ASKOT FABRICS LIMITED ν. ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2495/2013, 27/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2495/2013 Μεταξύ: ASKOT FABRICS LIMITED Ενάγουσας και ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λ. Α. Ιωαννίδης Για τον Εναγόμενο: κα Α. Ιακώβου για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και λειτουργεί το εγγεγραμμένο γραφείο και κατάστημά της σε υποστατικό, το οποίο ενοικιάζει, στον Στρόβολο (στο εξής το «κατάστημα») και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία υφασμάτων, τομέας στον οποίο έχει αποκτήσει καλό όνομα. Από το 1997 ενοικιάζει υποστατικό στο υπόγειο οικοδομής που επίσης βρίσκεται στον Στρόβολο, το οποίο λειτουργεί ως εργαστήριο ‑ αποθήκη για τα εμπορεύματά της (στο εξής η «αποθήκη»). Σύμφωνα με το σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο, ιδιοκτήτης της αποθήκης ήταν ο πατέρας του Εναγόμενου, ενώ μετά τον θάνατό του, παρουσιάστηκαν στην Ενάγουσα ως ιδιοκτήτες της αποθήκης τα αδέλφια και η μητέρα του. Ο Εναγόμενος, ήταν το πρόσωπο το οποίο για αρκετό χρονικό διάστημα παρουσιαζόταν και παραλάμβανε τις επιταγές σε σχέση με το ενοίκιο ενώ, κατόπιν παράκλησης του ιδίου, από κάποιο στάδιο και μετά οι επιταγές εκδίδονταν στο όνομά του. Η Εναγόμενη καθ' όλη τη διάρκεια της ενοικίασης ήταν συνεπής στην πληρωμή του ενοικίου, πλην όμως, πρόσφατα, λόγω της οικονομικής κρίσης η οποία επηρέασε τον κύκλο εργασιών της, δυσκολευόταν να καταβάλλει το ενοίκιο το οποίο καθυστερούσε περιστασιακά. Αποτέλεσμα ήταν ο Εναγόμενος να αρχίσει να επιδεικνύει έναντι της Εναγόμενης και των αξιωματούχων και υπαλλήλων αυτής, ανάρμοστη συμπεριφορά η οποία ξέφευγε από τα συνήθη πλαίσια, απαιτώντας με επιτακτικό και προσβλητικό τρόπο την άμεση πληρωμή του ενοικίου, δίδοντας τελεσίγραφα και εξαπολύοντας απειλές ότι θα τερματίσει την ενοικίαση, θα τους διώξει και θα τους «κλείσει». Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί τις 10/12/2012 συμβλήθηκε με την εταιρεία E.M.S. Epiplo Drys Ltd (στο εξής η «EMS»), η οποία είχε παραγγείλει από την Ενάγουσα ποσότητα υφασμάτων για το συνολικό ποσό των €35.000 προς όφελος πελάτη της στο εξωτερικό. Η Ενάγουσα δεσμεύτηκε να παραδώσει τα υφάσματα αυτά στο λιμάνι στις 31/1/2013, καθότι αυτά θα φορτώνονταν σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία θα σφραγίζονταν με σκοπό να φορτωθούν στο πλοίο το οποίο αναχωρούσε αργότερα την ίδια μέρα. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η ημερομηνία και ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων αποτελούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους. Η EMS κατέβαλε στην Ενάγουσα στις 20/12/2012 το ποσό των €17.000 έναντι της συνολικής παραγγελίας, ενώ το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί ταυτόχρονα με την παράδοση. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, το καθαρό κέρδος από το ποσό της παραγγελίας ήταν το ποσό των €16.000 πλέον Φ.Π.Α. προς 18%. Ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η Ενάγουσα είχε σε παραδοτέα κατάσταση στην αποθήκη της την ποσότητα των υφασμάτων που αφορούσε η παραγγελία με σκοπό να τα παραδώσει στις 31/1/2013 στο λιμάνι. Περί τις πρωινές ώρες της 31/1/2013, ο Εναγόμενος εισήλθε στο κατάστημα της Ενάγουσας με σκοπό να εκφοβίσει και να εξυβρίσει τον διευθυντή της Ενάγουσας, κάτι το οποίο έπραξε, προκαλώντας ανησυχία και προβαίνοντας σε μειωτικές και δυσφημιστικές εκφράσεις στην παρουσία αγγλόφωνων πελατών και άλλων προσώπων, στα οποία μάλιστα απευθύνθηκε στην αγγλική γλώσσα. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν να προκληθεί ανησυχία, αναστάτωση και κλίμα τρομοκρατίας, να εκτεθεί το καλό όνομα της Ενάγουσας και η υπόληψή της, ως επίσης και των αξιωματούχων της. Προς τούτο, ο διευθυντής της Ενάγουσας προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία για την οποία μάλιστα έδωσαν κατάθεση και οι προαναφερόμενοι πελάτες με αποτέλεσμα να απαγγελθούν κατηγορίες για παράνομη είσοδο σε περιουσία, πρόκληση ανησυχίας σε δημόσιο μέρος, διασάλευση της ειρήνης και εξύβριση. Περαιτέρω δε, αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι η Ενάγουσα είχε δεσμευτεί να παραδώσει σε πελάτη της μεγάλη ποσότητα υφασμάτων, υλοποίησε τις απειλές που είχε διατυπώσει προς την Ενάγουσα και αυθαίρετα και παράνομα τοποθέτησε κλειδαριά στην εξωτερική πόρτα της αποθήκης με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί η πρόσβαση της Ενάγουσας στην αποθήκη και να μην μπορεί να ασκήσει τις εργασίες της. Ο Εναγόμενος ενήργησε κατά τον πιο πάνω τρόπο και κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή με απώτερο σκοπό να παρεμποδίσει την Ενάγουσα από το να έχει πρόσβαση στην αποθήκη της και να την αναγκάσει να του καταβάλει το καθυστερημένο ποσό του ενοικίου με γνώμονα ότι, εάν παρέμενε η αποθήκη κλειδωμένη, δεν θα διεκπεραιωνόταν η συγκεκριμένη παραγγελία, πλην όμως, η Ενάγουσα αδυνατούσε την δεδομένη στιγμή να προβεί σε πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ενοικίου. Η πιο πάνω ενέργεια του Εναγόμενου είχε αποτέλεσμα να παρεμποδίσει την Ενάγουσα από το να έχει πρόσβαση στην αποθήκη και να ασκήσει τις εργασίες της με αποτέλεσμα να υποστεί έμμεσες και άμεσες ζημιές και απώλειες. Αφού αφενός, δεν διεκπεραιώθηκε η συγκεκριμένη παραγγελία και αφετέρου, η Ενάγουσα εμποδίστηκε από το να χρησιμοποιήσει την αποθήκη της και να εργαστεί για όση περίοδο αυτή παρέμενε κλειδωμένη. Η ενέργεια αυτή του Εναγόμενου καταγγέλθηκε επίσης από τον διευθυντή της Ενάγουσας με σκοπό να συνετιστεί ο Εναγόμενος και να αναγκαστεί να αφαιρέσει την κλειδαριά που είχε τοποθετήσει, καθώς επίσης και για να του αποδοθούν ευθύνες για την παράνομη πράξη του. Ο Εναγόμενος, όχι μόνο δεν μεταμέλησε, αλλά απείλησε την σωματική ακεραιότητα των αξιωματούχων της Ενάγουσας σε περίπτωση που αυτοί επιχειρούσαν να αφαιρέσουν την κλειδαριά, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αναγκαστούν να μην προβούν οι ίδιοι σε αφαίρεση της κλειδαριάς εν αναμονή της εξέλιξης της καταγγελίας στην οποία προέβηκαν. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος τελικά αφαίρεσε την κλειδαριά στις 5/2/2013 το μεσημέρι με αποτέλεσμα η αποθήκη να έχει παραμείνει κλειδωμένη για συνολική περίοδο 5 ημερών, κατά την οποία η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε πρόσβαση και δυνατότητα χρήσης της. Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας της να έχει πρόσβαση στην αποθήκη, παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε για παράδοση των παραγγελθέντων υφασμάτων και η πελάτιδά της, δηλαδή η EMS, ακύρωσε την παραγγελία και απαίτησε από την Ενάγουσα αποζημιώσεις και την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, ποσό το οποίο η Ενάγουσα πράγματι της επέστρεψε περί τον μήνα Φεβρουάριο του 2013. Περαιτέρω, περί τις 6/2/2013, ο Εναγόμενος εισήλθε στην αποθήκη με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος και προκαλώντας ανησυχία και εκφοβισμό, ειρωνεύτηκε τον Α.Α., επίσης διευθυντή της Ενάγουσας, προς τον οποίο προέβη σε μειωτικές εκφράσεις, στην παρουσία υπαλλήλου του και άλλων προσώπων, λέγοντας «μα ανοίξετε και εργάζεστε;». Όταν δε κλήθηκε να αποχωρήσει από την αποθήκη, αρνήθηκε να το πράξει και ανάφερε τα εξής «γιατί εγάμησα την γυναίκα σου ή την κόρη σου για να ντρέπομαι;». Αποτέλεσμα της πιο πάνω στάσης του εναγόμενου ήταν να προκληθεί εκ νέου ανησυχία και αναστάτωση και να πληγεί το όνομα της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, μέσω του διευθυντή της, προέβη σε νέα καταγγελία στην Αστυνομία και απαγγέλθηκαν στον Εναγόμενο κατηγορίες, μεταξύ άλλων, για παράνομη είσοδο σε περιουσία και πρόκληση ανησυχίας. Με την Έκθεση Απαίτησής της, η Ενάγουσα δικογραφεί ως ειδικές ζημιές το ποσό των €16.000 το οποίο απώλεσε και αποτελούσε το «συμφωνηθέν καθαρό κέρδος» επί του συνόλου της παραγγελίας, πλέον 18% Φ.Π.Α., ποσό το οποίο απαιτεί από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα παραθέτει λεπτομέρειες γενικών ζημιών που υπέστη λόγω των ενεργειών του Εναγόμενου, ως αποτέλεσμα των οποίων: α) δεν είχε πρόσβαση στην αποθήκη της για 5 ημέρες χάνοντας παραγγελίες και κέρδη και β) για την μείωση της αξιοπιστίας και της υπόληψής της προς τους πελάτες της. Στη βάση όλων των ανωτέρω, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €16.000 πλέον Φ.Π.Α. προς 18%, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για τις γενικές ζημιές που υπέστη, καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις για τις προαναφερόμενες ενέργειες του Εναγόμενου και/ή για παράνομη επέμβαση, πρόκληση οχληρίας ή άλλως πως. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, με την αγωγή της, η Ενάγουσα αξίωνε και την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο ο Εναγόμενος να εμποδίζεται από το να εισέρχεται είτε στην αποθήκη, είτε στο κατάστημα της Ενάγουσας, πλην όμως η εν λόγω θεραπεία αποσύρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπισή του παραδέχεται την ιδιότητα της Ενάγουσας, τη φύση των εργασιών που αυτή ασκεί και την διατήρηση του εγγεγραμμένου γραφείου και του καταστήματός της στον Στρόβολο. Παραδέχεται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα ενοικιάζει από το 1997 την αποθήκη την οποία λειτουργεί ως εργαστήριο ‑ αποθήκη. Αρνείται ότι οι επιταγές εκδίδονταν στο όνομά του, κατόπιν παράκλησης του ιδίου και ισχυρίζεται ότι ήταν οι ιδιοκτήτες του υποστατικού που έδωσαν τέτοιες οδηγίες στην Ενάγουσα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι, ουδέποτε απαίτησε με επιτακτικό ή προσβλητικό τρόπο την πληρωμή του ενοικίου και ότι ουδέποτε απείλησε ότι θα τερματίσει την ενοικίαση αφού δεν ήταν σε θέση να πράξει κάτι τέτοιο εφόσον δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του υποστατικού και απλά παραλάμβανε το ενοίκιο ως αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών. Πάρα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι στις 31/1/2013 εισήλθε στο κατάστημα της Εναγόμενης, ισχυρίζεται ότι αυτή ήταν η συνήθης πρακτική του για σκοπούς είσπραξης του ενοικίου και απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί ανάρμοστης συμπεριφοράς. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι, εισήλθε στο κατάστημα για να παραλάβει τα ενοίκια Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουαρίου του 2013, πλην όμως, οι αντιπρόσωποι της Ενάγουσας τον πληροφόρησαν ότι δεν ήταν σε θέση να τα καταβάλουν. Ακολούθως ο Εναγόμενος, με κόσμιο τρόπο, επέστησε την προσοχή στην Εναγόμενη ότι θα έπρεπε να καταβληθούν τα καθυστερημένα ενοίκια το συντομότερο δυνατό και αποχώρησε από το κατάστημα. Παρόντες κατά τον εν λόγω χρόνο στο κατάστημα ήταν δυο αλλοδαποί πελάτες της Ενάγουσας οι οποίοι δεν ομιλούσαν την ελληνική και κατά συνέπεια δεν ήταν δυνατό να γνωρίζουν το περιεχόμενο της συζήτησης. Παραδέχεται ότι έγινε καταγγελία εναντίον του, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτή ήταν κακόβουλη και ψευδής και σκοπό είχε τον εκφοβισμό και τον διασυρμό του, ούτως ώστε να αποτραπεί ο ίδιος και οι ιδιοκτήτες του υποστατικού από το να διεκδικήσουν το λαβείν τους. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι τοποθέτησε την κλειδαριά στην εξωτερική πόρτα της αποθήκης λέγοντας ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις συναλλαγές της Ενάγουσας, καθότι οι επισκέψεις του στο κατάστημα της Ενάγουσας ήταν μόνο για την παραλαβή του ενοικίου και ουδέποτε εμπόδισε καθ' οιονδήποτε τρόπο την Ενάγουσα, τους αντιπροσώπους ή τους υπαλλήλους της από το να εισέλθουν στην αποθήκη και κατ' επέκταση να διεκπεραιώσουν τις εργασίες τους. Αναφορικά με την καταγγελία που η Ενάγουσα αναφέρει, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτή ήταν κακόβουλη και ψευδής και σκοπό είχε να τον εκφοβίσει από το να διεκδικήσει ο ίδιος και οι ιδιοκτήτες της αποθήκης το λαβείν τους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ήταν λόγω της αδυναμίας της Ενάγουσας να διεκπεραιώσει την παραγγελία της, για λόγους που αφορούν την ίδια, που η τελευταία κακόβουλα προσπάθησε να χρήσει υπεύθυνο τον Εναγόμενο για τη δική της αντισυμβατική συμπεριφορά και οι εν λόγω ισχυρισμοί της Ενάγουσας αποτελούν δικαιολογίες που τελευταία επικαλέστηκε για να δικαιολογηθεί στους πελάτες της και για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της και ο Εναγόμενος ουδεμία σχέση είχε με την αδυναμία της αυτή. Με την Απάντησή της στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου επαναλαμβάνοντας τις θέσεις της όπως αυτές διατυπώνονται στην Έκθεση Απαίτησης και χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ως αβάσιμους και εκ των υστέρων κατασκευασμένους στο πλαίσιο της προσπάθειας του να αποποιηθεί των ευθυνών του έναντι της Ενάγουσας. Επαναλαμβάνει δε ειδικότερα ότι, ο Εναγόμενος τοποθέτησε την κλειδαριά και ακολούθως, μετά την πάροδο ημερών, την αφαίρεσε. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, όπως έχει προ πολλού εμπεδωθεί, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν επεκτείνεται στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η Ενάγουσα κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον Π.Α., διευθυντή της (στο εξής ο «ΜΕ1»), τον Α.Τ., διευθυντή της EMS (στο εξής ο «ΜΕ2») και τον αστυφύλακα Χ.Χ., (στο εξής ο «ΜΕ3»). Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ημερομηνίας 28/9/2021, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α). Με αυτήν ουσιαστικά επανέλαβε τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Μεταξύ άλλων, ανέφερε και ότι, με βάση την συμφωνία της με την EMS, η Ενάγουσα είχε αναλάβει να παραδώσει στο λιμάνι Λεμεσού στις 31/1/2013 τα εμπορεύματα γιατί αυτά θα σφραγίζονταν και θα φορτώνονταν σε πλοίο το οποίο θα αναχωρούσε για την ίδια ημέρα. Το καθαρό κέρδος της Ενάγουσας θα ήταν €16.000 πλέον 18% Φ.Π.Α. Τα εμπορεύματα ήταν έτοιμα, σε παραδοτέα κατάσταση στην αποθήκη της Ενάγουσας με σκοπό να παραδίδονταν την πιο πάνω ημερομηνία στο λιμάνι. Ο Εναγόμενος όμως, παράνομα, τοποθέτησε κλειδαριά στην εξωτερική πόρτα της αποθήκης με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί η πρόσβαση της Ενάγουσας στην αποθήκη της και η άσκηση των εργασιών της. Η πιο πάνω ενέργεια του Εναγόμενου καταγγέλθηκε στις αρχές. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στις 31/1/2013 ο Εναγόμενος εισήλθε στο κατάστημα της Ενάγουσας προκαλώντας ανησυχία και διασαλεύοντας την ειρήνη, ενέργειες τις οποίες επίσης κατήγγειλε ο ΜΕ1 και για τις οποίες καταχωρήθηκε εναντίον του Εναγόμενου η ποινική υπόθεση αρ. 15105/2013 Ε. Δ. Λευκωσίας. Η ποινική δίωξη σε σχέση με την πρώτη κατηγορία αναστάληκε και στην δεύτερη κατηγορία επιβλήθηκε πρόστιμο στον Εναγόμενο ύψους €250, κατόπιν παραδοχής. Όπως ο ΜΕ1 ανέφερε, ο Εναγόμενος αφαίρεσε την κλειδαριά τελικά στις 5/2/2013 με αποτέλεσμα, μέχρι τότε, η Ενάγουσα να στερηθεί του δικαιώματος πρόσβασης και χρήσης της αποθήκης της. Αποτέλεσμα επίσης των πιο πάνω ενεργειών του Εναγόμενου ήταν και η ακύρωση της παραγγελίας από την EMS. Η δοθείσα από την EMS προκαταβολή των €17.000 επιστράφηκε σε αυτήν από την Ενάγουσα και η EMS επέστρεψε στην Ενάγουσα την πρωτότυπη απόδειξη που είχε λάβει. Τέλος, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και στο περιστατικό που έλαβε χώρα στην αποθήκη της Ενάγουσας στις 6/2/2013 συνεπεία του οποίου προκλήθηκε εκ νέου αναστάτωση και ανησυχία. Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 κατατέθηκαν 8 τεκμήρια και στο πλαίσιο της αντεξέτασής του κατατέθηκε το Τεκμήριο
- Τα Τεκμήρια 1 ‑ 9 έχουν ως ακολούθως: Τεκμήριο 1: (Ανυπόγραφο) Ενοικιαστήριο Έγγραφο της αποθήκης, μεταξύ της Ε.Π. και Ενάγουσας. Τεκμήριο 2: Δέσμη αντιγράφων 13 επιταγών της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας για το ποσό των €500 έκαστη, που εξέδωσε η Ενάγουσα στο όνομα του Εναγομένου. Τεκμήριο 3: Έντυπο Παραγγελίας αρ. 29569, με την ονομασία «Order», ημερομηνίας 10/12/2012, που εκδόθηκε από την Ενάγουσα προς την EMS για το ποσό των €35.
- Τεκμήριο 4: Απόδειξη πληρωμής με αρ. 33465, ημερομηνίας 20/12/2012, εκδοθείσα από την Ενάγουσα προς την EMS για το ποσό των €17.
- Τεκμήριο 5: Δέσμη φωτογραφιών, αποτελούμενη από 8 σελίδες, που απεικονίζουν την ενοικιαζόμενη Αποθήκη και την είσοδό της. Τεκμήριο 6: Επιστολή ημερομηνίας 24/3/2021 του Δικηγόρου της Ενάγουσας προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας για την χορήγηση αντιγράφων των καταγγελιών των διευθυντών της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου. Τεκμήριο 7: Επιστολή ημερομηνίας 28/4/2021 του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας προς τον Δικηγόρο της Ενάγουσας. Τεκμήριο 8: Επιστολή ημερομηνίας 13/4/2021 του Υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού Στροβόλου προς τον Δικηγόρο της Ενάγουσας αναφορικά με τις καταγγελίες Π.Η. 305/1/13 και Π.Η. 222/2/13 Τεκμήριο 9: Κατηγορητήριο της Ποινικής Υπόθεσης με αρ. 15105/2013, Ε. Δ. Λευκωσίας εναντίον του Εναγόμενου. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής του διευκρίνισε ότι η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της EMS ήταν προφορική, τα εμπορεύματα ήταν σε στοκ και ότι δεν γνώριζε ποια ακριβώς ήταν η συνεννόηση της EMS, με τον δικό της πελάτη. Εκείνο που ήξερε ήταν ότι η Ενάγουσα έπρεπε να παραδώσει στην EMS τα εμπορεύματα στην ώρα τους για να τα πάρει η EMS, αλλά δεν γνώριζε τι ώρα έφευγε το πλοίο και το εμπορευματοκιβώτιο. Η υπόσχεση που είχε δώσει η Ενάγουσα στην EMS ήταν ότι θα παρέδιδε τα εμπορεύματα στην τελευταία και ως εκεί ήταν η ευθύνη της Ενάγουσας. Η πληροφορία που είχε ήταν ότι το πλοίο θα αναχωρούσε στις 31/1/
- Σε ερώτηση της συνηγόρου εάν ο Εναγόμενος ήταν στο κατάστημα ή στην αποθήκη που πήγε στις 31/1/2013, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι η 31/1/2013 ήταν η μέρα που θα παρέδιδαν τα εμπορεύματα και ότι ο Εναγόμενος είχε έρθει κοντά τους στις 31/1/2013, στο κατάστημα και όχι στην αποθήκη, για να ζητήσει το ενοίκιο. Δεν θυμάται ακριβώς την ώρα που έφυγε από το κατάστημα, θυμάται μόνο ότι ήταν πρωί, περίπου μεταξύ 11:00 και 12:
- Αναφορικά με το πότε ακριβώς ο Εναγόμενος έβαλε την κλειδωνιά στην αποθήκη, ο ΜΕ1 ανέφερε, αυτολεξεί, τα εξής: «Την κλειδωνιά την έβαλε υποθέτω στις 30 ή 31 ένα λεπτό να θυμηθώ, πρέπει να ήταν ή θα ήταν πρωινές ώρες πριν να ανοίξει το εργαστήριο στις 31 ή 30 του μηνός το βράδυ που κλείσαμε. Μέχρι τις 16:00 λειτουργούσε ο χώρος εκεί.». Ο λόγος που ο Εναγόμενος τοποθέτησε την κλειδωνιά ήταν διότι υπήρχαν καθυστερημένα ενοίκια. Ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε ο Εναγόμενος το κατάστημα στις 31/1/2013, ο ΜΕ1 γνώριζε για την τοποθέτηση της κλειδαριάς. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι τοποθέτησε την κλειδαριά στον αστυφύλακα ΜΕ3, ο οποίος τον είχε πάρει τηλέφωνο μετά την υποβολή του παραπόνου εναντίον του Εναγόμενου. Ανέφερε επίσης ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για την συγκεκριμένη παραγγελία γιατί, όταν είχε έρθει προ ημερών για να εισπράξει την επιταγή του, ο ΜΕ1 του είχε πει να κάνει λίγη υπομονή γιατί θα παρέδιδε μια παραγγελία και θα διευθετούσε τα καθυστερημένα ενοίκια. Δεν είχε ενημερωθεί όμως ο Εναγόμενος για την συγκεκριμένη ημερομηνία παράδοσης, ότι δηλαδή τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν στις 31/1/2013, απλά του είχε αναφέρει ο ΜΕ1 ότι ήταν εξασφαλισμένος και ότι θα του δίνονταν οι επιταγές. Δεν επιχείρησε να ανοίξει την αποθήκη όταν εντόπισε την κλειδαριά καθότι προσπάθησε να είναι νομοταγής. Είχε μάλιστα πάει στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση και η συμβουλή της Αστυνομίας ήταν να μην κάνει κάτι, εννοώντας ουσιαστικά, ότι ήταν κατόπιν συμβουλής του αστυνομικού που δεν επιχείρησε να αφαιρέσει την κλειδαριά. Ερωτηθείς αναφορικά με το περιστατικό στο κατάστημα στις 31/1/2013, ο ΜΕ1 επέμεινε ότι ήταν για αυτό το περιστατικό που καταχωρήθηκε η Ποινική Υπόθεση 15105/2013 που ανέφερε στο Έγγραφο Α. Σε ερώτηση όμως γιατί στις λεπτομέρειες αδικήματος του Τεκμηρίου 9 αναφέρεται ότι ήταν στις 4/2/2013 που ο Εναγόμενος ήρθε στο κατάστημα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι πιθανότατα ο Εναγόμενος να επανέλαβε την ενέργειά του τόσο στις 31/1/2013, όσο και στις 4/2/
- Σε υποβολή της συνηγόρου ότι η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε για να αποφύγει η Ενάγουσα τις υποχρεώσεις της σε σχέση με την καταβολή των ενοικίων, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν είχε κάποιο λόγο να καταγγείλει τον Εναγόμενο, ανέφερε δε προς τούτο ότι εάν υπήρχε καθυστέρηση ο Εναγόμενος μπορεί να ερχόταν μέχρι και τρεις φορές την εβδομάδα στο κατάστημα. Σε υποβολή της συνηγόρου ότι δεν ήταν έτοιμη η Ενάγουσα να παραδώσει τα εμπορεύματα, ο ΜΕ1 απάντησε ότι τα πράγματα ήταν φορτωμένα στα ράφια και μπορούσαν απλά να τα πιάσουν και να τα φορτώσουν χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαδικασία. Αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας, η οποία όπως εξήγησε ήταν προφορική, ανάφερε ότι ο ΜΕ2 έδωσε στον ΜΕ1 περιθώριο μέχρι και το μεσημέρι για να λύσει το πρόβλημα, διαφορετικά η συμφωνία θα ακυρωνόταν. Στις ερωτήσεις της συνηγόρου για το κατά πόσο ήταν εφικτό τα εμπορεύματα να παραδοθούν και να εκτελωνιστούν την ίδια μέρα με την αναχώρηση του πλοίου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτή ήταν η εντύπωση που είχε και ότι το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να παραδοθούν στις 31/1/2013 στο λιμάνι. Το τι θα έκανε ο ΜΕ2 με αυτά δεν το γνώριζε και επανέλαβε ότι εκείνη την μέρα διακόπηκε εντελώς η συνεργασία και η σχέση τους, με αποτέλεσμα ο ΜΕ2 να ζητήσει πίσω την προκαταβολή την οποία η Ενάγουσα του επέστρεψε. Αναφορικά με τα εμπορεύματα, είπε ότι αυτά βρίσκονται ακόμη στην αποθήκη της Ενάγουσας, εικάζοντας ότι μπορεί να πωλήθηκαν κάποια αλλά μπορεί και να μην πωλήθηκε και κανένα από αυτά. Ήταν εμπορεύματα τα οποία είχαν παραγγείλει από μόνοι τους και τα είχαν ήδη στην αποθήκη τους σε στοκ. Όπως ανέφερε, ήταν μια καλή ευκαιρία για την Ενάγουσα να δώσει τα εμπορεύματα και ήταν σημαντικό να πωληθούν γιατί είναι και θέμα μόδας των χρωμάτων και των σχεδίων. Καταλήγοντας, ανέφερε ότι τα εμπορεύματα βρίσκονταν ακόμη στην αποθήκη και δεν έχουν πουληθεί. Ο ΜΕ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του στις 14/10/2021 (Έγγραφο Β). Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι στις 10/12/2012 παρήγγειλε από την Ενάγουσα, εκ μέρους της εταιρείας του, δηλαδή της EMS, συγκεκριμένη ποσότητα υφασμάτων για το συνολικό ποσό των €35.000 για τα οποία η Ενάγουσα εξέδωσε το Τεκμήριο 3 στο οποίο έθεσε και ο ΜΕ2 την υπογραφή του. Σκοπός του ήταν να εξάγει τα εμπορεύματα στην Θεσσαλονίκη και να τα διαθέσει στο ανοικτό παζάρι. Με βάση τη συμφωνία των δυο πλευρών, η Ενάγουσα δεσμεύτηκε να παραδώσει την ποσότητα υφασμάτων στο λιμάνι στις 31/1/2013 για να τοποθετηθούν σε εμπορευματοκιβώτια τα οποία θα σφραγίζονταν με σκοπό να φορτωθούν στο πλοίο το οποίο θα αναχωρούσε αργότερα. Στις 20/12/2012, η EMS κατέβαλε στον ΜΕ1 το ποσό των €17.000 σε μετρητά έναντι της συνολικής παραγγελίας. Βάσει της συμφωνία τους, το υπόλοιπο ποσό θα καταβάλλετο ταυτόχρονα με την παράδοση των υφασμάτων. Είχε ενημερωθεί από τον ΜΕ1 ότι τα υφάσματα ήταν έτοιμα και ότι ήταν μαζεμένα στην αποθήκη της Ενάγουσας στον Στρόβολο. Σκοπός του ΜΕ2 ήταν να μεταφερθούν την ίδια μέρα που θα παραδίδονταν τα εμπορεύματα στο λιμάνι με φορτηγό της εταιρείας του μαζί με κάποια δικά της εμπορεύματα για εξαγωγή. Στις 31/1/2013 ήρθε στο κατάστημα ο ΜΕ1 για να τον ενημερώσει ότι ο Εναγόμενος είχε τοποθετήσει κλειδαριά στην εξωτερική πόρτα της αποθήκης με αποτέλεσμα να τους εμποδίζει από το να την ανοίξουν και να προχωρήσουν με την παράδοση της παραγγελίας. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ΜΕ1 τον είχε ενημερώσει ότι είχε ήδη καταγγείλει το θέμα στην Αστυνομία και ότι ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι είχε βάλει την κλειδαριά γιατί ήταν καθυστερημένα τα ενοίκια. Ο ΜΕ2 ανέφερε στον ΜΕ1 ότι δεν υπήρχαν περιθώρια για να περιμένει και ότι έπρεπε άμεσα να ανοίξει η αποθήκη, αλλά ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι ο αστυνομικός του είχε πει να μην αφαιρέσει την κλειδαριά εφόσον είχε καταγγείλει το θέμα στις αρχές. Ο ΜΕ2 δεν είχε πλέον άλλη επιλογή από το να ακυρώσει άμεσα την παραγγελία του και ζήτησε την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε. Την επόμενη μέρα η Ενάγουσα επέστρεψε τις €17.000 μετρητά και ταυτόχρονα ο ΜΕ2 επέστρεψε στον ΜΕ1 την απόδειξη - Τεκμήριο
- Εξ όσων ενημερώθηκε από τον ΜΕ1, μερικές ημέρες μετά, ο Εναγόμενος αφαίρεσε την κλειδαριά αλλά δημιούργησε νέο φραστικό επεισόδιο στην εργασία του ΜΕ
- Έκτοτε σταμάτησε η συνεργασία του και της EMS με την Ενάγουσα, χωρίς όμως να χαλάσουν οι σχέσεις του με τον ΜΕ
- Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα εμπορεύματα έπρεπε να παραδοθούν στις 31/1/2013 καθότι είχε διευθετήσει χώρο σε container, θα ετοιμάζονταν τα έγγραφα, τα τιμολόγια, θα περνούσαν από το τελωνείο και θα φορτώνονταν τα container στα πλοία. Ανέφερε ότι, κατά την εκτίμησή του, το πλοίο θα αναχωρούσε στις 2 του μηνός Φεβρουαρίου και όχι στις 31/1/
- Διευκρίνισε ότι όταν ανέφερε στη δήλωσή του «αργότερα» δεν εννοούσε στις 31/1/2013 αλλά ότι στις 31/1/2013 έπρεπε να παραδοθούν και το πλοίο θα αναχωρούσε αργότερα. Διευκρίνισε επίσης ότι αποκλείεται να έφευγε το πλοίο την ίδια μέρα καθότι δεν θα ήταν εφικτό να γίνει φόρτωση και να φύγει το πλοίο την ίδια ημέρα. Ο ΜΕ1 έχει άγνοια από εξαγωγές και ο ΜΕ2 τον είχε δεσμεύσει καθότι εάν δεν του παρέδιδε στις 31/1/2013, ο ΜΕ2 θα είχε μεγάλο πρόβλημα. Ερωτηθείς εάν μπορεί να παρουσιάσει κάποια στοιχεία για την κράτηση των container στο πλοίο, ανέφερε ότι μπορεί να εντοπίσει σχετικά στοιχεία, πλην όμως, δεν παρουσίασε οτιδήποτε κατά την ακρόαση. Αντεξεταζόμενος περαιτέρω ανέφερε ότι η συμφωνία ήταν να τα πάρει ο ΜΕ1 τα εμπορεύματα στη Λεμεσό, πλην όμως, την προηγούμενη μέρα ο τελευταίος ανέφερε στον ΜΕ2 ότι είχε πρόβλημα και ο ΜΕ2 εισηγήθηκε να φέρει δικό του φορτηγό για να πάρει τα εμπορεύματα και να αφαιρείτο το ποσό των €200 από την τιμή πώλησης. Ερωτηθείς τι πρόβλημα υπήρχε την προηγούμενη ημέρα και άλλαξε ο τρόπος παράδοσης, ανέφερε τα εξής: «Ενημερώθηκα νομίζω αργά το απόγευμα ότι την επόμενη μέρα θα είχε κάποιο πρόβλημα, νομίζω ήταν στο κλείσιμο αν θυμάμαι καλά, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια και μου είπε ότι είχε πρόβλημα με το φορτηγό ίσως να το θεώρησα κάποια δικαιολογία, αλλά επειδή ήξερα ότι του είπα να μην ανησυχείς γιατί θα έστελνα και εγώ εμπόρευμα και θα έρθω να τα παραλάβω από την αποθήκη σου και να μου αφαιρέσεις από την τιμή €200 και συμφώνησε.». Αναφορικά με τα εμπορεύματα αυτά καθεαυτά, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είχε δει το στοκ, ήταν ένα καλό deal και μπορούσε να τα προωθήσει σε πολύ καλές τιμές στο ανοικτό παζάρι στην Θεσσαλονίκη. Ανέφερε επίσης ότι ήταν παλιό στοκ και ρώτησε τον ΜΕ1 γι' αυτά, πριν μπουν στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ο τελευταίος του ανέφερε ότι ακόμα τα έχει. Τέλος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ήρθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας μετά από προτροπή του συνηγόρου της Ενάγουσας. Δεν έχει όμως κάτι να κερδίσει ο ίδιος με την μαρτυρία του. Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι είναι αστυφύλακας και είναι στην αστυνομική δύναμη εδώ και 18 χρόνια. Κατά τα έτη 2012 και 2013 ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. Αναγνώρισε τον ΜΕ1, ο οποίος βρισκόταν στην αίθουσα, δήλωσε όμως ότι δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο. Τον ΜΕ1 τον είδε όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό και καταχωρήθηκε το παράπονό του με αριθμό παραγράφου 305/1/
- Παρουσίασε αντίγραφο του ημερολογίου παραπόνων ως Τεκμήριο
- Περιέγραψε δε το παράπονο ως ακολούθως: «Ο κ. [ΜΕ1] ήρθε στο σταθμό και ζητούσε καταγραφή από την αστυνομία και μου ανέφερε ότι υπήρχαν εμπορεύματα αξίας €35.000 τα οποία έπρεπε να παραδοθούν την 31/1/2013 και ότι κινδύνευε να χάσει την συγκεκριμένη δουλειά λόγω του ότι το εμπόρευμα ήταν κλειδωμένο. Του δόθηκαν οδηγίες να μην προχωρήσει να την αφαιρέσει την κλειδωνιά. Στις 8/2/2013 επικοινώνησα εγώ ο ίδιος με τον κ. [ΜΕ1] και μου ανέφερε ότι ο κ. [Εναγόμενος] είχε αφαιρέσει από μόνος του την κλειδωνιά και μπήκε να χρησιμοποιήσει την περιουσία του κάτι που δεν προσπάθησε να κάμει από την 1/2/2013 και έχασε την συγκεκριμένη δουλειά. Εγώ αυτή την κατάθεση την είχα αρχειοθετήσει στο αρχείο.» Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι τα όσα αναφέρει στην καταχώρηση του Τεκμηρίου 10 για τις δύο ημερομηνίες προέρχονται από αυτά που του είπε ο ΜΕ
- Δεν θυμάται αν το παράπονό του ο ΜΕ1 το υπέβαλε τηλεφωνικώς ή διά ζώσης στον σταθμό. Για να έγινε η καταχώρηση περί τις 7 μ.μ. σημαίνει ότι ο ΜΕ1 πρέπει να ήρθε πιο νωρίς και οι συμβουλές του ΜΕ3 προς τον ΜΕ1 πρέπει να δόθηκαν γύρω στις 4 με 5 μ.μ. Δεν κάλεσε τον Εναγόμενο για κατάθεση γιατί ο ΜΕ1 ζητούσε απλά καταχώρηση του γεγονότος από την αστυνομία γιατί θα προχωρούσε ο ίδιος με αγωγές. Το τηλέφωνο που καταγράφεται στο Τεκμήριο 10 ως το τηλέφωνο του Εναγόμενου φαντάζεται ότι πρέπει να του το είχε δώσει ο ΜΕ
- Κάλεσε τον εν λόγω αριθμό και μίλησε όπως ανέφερε και με τον Εναγόμενο, εκτός εάν επρόκειτο για άλλο πρόσωπο που προσποιείτο ότι ήταν ο Εναγόμενος. Από λεπτομέρειες όμως που του δόθηκαν από το πρόσωπο με το οποίο μίλησε τηλεφωνικώς, ο ΜΕ3 πείστηκε ότι επρόκειτο για τον Εναγόμενο. Δεν διερεύνησε περαιτέρω από την στιγμή που ο ΜΕ1 του είπε ότι δεν ήθελε ανάμειξη της αστυνομίας και δεν έβρισκε κάποιο ποινικό αδίκημα την συγκεκριμένη στιγμή. Το ότι ο Εναγόμενος αφαίρεσε την κλειδωνιά στις 4/2/2013 του το είχε αναφέρει ο ΜΕ
- Μετά που η Ενάγουσα έκλεισε την υπόθεσή της, η πλευρά του Εναγόμενου δήλωσε ότι δεν θα προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία και η ακρόαση της αγωγής ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων με τις οποίες επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Αφενός ο κ. Ιωαννίδης εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της και κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει ειδικές αλλά και τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου. Αφετέρου, η κα Ιακώβου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την μαρτυρία που η Ενάγουσα προσέφερε ως αναξιόπιστη και κατ' επέκταση να απορρίψει και την αγωγή. Σημειώνω επίσης ότι η κα Ιακώβου επιχειρηματολόγησε εκτενώς επί του θέματος του μετριασμού της ζημιάς της Ενάγουσας (mitigation of damage). Σημειώνω επίσης, στο σημείο αυτό, ότι στο στάδιο των διευκρινίσεων ο κ. Ιωαννίδης, όταν ερωτήθηκε σχετικά από το Δικαστήριο, προσδιόρισε ότι η αξίωση της Ενάγουσας αφορά στην επιδίκαση αποζημιώσεων όχι μόνο συνεπεία της παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου επί της εισόδου της αποθήκης, διά της τοποθέτησης κλειδαριάς, αλλά και στην επιδίκαση τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων ως αποτέλεσμα της αξιόποινης και αξιόμεμπτης στάσης του Εναγόμενου και της συμπεριφοράς του όταν εισήλθε στο κατάστημα της Ενάγουσας στις 31/1/2013 και στην αποθήκη στις 6/2/
- Υπέδειξε δε ότι, ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε για το θέμα του κέρδους και η μαρτυρία του ότι αυτό ήταν €16.000 πλέον Φ.Π.Α., όχι μόνο παρέμεινε αναντίλεκτη, αλλά ενισχύθηκε και από τη μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος μάλιστα αντεξεταζόμενος για το θέμα του μετριασμού της ζημιάς επιβεβαίωσε τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε, ότι δηλαδή τα εμπορεύματα ήταν παλιάς μόδας και χάθηκε μια καλή ευκαιρία για να πωληθούν. Στον αντίποδα, η κα Ιακώβου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η επέμβαση του Εναγόμενου που οδήγησε στις κατ' ισχυρισμό ζημιές της Ενάγουσας, αλλά και ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε για το κέρδος που απώλεσε η Ενάγουσα δεν είναι αρκετή. Στάθηκε επίσης στην ασυμφωνία μεταξύ των μαρτύρων ως προς το ποιος θα παρέδιδε τελικά τα εμπορεύματα στο λιμάνι αλλά και πότε θα έφευγε το πλοίο. Εισηγήθηκε ακόμα ότι ένα στοιχείο αναξιοπιστίας του ΜΕ1 ήταν και η ανακολουθία στη μαρτυρία του αναφορικά με το πότε διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα, όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένη αναφορά επί των πιο πάνω εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Βάσει των παραδοχών που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και στην βάση της μη αμφισβητούμενης προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο και είναι κατά συνέπεια παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται εδώ και αρκετά έτη κυρίως με την εισαγωγή, εξαγωγή, εμπορία υφασμάτων και την κατασκευή κουρτινών, τομέας στον οποίο είναι καλά καθιερωμένη και έχει αποκτήσει καλό όνομα. Η Ενάγουσα διατηρεί το εγγεγραμμένο γραφείο και το κατάστημά της σε χώρο τον οποίο ενοικιάζει σε λεωφόρο στον Στρόβολο. Η Ενάγουσα ενοικιάζει από το έτος 1997, υποστατικό στο υπόγειο οικοδομής που βρίσκεται στον Στρόβολο, το οποίο λειτουργεί ως εργαστήριο - αποθήκη. Στην εν λόγω αποθήκη, η Ενάγουσα αποθηκεύει τα εμπορεύματά της και εξασκεί την επιχείρησή της. Ιδιοκτήτης της αποθήκης ήταν ο πατέρας του Εναγόμενου. Όταν ο πατέρας του Εναγόμενου απεβίωσε παρουσιάστηκαν στην Ενάγουσα ως ιδιοκτήτες της αποθήκης η μητέρα και τα αδέλφια του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, ο οποίος είναι κάτοικος Λευκωσίας, ήταν το πρόσωπο το οποίο για αρκετό χρονικό διάστημα παρουσιαζόταν και παραλάμβανε τις επιταγές που εξέδιδε η Ενάγουσα σε σχέση με το ενοίκιο. Από κάποιο στάδιο και μετά οι επιταγές για το ενοίκιο εκδίδονταν στο όνομα του Εναγόμενου. Η Εναγόμενη καθ' όλη την διάρκεια της ενοικίασης ήταν συνεπής στην πληρωμή του ενοικίου, πλην όμως, πρόσφατα, λόγω της οικονομικής κρίσης η οποία επηρέασε τον κύκλο εργασιών της, δυσκολευόταν να καταβάλλει το ενοίκιο, το οποίο καθυστερούσε περιστασιακά. Την 31/1/2013, κατά τις πρωινές ώρες, ο Εναγόμενος εισήλθε στο κατάστημα της Ενάγουσας. Την 31/1/2013, ο ΜΕ1 κατήγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου ότι ο Εναγόμενος τοποθέτησε κλειδαριά στην αποθήκη της, εμποδίζοντας την πρόσβαση της Ενάγουσας. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214, Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 45). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Υπενθυμίζω επίσης στο σημείο αυτό ότι, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης προς αντίκρουση των ισχυρισμών της Ενάγουσας επί των γεγονότων. Εφόσον λοιπόν η εκδοχή που η Ενάγουσα προώθησε είναι και η μόνη εκδοχή που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχουν «εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους και εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση της Ενάγουσας στο αναγκαίο επίπεδο» (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 829, Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola (ανωτέρω)). Τονίζω τέλος, ότι οι υποβολές των συνηγόρων, από μόνες τους, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην απουσία προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας (βλ. Α.Ι. κ.α. ν Π.Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση 283/2012, απόφαση ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου, 2019). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω τα εξής. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΕ 1 ήταν θετική. Απαντούσε χωρίς υπεκφυγές και θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την διαπίστωση μου για την ειλικρίνειά του, παραπέμπω ενδεικτικά στην παραδοχή του ότι, αν και ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η Ενάγουσα προτίθετο να παραδώσει εντός των ημερών μια παραγγελία, ως αποτέλεσμα της οποίας θα διευθετούσε τα καθυστερημένα της ενοίκια, εντούτοις δεν ήταν ενήμερος ότι η ημερομηνία παράδοσης ήταν η 31/1/
- Αποδεκτή γίνεται επίσης και η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ
- Γενικότερα σημειώνω ότι η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως αυτή προσκομίστηκε διά μέσω των ΜΕ1, 2 και 3, ήταν λογικοφανής και αληθοφανής και συνάδει με τη γραπτή μαρτυρία που προσκομίστηκε και, πέραν του συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ1 στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω, καμία εγγενής ή άλλη δυσκολία δεν καταδείχθηκε από την υπεράσπιση σε σχέση με την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων ή την εκδοχή τους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η εκδοχή τους ήταν αναξιόπιστη ή ότι τα γεγονότα που οι μάρτυρες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα ήταν αρκετά για να βασιστεί επί αυτών το Δικαστήριο για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Οι οποιεσδήποτε δε μικροαντιφάσεις προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ήταν επουσιώδεις και δεν θεωρώ ότι είναι ικανές σε τέτοιο βαθμό για να οδηγήσουν σε διαπίστωση αναξιοπιστίας οποιουδήποτε από τους μάρτυρες, ειδικότερα στην απουσία προσκόμισης μαρτυρίας προς αντίκρουση της εκδοχής της Ενάγουσας. Παρά δε την αμφισβήτηση της θέσης του ΜΕ1 ότι ήταν ο Εναγόμενος που τοποθέτησε την κλειδαριά στην είσοδο της αποθήκης της Ενάγουσας, η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΕ1, όχι μόνο παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση, αλλά επιβεβαιώνεται τόσο από τα τεκμήρια που ο ίδιος ο ΜΕ1 κατέθεσε και συγκεκριμένα την επιστολή του Αστυνομικού Σταθμού Στροβόλου ημερομηνίας 13/4/2021 (Τεκμήριο 8), σε σχέση με το παράπονο που υπέβαλε εναντίον του Εναγόμενου, αλλά και από τα όσα ο ΜΕ3 ανέφερε και το τεκμήριο 10 που ο τελευταίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι, αν και ως επί το πλείστο τυπική, η μαρτυρία του ΜΕ3 και τα όσα προκύπτουν από το τεκμήριο 10 επιβεβαιώνουν θεωρώ τόσο την τοποθέτηση της κλειδαριάς στην είσοδο της αποθήκης ως γεγονός, αλλά και την εμπλοκή του Εναγόμενου στην τοποθέτησή της αφού, όπως ο ΜΕ3 ανέφερε, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο και ο τελευταίος παραδέχτηκε ότι ήταν εκείνος που τοποθέτησε την κλειδαριά. Η δε εξήγηση που έδωσε ο ΜΕ3 ότι, στη βάση των λεπτομερειών που του δόθηκαν κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Εναγόμενο, τον έπεισαν ότι πράγματι ήταν με τον Εναγόμενο που συνομιλούσε, είναι πειστική. Το ίδιο ισχύει και για τον λόγο που ο ΜΕ1 δεν προχώρησε με την παραβίαση της κλειδαριάς, ότι δηλαδή δεν ενήργησε τοιουτοτρόπως ενόψει της σχετικής υπόδειξης της αστυνομίας, γεγονός το οποίο επίσης επιβεβαιώθηκε από τον ΜΕ3 όταν μαρτύρησε ενώπιόν μου αφού όπως ανέφερε ήταν ο ίδιος που προέβη στην σχετική σύσταση προς τον ΜΕ
- Σημειώνω εξάλλου, ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι ήταν ο Εναγόμενος που επενέβη επί της αποθήκης τοποθετώντας την κλειδαριά παρέμεινε στην ουσία της αναντίλεκτη, αφού παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές από πλευράς Υπεράσπισης, καμία μαρτυρία προς αντίκρουση των επί του προκειμένου ισχυρισμών του ΜΕ1 προσκομίστηκε. Αποδέχομαι επίσης ότι οι φωτογραφίες - Τεκμήριο 5, που ο ΜΕ1 παρουσίασε, απεικονίζουν την είσοδο της επίδικης αποθήκης κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι σε αυτές φαίνεται να υπάρχουν δύο κλειδαριές ασφαλείας επί τη εισόδου της αποθήκης. Σημειώνω εξάλλου ότι το γεγονός ότι οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν την είσοδο της αποθήκης κατά τον επίδικο χρόνο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η μαρτυρία λοιπόν του ΜΕ1 επί των εν λόγω ζητημάτων, όχι μόνο παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση αλλά συνάδει και με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση, η οποία υποδηλοί ότι το παράπονό του εναντίον του Εναγόμενου υποβλήθηκε έγκαιρα και ήταν γνήσιο. Περαιτέρω, η αναφορά του ΜΕ1 ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε ακριβώς ο Εναγόμενος τοποθέτησε την κλειδαριά ενόψει του ότι η αποθήκη έκλεισε το απόγευμα της 30/1/2013 μέχρι το πρωί της 31/1/2013 ανταποκρίνεται στην λογική. Καθίσταται συνεπώς εύρημά μου ότι σε άγνωστο χρόνο, μεταξύ των βραδινών ωρών της 30/1/2013 και των πρωινών ωρών της 31/1/2013, ο Εναγόμενος τοποθέτησε στην είσοδο της αποθήκης την κλειδαριά, που εμφαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο
- Ως αποτέλεσμα της τοποθέτησης της κλειδαριάς, η Ενάγουσα παρεμποδίστηκε από την πρόσβαση στην αποθήκη της και την άσκηση των εργασιών της εντός αυτής μέχρι και την 5/2/2013, οπότε και ο Εναγόμενος αφαίρεσε την κλειδαριά. Συνεπεία δε της τοποθέτησης της κλειδαριάς στην αποθήκη της Ενάγουσας, δεν κατέστη δυνατό η Ενάγουσα να εισέλθει στην αποθήκη της και, μεταξεί άλλων, να παραδώσει τα εμπορεύματα στην EMS στις 31/1/
- Αποδεκτή γίνεται και η θέση του ΜΕ1 ως προς την συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων και τους προφορικούς όρους για την πώληση και παράδοσή τους, όπως αυτοί συμφωνήθηκαν μεταξύ ΜΕ1 και ΜΕ
- Τούτοι δε οι ισχυρισμοί επιβεβαιώθηκαν ουσιαστικά και από τον ΜΕ2 ο οποίος ενεργούσε για την αντισυμβαλλόμενη της Ενάγουσας, δηλαδή την EMS. Ο ΜΕ2, οι απαντήσεις του οποίου θεωρώ ότι ήταν επίσης ειλικρινείς και χαρακτηρίζονταν από σαφήνεια και συνοχή, διευκρίνισε ότι ενώ η αρχική συμφωνία μεταξύ της εταιρείας του και της Ενάγουσας ήταν ότι η Ενάγουσα θα μετέφερε η ίδια τα εμπορεύματα στο λιμάνι για σκοπούς παράδοσής τους, εντούτοις είχε ενημερωθεί αργά το απόγευμα της προηγούμενης μέρας ότι θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την παράδοση των εμπορευμάτων από την Ενάγουσα και πρότεινε να τα παραλάβει ο ίδιος από την αποθήκη της Ενάγουσας με αντάλλαγμα την αφαίρεση ποσού €200 από την τιμή. Πρόταση την οποία ο ΜΕ1 αποδέχθηκε. Οι όποιες δε διαφοροποιήσεις μεταξύ της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με τον χρόνο αναχώρησης του πλοίου δεν μπορούν στην προκειμένη να κριθούν ουσιώδεις, δεδομένου ότι το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο καθορισμός των υποχρεώσεων της Ενάγουσας προς την EMS, οι οποίες, όπως καθορίστηκαν, τόσο από τον ΜΕ1 όσο και τον ΜΕ2, εκτείνονταν ουσιαστικά μέχρι την παράδοση των εμπορευμάτων στην EMS στις 31/1/2013 και όχι μέχρι την φόρτωση τους στο πλοίο. Δηλαδή κεφαλαιώδους σημασίας στην προκειμένη ήταν να καθοριστεί μέχρι που ευθυνόταν η Ενάγουσα προς την EMS. Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 συνέκλινε επί του σημείου αυτού εφόσον αμφότεροι παρέμειναν σταθεροί στην θέση τους ότι η υποχρέωση της Ενάγουσας ήταν να παραδώσει στις 31/1/2013, είτε η παράδοση λάμβανε χώρα στο λιμάνι κατόπιν μεταφοράς τους από την Ενάγουσα, είτε επί τόπου, στην αποθήκη της Ενάγουσας για σκοπούς μεταφοράς τους από την EMS. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημά μου, ότι περί την 10/12/2012, η Ενάγουσα συμφώνησε με την EMS όπως πωλήσει και παραδώσει στην τελευταία τα εμπορεύματα που λεπτομερώς αναφέρονται στην παραγγελία Τεκμήριο
- Το τίμημα πώλησης και παράδοσης των εμπορευμάτων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 3 ήταν €35.000 και η EMS κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €17.000 ως προκαταβολή στις 20/12/2012 (Τεκμήριο 4). Αποτελούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και EMS ότι η Ενάγουσα θα παρέδιδε τα εμπορεύματα στο λιμάνι Λεμεσού στις 31/1/2013 και με την παράδοση των εμπορευμάτων η EMS θα εξοφλούσε το τίμημα πώλησής τους. Περί την 30/1/2013, συμφωνήθηκε μεταξύ ΜΕ1 και ΜΕ2 όπως τα εμπορεύματα παραδοθούν στις 31/1/2013 στην EMS στην αποθήκη της Ενάγουσας και όχι στο λιμάνι Λεμεσού. Για την διαφοροποίηση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ Ενάγουσας και EMS έκπτωση €200 από το τίμημα πώλησης. Μετά την ακύρωση της συμφωνίας, η Ενάγουσα επέστρεψε στην EMS το ποσό των €17.000 σε μετρητά και η EMS επέστρεψε στην Ενάγουσα την πρωτότυπη απόδειξη είσπραξης της προκαταβολής (Τεκμήριο 4). Τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 παραμένουν μέχρι σήμερα στην κατοχή της Ενάγουσας. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι η εκδοχή του ΜΕ1 αναφορικά με το περιστατικό ημερομηνίας 31/1/2013 στο κατάστημα της Ενάγουσας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτο διότι, προκύπτει σημαντική αντίφαση και διάσταση ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο το ισχυριζόμενο περιστατικό έλαβε χώρα. Παρά το γεγονός ότι η θέση του ΜΕ1, κατά την κυρίως εξέταση, ήταν ότι η Ποινική Υπόθεση αρ. 15105/2013 ήταν ως αποτέλεσμα του περιστατικού ημερομηνίας 31/1/2013 που καταχωρήθηκε, εντούτοις όταν του υποδείχθηκε το εν λόγω κατηγορητήριο (τεκμήριο 9) από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε πειστική απάντηση για τον λόγο που στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως ημερομηνία διάπραξης η 4/2/2013 αντί η 31/1/2013 που ήταν και η ημερομηνία που καθορίστηκε τόσο μέσω των δικογράφων, όσο και μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε η Ενάγουσα. Η πιο πάνω ανακρίβεια, ο ανεπαρκής προσδιορισμός του περιστατικού από τον ΜΕ1 και η συγκεχυμένη μαρτυρία του όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η, επί του προκειμένου θέματος, μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αναφορικά, τέλος, με την μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με το περιστατικό ημερομηνίας 6/2/2013, παρατηρώ ότι αυτή υποστηρίζεται από τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 8, πλην όμως, από το εν λόγω έγγραφο δεν προκύπτει η ημερομηνία της ισχυριζόμενης διάπραξης. Σε κάθε περίπτωση όμως, η μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. Καθίσταται συνεπώς επίσης εύρημά μου ότι περί την 6/2/2013, ο Εναγόμενος εισήλθε στην αποθήκη της Ενάγουσας όπου βρισκόταν ο Α.Α., πατέρας του ΜΕ1 και εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος ξεκίνησε να τον υβρίζει στην παρουσία υπαλλήλου της Ενάγουσας και τρίτων προσώπων. Κατά τα λοιπά, εξετάζοντας την μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολό της, την βρίσκω αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε σχέση όμως με το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 που αφορά στο ύψος των ειδικών ζημιών που η Ενάγουσα υπέστη, θα αναφερθώ εκτενώς κατωτέρω, όταν θα εξεταστεί κατά πόσο η προσκομισθείσα επί του προκειμένου ζητήματος μαρτυρία είναι αρκετή για την απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου. Όπως σημειώνεται και ανωτέρω, ο κ. Ιωαννίδης στο στάδιο των αγορεύσεων επιβεβαίωσε, κατόπιν σχετικής ερώτησης του Δικαστηρίου, ότι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου εδράζεται στην παράνομη επέμβαση του Εναγόμενου επί της εισόδου της αποθήκης διά της τοποθέτησης κλειδαριάς. Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω σχετικά στην καθοδηγητική απόφαση Λάμπρου κ.α. ν Κεφάλα κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1516, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα.» Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο από μόνο του (actionable per se), δεν απαιτείται δηλαδή, για σκοπούς στοιχειοθέτησής του, η απόδειξη ζημιάς. Σε περιπτώσεις όμως που δεν αποδεικνύεται ζημιά, ο επιτυχόντας διάδικος δικαιούται στην προς όφελός του επιδίκαση μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων (βλ. Adrian Holdings Ltd v Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836). Μάλιστα σε περιπτώσεις που δεν αποδεικνύεται ζημιά, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να μην τα επιδικάσει προς όφελος του Ενάγοντα ή ακόμη και να τον καταδικάσει στην πληρωμή τους (βλ. Παπακόκκινου ν Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379). Αναφορικά με τον σκοπό των αποζημιώσεων, παραπέμπω στο Σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου, σελ. 133, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Γενικά οι αποζημιώσεις αντιπροσωπεύουν το ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του ακινήτου ως αποτέλεσμα της επέμβασης. Στην υπόθεση Papakokkinou and Others v. Kanther, λέχθηκε ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι εκείνο το ποσόν που θα αποκαταστήσει τον ενάγοντα στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν γινόταν η επέμβαση.» Πέραν όμως της επιδίκασης αποζημιώσεων, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την έκδοση σχετικού απαγορευτικού ή προστακτικού Διατάγματος για την άρση της παράνομης επέμβασης. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα εξεταστεί στην περίπτωσή μας ενόψει της απόσυρσης της σχετικής θεραπείας κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτηση του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφα του (βλ. Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω καταρχάς ότι, αποτελεί παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η Ενάγουσα ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η κάτοχος της αποθήκης, ως ενοικιαστής της από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες της. Έχει εν προκειμένω αποδειχθεί η πραγματική κατοχή της αποθήκης από την Ενάγουσα και ο φυσικός έλεγχος της Ενάγουσας επί της αποθήκης. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η κατοχή της αποθήκης από την Ενάγουσα, έχει επαρκώς στοιχειοθετηθεί. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου τα πιο πάνω ευρήματά μου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Εναγόμενος, τοποθετώντας την κλειδαριά στην είσοδο της αποθήκης, επενέβη και παρενέβη παράνομα στην αποθήκη, αποστερώντας ουσιαστικά από την Ενάγουσα την είσοδο και χρήση της αποθήκης για την περίοδο από 31/1/2013 μέχρι και την 5/2/201, ημερομηνία κατά την οποία η κλειδαριά αφαιρέθηκε από τον Εναγόμενο. Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα της ζημιάς και των αξιούμενων ειδικών αποζημιώσεων. Επαναλαμβάνω ότι η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση του ποσού των €16.000 πλέον 18% Φ.Π.Α., ως ειδικές ζημιές συνεπεία της παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου επί της εισόδου της αποθήκης. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών που η Ενάγουσα δικογραφεί, το εν λόγω ποσό συνίσταται στο «συμφωνηθέν καθαρό κέρδος επί του συνόλου της παραγγελίας» που κατέρρευσε ως αποτέλεσμα της επέμβασης του Εναγόμενου επί της εισόδου της αποθήκης, καθιστώντας αδύνατη την συμμόρφωση της Ενάγουσας με τα συμφωνηθέντα και την παράδοση των εμπορευμάτων έγκαιρα, ήτοι στις 31/1/2013, ως είχε συμφωνηθεί. Η υποχρέωση εξειδικευμένης δικογράφησης και αυστηρής απόδειξης των ειδικών ζημιών έχει τονιστεί επανειλημμένα σε πληθώρα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Παναγιώτου ν Φραγκέσκου
(1999)1 ΑΑΔ 687, Αχιλλέως ν Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1 ΑΑΔ 176, Αθανασίου ν Ορφανίδου, Πολιτική Έφεση αρ. 73/2011, απόφαση ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2015). Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ειδική ζημιά που αξιώνει. Εξηγώ. Πέραν της απλής αναφοράς του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ίση με το πιο πάνω ποσό κατά την κυρίως εξέτασή του, καμία άλλη σχετική μαρτυρία προς απόδειξη της ισχυριζόμενης αυτής ζημιάς και του τρόπου καθορισμού της προσκομίστηκε. Ούτε και επεξηγήθηκε πως το συγκεκριμένο ποσό καθορίστηκε και ποιος ήταν ο υπολογισμός στον οποίο η Ενάγουσα προέβη για σκοπούς καθορισμού του. Η αξίωση συνεπώς του εν λόγω ποσού, απλώς και μόνο στη βάση της αναφοράς του ΜΕ1, χωρίς να παρουσιαστεί μαρτυρία για τον τρόπο υπολογισμού του αξιούμενου καθαρού κέρδους, δεν είναι αρκετή για την απόδειξή του ως ειδική ζημιά. Ο ΜΕ1 δεν προσδιόρισε πως κατέληξε στο απωλεσθέν καθαρό κέρδος αφού καμία μαρτυρία προσέφερε είτε για το ποσό για το οποίο τα εμπορεύματα αγοράστηκαν αρχικά από την Ενάγουσα, αλλά ούτε και για τον υπολογισμό στον οποίο η Ενάγουσα προέβη για τον καθορισμό του ποσού των €16.000 ως καθαρό κέρδος από μια πώληση εμπορευμάτων τα οποία, βάσει του τεκμηρίου 3, είχαν αρχική αξία €53.813 και κατόπιν έκπτωσης ποσού €18.813, το τίμημα πώλησής τους καθορίστηκε στο ποσό των €35.000. Ούτε επεξηγήθηκε και κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε η αξίωση του Φ.Π.Α. επί του αξιούμενου ποσού, ειδικότερα από την στιγμή που δεν καταγράφεται στο τεκμήριο 3 ότι χρεώθηκε ΦΠΑ στην επίδικη πώληση. Ούτε και δύναται φυσικά να γίνει αποδεκτή η σχετική εισήγηση του κ. Ιωαννίδη, ότι εάν ο μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος και στην απουσία αντεξέτασης του, η μαρτυρία του θα πρέπει να κριθεί ικανή προς απόδειξη της ειδικής ζημιάς. Παραπέμπω προς τούτο στην προαναφερθείσα απόφαση Αθανασίου ν Ορφανίδου (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Επί του προκειμένου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων συμφωνούν - και ορθώς - ότι οι αξιούμενες ως ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Ωστόσο είναι θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την εφεσίβλητη ως αξιόπιστη, δεν εμποδιζόταν να αποδεχτεί ως αληθή και πραγματικά τα ποσά των €85 για αστυνομική έκθεση, €51.25 για φάρμακα και €171.00 για μεταφορικά, παρόλο που για τα ποσά αυτά δεν προσκομίστηκαν πέραν της προφορικής μαρτυρίας οποιεσδήποτε αποδείξεις. Δεν συμφωνούμε με το συνήγορο της εφεσίβλητης. Ο απλός ισχυρισμός από κάποιο διάδικο ότι κατέβαλε συγκεκριμένα κονδύλια, τα οποία αξιώνει υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων, δεν ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή που απαιτεί την απόδειξη τους με θετικό τρόπο. Έπεται ότι και ο τρίτος λόγος έφεσης ευσταθεί και δικαιολογείται επέμβαση του Εφετείου και επ΄ αυτού του ζητήματος.» (υπογράμμιση δική μου) Η διαπίστωσή μου λοιπόν ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν είναι επαρκής για την απόδειξη ειδικής ζημιάς, οδηγεί στην κατάληξη ότι στην προκειμένη περίπτωση απομένει μόνο η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων στην βάση της παράνομης επέμβασης που η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει. Ενόψει δε των πιο πάνω, η ενασχόληση μου με το ζήτημα που η συνήγορος του Εναγόμενου εγείρει αναφορικά με τον μετριασμό της ζημιάς της Ενάγουσας, καθίσταται αχρείαστη. Στην απόφαση Stassinos ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 142/2013μ απόφαση ημερομηνίας 3 Μαρτίου 2020, λέχθηκαν τα εξής: «Σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου υπάρχει παράνομη επέμβαση επί ακινήτου, κάτι που αποτελεί αστικό αδίκημα, actionable per se, δύναται να αποδοθούν ονομαστικές αποζημιώσεις. Ονομαστικές αποζημιώσεις επίσης δίδονται όπου αποδεικνύεται η απώλεια, αλλά δεν δόθηκε η απαιτούμενη μαρτυρία ως προς το ποσό που αξιώνεται. Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μέθοδο υπολογισμού των αποζημιώσεων από μέρους της εφεσείουσας, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αξίωσή της για αποζημιώσεις λόγω απώλειας εισοδημάτων. Ως εκ τούτου, κατέληξε να επιδικάσει μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Αυτό συνάδει με τις αρχές που ακολουθούνται στο δικό μας δικαϊκό σύστημα για απόδοση ονομαστικών αποζημιώσεων. Το ύψος του ποσού που δίδεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι ενδεικτικό. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Beaumont v. Greathead
(1846)2 CB 494, "nominal damages means a sum of money that may be spoken off, but that has no existence in point of quantity.". Επέμβαση σε ακίνητο η οποία συνεχίζεται δεν αποτελεί μια μεμονωμένη πράξη αλλά αποτελεί συνεχιζόμενη επέμβαση και δίδει αγώγιμο δικαίωμα για κάθε μέρα που συνεχίζεται (de die in diem) (Winfield and Jolowicz on Tort 16η έκδοση, σελ. 748, Halsbury's Laws of England Fourth Edition Reissue Vol. 45
(2)σελ. 334). Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι αποδίδονται ονομαστικές αποζημιώσεις για κάθε μέρα που συνεχίζεται η επέμβαση. Από τη στιγμή που η εφεσείουσα έχει καταχωρήσει αγωγή η οποία αφορούσε όλη τη χρονική περίοδο που συνεχιζόταν η παράνομη επέμβαση και απέτυχε να αποδείξει αποζημιώσεις, τότε αυτό που επιδικάζεται είναι μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις για το σύνολο της περιόδου που συνεχιζόταν η επέμβαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ατυχώς ανέφερε ότι το ποσό των €1.000 καθορίστηκε αφού έλαβε υπόψη τη μεγάλη χρονική περίοδο που αφορούσε η παράνομη επέμβαση. Η αναφορά, όμως, αυτή δεν μπορεί να έχει επίπτωση στο ύψος των ονομαστικών αποζημιώσεων.» Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 14th Edition, p. 222, para. 304, αναφέρονται τα εξής σχετικά με την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων (nominal damages) στις περιπτώσεις που δεν αποδεικνύεται ζημιά: «Nominal damages may also be awarded where the fact of a loss is shown but the necessary evidence as to its amount is not given. This is only a subsidiary situation, but it is important to distinguish it from the usual case of nominal damages awarded where there is a technical liability but no loss. In the present case the problem is simply one of proof, one not of absence of loss but of absence of evidence of the amount of loss.» Στη βάση των ανωτέρω και δεδομένου ότι η Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι απέδειξε την επέμβαση του Εναγόμενου επί της εισόδου της αποθήκης της, απόρροια της οποίας ήταν και η πρόκληση σε αυτήν κάποιας απώλειας, την οποία όμως εν προκειμένω δεν απέδειξε ως ειδική ζημιά, προχωρώ με την επιδίκαση ποσού €300 ως ονομαστικές αποζημιώσεις υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, για την παράνομη επέμβασή του στην είσοδο της επίδικης αποθήκης. Προχωρώ, στο σημείο αυτό, να εξετάσω την αξίωση της Ενάγουσας για την επιδίκαση παραδειγματικών, τιμωρητικών και γενικών αποζημιώσεων για τις ζημιές που η Ενάγουσα υπέστη, ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Επαναλαμβάνω καταρχάς ότι, η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς το ισχυριζόμενο περιστατικό της 31/1/2013 στο κατάστημα δεν έγινε αποδεκτή. Κατά συνέπεια, η αξίωση της Ενάγουσας για την επιδίκαση παραδειγματικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων θα περιοριστεί σε σχέση με την συμπεριφορά που καταλογίστηκε εις βάρος του Εναγόμενου και έχει αποδειχθεί. Δηλαδή σε σχέση με την τοποθέτηση της κλειδαριάς στην είσοδο της αποθήκης. Ούτε όμως θεωρώ ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη η απομονομένη συμπεριφορά του Εναγόμενου κατά την 6/2/2013 για σκοπούς επιδίκασης των αξιούμενων αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις αυτές θα επιδικαστούν στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την διάπραξη του αστικού αδικήματος που εν προκειμένω αποδείχθηκε. Το ίδιο θα ίσχυε ακόμη και εάν αποδεχόμουν την μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με το περιστατικό ημερομηνίας 31/1/2013. Δεν θεωρώ δηλαδή ότι τα όσα έλαβαν χώρα σε άλλες ημερομηνίες μπορούν να προσμετρήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ή να ληφθούν υπόψη σε σχέση με την αξίωση για επιδίκαση των αξιούμενων αποζημιώσεων. Εξάλλου, παρά την δικογράφηση των περιστατικών και την προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξή τους, δεν καθορίστηκε επαρκώς από πλευράς Ενάγουσας σε ποια βάση βασίζεται, νομικά, για την επιδίκαση αποζημιώσεων ως αποτέλεσμα της εν λόγω συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Στην προαναφερθείσα, Adrian Holdings (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.» Περαιτέρω στην Stassinos (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να δείξει το Δικαστήριο τον αποτροπιασμό του για τη συμπεριφορά του εναγόμενου και στόχο έχει τόσο την τιμωρία όσο και τον παραδειγματισμό. Στην παρούσα περίπτωση, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εφεσείουσα δεν είχε ποτέ διαμαρτυρηθεί ή αιτηθεί άρση της επέμβασης, παρά μόνο διαμαρτυρήθηκε τον τελευταίο χρόνο ενοικίασης στον εφεσείοντα 1. Η όλη προσπάθεια της εφεσείουσας ήταν να λάβει άδεια οικοδομής για το ακίνητο. Η επιδίκαση παραδειγματικών σε αντίθεση με κανονικές αποζημιώσεις εξετάστηκε στην υπόθεση Rookes v. Barnard, ανωτέρω, όπου ο Lord Devlin καθόρισε ότι παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται μόνο: (i) Σε περιπτώσεις πιεστικής, αυθαίρετης ή αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από κρατικούς υπαλλήλους˙ (ii) Όταν η συμπεριφορά του εναγομένου έχει προγραμματιστεί να του αποφέρει μεγαλύτερο κέρδος από το ποσό των αποζημιώσεων που θα κληθεί να καταβάλει στον ενάγοντα˙ (iii) Όταν τούτο επιτρέπεται από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια.» Τέλος, στην Παπακόκκινου ν Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής καθοδηγητικά: «Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων έχει ως πυρήνα τη συμπεριφορά του εναγόμενου και κάτω απ' αυτό το πρίσμα εξετάζεται ο τρόπος αντίδρασης του. Εάν η συμπεριφορά είναι ετσιθελική, πλήττουσα τα δικαιώματα των εναγόντων η αποζημίωση επιδικάζεται. Τούτο επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Εταιρεία Surebuild Construction Ltd v. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου (Aρ. 2)
(2008)1(A) A.A.Δ. 550.» Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι προκύπτουν μέσα από την μαρτυρία τέτοια γεγονότα τα οποία να μπορούσαν να με οδηγήσουν στην κατάληξη ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου, στο πλαίσιο της παράνομης επέμβασης και παρέμβασής του επί της αποθήκης, ήταν τέτοια και τόσο αξιόμεμπτη ή ότι έτεινε να ταπεινώσει την Ενάγουσα και τα συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα ούτως ώστε να δικαιολογείται, εν προκειμένω, η επιδίκαση των αξιούμενων αποζημιώσεων. Ειδικότερα δε, σε σχέση με τις συγκεκριμένες αξιώσεις της Ενάγουσας, τονίζω ότι, από την στιγμή που δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου επαρκή στοιχεία για τον καθορισμό της πραγματικής απώλειας της Ενάγουσας, δηλαδή της συνήθους ζημιάς της, δεν υπάρχει περιθώριο για επιδίκαση των αξιούμενων αποζημιώσεων. Παραπέμπω σχετικά στην Stassinos (ανωτέρω) στην οποία κατόπιν εκτενούς αναφοράς στα λεχθέντα στην Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ.1952 λέχθηκε ότι στην απουσία επιδίκασης οποιωνδήποτε αποζημιώσεων, δεν ετίθετο θέμα επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην προαναφερθείσα Κωνσταντίνου (ανωτέρω) μάλιστα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία για τον καθορισμό της πραγματικής απώλειας - της συνήθους ζημιάς. Δεν μπορούσε, επομένως, να εξετάσει κατά πόσο το ποσό που θα επεδίκαζε με τη μορφή των συνήθων αποζημιώσεων ήταν ανεπαρκές (Rookes, πιο πάνω). Τούτων δοθέντων δεν υπήρχε περιθώριο για την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Επομένως η επιδίκαση αποζημιώσεων παραμερίζεται.» Κατά συνέπεια, εφόσον δεν έχω ικανοποιηθεί ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογούν στην επιδίκαση οποιωνδήποτε γενικών, τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, ούτε οι εν λόγω αξιώσεις της Ενάγουσας μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται. Για όλους τους λόγους που έχω προσπαθήσει να εξηγήσω ανωτέρω, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €300 για την παράνομη επέμβαση του τελευταίου επί της αποθήκης. Σε σχέση με τα έξοδα σημειώνω ότι, παρά την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο, προς όφελος της Ενάγουσας, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δικαιούται τα έξοδά της. Τούτο διότι επιβεβαίωσε το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον του Εναγόμενου για παράνομη επέμβαση του τελευταίου επί της εισόδου της αποθήκης της. Δηλαδή η Ενάγουσα πέτυχε μεν στη βασική της απαίτηση, πλην όμως, απέτυχε να αποδείξει την ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της επέμβασης αυτής (βλ. Παπακόκκινου ν Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789, Θρασυβούλου ν Βιολάρη
(2013)1 ΑΑΔ 2119, Θρασυβούλου ν Arto Estates Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 12, Παπακόκκινου ν Δήμου Πάφου (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 634). Επιδικάζονται συνεπώς έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο