείτο και/ή αμελούσε να το πράξει. Εν τέλει, όπως η Εναγόμενη ανέφερε στον ΜΕ1, ο Fernando συμφώνησε να της επιστρέψει ότι τις ανήκε. Περαιτέρω δε, η Εναγόμενη τον ενημέρωσε ότι ο Fernando συνελήφθη από την Αστυνομία Κύπρου κατά ή περί την 24/3/2018 και κρατείτο σε Αστυνομικό Σταθμό με σκοπό να προωθηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και διαδικασία απέλασης του από την Κυπριακή Δημοκρατία καθότι εβρίσκετο παράνομα στην Κύπρο, σύμφωνα με τα λεχθέντα της. Ο ΜΕ1 επισυνάπτει ως τεκμήριο 9 δέσμη εκτυπωμένων τηλεφωνικών μηνυμάτων που αντάλλαξε με την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη τον ενημέρωσε ότι εάν ο Fernando απελαυνόταν, τότε εγκυμονούσε ο κίνδυνος να χάσει τα πολύτιμα της αντικείμενα που βρίσκονταν στην κατοχή του καθώς επίσης και τα χρήματα που του είχε εμπιστευτεί και θα ήταν δύσκολη έως αδύνατη η ανάκτηση τους. Η Εναγόμενη πίστευε ότι τα πολύτιμα προσωπικά της αντικείμενα που ο Fernando είχε στην κατοχή του βρίσκονταν στην οικία στην οποία ο τελευταίος διέμενε και ο διορισμός του ΜΕ1, ως δικηγόρου του Fernando, θα της έδιδε την ευκαιρία να επικοινωνήσει μαζί του, να τον συναντήσει και να αποκτήσει πρόσβαση στα αντικείμενα της. Του ανέφερε περαιτέρω ότι, επειδή ακόμα έτρεφε συναισθήματα για τον Fernando, ήθελε να τον βοηθήσει με το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με τις Κυπριακές Αρχές, παρακαλώντας τον ΜΕ1 όπως, κατόπιν συνεννόησης με τον Fernando, τον εκπροσωπήσει με την ιδιότητα του ως δικηγόρος ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπου και θα εξεταζόταν το αίτημα για την απέλαση του, προσδοκώντας στην μη απέλαση του και στην ικανοποίηση της επιθυμίας της, ως επίσης και στην ανάκτηση των αντικειμένων και χρημάτων της, που βρίσκονταν στην κατοχή του. Σεβόμενος την επιθυμία της και αφού η Εναγόμενη τον διαβεβαίωσε ότι οποιοδήποτε ποσό προκύψει σχετικά με τα έξοδα της υπόθεσης και της παρουσίας του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, εκπροσωπώντας τον Fernando, θα αναλάμβανε να το καταβάλει η Εναγόμενη, ο ΜΕ1 αποδέχθηκε να τον εκπροσωπήσει. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε την ίδια ημέρα με τους ανακριτές της υπόθεσης, οι τελευταίοι τον ενημέρωσαν για την υπόθεση και ότι πράγματι στις 26/3/2018 η υπόθεση του ήταν ορισμένη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και συνεννοήθηκε μαζί τους για την ώρα που θα βρίσκονταν στο Δικαστήριο για την ακρόαση της αίτησης απέλασης. Στις 26/3/2018, ο ΜΕ1 μετέβηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και συνάντησε τον Fernando στα κρατητήρια του Δικαστηρίου. Ο τελευταίος τον ευχαρίστησε για την παρουσία του και του επιβεβαίωσε ότι τα οποιαδήποτε έξοδα αφορούσαν την υπόθεση του θα τα αναλάμβανε η Εναγόμενη, μετά και από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους, καθότι ο ίδιος δεν είχε χρήματα για να πληρώσει οποιαδήποτε νομική υπηρεσία και/ή συνδρομή για την υπόθεση του. Κατά την εκεί παρουσία του, o ME1 ζήτησε από τον Fernando να του παραδώσει όσα έγγραφα είχε στην κατοχή του και αφορούσαν στην υπόθεση του ώστε να μπορέσει ο ΜΕ1 να τον εκπροσωπήσει στην υπόθεση του, ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα εν λόγω έγγραφα δόθηκαν και αποτελούν την Δέσμη - Τεκμήριο 10 την οποία ο ΜΕ1 παρουσιάζει. Ο ΜΕ1 μελέτησε τα έγγραφα και επικοινώνησε με το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για να λάβει επίσημη ενημέρωση για το καθεστώς του Fernando και να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Μετά την παρουσίαση του ΜΕ1 ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε σε άλλη ημερομηνία και ο Fernando τον ενημέρωσε, στην παρουσία μιας άλλης ομοεθνούς του, η οποία βρισκόταν στην διαδικασία και παρουσιάστηκε ως εξαδέλφη του, ότι επιθυμούσε να διορίσει άλλο δικηγόρο που θα αναλάμβανε την υπόθεση του και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε μεταξύ τους συνεργασία θα τερματιζόταν μετά το πέρας της δικαστηριακής διαδικασίας στις 26/3/
- Επιπλέον, ο Fernando του επιβεβαίωσε ότι τα οποιαδήποτε έξοδα που αφορούσαν την παρουσία του ΜΕ1 αναλάμβανε να τα πληρώσει η Εναγόμενη μετά και από δική τους συνεννόηση. Μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, ο ΜΕ1 επικοινώνησε με την Εναγόμενη τηλεφωνικά ενημερώνοντας την για τα όσα είχαν διαδραματιστεί στο Δικαστήριο και η ίδια απογοητευμένη από την επιλογή του να αλλάξει δικηγόρο, καθότι θα διακοπτόταν οποιαδήποτε περαιτέρω άμεση επαφή της μαζί του μέσω του ΜΕ1, ευχαρίστησε τον τελευταίο για τις υπηρεσίες του και του είπε ξανά, ότι οποιοδήποτε ποσό αφορούσε τις νομικές του υπηρεσίες, μέχρι εκείνο το σημείο, θα καλύπτονταν αποκλειστικά από την ίδια. Παραπέμπει δε στο Τεκμήριο 9 αναφέροντας ότι η Εναγόμενη επικοινώνησε μέσω μηνυμάτων μαζί του, για να ενημερωθεί για την πρόοδο της υπόθεσης εναντίον του Fernando και πιο συγκεκριμένα, αναφέροντας ότι η Εναγόμενη ανάλαβε, γραπτώς, την πιο πάνω υποχρέωση επιβεβαιώνοντας την προφορική τους συμφωνία, ότι δηλαδή η ίδια θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό αφορούσε στην υπόθεση του Fernando, λέγοντας συγκεκριμένα στις 26/03/2018 και η ώρα 13:11: «Hi,sir.how is that case sir.we hope sir you can do something please sir.» και στις 27/03/2018 και ώρα 13:57 «Am very sorry Ι will pay sir you westing your time. For give me sir.». Ο ΜΕ1 την καθησύχασε, καθότι είχε καταλάβει ότι πέραν από τη συναισθηματική της φόρτιση συνεπεία της εξέλιξης της υπόθεσης του Fernando, την απασχολούσε και το γεγονός ότι εάν ο Fernando εν τέλει απελαυνόταν, θα έχανε δια παντός τα πολύτιμα αντικείμενα και τα χρήματα της, που βρίσκονταν στην κατοχή του. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Εναγόμενη, μετά το πέρας της πιο πάνω διαδικασίας, μεταξύ άλλων, την ενημέρωσε ότι για τις υπηρεσίες του θα χρέωνε το ποσό των €500 (πεντακοσίων Ευρώ) πλέον Φ.Π.Α. που αφορούσε στην επικοινωνία του με τις Αστυνομικές Αρχές και στην μετάβαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αναφορικά με την πιο πάνω υπόθεση, ποσό το οποίο θα έπρεπε η ίδια να καταβάλει προς τη Δικηγορική Εταιρεία του ΜΕ1, ήτοι την Ενάγουσα, και η Εναγόμενη του υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιούσε το ζήτημα, στα γραφεία της Ενάγουσας. Παραπέμπει εκ νέου στο Τεκμήριο 9, στο οποίο η Εναγόμενη δηλώνει ότι, στις 6/4/2018 ότι μετέβη στα γραφεία Ενάγουσας στη Λευκωσία, με σκοπό να καταβάλει το ποσό των €500.00 (πεντακοσίων Ευρώ) πλέον Φ.Π.Α., χωρίς η ίδια να γνωρίζει ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή και τα γραφεία της Ενάγουσας ήταν κλειστά. Αυτολεξεί, η Εναγόμενη αναφέρει στο εν λόγω τεκμήριο: "...Good morning sir.today ίs office close?.Am ther no one." Μετά και το πέρας των εορτών του Πάσχα και ενώ η Εναγόμενη συνέχιζε να επισκέπτεται την οικία του ΜΕ1, καθότι ήταν ακόμη εργοδοτούμενη της συζύγου του, με σκοπό να προσφέρει τις υπηρεσίες της, η συμπεριφορά της είχε αλλάξει τόσο απέναντι στον ΜΕ1 και στην σύζυγό του, όσο και προς τα ανήλικα τέκνα τους. Πλέον δεν εκτελούσε με συνέπεια τα καθήκοντα της ως οικιακή βοηθός, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολλές προστριβές μεταξύ της συζύγου του ΜΕ1 και της Εναγόμενης. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν μετά την παρέλευση ενός μηνός, η Εναγόμενη να εγκαταλείψει πλήρως τα καθήκοντά της, ενώ σε τηλεφωνική επικοινωνία που ο ΜΕ1 είχε μαζί της, του ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να εργάζεται στην οικία τους. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να βρει άλλο εργοδότη, ούτως ώστε να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σεβόμενος την επιθυμία της και αφού διενεργήθηκαν όλες οι απαραίτητες ενέργειες ενώπιον όλων των αρμοδίων τμημάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις 10/8/2018, υπογράφηκε η αποδέσμευση της Εναγομένης από τις υπηρεσίες της στην οικία του ΜΕ1, καθώς επίσης και ο τερματισμός του συμβολαίου εργοδότησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Παραπέμπει σχετικά στα τεκμήρια 1 και
- Αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος, όσο και δικηγορική υπάλληλος της Ενάγουσας, ενημέρωσαν την Εναγόμενη ότι για τις νομικές υπηρεσίες της Ενάγουσας, θα χρεωνόταν το ποσό των €500.00 (πεντακοσίων Ευρώ), πλέον Φ.Π.Α. Η δε Εναγόμενη, συμφώνησε σε αυτή την χρέωση για τις ως ανωτέρω αναφερθείσες υπηρεσίες της Ενάγουσας, για τις οποίες θα εκδίδετο τιμολόγιο από την Ενάγουσα. Για τις εν λόγω υπηρεσίες, εξεδόθη τιμολόγιο ημερομηνίας 30/3/2018, με αριθμό τιμολογίου 3003-2018 από την Ενάγουσα, για το ποσό των €500.00 (πεντακοσίων Ευρώ) πλέον Φ.Π.Α., ήτοι για το συνολικό ποσό των €595.
- Τέλος, αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και δικηγορική υπάλληλος του γραφείου του ενημέρωσαν την Εναγόμενη για την έκδοση του τιμολογίου επανειλημμένα αλλά παρά τις υποσχέσεις της, η Εναγόμενη δεν εξόφλησε το τιμολόγιο και η επίδικη οφειλή εκκρεμεί μέχρι και σήμερα. Η Μαρτυρία της Ιωάννας Ττοφαρή (ΜΕ2) Η ΜΕ2 είναι εργοδοτούμενη της Ενάγουσας ως δικηγορική υπάλληλος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά ή περί τις 30/3/2018, υπό τον ως άνω ιδιότητά της, της ανατέθηκε από τον ΜΕ1 να ετοιμάσει το επίδικο τιμολόγιο για σκοπούς χρέωσης της Εναγόμενης για τη συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους €500.00 (πεντακοσίων Ευρώ) πλέον Φ.Π.Α. Όπως πληροφορήθηκε από τον ΜΕ1 το επίδικο ποσό αντιπροσώπευε τον χειρισμό ποινικής υπόθεσης εκ μέρους της Ενάγουσας εναντίον του Fernando, το οποίο η Εναγόμενη ανέλαβε να πληρώσει εκ μέρους του. Πιο συγκεκριμένα, όπως πληροφορήθηκε από τον ΜΕ1, οι προσφερθείσες υπηρεσίες, για τις οποίες θα εκδίδετο το επίδικο τιμολόγιο, αφορούσαν σε επικοινωνία του ΜΕ1 με τις αστυνομικές αρχές, την μετάβαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και την παρουσίαση του στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε ο Fernando. Ως εκ των ανωτέρω, κατά την 30/3/2018, ετοίμασε και εξέδωσε, διά λογαριασμό της Ενάγουσας, το τιμολόγιο ημερομηνίας 30/3/2018, με αριθμό τιμολογίου 3003-2018 για το ποσό των €500.00 (πεντακοσίων Ευρώ) πλέον Φ.Π.Α., ήτοι για το συνολικό ποσό των €595.00 (πεντακοσίων ενενήντα πέντε Ευρώ). Επισυνάπτει το εν λόγω τιμολόγιο ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια, ο ΜΕ1 κάλεσε την Εναγόμενη, ενημερώνοντας την για την έκδοση του τιμολογίου. Τα γεγονότα αυτά εκτυλίχθηκαν ενώπιον της καθότι, λόγω της θέσης και ιδιότητας της στην Ενάγουσα, γνωρίζει προσωπικά τις επαγγελματικές επαφές και τα τηλεφωνήματα του ΜΕ
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΜΕ1, ενημέρωσε και ενημέρωνε μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, την Εναγόμενη για την ύπαρξη της επίδικης οφειλής, καλώντας την, όπως προβεί στην άμεση εξόφλησή της. Η Μαρτυρία της Εναγόμενης Ξεκίνησε να εργάζεται στο σπίτι του ΜΕ1 την 21/5/
- Πάρα πολλές φορές ρωτούσε τον ΜΕ1 και την σύζυγο του τι γινόταν με την αίτηση της για άδεια παραμονής και ο ΜΕ1 πάντοτε της απαντούσε ότι είχε καταχωρήσει την αίτηση. Της είχε πει ότι ήταν δικηγόρος και εργαζόταν στο τμήμα Αλλοδαπών. Μετά από αρκετό καιρό κάποιος από το τμήμα Αλλοδαπών της τηλεφώνησε και την ρώτησε τι γίνεται με την άδεια παραμονής της, επειδή ο προηγούμενος εργοδότης της ζήτησε να ακυρωθεί η εγγυητική που είχε δώσει και η Εναγόμενη ζήτησε από το δικηγόρο της (τον ΜΥ1) να μιλήσει προς τούτο με τον ΜΕ1 και αυτός του τηλεφώνησε. Ο ΜΕ1 μίλησε άσχημα στο δικηγόρο της και μετά έβαλε τις φωνές στην Εναγόμενη. Λίγο καιρό μετά το τηλεφώνημα του Τμήματος αλλοδαπών, ο ΜΕ1 καταχώρησε την αίτηση. Εργαζόταν στο σπίτι του ΜΕ1 κάθε μέρα και στο γραφείο του κάθε Τρίτη και Παρασκευή για μήνες προτού διευθετηθεί το ζήτημα της άδειας παραμονής της. Σταμάτησε να εργάζεται στο σπίτι του την 21/6/2018 αλλά η αποδέσμευση της δόθηκε στις 10/8/2018 και μόνο αφού καταχώρησε παράπονο στο γραφείο εργασίας για το θέμα και για την καταβολή χρημάτων που της οφείλονταν. Δεν ζήτησε από την Ενάγουσα οποιεσδήποτε νομικές υπηρεσίες. Είπε στον ΜΕ1 ότι ο Fernando επέστρεφε στην Κύπρο από την Σρι Λάνκα και συνελήφθη στο αεροδρόμιο. Του είπε ότι ο Fernando έφερε μαζί του κάποια από τα χρυσαφικά της τα οποία του είχε δώσει η μητέρα της επειδή η Εναγόμενη ήθελε να τα φοράει στην Κύπρο. Δεν του ανέφερε οτιδήποτε για χρήματα. Ο Fernando δεν έφερε οποιαδήποτε χρήματα της Εναγόμενης μαζί του. Όλα όσα αναφέρει ο ΜΕ1 είναι ψέματα. Η Εναγόμενη γνώριζε τον Fernando και την μητέρα του για αρκετό καιρό και αυτός συμφώνησε να της φέρει τα χρυσαφικά της από την Σρι Λάνκα. Δεν ήταν ο εραστής της και δεν του εμπιστεύτηκε τα χρυσαφικά και τα χρήματα της για να τα κρατάει στο σπίτι του, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο ΜΕ
- Ο Fernando συνελήφθη στο αεροδρόμιο και δεν υπήρχε συμφωνία με τον Fernando να της επιστρέψει χρυσαφικά και χρήματα που κρατούσε στο σπίτι του, όπως ισχυρίζεται ο ΜΕ
- Ο Fernando δεν κρατούσε χρήματα της ούτε χρυσαφικά εκτός από εκείνα τα χρυσαφικά που έφερε για την Εναγόμενη από την Σρι Λάνκα. Αναφέρει ότι υπήρχαν πολλά μηνύματα μεταξύ του ΜΕ1 και της ίδιας αλλά αυτός επέλεξε εκείνα που θέλει να δείξει στο Δικαστήριο. Η μητέρα του Fernando την πληροφόρησε για την σύλληψη του γιου της στο αεροδρόμιο και η Εναγόμενη ρώτησε τον ΜΕ1 αν μπορούσε να βοηθήσει να απελευθερωθεί επειδή της είχε πει ότι ήταν δικηγόρος του τμήματος Αλλοδαπών. Ο ΜΕ1 προθυμοποιήθηκε να πάει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 26/3/2018, να συναντήσει τον Fernando και η Εναγόμενη πήγε μαζί του στο Δικαστήριο. Στο Δικαστήριο ήταν και η φίλη του Fernando μαζί με κάποια άλλη δικηγόρο, την Νατάσα Χαραλαμπίδου, εάν θυμάται σωστά. Εκείνη την μέρα ο Fernando είπε στον ΜΕ1 ότι βρήκε άλλο δικηγόρο και δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες του. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Ο Fernando τον ρώτησε αν του χρωστούσε οποιαδήποτε χρήματα και εκείνος απάντησε ότι κανένας δεν του χρωστούσε τίποτε. Ένιωσε άσχημα που ο Fernando επέλεξε άλλο δικηγόρο και όχι τον ΜΕ1 και προσφέρθηκε να τον πληρώσει από τον μισθό της, αλλά αυτός της είπε ότι δεν ήθελε οποιαδήποτε πληρωμή. Αυτό αντανακλάται και στα μηνύματα στο τεκμήριο 9 όταν της απάντησε «Νο problem Saku» που σημαίνει ότι δεν ήθελε οποιαδήποτε χρήματα, κάτι που ο ΜΕ1 επανέλαβε και την επόμενη μέρα. Στο τεκμήριο 9 περιλαμβάνονται μηνύματα τα οποία στάληκαν την Μεγάλη Παρασκευή όταν η Εναγόμενη πήγε στο γραφείο του ΜΕ1 διότι ο ΜΕ1 απαιτούσε να εργάζεται και στο γραφείο του εκτός από το σπίτι του. Έχει φωτογραφίες του γραφείου του τις οποίες έδωσε στο Γραφείο Εργασίας μαζί με την επιστολή παραπόνου της. Έτσι η προσπάθεια του ΜΕ1 να δείξει ότι τα μηνύματα της Μεγάλης Παρασκευής καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη ότι πήγε στο γραφείο του για να πληρώσει το ισχυριζόμενο τιμολόγιο δεν είναι ορθή και ο ΜΕ1 εσκεμμένα προσπαθεί να παρασύρει το Δικαστήριο. Εν τέλει, τα χρυσαφικά που έφερε ο Fernando, τα έδωσε στην Εναγόμενη η μητέρα του Fernando η οποία τα πήρε από τον τελευταίο όταν τον επισκέφθηκε καθόσον ήταν υπό κράτηση. Ο Fernando καταδικάστηκε και απελάθηκε από την Κύπρο. Δεν γνωρίζει που βρίσκεται τώρα. Ο ΜΕ1 δεν αντιπροσώπευσε ποτέ τον Fernando. Δεν μίλησε στον Fernando από τις 24/03/2018 μέχρι τις 26/03/2021, δεν πιστεύει ότι ο Fernando είπε στον ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη είχε συμφωνήσει να πληρώσει όλα τα έξοδα του ΜΕ1 και δεν μίλησε ούτε τηλεφωνικώς με τον Fernando ενόσω αυτός ήταν υπό κράτηση. Ήταν παρούσα στο Δικαστήριο την 26/3/2018 και ο Fernando ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο στον ΜΕ
- Η Εναγόμενη ρώτησε τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο αν του οφείλονταν χρήματα και ο τελευταίος είπε όχι. Είπε ότι πήγε να βοηθήσει επειδή η Εναγόμενη ήταν υπάλληλος της συζύγου του. Στις 27/3/2018 έστειλε το μήνυμα στον ΜΕ1 επειδή τον λυπήθηκε που ο Fernando τον απέρριψε σαν δικηγόρο του και πρότεινε να πληρώσει, αν του οφειλόταν κάτι, και όπως φαίνεται από την απάντηση του ΜΕ1, δεν ζήτησε πληρωμή. Η απάντηση του σήμαινε ότι δεν ήθελε πληρωμή. Αυτό της το επιβεβαίωσε και την επόμενη μέρα όταν τον είδε. Ουδέποτε της τηλεφώνησε ο ΜΕ1 για να της πει ότι θα χρέωνε €500 πλέον ΦΠΑ και ότι θα έπρεπε να πληρώσει την εταιρεία του, την Ενάγουσα. Δεν απάντησε ότι θα πλήρωνε στο γραφείο του. Ήταν στο σπίτι του κάθε μέρα από τις 1 μ.μ. μέχρι τις 10 μ.μ. το βράδυ και θα μπορούσε να τον πληρώσει εκεί. Πήγαινε στο γραφείο του κάθε Τρίτη και Παρασκευή το πρωί για να το καθαρίσει και δεν πήγε για να πληρώσει το τιμολόγιο. Ο ΜΕ1 της πλήρωσε τους μισθούς του Μάρτη, του Απρίλη και του Μαΐου του 2018, χωρίς να αναφέρει ότι η Εναγόμενη του χρωστούσε οποιαδήποτε χρήματα για εκδοθέν τιμολόγιο. Επαναλαμβάνει ότι δεν πήγε την Μεγάλη Παρασκευή στο γραφείο του ΜΕ1 για να πληρώσει οποιοδήποτε τιμολόγιο, αλλά πήγε για να καθαρίσει το γραφείο και δεν υπήρχε κανένας για να της ανοίξει την πόρτα. Δεν ήταν η συμπεριφορά της που άλλαξε μετά το Πάσχα του
- Ο ΜΕ1 πολλές φορές αργούσε να πληρώσει το μισθό της και η συμπεριφορά του ΜΕ1 και της συζύγου του απέναντι στην Εναγόμενη ήταν κακή. Την 21/6/2018 η Εναγόμενη έφυγε από το σπίτι μετά που η σύζυγος του ΜΕ1 της ζήτησε να φύγει και να μην επιστρέψει ξανά. Από την 21/6/2018 μέχρι τις 8/8/2018, ο ΜΕ1 και η σύζυγος του αρνούνταν να της δώσουν αποδέσμευση (release) και να της πληρώσουν τα οφειλόμενα για την εργασία της. Αναγκάστηκε και ζήτησε από τον δικηγόρο της να προχωρήσει με υπόθεση στο γραφείο εργασίας και τότε ήταν που ο ΜΕ1 αναγκάστηκε να την πληρώσει και η σύζυγος του να υπογράψει την αποδέσμευση. Επισυνάπτει αντίγραφο του παραπόνου της στο γραφείο εργασίας ως τεκμήριο. Εξ όσων γνωρίζει, η σύζυγος του ΜΕ1 δεν καταχώρησε απάντηση στο παράπονο της με την οποία να το αμφισβητεί. Η συμπεριφορά του ΜΕ1 στο γραφείο εργασίας ήταν απαράδεκτη. Εκδικητικά τους είπε ότι είχε επιδότη ο οποίος περίμενε έξω από το γραφείο εργασίας για να της επιδώσει την αγωγή. Ο ΜΕ1 ενεργούσε εκδικητικά επειδή η Εναγόμενη έλαβε μέτρα για να της πληρώσουν ο ΜΕ1 και η σύζυγος του τα οφειλόμενα. Ούτε ο ΜΕ1 ούτε η ΜΕ2 την ενημέρωσαν για την ύπαρξη του τιμολογίου. Αντίθετα έμαθε για το τιμολόγιο πρώτη φορά όταν της επιδόθηκε η αγωγή. Οποιαδήποτε χρέωση θα έπρεπε να ήταν προς τον Fernando και όχι προς την Εναγόμενη. Δεν υπέγραψε οποιοδήποτε διορισμό ή άλλη συμφωνία με την Ενάγουσα η οποία θα ήταν αναγκαία σε τέτοιες περιπτώσεις για οποιοδήποτε δικηγόρο που αναλαμβάνει κάποια υπόθεση. Ο ΜΕ1 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε επιστολή απαίτησης. Το τιμολόγιο δεν αναφέρει τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν, αναφέρει απλά «νομικές υπηρεσίες» και δεν φέρει την υπογραφή της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη ήταν κάθε μέρα στο σπίτι του και θα μπορούσε να της το δώσει και να της ζητήσει να το υπογράψει. Δούλευε και στο γραφείο του. Δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με την ΜΕ2 σε σχέση με το ισχυριζόμενο τιμολόγιο. Η ΜΕ2 δεν είχε λόγο να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς. Θα μπορούσε να της δώσει το τιμολόγιο όταν ήταν εκεί, δύο φορές την εβδομάδα και να της ζητήσει να το υπογράψει. Η Μαρτυρία του Πολύδωρου Μιχαήλ (ΜΥ1) Είναι ο δικηγόρος της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη τον πληροφόρησε ότι τον Ιούνιο του 2017 άρχισε να εργάζεται στο σπίτι του ΜΕ
- Του ανέφερε ότι της υποσχέθηκε ότι θα της εξασφάλιζε άδεια παραμονής. Ο ΜΕ1 της είχε πει ότι ήταν δικηγόρος στο Τμήμα Αλλοδαπών. Μετά την πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος ο ΜΕ1 είτε εσκεμμένα, είτε λόγω αμέλειας, δεν προχώρησε στην γρήγορη εξασφάλιση άδειας παραμονής. Του τηλεφώνησε για να μάθει περισσότερες πληροφορίες αλλά ο τρόπος του ΜΕ1 ήταν κάκιστος. Ήταν φανερό ότι δεν είχε καταχωρήσει την αίτηση στο Τμήμα Αλλοδαπών. Ακολούθως, η Εναγόμενη τον ενημέρωσε ότι υπάλληλος του Τμήματος Αλλοδαπών της τηλεφώνησε για να ρωτήσει που εργάζεται, μήνες μετά που άρχισε να εργάζεται στο σπίτι του ΜΕ1 και εκείνη του έδωσε το τηλέφωνο του ΜΕ1 για να επικοινωνήσει μαζί του. Το γραφείο του ΜΥ1 είναι πολύ κοντά στο γραφείο της Ενάγουσας. Πρόσεξε αρκετές φορές την Εναγόμενη να βρίσκεται στο δρόμο στην Θεμιστοκλή Δέρβη έξω από το γραφείο. Όταν την ρώτησε σχετικά, εκείνη του ανέφερε ότι ο ΜΕ1 την ανάγκαζε να καθαρίζει τα γραφεία της Ενάγουσας. Του ανέφερε πάρα πολλές φορές η Εναγόμενη ότι ο ΜΕ1 και η σύζυγος του δεν την πλήρωναν έγκαιρα και την πλήρωναν σχεδόν πάντα καθυστερημένα. Ο ΜΥ1 όμως την συμβούλεψε ότι ήταν καλύτερα να μην επιλέξει την νομική οδό αλλά να προσπαθήσει να πληρωθεί με καλό τρόπο. Δεν του ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με τιμολόγιο της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη για νομικές υπηρεσίες, κάτι που φυσιολογικά θα του ανέφερε, αν πράγματι είχε έρθει στην αντίληψη της τέτοιο τιμολόγιο, εφόσον ήταν ο δικηγόρος της ούτως ώστε να την συμβουλέψει. Η Εναγόμενη του είχε αναφέρει για κάποιο Fernando που θα της έφερνε κάποια από τα χρυσαφικά της από την Σρι Λάνκα στην Κύπρο και ότι είχε συλληφθεί στο αεροδρόμιο. Τα χρυσαφικά της τα παρέλαβε η μητέρα του Fernando η οποία στην συνέχεια τα παρέδωσε στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη μου είχε αναφέρει για την υπόθεση του Fernando και ότι ο ίδιος και η μητέρα του πίστευαν ότι ο ΜΕ1 θα μπορούσε να βοηθήσει τον Fernando εφόσον ο ΜΕ1 είχε πει στην Εναγόμενη ότι ήταν δικηγόρος και εργαζόταν στο τμήμα Αλλοδαπών. Ακολούθως, του ανάφερε ότι την υπόθεση ανέλαβε τελικά άλλη δικηγόρος και ότι ο ΜΕ1 δεν ήθελε να πληρωθεί εφόσον πήγε απλά για να βοηθήσει. Η Εναγόμενη του ανέφερε τον Ιούνιο του 2018 ότι η σύζυγος του ΜΕ1 την έδιωξε από το σπίτι της και της συμπεριφέρθηκε πολύ άσχημα, χωρίς κανένα λόγο. Του ανέφερε επίσης ότι μίλησε με τον ΜΕ1, μετά που σταμάτησε να εργάζεται στο σπίτι του και αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να της καταβάλει τα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά για την εργασία της. Έτσι ο ΜΥ1 καταχώρησε παράπονο εκ μέρους της Εναγομένης στο Γραφείο Εργασίας, το οποίο αποφάσισε για το ποσό που η Εναγόμενη θα έπρεπε να της πληρωθεί και υπογράφτηκε το έγγραφο αποδέσμευσης. Η συμπεριφορά του ΜΕ1 κατά την εν λόγω διαδικασία ήταν απαράδεκτη. Ο ΜΕ1 αποφάσισε εκδικητικά να καταχωρήσει αβάσιμη αγωγή εναντίον της Εναγομένης όταν αναγκάστηκε να της πληρώσει τα δεδουλευμένα της, μετά από την απόφαση του γραφείου εργασίας. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι αν και αμφότεροι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τους ομνύοντες της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Αφενός, ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι, μέσω της αξιόπιστης μαρτυρίας που προσφέρθηκε από πλευράς της Ενάγουσας, αποδεικνύεται η σύναψη προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την προσφορά νομικών υπηρεσιών από την Ενάγουσα στον Fernando, με την Εναγόμενη να αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει το κόστος των εν λόγω υπηρεσιών καθώς επίσης και η διάρρηξη της από την Εναγόμενη. Αφετέρου, ο συνήγορος της Εναγόμενης εισηγήθηκε ότι, οι όποιες υπηρεσίες προσφέρθηκαν, ήταν προς όφελος τρίτου προσώπου και η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα για την παροχή οποιωνδήποτε νομικών υπηρεσιών από την τελευταία προς όφελος της πρώτης, έναντι ανταλλάγματος. Έχοντας διεξέλθει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν αλλά και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας επίσης υπόψη μου και το τι συνεπάγεται για την εκδοχή του κάθε διαδίκου η μη αντεξέταση των ομνυόντων της άλλης πλευράς (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Για το θέμα αυτό παραθέτω επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Περατικού ν Ελληνικής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 287/2013, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2021: «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Σκορδής ν Λάντου και Άλλων, ΠΕ 429/12, ημ. 22.4.20, ECLI:CY:AD:2020:A127, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλων
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296, Adidas v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, 388-389).» Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του το έχει αποσείσει, στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360). Το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς, δεν συνεπάγεται ότι ατονούν οι κανόνες απόδειξης, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα προσεγγίσει, θα αξιολογήσει και θα αποκλείσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπω επίσης στις πρόνοιες της Δ.30 Κ.5
(5)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση οποτεδήποτε καταχωρείται γραπτή μαρτυρία για υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Σημειώνω, καταρχάς, ότι αντιπαραβάλλοντας τα δικόγραφα με την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι και οι δύο πλευρές έχουν καταθέσει μαρτυρία η οποία εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων, ως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα. Έχει προ πολλού εμπεδωθεί ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν επεκτείνεται στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Η απουσία συνεπώς του αναγκαίου αυτού υποβάθρου, που να καλύπτει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, συνεπάγεται και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί τους θα πρέπει να αγνοηθούν. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα περιοριστεί στα σημεία της μαρτυρίας που αφορούν στα επίδικα θέματα (βλ. Slopodan v Radivojenik
(1998)1 ΑΑΔ 1162, Al Ittihad al Watani κ.α. ν Παπαδοπούλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 AAΔ 974, Mirza Feiz Hasan ν. Μιχάλη Ανδρέου, Πολιτική Έφεση αρ. 2/11, απόφαση ημερομηνίας 2/12/2015, Ρασποπούλου ν Μακρή, Πολιτική Έφεση αρ. 287/2015, απόφαση ημερομηνίας 11 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:B171). Συγκεκριμένη αναφορά γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο. Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας και παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Η εκδοχή του ΜΕ1, όπως αυτή προβλήθηκε κατά την ακρόαση και ορισμένοι από τους βασικούς ισχυρισμούς του δεν έχουν αντικρουστεί. Συγκεκριμένα, οι θέσεις του μάρτυρα αναφορικά με την ιδιότητα της Ενάγουσας, οι ενέργειες του σε σχέση με την υπόθεση απέλασης του Fernando και ότι μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την 26/3/2018 καθώς επίσης και η έκδοση του τιμολογίου, αυτή καθ' αυτή, δεν έχουν αμφισβητηθεί και δεν έχουν αντικρουστεί με αντίθετη μαρτυρία. Μάλιστα η Εναγόμενη αποδέχεται ότι ο ΜΕ1 μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, πλην όμως αναφέρει ότι μετέβη και η ίδια μαζί του. Ούτε και το γεγονός ότι ανταλλάχθηκαν τα μεταξύ τους μηνύματα ως το τεκμήριο 9 έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη, η οποία περιορίστηκε να αναφέρει ότι αυτά παρατίθενται αποσπασματικά. Παρά τα πιο πάνω, προκύπτει διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας και της εκδοχής που εν τέλει προωθήθηκε κατά την ακρόαση. Τούτο διότι, ενώ με το δικόγραφο της η Ενάγουσα ισχυρίζεται και αφήνει να νοηθεί ότι η Εναγόμενη ζήτησε τις νομικές υπηρεσίες της Ενάγουσας και κατόπιν συμφωνίας εξουσιοδότησε και διόρισε την Ενάγουσα για να προβεί στα δέοντα νομικά μέτρα που αφορούσαν στην διαφορά της Εναγόμενης με τρίτο ομοεθνή της και ότι οι υπηρεσίες αυτές προσφέρθηκαν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, ο ΜΕ1, με την μαρτυρία του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα την παροχή νομικών υπηρεσιών προς όφελος του εν λόγω τρίτου ομοεθνούς της, ήτοι του Fernando, προσδοκώντας ότι με την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών θα διευθετείτο και η παραλαβή από την Εναγόμενη των αντικειμένων και χρηματικών ποσών που ο Fernando είχε στην κατοχή του, με ανάληψη υποχρέωσης από την Εναγόμενη για εξόφληση του κόστους των υπηρεσιών αυτών. Είναι θεωρώ περιττό να επισημάνω ότι πολύ διαφορετική, είναι η περίπτωση όπου η Εναγόμενη διορίζει και εξουσιοδοτεί την Ενάγουσα να λάβει μέτρα εκ μέρους της σε σχέση με τη διαφορά της με τον ομοεθνή της, από την περίπτωση πoυ εν τέλει προωθήθηκε, ότι δηλαδή η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να παρέχει τις υπηρεσίες της προς όφελος του Fernando, με ανάληψη της υποχρέωσης από την Εναγόμενη να εξοφλήσει το κόστος των υπηρεσιών αυτών. Ως προς το πως τυχόν διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας επηρεάζει την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής, παραπέμπω στην απόφαση στη Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ
- Άλλωστε, λαμβανομένων υπόψη των νομικών συμπερασμάτων που δύναται να εξαχθούν αναλόγως του ποια είναι πραγματικά η περίπτωση, η διάσταση αυτή μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας δεν μπορεί να κριθεί επουσιώδης αφού διαφορετική είναι η συμβατική ευθύνη της Εναγόμενης δυνάμει σύναψης σύμβασης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης για την εκπροσώπηση της τελευταίας και άλλη η ευθύνη της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα σε σχέση με σύμβαση που αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών σε τρίτο πρόσωπο και ανάληψης, από την Εναγόμενη, της υποχρέωσης να καλύψει οποιοδήποτε οφειλόμενο, από το τρίτο πρόσωπο, ποσό. Πέραν όμως της πιο πάνω διάστασης, μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας, σημειώνω επίσης ότι καμία αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης στις απαραίτητες λεπτομέρειες που απαιτούνται στις περιπτώσεις όπου αγωγή βασίζεται σε παράβαση σύμβασης, όπως συμβαίνει στην παρούσα. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης οι συγκεκριμένες υπηρεσίες που συμφωνήθηκαν να παρασχεθούν και ακολούθως παρασχέθηκαν αλλά ούτε και γίνεται αναφορά σε συμφωνηθείσα αμοιβή της Ενάγουσας. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση EUROGAL SURVEYS LTD v D. TRADE INTERNATIONAL LTD, Πολιτική Έφεση αρ. 348/2009, απόφαση ημερομηνίας 17/10/2014, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα όμως με τους ορθούς δικογραφικούς κανόνες και τις επιταγές της Δ.19 θ.22 και Δ.19 θ.20, όπου γίνεται επίκληση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ των διαδίκων και η σχέση αυτή εξυπακούεται από μια σειρά επιστολών ή επικοινωνιών ή άλλως πως, θεωρείται αρκετό να καταγραφεί ο ισχυρισμός αυτός ως γεγονός και να γίνει γενική αναφορά στις επιστολές ή τις επικοινωνίες αυτές. Όπως περαιτέρω εξηγείται στον Bullen & Leake: Precedents of Pleadings12η έκδ. σελ. 57, όπου η αγωγή βασίζεται στη ρήξη συμβολαίου ή συμφωνίας, τόσο οι ουσιώδεις όροι της συμφωνίας, όσο και αν η συμφωνία έγινε γραπτώς ή μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορικώς, θα πρέπει να αναφέρονται. Ιδιαίτερα πρέπει η απαίτηση να δείχνει με τις αναγκαίες λεπτομέρειες ότι διαρρήχθηκε το συμβόλαιο και με ποιο τρόπο ώστε να καταλήξει ο ενάγων στο μέρος εκείνο του δικογράφου του όπου επιδιώκει τις ανάλογες θεραπείες. Επίσης στο Annual Practice 1970, σελ. 262, αναγράφεται ότι όπου η βάση της αγωγής εδράζεται σε συμφωνία πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία, τα ονόματα των μετεχόντων σ' αυτή και η αντιπαροχή. Και περαιτέρω σε εξυπακουόμενα συμβόλαια ή συμφωνίες όταν αυτά συνάγονται από διαβουλεύσεις, συναντήσεις ή γενικές περιστάσεις είναι αρκετή η ένθεση του ισχυρισμού ότι έγινε το συμβόλαιο ή η συμφωνία και η συναγωγή του γενικά από έγγραφα. Έπεται ότι οι εφεσίβλητοι ως ενάγοντες δεν επιτέλεσαν ορθά το καθήκον τους για την εξαρχής καταγραφή ορθής δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης που περιέχετο στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε με το έντυπο της Δ.2 θ.6.» (υπογράμμιση δική μου) Βάσει των ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μόνο μερικώς στην μαρτυρία του ΜΕ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία της ΜΕ2 αφορούσε κυρίως στις οδηγίες που έλαβε από τον ΜΕ1 και την συνεπακόλουθη έκδοση του τιμολογίου καθώς επίσης και στις οχλήσεις της προς την Εναγόμενη για την εξόφληση του. Οι αναφορές της ΜΕ2 αναφορικά με την έκδοση του επίδικου τιμολογίου υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, αλλά και τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε με την μαρτυρία του σε σχέση με την έκδοση του τιμολογίου. Κρίνω συνεπώς ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στην μαρτυρία της ΜΕ2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στρέφομαι τώρα στην μαρτυρία της Εναγόμενης. Πρέπει καταρχάς να λεχθεί ότι η μαρτυρία της συνίσταται, κατά το μεγαλύτερο μέρος της σε σχολιασμό και αναφορές ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 είναι αναληθής και ψευδής. Οι συγκεκριμένες αναφορές της δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και κατά συνέπεια αγνοούνται. Δεν εναπόκειται στην Εναγόμενη, η οποία είναι μάρτυρας γεγονότων, να αξιολογήσει και να εκφέρει την άποψη της επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Παρατηρώ επίσης ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της αφορά στην εργοδότηση της από τον ΜΕ1 και την σύζυγο του και γεγονότα τα οποία, κατ' ισχυρισμό, έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της εργοδότησής της. Οι εν λόγω αναφορές όμως δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα και συνεπώς θα αγνοηθούν. Οι δε αναφορές της για τα όσα έλαβαν χώρα κατά την 26/3/2018 και συγκεκριμένα ότι μετέβη μαζί με τον ΜΕ1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, δεν συνάδουν με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, σύμφωνα με το οποίο κατά την πιο πάνω ημερομηνία αποτάθηκε στον ΜΕ1 ρωτώντας τον τι γίνεται με την υπόθεση. Η εκδοχή όμως της Εναγόμενης επί της ουσίας της, ότι δηλαδή καμία συμβατική σχέση είχε με την Ενάγουσα ουδέποτε παρέκκλινε από τους ισχυρισμούς, τους οποίους προώθησε τόσο με την υπεράσπιση της όσο και με την μαρτυρία της, ήτοι ότι δεν ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας και ουδέποτε συμβλήθηκε μαζί της και ουδέποτε ζήτησε τις υπηρεσίες της Ενάγουσας. Μάλιστα, οι συγκεκριμένες θέσεις της Εναγόμενης φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από την εκδοχή που εν τέλει προωθήθηκε από την Ενάγουσα κατά την ακρόαση, ήτοι ότι δεν είναι στην ίδια που προσφέρθηκαν οι νομικές υπηρεσίες της Ενάγουσας αλλά αυτές προσφέρθηκαν σε τρίτο πρόσωπο. Στρέφομαι τέλος στην μαρτυρία του ΜΥ
- Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, ένας δικηγόρος, ως λειτουργός της δικαιοσύνης, δεν μπορεί να ενεργεί ταυτόχρονα ως δικηγόρος και ως μάρτυρας γεγονότων και η ανάμειξη των ρόλων αυτών είναι ανεπίτρεπτη (βλ. In re Efthymiou
(1987)1 CLR 329, Δημητρίου κ.α. ν Sidorenko
(2011)1 ΑΑΔ 1095). Σημειώνω ότι όταν το ζήτημα αυτό εγέρθηκε από το ίδιο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση, ο ΜΥ1 αντικαταστάθηκε από τον κ. Ανδρέου ο οποίος εμφανίστηκε, εν τέλει, για σκοπούς κατάθεσης των γραπτών αγορεύσεων. Το γεγονός όμως αυτό δεν διαφοροποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα, εφόσον ο κ. Ανδρέου εμφανίστηκε στην διαδικασία εκ μέρους του ΜΥ1 που είναι ο δικηγόρος της Εναγόμενης βάσει Σημειώματος Εμφάνισης και ο οποίος χειρίστηκε εξ ολοκλήρου την υπόθεση εκ μέρους της, μέχρι και την ακρόαση της αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω και συγκεκριμένα λόγω της διπλής αυτής ιδιότητας του ΜΥ1, η μαρτυρία του θα αγνοηθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και να μην αγνοείτο η μαρτυρία του, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ενόψει του ότι αυτή περιορίζεται στην παράθεση ισχυρισμών γεγονότων που δεν σχετίζονται με τα επίδικα αλλά και στην επανάληψη των όσων η Εναγόμενη του ανέφερε κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους. Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα είναι δικηγορική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και στο μητρώο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εδρεύει στην Λευκωσία και διατηρεί και γραφείο στη Λεμεσό και παρέχει υπηρεσίες νομικής φύσεως. Κατά την 26/3/2018, ο ΜΕ1 επικοινώνησε με τις αρμόδιες αρχές, μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και συνάντησε τον Fernando για σκοπούς εκπροσώπησης του στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης που ο τελευταίος αντιμετώπιζε. Μεταξύ του ΜΕ1 και της Εναγόμενης ανταλλάχθηκαν τηλεφωνικά μηνύματα ως το Τεκμήριο 9. Μεταξύ άλλων μηνυμάτων, η Εναγόμενη απέστειλε στον ΜΕ1 την 27/03/2018 και ώρα 13:57, το ακόλουθο μήνυμα: «Am very sorry Ι will pay sir you westing your time. For give me sir.» Την 30/3/2018, η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Εναγόμενη το τιμολόγιο ημερομηνίας 30/3/2018, με αριθμό τιμολογίου 3003-2018 για το ποσό των €500.00 (πεντακοσίων Ευρώ) πλέον Φ.Π.Α., ήτοι για το συνολικό ποσό των €595.00 (πεντακοσίων ενενήντα πέντε Ευρώ). Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτηση του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφα του (βλ. Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε παράβαση σύμβασης από την Εναγόμενη. Κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο συνομολογήθηκε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων με σαφή πρόταση από την Ενάγουσα, αποδοχή από την Εναγόμενη και συμφωνηθείσα αντιπαροχή για τις υπηρεσίες της Ενάγουσας προς όφελος της Εναγόμενης. Στην απόφαση Γεωργίου ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794 λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο υπάρχει πρόταση ή πρόσκληση για σύναψη σύμβασης ή για διαπραγμάτευση είναι θέμα πραγματικό που κρίνεται αντικειμενικά, ανεξάρτητα δηλαδή από τις υποκειμενικές προθέσεις των μερών. Αν δύο πρόσωπα δημιουργούν με τις ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους την εντύπωση σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο ότι, με τις επαφές που είχαν, κατέληξαν σε μια άλφα σύμβαση, τότε η σύμβαση θεωρείται ως έγκυρη και δεσμευτική παρά τις τυχόν περί του αντιθέτου πραγματικές προθέσεις του ενός ή του άλλου (objective test of intention or agreement).» Όπως δε αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο» του Π. Πολυβίου, Τόμος Α', σελ. 104: «Δεν είναι με την ανίχνευση και διαπίστωση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τις ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους.» Σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα αλλά και δεδομένης της διαπίστωσης ότι η εκδοχή που προωθήθηκε τελικά από την Ενάγουσα αναφορικά με την συνομολόγηση της ισχυριζόμενης σύμβασης, ως αυτή προωθήθηκε από τον ΜΕ1, βρίσκεται σε διάσταση με την δικογραφημένη εκδοχή της, δεν προκύπτει η ύπαρξη σαφούς πρότασης από την Ενάγουσα και σαφούς αποδοχής από πλευράς Εναγόμενης για την παροχή νομικών υπηρεσιών προς όφελος της τελευταίας. Ούτε και μπορώ να καταλήξω κατά τρόπο θετικό αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικής πρόθεσης των διαδίκων αναφορικά με το ύψος αμοιβής για προσφερθείσες υπηρεσίες της Ενάγουσας. Καταλήγω συνεπώς ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών, οποιαδήποτε συμφωνία για το ύψος της χρέωσης της και κατ' επέκταση την αξίωση της. Αντίθετα, η εκδοχή της Εναγόμενης, ότι καμία συμβατική σχέση είχε με την Ενάγουσα γίνεται αποδεκτή ως πιο πιθανή παρά όχι. Παρενθετικά αναφέρω επίσης ότι παρά το γεγονός ότι, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, έκρινα ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται επαρκώς ότι υπήρχε πράγματι συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, το αξιούμενο ποσό δεν διεκδικείται και ως εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες της Ενάγουσας. Συνεπώς απουσιάζει το απαραίτητο υπόβαθρο που θα δικαιολογούσε την εξέταση του κατά πόσο το αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό συνιστά εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες. Ούτε και έχει αποδειχθεί, κατά την εκτίμηση και κρίση μου, ότι η Εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση για εξόφληση του όποιου τυχόν οφειλόμενου ποσού, αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο που απέστειλε το μήνυμα ημερομηνίας 27/3/2018 είχε συμφωνηθεί και η εναγόμενη γνώριζε για το κόστος των υπηρεσιών της Ενάγουσας, η οποία εξάλλου εξέδωσε το τιμολόγιο 3 ημέρες αργότερα. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει νομολογηθεί, η αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί αυτοτελή βάση αγωγής (βλ. Ιγνατίου κ.α. ν Λεμονάρη
(2004)1 ΑΑΔ 1562) και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Τέλος, η προώθηση της αγωγής δυνάμει εκδοθέντος τιμολογίου, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την απόδοση της αξιούμενης θεραπείας αφού σύμφωνα με τη νομολογία, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Ζήνων H Κωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 ΑΑΔ 462). Αυτό που είχε, εν προκειμένω, πρωταρχική σημασία ήταν το κατά πόσο αποδεικνύεται η σύναψη προφορικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και διάρρηξης της από την Εναγόμενη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο