← Κύπρος

ΧΑΡΑΣ ΛΟΪΖΟΥ ν. AIG EUROPE S.A., Αρ. Αγωγής: 342/2020, 1/11/2022

ΧΑΡΑΣ ΛΟΪΖΟΥ ν. AIG EUROPE S.A., Αρ. Αγωγής: 342/2020, 1/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 342/2020 Μεταξύ: ΧΑΡΑΣ ΛΟΪΖΟΥ Ενάγουσας και AIG EUROPE LIMITED (Cyprus Branch) Εναγόμενης ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ Δ.25 ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΧΑΡΑΣ ΛΟΪΖΟΥ Ενάγουσας και AIG EUROPE S.A. Εναγόμενης Ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Μ. Κλεάνθους Για την Εναγόμενη: κ. Σ. Φλουρέντζος για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €887,30 ως ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία αμέλειας και/ή παράβασης των θέσμιων καθηκόντων του ασφαλισμένου από την Εναγόμενη οδηγού. Αξιώνει περαιτέρω την επιδίκαση νόμιμου τόκου και εξόδων. Παρενθετικά σημειώνω ότι, μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και πριν την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της Εναγόμενης, η Ενάγουσα καταχώρησε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα δυνάμει των προνοιών του Καν. 1 της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας με το οποίο τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής και συγκεκριμένα η ονομασία της Εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησής της, κατά ή περί την 11/9/2019 και περί ώρα 12:40, η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημά της (το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως το «όχημα Α») νόμιμα και κανονικά στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας ‑ Λεμεσού, ακολουθώντας το προπορευόμενο όχημα το οποίο οδηγείτο από τον ασφαλισμένο από την Εναγόμενη οδηγό (στο εξής το «όχημα Β»). Το όχημα Β εισήλθε στην αριστερή λωρίδα και ενώ η Ενάγουσα οδηγώντας το όχημα Α τον προσπερνούσε, το όχημα Β εισήλθε ξανά στην δεξιά λωρίδα με αποτέλεσμα η μπροστινή δεξιά πλευρά και το καθρεφτάκι του οχήματος Β να συγκρουστεί με την πίσω αριστερή πλευρά του οχήματος Α, προκαλώντας στο τελευταίο υλικές ζημιές. Παρατίθενται ακολούθως οι ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του οδηγού του οχήματος Β, καθώς επίσης και οι ισχυριζόμενες λεπτομέρειες υλικών και ειδικών ζημιών της Ενάγουσας, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: α) Ισιώματα, Βαψίματα, Εργατικά: €797,30 β) Έξοδα εκτιμήσεως των υλικών ζημιών του οχήματος Α: €90,00 Σύνολο €887,30 Με την Υπεράσπισή της, η Εναγόμενη παραδέχεται τόσο την ιδιότητα της Ενάγουσας, ως ιδιοκτήτρια και οδηγός του οχήματος Α, όσο και την δική της ιδιότητα ως ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα Β αλλά και ενάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 96(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί. Παραδέχεται περαιτέρω ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στον αναφερόμενο τόπο, επισυνέβη ατύχημα μεταξύ του οχήματος Α, το οποίο οδηγείτο από την Ενάγουσα, και του οχήματος Β, το οποίο οδηγείτο από τον ασφαλισμένο από την Εναγόμενη οδηγό. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν έλαβαν χώρα ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, αλλά ως ακολούθως: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οδηγός του οχήματος Β οδηγούσε το όχημά του κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας ‑ Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό κρατώντας νόμιμα και κανονικά την μεσαία από τις τρεις λωρίδες πορείας και η Ενάγουσα ακολουθούσε το όχημα Β. Σε κάποια στιγμή, η Ενάγουσα στην προσπάθειά της να προσπεράσει το όχημα Β κτύπησε και/ή συγκρούστηκε με το όχημα Β προκαλώντας το επίδικο ατύχημα. Παραθέτει ακολούθως, η Εναγομένη, τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης του νόμου και κανονισμών που καταλογίζει στην Ενάγουσα. Αρνείται τέλος τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με τις ζημιές που η τελευταία ισχυρίζεται ότι υπέστη. Με την Απάντησή της, η Ενάγουσα αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών της Εναγόμενης και τις λεπτομέρειες αμέλειας που η Εναγόμενη δικογραφεί και επαναλαμβάνει ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του ασφαλισμένου από την Εναγόμενη οδηγού και ότι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 11/9/2019 επεσυνέβησαν ως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησής της. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Λόγω του ύψους της αξίωσης, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας. Από πλευράς Ενάγουσας καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της ίδιας. Τα όσα η Ενάγουσα ανέφερε μέσω της δήλωσής της μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος Α. Παρουσίασε προς τούτο αντίγραφο του πιστοποιητικού ιδιοκτησίας του οχήματος ως Τεκμήριο
  1. Η δε Εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για ευθύνη έναντι τρίτου στο όχημα Β, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας. Την 11/9/2019 και ώρα 12:40 η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημά της νόμιμα και κανονικά εντός της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας ‑ Λεμεσού ακολουθώντας το όχημα Β το οποίο ακολούθως μπήκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία της. Ενώ το προσπερνούσε, το όχημα Β επανήλθε στην δεξιά λωρίδα με αποτέλεσμα να χτυπήσει με την δεξιά πλευρά και το καθρεφτάκι του στο αριστερό πισινό φτερό, αριστερή πισινή πόρτα, αριστερή μπροστινή πόρτα και αριστερό μπροστινό φτερό του οχήματος Α. Από την σύγκρουση, το όχημά της, υπέστη ζημιές στο αριστερό μπροστινό φτερό, στην αριστερή μπροστινή πόρτα, αριστερό πισινό φτερό και αριστερό διακοσμητικό φτερό. Αποτέλεσε περαιτέρω ισχυρισμό της ότι, κατά την προσπάθεια του οδηγού του οχήματος Β να επανέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, το όχημα Β χτύπησε αρχικά στο αριστερό πισινό φτερό και ακολούθως στην αριστερή πισινή πόρτα, αριστερή μπροστινή πόρτα και κατέληξε στο αριστερό πισινό φτερό. Ήταν η θέση της ότι ο οδηγός του οχήματος Β, ενώ άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στην αριστερή, επιχείρησε να επανέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να ελέγξει από το δεξιό καθρεφτάκι του κατά πόσο η τρίτη λωρίδα ήταν ελεύθερη, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο όχημα Α την στιγμή που τον προσπερνούσε. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι ο οδηγός του οχήματος Β παρέλειψε να ελέγξει το δρόμο και συγκεκριμένα την τρίτη λωρίδα προτού επιχειρήσει να αλλάξει λωρίδα από αριστερά στα δεξιά, ενώ τον προσπερνούσε η Ενάγουσα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο όχημά της. Ο οδηγός του οχήματος Β παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα προτού αρχίσει την προσπάθειά του να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας από τα δεξιά στα αριστερά και ακολούθως από τα αριστερά στα δεξιά. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο οδηγός του οχήματος Β ήταν αδιάφορος, απρόσεκτος και αφηρημένος με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα Α. Το επίδικο ατύχημα εξετάστηκε από λειτουργό της εταιρείας Rescueline ο οποίος ετοίμασε έκθεση και σχέδιο το οποίο παρουσιάζει τον τρόπο που έγινε το ατύχημα και έλαβε φωτογραφίες από τη σκηνή του ατυχήματος. Η Ενάγουσα παρουσίασε τα εν λόγω έγγραφα και φωτογραφίες ως Τεκμήριο
  2. Η Ενάγουσα αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των φωτογραφιών τις οποίες αρίθμησε και οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  3. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στη φωτογραφία 1 απεικονίζεται ο αυτοκινητόδρομος στον οποίο έγινε το ατύχημα. Στη φωτογραφία 2 φαίνονται οι ζημιές στο δεξιό καθρεφτάκι, και δεξιά μπροστινή πόρτα του οχήματος Β. Στις φωτογραφίες 3 και 4 φαίνεται το όχημα Α και οι ζημιές που αυτό υπέστη στο αριστερό πισινό φτερό (πάνω από τον τροχό), στην αριστερή πισινή πόρτα και στην αριστερή μπροστινή πόρτα. Ανέφερε, παραπέμποντας στις φωτογραφίες 3 και 4, ότι η σύγκρουση έγινε στο αριστερό πισινό φτερό, πάνω από τον τροχό και κατέληξε στις αριστερές πισινές πόρτες μέχρι το αριστερό μπροστινό φτερό το οποίο όμως, δεν διακρίνεται στις εν λόγω φωτογραφίες. Τέλος, ανέφερε ότι η αποκατάσταση των ζημιών του οχήματος Α, ήτοι εξαρτήματα, ισιώματα, μπογιατίσματα και εργατικά, κόστισαν €670 πλέον Φ.Π.Α. €127,30, ήτοι σύνολο €797,
  4. Παρουσίασε αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου με αρ. 2019-1074 ως Τεκμήριο
  5. Το κόστος των εκτιμητικών εξόδων για την ετοιμασία της εκτιμητικής έκθεσης ανήλθε στα €90 και αντίγραφό της παρουσιάζεται ως Τεκμήριο
  6. Το πιο πάνω τιμολόγιο, όπως η Ενάγουσα ανέφερε, πληρώθηκε από την ασφαλιστική της εταιρεία πλην του ποσού των €250 το οποίο κατέβαλε η ίδια η Ενάγουσα, ως excess. Παρουσίασε προς τούτο απόδειξη πληρωμής με αρ. 2364 ως Τεκμήριο
  7. Καταληκτικά ήταν η θέση της ότι οι ζημιές που υπέστη ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €887,30 το οποίο διεκδικεί από την Εναγόμενη η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα Β, πλέον νόμιμο τόκο από 11/9/2019 και έξοδα. Για την Εναγόμενη κατατέθηκαν δυο ένορκες δηλώσεις, του Κ.E., οδηγού του οχήματος Β (στο εξής ο «ΜΥ1») και του Δ.Χ., εκτιμητή οχημάτων (στο εξής ο «ΜΥ2»). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημά του, ήτοι το όχημα Β, κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας ‑ Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό, κρατώντας, νόμιμα και κανονικά, την μεσαία από τις τρεις λωρίδες πορείας. Η Ενάγουσα, η οποία οδηγούσε το όχημα Α, ακολουθούσε το όχημά του. Σε κάποια στιγμή η Ενάγουσα άρχισε να τον προσπερνά από τα δεξιά. Στην προσπάθεια της αυτή και χωρίς ο ΜΥ1 να παρεκκλίνει καθόλου από την δική του λωρίδα, η Ενάγουσα ήρθε με ταχύτητα από τα δεξιά και χτύπησε, «ουσιαστικά τρίφτηκε» στη δεξιά πλευρά του οχήματος Β, αφήνοντας μόνο γδαρσίματα. Ο ΜΥ1 παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος που ετοίμασε ο λειτουργός της Εναγόμενης εταιρείας ο οποίος ήρθε στη σκηνή και ως Τεκμήριο 2 φωτογραφίες που έβγαλε ο ίδιος λειτουργός και οι οποίες απεικονίζουν τα οχήματα Α και Β στο πλάι του αυτοκινητόδρομου όπου σταμάτησαν αμέσως μετά το ατύχημα. Αποτέλεσε ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι για το ατύχημα αυτό ευθύνεται πλήρως η Ενάγουσα διότι ενήργησε βεβιασμένα και επιχείρησε να αλλάξει λωρίδα για να προσπεράσει το όχημα Β χωρίς να βεβαιωθεί ότι αυτό ήταν ασφαλές. Δεν υπολόγισε σωστά την ταχύτητα του οχήματος Β και την απόσταση που χώριζε τα δυο οχήματα, οδηγούσε με υπερβολική, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα που δεν της επέτρεπε να ασκεί ικανοποιητικό έλεγχο στο όχημά της και ότι απότομα, απροειδοποίητα και, προτού βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει, προσπάθησε να προσπεράσει το όχημα Β αποκόπτοντας έτσι την πορεία του. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να ελέγξει επαρκώς την τροχαία κίνηση προτού αλλάξει λωρίδα και ότι οδηγούσε χωρίς να λαμβάνει υπόψη το όχημα του ΜΥ1 και χωρίς οποιαδήποτε παρατηρητικότητα και προσοχή. Καταληκτικά ανέφερε ότι, διαφωνεί με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως προς τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα, αλλά και με το σχεδιάγραμμα που η Ενάγουσα κατέθεσε ως Τεκμήριο, λέγοντας ότι, εάν όντως άλλαζε λωρίδα και της κτυπούσε, οι ζημιές θα ήταν διαφορετικές και μεγαλύτερες σε έκταση. Δεν θα ήταν δηλαδή απλά γδαρσίματα και όχι βουλώματα, τα οποία δείχνουν, κατά τον μάρτυρα, ότι η επαφή έγινε λόγω προσπεράσματος και όχι λόγω ξαφνικής αλλαγής λωρίδας. Αντίθετα, εάν το ατύχημα επισυνέβενε ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, από το χτύπημα του οχήματος Β στο Α, το τελευταίο θα παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να χτυπούσε και στο κιγκλίδωμα, κάτι το οποίο δεν συνέβη. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι έχει σπουδάσει Μηχανολογία Αυτοκινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει εκπαιδευτεί στον τομέα εκτιμήσεων. Είναι εκτιμητής ζημιών μηχανοκίνητων οχημάτων, εγκεκριμένος από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Εκτιμητών και ασκεί το επάγγελμα αυτό από το
  8. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του πτυχίου του, αντίγραφο του πιστοποιητικού εκπαίδευσής του και αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του στον Παγκύπριο Σύνδεσμο Εκτιμητών. Ανέφερε περαιτέρω ότι εργάζεται ως εκτιμητής οχημάτων σε ιδιωτική εταιρεία από το 1992 και επιθεωρεί και εκτιμά μηχανοκίνητα οχήματα που έχουν εμπλακεί σε ατυχήματα καθημερινά. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ανέφερε ότι στις 2/10/2019 επισκέφθηκε το συνεργείο επιδιόρθωσης στο οποίο βρισκόταν το όχημα Α, το οποίο και επιθεώρησε, εκτίμησε τις ζημιές του και ετοίμασε σχετική έκθεση εκτίμησης την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 αναφέροντας ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενό της. Διάβασε τις ένορκες δηλώσεις της Ενάγουσας και του ΜΥ
  9. Από τις φωτογραφίες που επισυνάπτει στην εκτίμησή του και τις φωτογραφίες που οι ενεχόμενοι οδηγοί παρουσίασαν, φαίνονται με ευκρίνεια οι ζημιές τις οποίες υπέστησαν τα δύο οχήματα. Όπως διαπίστωσε, κατά την εκτίμησή του, και όπως επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες, οι ζημιές που υπέστησαν τα οχήματα των εμπλεκόμενων είναι ουσιαστικά γδαρσίματα που προκλήθηκαν από μεταξύ τους τρίψιμο. Καταληκτικά αποτέλεσε θέση του ότι, βάσει της εμπειρίας και των γνώσεών του, το ατύχημα δεν μπορεί να έγινε όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, αφού, σε τέτοια περίπτωση, μετά βεβαιότητας θα υπήρχαν μεγαλύτερης έκτασης ζημιές, ήτοι βουλώματα και όχι γδαρσίματα. Το δε γεγονός ότι μόνο γδαρσίματα υπάρχουν, καταδεικνύει ότι η επαφή έγινε από την τριβή των οχημάτων την ώρα που το ένα όχημα προσπερνούσε το άλλο και όχι από, μεταξύ τους, κτύπημα. Κατά συνέπεια, είναι η θέση του ότι η εκδοχή του ΜΥ1 συνάδει με τις ζημιές των δύο οχημάτων. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι αν και αμφότεροι είχαν την δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον μάρτυρα της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, μέσω των οποίων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Αφενός, ο κ. Κλεάνθους εισηγήθηκε ότι η εκδοχή της Εναγόμενης όπως αυτή προβλήθηκε μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1, συγκρούεται μεταξύ της, παραπέμποντας στη θέση του δεξιού καθρέφτη του οχήματος Β και υποστηρίζοντας ότι εάν τα γεγονότα ελάμβαναν χώρα όπως ο ΜΥ1 ισχυρίζεται, τότε το καθρεφτάκι του οχήματος Β θα είχε γυρίσει προς τα έξω αντί προς τα μέσα, όπως αυτό απεικονίζεται. Αποτελεί επίσης θέση του ότι η διαπίστωση αυτή υποστηρίζεται και από το ίδιο το σχεδιάγραμμα που ο ΜΥ1 παρουσίασε ως Τεκμήριο
  10. Στάθηκε περαιτέρω στους υποθετικούς, κατά την εισήγησή του, ισχυρισμούς τους οποίους ο ΜΥ1 προβάλει, χαρακτηρίζοντας τους ως επιχειρηματολογία και καλώντας το Δικαστήριο να μην τους αποδεχθεί ως μαρτυρία αφού με αυτούς τους ισχυρισμούς ο ΜΥ1 μετατρέπει τον εαυτό του ως πραγματογνώμονα και όχι μάρτυρα γεγονότων. Αναφορικά με τον ΜΥ2, αποτέλεσε θέση του κ. Κλεάνθους ότι ούτε και αυτός τεκμηριώνει επιστημονικά τον τρόπο με τον οποίο ισχυρίζεται ότι κινούνταν τα ενεχόμενα οχήματα. Περιορίζεται μόνο στην επιβεβαίωση των ζημιών που προκλήθηκαν από την σύγκρουση. Σημειώνει επίσης ότι ο ΜΥ2 δεν δικαιολογεί ούτε αυτός την θέση στην οποία απεικονίζεται το καθρεφτάκι του οχήματος Β και τονίζει ότι ο ΜΥ2 δεν προέβη σε εξέταση των σχεδιαγραμμάτων της σκηνής του ατυχήματος για να μπορεί τεκμηριωμένα και στη βάση αυτών να βοηθήσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Κάλεσε συνεπώς το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή της Ενάγουσας τόσο ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, όσο και σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη οι οποίες, όπως σημείωσε, παρέμειναν αδιαμφισβήτητες. Αφετέρου, ο κ. Φλουρέντζος εισηγήθηκε ότι το ατύχημα δεν θα μπορούσε να επισυμβεί με τον τρόπο που η Ενάγουσα ισχυρίζεται, αφού, εάν το όχημα Β βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα και το όχημα Α περνούσε από δίπλα του και το όχημα Β άλλαξε ξαφνικά λωρίδα, τότε μια τέτοια σύγκρουση θα ήταν πιο έντονη και πιο βίαιη και θα άφηνε βουλώματα αντί απλά γδαρσίματα. Τέτοια μάλιστα σύγκρουση, κατά τον συνήγορο, θα οδηγούσε στον εκτροχιασμό του οχήματος Α προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα αυτό να χτυπούσε στο κιγκλίδωμα που διαχωρίζει τις κατευθύνσεις του αυτοκινητόδρομου. Ο κ. Φλουρέντζος στάθηκε επίσης στην διάσταση που, κατά την εισήγησή του, προκύπτει μεταξύ της δήλωσης της Ενάγουσας στον λειτουργό της Rescueline και της ένορκης της δήλωσης, τονίζοντας επίσης ότι υπάρχουν αναφορές αναφορικά με τα σημεία στα οποία τα δυο οχήματα ήρθαν σε επαφή οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στην αρχική της δήλωση προς την Rescueline. Καταληκτικά εισηγήθηκε ότι, η μόνη εκδοχή που συνάδει με την λογική είναι αυτή του ΜΥ1, ότι δηλαδή η Ενάγουσα επιχείρησε να τον προσπεράσει χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να γδαρθούν μεταξύ τους, το μεν όχημα Α με την αριστερή του πλευρά, το δε όχημα Β με την δεξιά του πλευρά. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Από τις ρητές παραδοχές των δικογράφων και βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα συνιστούν κοινό έδαφος και είναι αδιαμφισβήτητα, μεταξύ των διαδίκων: Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι την 11/9/2019, η Ενάγουσα ήταν η ιδιοκτήτρια και οδηγός του οχήματος Α. Η Εναγόμενη ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφαλιστική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Εταιρειών και του περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμου, με έδρα τη Λευκωσία και διεξήγαγε ασφαλιστικές εργασίες, μεταξύ άλλων και στον κλάδο ασφάλισης μηχανοκινήτων οχημάτων. Κατά ον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι την 11/9/2019, η Εναγόμενη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για ευθύνη έναντι τρίτου στο μηχανοκίνητο όχημα Β, με βάση πιστοποιητικό ασφάλισης το οποίο ήταν σε ισχύ κατά την πιο πάνω ημερομηνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου Ν. 96(Ι)/2000 ως τροποποιήθηκε. Η Εναγόμενη, ενάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου Ν. 96(Ι)/2000 ως τροποποιήθηκε. Την 11/9/2019 και περί ώρα 12:40, εντός του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας ‑ Λεμεσού, επισυνέβη ατύχημα μεταξύ του οχήματος Α, το οποίο οδηγείτο από την Ενάγουσα και του οχήματος Β, το οποίο οδηγείτο από τον ΜΥ
  11. Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η ουσιαστική διαφωνία των διαδίκων αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, ποιος δηλαδή ευθύνεται γι' αυτό, ενώ αμφισβητούμενες είναι και οι κατ' ισχυρισμό ζημιές του οχήματος της Ενάγουσας. Έχοντας διεξέλθει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν αλλά και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας επίσης υπόψη μου τις κοινά αποδεκτές θέσεις των διαδίκων για τις οποίες έχω ήδη προβεί σε ανάλογα ευρήματα, αλλά και το τι συνεπάγεται για την εκδοχή του κάθε διαδίκου η μη αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Για το θέμα αυτό παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Περατικού ν Ελληνικής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 287/2013, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A254: «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Σκορδής ν Λάντου και Άλλων, ΠΕ 429/12, ημ. 22.4.20, ECLI:CY:AD:2020:A127, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλων
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296, Adidas v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, 388-389).» Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 45). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858 και Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Το δε γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς, δεν συνεπάγεται ότι ατονούν οι κανόνες απόδειξης, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα προσεγγίσει, θα αξιολογήσει και θα αποκλείσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπω επίσης στις πρόνοιες της Δ.30 Κ.5
(5)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση οποτεδήποτε καταχωρείται γραπτή μαρτυρία σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου (ανωτέρω)). Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία εφόσον μπορεί να αποτελέσει ασφαλές μέσο για την άσκηση κρίσης για την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά και για την ακρίβεια της μαρτυρίας σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος (βλ. Κυριάκου ν Δημητρίου
(1997)1 ΑΑΔ 1362 και Conway v Νεοφύτου
(2003)1 ΑΑΔ 540). Φωτογραφίες, για παράδειγμα, της σκηνής, των οχημάτων ή των ζημιών, μπορούν να κατατεθούν και να αποτελέσουν πραγματική μαρτυρία για την κατάδειξη τόσο των ζημιών των οχημάτων, όσο και των συνθηκών κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ατύχημα. (βλ. Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267, Conway (ανωτέρω), Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 337). Των πιο πάνω λεχθέντων, παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Στην παρούσα υπόθεση, φωτογραφίες των οχημάτων έχουν παρουσιαστεί ως τεκμήρια από όλους τους μάρτυρες. Συγκεκριμένα, τόσο η Ενάγουσα όσο και ο ΜΥ1 παρουσίασαν, ως τεκμήρια, φωτογραφίες που απεικονίζουν τα ενεχόμενα οχήματα στις θέσεις στις οποίες αυτά μετακινήθηκαν και ακινητοποιήθηκαν μετά που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, στο πλάι του αυτοκινητόδρομου. Ο δε ΜΥ2 παρουσιάζει φωτογραφίες του οχήματος Α τις οποίες έλαβε σε μεταγενέστερη, του ατυχήματος, ημερομηνία όταν και επισκέφθηκε το συνεργείο επιδιόρθωσης στο οποίο βρισκόταν το όχημα Α. Το σύνολο των φωτογραφιών που έχουν παρουσιαστεί δεν έχει αμφισβητηθεί ότι απεικονίζουν τα ενεχόμενα οχήματα. Σε σχέση όμως με τα σχέδια της σκηνής που τόσο η Ενάγουσα, όσο και o ΜΥ1 παρουσίασαν, σημειώνω ότι τα εν λόγω σχέδια, όπως εξάλλου αναφέρουν και οι ίδιοι οι μάρτυρες, ετοιμάστηκαν από τρίτα πρόσωπα. Το μεν σχεδιάγραμμα, που η Ενάγουσα παρουσίασε ως Τεκμήριο 2, ετοιμάστηκε από αρμόδιο λειτουργό της Rescueline, το δε Τεκμήριο 1, που o ΜΥ1 παρουσίασε, ετοιμάστηκε από λειτουργό της Εναγόμενης. Κανένας από τους δυο λειτουργούς που ετοίμασαν τα σχέδια δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες για να επεξηγήσουν τι κατέγραψαν σε αυτά. Σημειώνω επίσης ότι, σε κανένα από τα εν λόγω σχέδια δεν φαίνεται να υπάρχουν μετρήσεις, αποστάσεις, αλλά ούτε και φαίνεται να είναι σε κλίμακα. Προκύπτει μάλιστα, από τα όσα αμφότεροι οι δύο μάρτυρες ανέφεραν, ότι αυτά ετοιμάστηκαν στη βάση των εκδοχών που ο καθένας τους προώθησε και όχι κατόπιν διερεύνησης από τους ίδιους τους λειτουργούς. Κατ' επέκταση λοιπόν και στην απουσία μαρτυρίας από τους ίδιους τους δημιουργούς των σχεδίων, μέσω των οποίων θα μπορούσαν να διευκρινιστούν εκείνες οι πτυχές που είναι απαραίτητες ούτως ώστε να γίνουν αποδεκτά τα σχέδια, όπως είναι οι μετρήσεις, οι αποστάσεις και η κλίμακα, τα σχέδια που αμφότεροι οι μάρτυρες έχουν παρουσιάσει δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και δεν μπορούν, κατά την κρίση μου, να θεωρηθούν ότι αποτελούν επαρκή και ανεξάρτητη και πραγματική μαρτυρία επί της οποίας να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και ως εκ τούτου αγνοούνται. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό ότι, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των ενεχόμενων οδηγών, κάτι το οποίο επίσης επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες που αμφότεροι παρουσίασαν, ότι η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων έγινε εντός του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας ‑ Λεμεσού με τα δύο οχήματα να κατευθύνονται προς Λεμεσό και επήλθε με επαφή της δεξιάς πλευράς του οχήματος Β και της αριστερής πλευράς του οχήματος Α. Επανέρχομαι τώρα στις φωτογραφίες των οχημάτων που έχουν παρουσιαστεί από αμφότερους τους μάρτυρες και οι οποίες, επαναλαμβάνω, δεν αμφισβητούνται και σημειώνω ότι μέσω των φωτογραφιών αυτών καταδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, με τη μορφή γδαρσίματος, στην αριστερή πλευρά του οχήματος Α η οποία, όπως φαίνεται, βρίσκεται στο αριστερό πίσω φτερό του οχήματος, πάνω από τον αριστερό τροχό και συνεχίζει μέχρι και την αριστερή πίσω πόρτα του οχήματος. Σε σχέση δε με το όχημα Β σημειώνω ότι, από τις φωτογραφίες που το απεικονίζουν, εντοπίζεται ζημιά, επίσης με την μορφή γδαρσίματος, στη δεξιά μπροστινή πόρτα και μικρής έκτασης ζημιά στο δεξιά καθρεφτάκι του οδηγού. Με βάση λοιπόν αυτή την μη αμφισβητούμενη, πραγματική μαρτυρία, την οποία αποδέχομαι, προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι από την επίδικη σύγκρουση το όχημα Α υπέστη ζημιές, ήτοι γδάρσιμο, στο αριστερό πίσω φτερό του οχήματος πάνω από τον τροχό και στην αριστερή πίσω πόρτα. Σε σχέση τώρα με το όχημα Β, επίσης δεν αμφισβητείται από την πραγματική μαρτυρία και καθίσταται επίσης εύρημά μου ότι αυτό υπέστη ζημιά, ήτοι γδάρσιμο, στη δεξιά μπροστινή πόρτα του οδηγού καθώς επίσης και μικρής έκτασης γδάρσιμο στο δεξί καθρεφτάκι του οδηγού. Στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων, οι οποίες αποκλίνουν μεταξύ τους. Η Ενάγουσα, αφενός, ισχυρίζεται ότι ο οδηγός του οχήματος Β μετακινήθηκε αρχικά από τη δεξιά στη μεσαία λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και ακολούθως, ενώ η Ενάγουσα με το όχημα Α τον προσπερνούσε από τη δεξιά λωρίδα, ο οδηγός του οχήματος Β (ο ΜΥ1) επανήλθε στη δεξιά λωρίδα χτυπώντας το όχημα Α στην αριστερή του πλευρά. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η εκδοχή της Εναγόμενης σύμφωνα με την οποία, ενώ το όχημα Β οδηγείτο από τον ΜΥ1 στην μεσαία λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, το όχημα Α, το οποίο τον ακολουθούσε, ξεκίνησε να τον προσπερνά από τα δεξιά. Στην προσπάθεια αυτή της Ενάγουσας και χωρίς ο ΜΥ1 να παρεκκλίνει από την πορεία του, το όχημα Α «τρίφτηκε» με τη δεξιά πλευρά του οχήματος Β. Αναφορικά με την εκδοχή της Ενάγουσας, σημειώνω ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ενώ η Ενάγουσα, στη μαρτυρία της, ισχυρίστηκε ότι το όχημα Β χτύπησε σε διάφορα σημεία της αριστερής πλευράς του οχήματος Α, καμία φωτογραφία παρουσίασε σε σχέση με κτυπήματα στην αριστερή μπροστινή πλευρά του οχήματος. Σημειώνω επίσης ότι, ο ισχυρισμός ότι υπήρξε κτύπημα στην αριστερή μπροστινή πλευρά και συγκεκριμένα στην αριστερή μπροστινή πόρτα και φτερό του οχήματος Α, προβλήθηκε για πρώτη φορά με την μαρτυρία της Ενάγουσας αφού σύμφωνα με το δικόγραφό της, το σημείο σύγκρουσης του οχήματος Β με το Α, περιοριζόταν στην αριστερή, πίσω, πλευρά του οχήματος Α. Ως προς τις συνέπειες της πιο πάνω διάστασης μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας σε σχέση με την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής παραπέμπω ενδεικτικά στην προαναφερθείσα απόφαση Νεοφύτου ν Γερακιώτη (ανωτέρω). Η πιο πάνω διάσταση και αντίφαση συνεπώς δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί επουσιώδης. Ούτε και υποστηρίζεται από την πραγματική και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία των φωτογραφιών η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως αυτή προωθήθηκε κατά την ακρόαση, ότι δηλαδή το όχημα της κτυπήθηκε από το όχημα Β σε τέσσερα διαφορετικά σημεία. Σε σχέση όμως με τα ποσά που η Ενάγουσα ανέφερε ότι κατέβαλε, τόσο για την επιδιόρθωση του οχήματος της, όσο και για την εκτίμηση των ζημιών του, τα εν λόγω ποσά επιβεβαιώνονται από την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε, ήτοι την έκθεση εκτίμησης και τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγόμενης και το περιεχόμενό τους παρέμεινε αναντίλεκτο. Καθίσταται συνεπώς εύρημα μου ότι, για σκοπούς αποζημίωσης και επιδιόρθωσης του οχήματος της Ενάγουσας, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €887,30 το οποίο είναι και το ποσό το οποίο η τελευταία αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Σημειώνεται επίσης ότι μέρος του εν λόγω ποσού, ήτοι ποσό εκ €250, καταβλήθηκε από την ίδια την Ενάγουσα ως excess, ενώ το υπόλοιπο καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία της. Στον αντίποδα, η μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με τα γεγονότα ήταν σαφής, παρουσιάζει συνοχή και συνάδει με το δικόγραφο της Εναγόμενης. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 με το οποίο επιχειρηματολογεί υπέρ της εκδοχής του. Οι συγκεκριμένες αναφορές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και κατά συνέπεια αγνοούνται. Δεν εναπόκειται στον μάρτυρα, ο οποίος είναι μάρτυρας γεγονότων, να επιχειρηματολογήσει και να εκφέρει την άποψη του επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Για σκοπούς υποστήριξης της εκδοχής της Εναγόμενης και του ΜΥ1 παρουσιάστηκε και η μαρτυρία του ΜΥ 2. Σημειώνω ότι ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε και κατ' επέκταση δεν αμφισβητήθηκε η ειδικότητα που ισχυρίστηκε ότι κατέχει, αλλά ούτε και αμφισβητήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Δεδομένης λοιπόν της μη αμφισβήτησης των προσόντων του ΜΥ2 και των όσων ο τελευταίος ανέφερε σχετικά με τις σπουδές, την εμπειρία και την εξειδίκευσή του γενικότερα, προχωρώ με την εξαγωγή σχετικού ευρήματος αναφορικά με την πραγματογνωμοσύνη του. Τονίζω επίσης ότι δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να αγνοηθεί, για σκοπούς αξιοπιστίας της εκδοχής της Εναγόμενης, η παράλειψη της Ενάγουσας να αντεξετάσει τους μάρτυρες της πρώτης και ειδικότερα τον ΜΥ2, τόσο ως προς την ορθότητα της γνώμης του όσο και ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας γνώμης που αυτός παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η παράλειψη αντεξέτασης, ειδικότερα του ΜΥ2, ως προς τα προσόντα του, την γνώμη που εξέφρασε και την εν γένει ορθότητα και αξιοπιστία της μαρτυρίας του, έχει, εν προκειμένω, καταλυτικές συνέπειες για την υπόθεση της Ενάγουσας. Ως προς το ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας ήγειρε με την γραπτή του αγόρευση σε σχέση με την θέση στην οποία απεικονίζεται το δεξί καθρεφτάκι του οχήματος Β, ότι δηλαδή αυτό ήταν κλειστό προς τα μέσα, αντί προς τα έξω, σημειώνω ότι δεν πρόκειται για στοιχείο επί του οποίου το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί, απομονωμένα, για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς το πως ακριβώς επεσυνέβη το ατύχημα. Αντίθετα, ένα τέτοιο εγχείρημα θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο ενεργεί ως πραγματογνώμονας, εξάγοντας συμπεράσματα στη βάση της θέσης του καθρέφτη του οχήματος Β όπως απεικονίζεται και του τρόπου που αυτό κινήθηκε. Επαναλαμβάνω, εξάλλου, ότι οι εν λόγω φωτογραφίες φαίνεται να λήφθηκαν μετά το ατύχημα και αφού τα οχήματα μετακινήθηκαν. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω την εκδοχή της Ενάγουσας ως προς το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και αποδέχομαι την εκδοχή της Εναγόμενης, όπως αυτή προωθήθηκε από τους ΜΥ1 και ΜΥ2, επί της οποίας προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Σε αγωγές που αφορούν αμέλεια, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε Ενάγοντα (βλ. Σοφοκλέους ν Καλογήρου
(1997)1(Α) ΑΑΔ 369). Πέραν της απόδειξης της αμέλειας, ο εκάστοτε Ενάγοντας πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αμέλειας και ζημιάς (βλ. Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν Λουκά
(2003)1(Α) ΑΑΔ 447). Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορούν να επηρεαστούν από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το δε μέτρο κρίσης της οδικής συμπεριφοράς είναι αυτό του του μέσου συνετού οδηγού. Παραπέμπω προς τούτο στην Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345.Το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό και οφείλεται σε κάθε τρίτο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Συκοπετρίτης ν Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) ΑΑΔ 218). Τέλος, το ζήτημα της αμέλειας, αποφασίζεται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ασχέτως εάν η μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα ή τον Εναγόμενο (βλ. Kardanos Transport Co. Limited v Κωνσταντίνου
(2011)1 ΑΑΔ 267, Fabrey a.ο. v. Demetriou, as administratrix of the estate of the deceased Angelos Demetriou
(1976)1 C.L.R. 1) Εφαρμόζοντας συνεπώς, στα πιο πάνω ευρήματα μου τις αρχές που διέπουν θέματα αμέλειας κατά την χρήση του δρόμου από οδηγούς (βλ. μεταξύ άλλων Σωκράτους ν Αστυνομίας (ανωτέρω), Βίκης ν Νεοφύτου (ανωτέρω), Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475) κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο ΜΥ1 ευθύνεται με οποιοδήποτε τρόπο για το επίδικο ατύχημα ή ότι συνέβαλε λόγω αμέλειας ή άλλως πως στην πρόκληση του ατυχήματος. Σημειώνω ότι, αν επετύγχανε να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα, θα δικαιούτο σε απόφαση για το ποσό των €887,30 εφόσον η επί του προκειμένου μαρτυρία της, παρέμεινε αναντίλεκτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Εναγόμενης και κατά συνέπεια, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.