← Κύπρος

A. PAPAETIS MEDICAL COMPANY LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (για Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκ

A. PAPAETIS MEDICAL COMPANY LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (για Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας), Αρ. Αγωγής: 6090/2016, 10/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6090/2016 Μεταξύ: A. PAPAETIS MEDICAL COMPANY LTD Ενάγουσας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (για Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας) Εναγόμενου Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Λ. Σιακαλλή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Π. Σελίπας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €211,43 ως οφειλόμενο υπόλοιπο και/ή συμφωνηθέν τίμημα για την προμήθεια, αγορά και παράδοση ιατρικού εξοπλισμού και/ή ιατρικών προϊόντων και/ή αναλώσιμων στον Εναγόμενο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής της, η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δια μετοχών, δεόντως εγγεγραμμένη, με έδρα την Κύπρο και ασχολείται με την εισαγωγή, πώληση, διανομή και προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού, προϊόντων και αναλωσίμων καθώς επίσης και την εγκατάσταση ιατρικού εξοπλισμού. Περί το 2013, μετά την προκήρυξη του δημόσιου διαγωνισμού με αρ. 11/2013, η Ενάγουσα υπέβαλε προσφορά, η οποία κατακυρώθηκε προς όφελός της. Κατόπιν αποδοχής και κατακύρωσης της προσφοράς προς όφελος της Ενάγουσας, οι διάδικοι σύναψαν την επίδικη σύμβαση με αρ. 4600007263 στις 20/6/2013 (στο εξής η «σύμβαση»). Οι όροι της προσφοράς συμπεριλήφθηκαν στην σύμβαση. Στο πλαίσιο της σύμβασης των διαδίκων, η Ενάγουσα όφειλε να παραδώσει και παρέδωσε στον Εναγόμενο κατά διάφορες ημερομηνίες ιατρικά αναλώσιμα προϊόντα. Προς τούτο η Ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο το τιμολόγιο αρ. GSI 0004829 ημερομηνίας 28/11/2013 για το ποσό των €2.729.58 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., που αφορούσε στην παράδοση 1.780 τεμαχίων τραχειοστομιών και ενδοτραχειακών σωλήνων (στο εξής το «τιμολόγιο»). Εντούτοις, ο Εναγόμενος, παράνομα, αυθαίρετα και αντισυμβατικά, απέκοψε το ποσό των €211,43 από το ποσό του τιμολογίου, λόγω κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων αναλώσιμων προϊόντων από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο για περίοδο 9 εβδομάδων και 1 ημέρας, η οποία κατ' ισχυρισμό του Εναγόμενου οφειλόταν στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια συμμορφώθηκε με κάθε συμβατική της υποχρέωση προς τον Εναγόμενο και η οποιαδήποτε τυχόν απόκλιση στην παράδοση των επίδικων αναλώσιμων προϊόντων, δεν οφειλόταν σε δική της υπαιτιότητα αλλά σε λόγους που η ίδια δεν μπορούσε να ελέγξει ή/και για λόγους που ξέφευγαν της δικής της αρμοδιότητας ή/και οφείλονταν σε τρίτους. Ειδικότερα δε, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω των απαγορευτικών μέτρων που λήφθηκαν περί τον Μάρτιο του 2013 από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τις χρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες στο εξωτερικό, η Ενάγουσα δεν μπορούσε να προβεί έγκαιρα στην πληρωμή προς τους προμηθευτές της για την αγορά των αναλώσιμων για σκοπούς αποστολής τους στην Κύπρο εμπρόθεσμα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω της υποβάθμισης της κυπριακής οικονομίας, οι ξένοι προμηθευτές δεν εμπιστεύονταν πλέον τις κυπριακές τράπεζες για τις οικονομικές συναλλαγές ή τα letter of credit που εκδίδονταν σε σχέση με τις επίδικες οικονομικές συναλλαγές, με αποτέλεσμα να ζητούν προπληρωμή για τα αγορασθέντα προϊόντα ή να ζητούν collaterals από την Ενάγουσα. Αυτή η διαδικασία, σε συνδυασμό με τα προβλήματα και τις δυσκολίες στην διεκπεραίωση συναλλαγών με το εξωτερικό, είχε ως αποτέλεσμα να προκύπτουν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των οικονομικών συναλλαγών για την αγορά των αναλώσιμων, καθυστερήσεις για τις οποίες η Ενάγουσα δεν έφερε καμία ευθύνη. Με την Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος εγείρει 4 προδικαστικές ενστάσεις που άπτονται ζητημάτων παραγραφής, μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος, κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed) και κατάχρησης. Σημειώνω όμως ότι, στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου δήλωσε ότι επιμένει μόνο στην προδικαστική ένσταση του κωλύματος. Επί της ουσίας τώρα, ο Εναγόμενος παραδέχεται την σύναψη της σύμβασης και ισχυρίζεται ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της σύμβασης ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης, η ρήτρα καθυστέρησης προνοούσε για την αποκοπή 1% της συμβατικής αξίας των προϊόντων για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης των προϊόντων που δεν παραδόθηκαν έγκαιρα. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι τα προϊόντα, για τα οποία εκδόθηκε το επίδικο τιμολόγιο, δεν παραδόθηκαν έγκαιρα. Συγκεκριμένα, αυτά παραδόθηκαν την 29/11/2013 αντί την 25/9/2013 που ήταν η ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να παραδοθούν, βάσει της σύμβασης. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι, συνεπεία της καθυστέρησης, ο Εναγόμενος νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης προχώρησε με την αποκοπή του επίδικου ποσού από το τιμολόγιο. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί μη υπαιτιότητάς της για την καθυστέρηση στην παράδοση και τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με τα μέτρα της Κεντρικής Τράπεζας και την υποβάθμιση της οικονομίας. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε και ουδέποτε ενημερώθηκε από την Εναγόμενη για οποιαδήποτε καθυστέρηση. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Λόγω του ύψους της αξίωσης, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης». Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας. Από πλευράς Ενάγουσας, καταχωρήθηκε Ένορκη Δήλωση του Κ. Γιασουμή, Οικονομικού Διευθυντή της Ενάγουσας (στο εξής ο «ΜΕ1») ενώ για τον Εναγόμενο καταχωρήθηκε Ένορκη Δήλωση του Α. Αντωνίου, Ανώτερου Λειτουργού του Υπουργείου Υγείας (στο εξής ο «ΜΥ1»). Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην ιδιότητα της Ενάγουσας και στην προκήρυξη του δημόσιου διαγωνισμού αρ. 11/2013, στην κατακύρωση της προσφοράς προς όφελος της Ενάγουσας και στην υπογραφή της σύμβασης. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 1 τα έγγραφα της σύμβασης και του διαγωνισμού. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δυνάμει της σύμβασης, η Ενάγουσα ανέλαβε να παραδώσει στον Εναγόμενο και όντως παρέδωσε στον Εναγόμενο, σε διάφορες ημερομηνίες, ιατρικά αναλώσιμα προϊόντα, ήτοι καθετήρες, ενδοτροχειακούς σωλήνες και τραχειοστομιών. Η Ενάγουσα μαζί με τα επίδικα προϊόντα, εξέδωσε και παρέδωσε προς τον Εναγόμενο το επίδικο τιμολόγιο για το ποσό των €2.729,58 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., το οποίο αφορούσε στην παράδοση 1700 τεμαχίων ενδοτραχειακών σωλήνων και τραχειοστομιών (στο εξής τα «αναλώσιμα» ή «αναλώσιμα προϊόντα»). Κατέθεσε το επίδικο τιμολόγιο ως Τεκμήριο
  1. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αυθαίρετα προχώρησε με την αποκοπή ποσού €211,43 από το ποσό του τιμολογίου λόγω ισχυριζόμενης καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων αναλώσιμων στον Εναγόμενο για 9 εβδομάδες και 1 ημέρα, καθυστέρηση η οποία κατ' ισχυρισμό του Εναγόμενου οφειλόταν στην Ενάγουσα. Αποτέλεσε ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως με τις συμβατικές τις υποχρεώσεις και τυχόν απόκλιση στην παράδοση των αναλώσιμων δεν ήταν εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας αλλά σε λόγους που δεν μπορούσε να ελέγξουν και/ή για λόγους που ξέφευγαν της δικής της αρμοδιότητας και/ή οφείλονταν σε τρίτους. Σε σχέση με την ημερομηνία παράδοσης των αναλώσιμων που αναφέρονται στο τιμολόγιο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτή ήταν μετά την επιβολή των απαγορευτικών μέτρων στις εισαγωγές, τον Μάρτη του 2013 και λόγω των απαγορευτικών μέτρων που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τις χρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες με το εξωτερικό στις 23/3/2013, αλλά και την δυσχέρεια των Κυπριακών Τραπεζών να εγείρουν άμεσα μεταφορές χρημάτων στο εξωτερικό, η Ενάγουσα, χωρίς δική της υπαιτιότητα, δεν μπορούσε να προβεί άμεσα στην πληρωμή προς τους προμηθευτές της για την αγορά των επίδικων αναλώσιμων, με σκοπό την αποστολή τους στην Κύπρο, εντός της συμβατικής προθεσμίας. Κατά συνέπεια, υπήρξε καθυστέρηση στην αποστολή της παραγγελίας από το εξωτερικό. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι λόγω της υποβάθμισης της κυπριακής οικονομίας, οι ξένοι προμηθευτές δεν εμπιστεύονταν πλέον τις κυπριακές τράπεζες για τις οικονομικές συναλλαγές ή τα letter of credit που εκδίδονταν σε σχέση με τις επίδικες οικονομικές συναλλαγές, με αποτέλεσμα να ζητούν προπληρωμή για τα αγορασθέντα προϊόντα ή να ζητούν collaterals από την Ενάγουσα, η οποία, λόγω και της δέσμευσης καταθέσεων δεν ήταν δυνατό να παρέχει πάντα τέτοια collaterals. Αυτή η διαδικασία, σε συνδυασμό με τα προβλήματα και δυσκολίες στην διεκπεραίωση συναλλαγών με το εξωτερικό είχε ως αποτέλεσμα να προκύπτουν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των οικονομικών συναλλαγών για αγορά των αναλώσιμων, για τις οποίες η Ενάγουσα δεν έφερε καμία ευθύνη. Αποτέλεσε περαιτέρω ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος γνώριζε και δεν μπορεί να αρνείται τις εν λόγω δυσκολίες, οι οποίες προέκυψαν από τις ενέργειες και αποφάσεις της ίδιας της Κυβέρνησης. Ούτε δύναται ο Εναγόμενος να επιβάλει κυρώσεις για καθυστέρηση η οποία οφείλεται στα περιοριστικά μέτρα στις συναλλαγές που επέβαλε η ίδια κυβέρνηση. Κάτι τέτοιο ξέφευγε και από την πρόθεση των μερών κατά την συνομολόγηση της σύμβασης σε σχέση με την επιβολή ρήτρας καθυστέρησης, και δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο άπτεται της υπαιτιότητας της Ενάγουσας καθ' οποιονδήποτε τρόπο. Ανέφερε περαιτέρω ότι επεσύναψε ως Τεκμήριο 3, άρθρο σε καθημερινή ελληνική εφημερίδα σε σχέση με τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε το 2013 η Κυπριακή Δημοκρατία. Πρόσθετα ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υποστεί καμία απολύτως ζημιά από την ύπαρξη κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης στη παράδοση των επίδικων αναλώσιμων, ούτε επικαλέστηκε την ύπαρξη ζημιάς, ούτε και απέδειξε το εύλογο του υπολογισμού αποκοπής των ποσών. Εφόσον δε ο Εναγόμενος παρέλαβε τα τελικά τα αναλώσιμα χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, η συμπεριφορά του τον εμποδίζει από το να ισχυρίζεται οτιδήποτε το αντίθετο. Στην αντίπερα όχθη, ο ΜΥ1 επίσης αναφέρθηκε στο ιστορικό του διαγωνισμού και της κατακύρωσης της προσφοράς προς όφελος της Ενάγουσας. Επεσύναψε προς τούτο, ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο της σύμβασης. Αναφέρθηκε επίσης στους όρους της σύμβασης σύμφωνα με τους οποίους η πρώτη παράδοση θα έπρεπε να γίνει όχι αργότερα από τρεις μήνες από την ημερομηνία αποστολής των γραπτών οδηγιών με τηλεομοιότυπο από τον Εναγόμενο καθώς επίσης και στην ρήτρα καθυστέρησης, σύμφωνα με την οποία προνοείται η αποκοπή ποσοστού 1% από την συμβατική αξία των αναλώσιμων προϊόντων για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης. Ανέφερε περαιτέρω ότι στις 25/6/2013 υποβλήθηκαν μέσω τηλεομοιότυπου 9 συνολικά παραγγελίες τις οποίες, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, η Ενάγουσα όφειλε να παραδώσει εντός 3 μηνών από την 25/6/
  2. Ο ΜΥ1 ακολούθως ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά παραλαβής των αναλώσιμων προϊόντων, αυτά παραδόθηκαν στον Εναγόμενο στις 29/11/2013 αντί στις 25/9/
  3. Ο ΜΥ1 επισύναψε αντίγραφα των παραγγελιών και των πιστοποιητικών παραλαβής ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Αναφέρθηκε περαιτέρω στην έκδοση του τιμολογίου από την Ενάγουσα και στην αποκοπή στην οποία προέβη ο Εναγόμενος. Επισύναψε αντίγραφο του τιμολογίου ως Τεκμήριο 4 μαζί με το δελτίο πληρωμής των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών στο οποίο εμφαίνεται η αποκοπή του ποσού των €211,
  4. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η αποκοπή έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και ο Εναγόμενος ουδέποτε ενήργησε παράνομα, αυθαίρετα ή αντισυμβατικά. Απέρριψε περαιτέρω τα όσα η Ενάγουσα επικαλείται αναφορικά με τα απαγορευτικά μέτρα που είχαν ληφθεί από την Κεντρική Τράπεζα, λέγοντας ότι η Ενάγουσα ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της και δεν ενημέρωσε γραπτώς αλλά ούτε και επικοινώνησε με τον Εναγόμενο για οποιοδήποτε τυχόν κώλυμα. Αντίθετα, η πρώτη φορά που η Ενάγουσα προέβαλε τους εν λόγω ισχυρισμούς ήταν με την παρούσα αγωγή. Έχοντας λοιπόν παραθέσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι αν και αμφότεροι είχαν την δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον μάρτυρα της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, μέσω των οποίων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Σημειώνω επίσης ότι, κατά την ακρόαση, οι συνήγοροι τοποθετήθηκαν και προφορικά. Αφενός, η κυρία Σιακαλλή εισηγήθηκε ότι το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η καθυστέρηση που υπήρξε ήταν εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας, ζήτημα το οποίο δεν διερευνήθηκε από πλευράς Εναγόμενου πριν την επίκληση και εφαρμογή της ρήτρας καθυστέρησης. Αποτέλεσε περαιτέρω εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου ότι το άρθρο 32 του Νόμου 102(Ι)/1997 δεν αναιρεί τις πρόνοιες του άρθρου 74 του Κεφ. 149 και ότι για σκοπούς εφαρμογής του πρώτου, ο Εναγόμενος έπρεπε να αποδείξει ζημιά, ως αποτέλεσμα της παράβασης. Αφετέρου, ο κύριος Σελίπας υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της αποκοπής και εισηγήθηκε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η απόδειξη ζημιάς για τους σκοπούς του άρθρου
  5. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Από τις παραδοχές μέσω των δικογράφων και βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα συνιστούν κοινό έδαφος και είναι αδιαμφισβήτητα, μεταξύ των διαδίκων. Περί το έτος 2013, η Ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, συμμετείχε στον δημόσιο διαγωνισμό με αρ. 11/
  6. Η Ενάγουσα υπέβαλε προσφορά, η οποία κατακυρώθηκε προς όφελός της. Ακολούθως, στις 20/6/2013, υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και της Κυπριακής Δημοκρατίας η επίδικη σύμβαση η οποία αφορούσε στην προμήθεια ιατρικών αναλώσιμων προϊόντων στην τελευταία. Τόσο η υπογραφή της σύμβασης όσο και οι όροι της, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Μεταξύ άλλων όρων, περιλαμβανόταν και ο όρος 7 που αφορούσε τις ρήτρες καθυστέρησης. Η Ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο στις 28/11/2013, το τιμολόγιο για το ποσό των €2.729,58, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., που αφορούσε την παράδοση των αναλώσιμων προϊόντων. Ο Εναγόμενος προχώρησε με την αποκοπή του ποσού των €211,43 από το ποσό του τιμολογίου. Τέλος, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι το ποσό της αποκοπής υπολογίστηκε και ήταν αντίστοιχο με το ποσοστό που προνοείται από τον όρο 7 της σύμβασης. Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214, Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 45). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Το δε γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς, δεν συνεπάγεται ότι ατονούν οι κανόνες απόδειξης, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα προσεγγίσει, θα αξιολογήσει και θα αποκλείσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπω επίσης στις πρόνοιες της Δ.30 Κ.5
(5)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση οποτεδήποτε καταχωρείται γραπτή μαρτυρία σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Όπως θα διαφανεί και στην συνέχεια, για σκοπούς εξέτασης της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των πτυχών της προσκομισθείσας μαρτυρίας αφού, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και την προσκομισθείσα μαρτυρία, η πλειοψηφία των γεγονότων είναι στην ουσία της παραδεκτή. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα περιοριστεί στα επίδικα θέματα που απομένουν (βλ. Ιωάννου κ.α. ν Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Η μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης παρέμεινε ασαφής, γενική και αόριστη. Ο ΜΕ1 περιορίστηκε, ουσιαστικά, στην επανάληψη των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας. Η δε απόδοση της καθυστέρησης στα περιοριστικά μέτρα και στην υποβάθμιση της οικονομίας δεν ήταν πειστική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εξηγώ. Εάν όντως αντιμετωπίζονταν οποιαδήποτε ζητήματα αυτής της φύσης, εύλογα θα αναμένετο ότι θα παρουσιαζόταν από τον ΜΕ1 έγγραφη μαρτυρία, ήτοι αλληλογραφία, είτε μεταξύ των διαδίκων, είτε μεταξύ της Ενάγουσας και των τραπεζικών ιδρυμάτων και των προμηθευτών της, σε σχέση με τους περιορισμούς αυτούς. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι τόσο η απαίτηση της Ενάγουσας, όσο και η μαρτυρία του ΜΕ1, βασίστηκαν στην εκδοχή ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των αναλώσιμων οφείλετο σε λόγους πέραν του ελέγχου της τελευταίας και δη στα περιοριστικά μέτρα της Κεντρικής Τράπεζας για σκοπούς αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και στην υποβάθμιση της οικονομίας, εύλογα αναμενόταν ότι ο ΜΕ1 θα παρουσίαζε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του σχετικά στοιχεία τα οποία θα καταδείκνυαν ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των αναλώσιμων ήταν όντως αποτέλεσμα των πιο πάνω συγκυριών και εκτός του ελέγχου της Ενάγουσας. Παρά την προβολή της εκδοχής αυτής όμως, καμία απτή μαρτυρία και κανένα τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε προς υποστήριξή της, με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της Ενάγουσας να παραμείνουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ούτε και προέβαλε ο ΜΕ1 οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό που να καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο επηρεάστηκε η επίδικη συναλλαγή συνεπεία των λόγων που ανέφερε. Εάν όντως προέκυπταν οποιαδήποτε ζητήματα με τους προμηθευτές της Ενάγουσας, θα αναμένετο ότι θα παρουσιαζόταν κάποια έγγραφη μαρτυρία προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού. Περαιτέρω, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την σύμβαση, αυτή υπεγράφη στις 20/6/2013, κατόπιν κατακύρωσής της στην Ενάγουσα στις 30/4/2013, η παραπομπή στα γεγονότα του Μαρτίου του 2013, ξενίζει. Πώς ήταν δυνατό, εφόσον τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα διαφορά έλαβαν χώρα μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 να επικαλείται η Ενάγουσα την επιβολή των περιοριστικών μέτρων αφ' ης στιγμής τα μέτρα αυτά είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ και ήταν ήδη υπόψη των διαδίκων, κατά την ανάληψη των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων των διαδίκων. Δεδομένου λοιπόν ότι τα μέτρα ήταν σε ισχύ από τον Μάρτιο του 2013, θα αναμένετο, εάν όντως η καθυστέρηση οφειλόταν στην επικρατούσα κατάσταση, ότι η Ενάγουσα θα προέβαινε σε παραστάσεις προς τον Εναγόμενο, σε σχέση με τις επιπτώσεις τους. Αντίθετα, τίποτε από τα πιο πάνω δεν έπραξε και κανένα σχετικό έγγραφο παρουσίασε προς τούτο ο ΜΕ1. Σημειώνω επίσης τα εξής. Η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε και συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 3. Ενώ ο ΜΕ1 αναφέρει ότι επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 άρθρο ελληνικής εφημερίδας για τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε η Κυπριακή Δημοκρατία το 2013, εντούτοις, τα έγγραφα που συναποτελούν το Τεκμήριο 3 είναι άσχετα, τόσο με την περιγραφή που ο ΜΕ1 δίδει στο εν λόγω τεκμήριο όσο και με τα θέματα της παρούσας. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 όντως περιλαμβάνονται κάποια αποσπάσματα από ιστοσελίδες σε σχέση με την κατάσταση της οικονομίας στην Κύπρο, στο εν λόγω Τεκμήριο περιλαμβάνεται και αλληλογραφία των διαδίκων η οποία όμως δεν αφορά την παρούσα υπόθεση αφού σε αυτήν γίνεται αναφορά σε άλλους αριθμούς παραγγελιών και τιμολογίων. Πρόκειται συνεπώς για άσχετη μαρτυρία η οποία δεν αφορά στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Πρέπει επίσης να σημειωθεί το γεγονός ότι ο ΜΕ1, με την μαρτυρία του, προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Μπορεί ορισμένοι από αυτούς τους ισχυρισμούς να αφορούν σε ζητήματα νομικά και κατά συνέπεια να μην επιδρούν καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην αξιοπιστία του, πλην όμως, προβάλλονται και διαζευκτικοί ισχυρισμοί και στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 που αφορά στην έλλειψη ευθύνης της Ενάγουσας για τις καθυστερήσεις. Οι διαζευκτικοί λοιπόν ισχυρισμοί του ΜΕ1 που αφορούν στα γεγονότα, ήτοι οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 ότι για την καθυστέρηση στην παράδοση «δεν έφεραν καμία ευθύνη ή/και ήταν εκτός του δικού τους ελέγχου ή/και αποτελούσαν γεγονότα τα οποία δεν μπορούσαν να προβλέψουν κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης» δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτοί. Παρά το γεγονός λοιπόν ότι η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών στα δικόγραφα είναι επιτρεπτή, δεν είναι σε καμία περίπτωση επιτρεπτή η προβολή τους σε σχέση με γεγονότα, πόσω δε μάλλον όταν αφορούν γεγονότα που άπτονται της ουσίας της επί του προκειμένου διαφοράς (βλ. El Fath Co. v E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1255 «Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν.»). Στρέφομαι τώρα στην μαρτυρία του ΜΥ1 και παρατηρώ ότι δεν εντοπίζονται σε αυτήν οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του είναι σαφής, έχει συνοχή, υποστηρίζεται από τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε και συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης. Σε σχέση δε με την μαρτυρία του που αφορά στην ημερομηνία υποβολής των παραγγελιών, στο περιεχόμενό τους και στην παράδοση των αναλώσιμων, σημειώνω ότι αυτή επίσης συνάδει με τα τεκμήρια που ο ΜΥ1 παρουσίασε, παρέμεινε αναντίλεκτη, και γίνεται αποδεκτή. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την μαρτυρία του αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης στην παράδοση των αναλώσιμων η οποία εξάλλου δεν αμφισβητείται. Οι επί του προκειμένου λοιπόν θέσεις του Εναγόμενου γίνονται αποδεκτές, σε αντίθεση με τις θέσεις των Εναγομένων οι οποίες απορρίπτονται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα: Στις 25/6/2013, στο πλαίσιο των συναλλαγών των διαδίκων, υποβλήθηκαν από το Τμήμα Φαρμακευτικών προς την Ενάγουσα οι ακόλουθες παραγγελίες: αρ. 4560027184, αρ. 4560027183, αρ. 4560027180, αρ. 4560027186, αρ. 4560027176, αρ.4560027187, αρ. 4560027182, αρ. 4560027175, αρ. 4560027178. Η παράδοση των προϊόντων έγινε την 29/11/2013 και εκδόθηκαν τα ακόλουθα πιστοποιητικά παραλαβής από το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών: πιστοποιητικά παραλαβής αρ. 500109912 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027184), αρ. 5000109914 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027183), αρ. 5000109916 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027180), αρ. 5000109920 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027187), αρ. 5000109922 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027186), αρ. 5000109926 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027176), αρ. 5000109950 (αφορά την παραγγελία με αρ. 45600227182) αρ. 5000109952 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027175), αρ. 5000109955 (αφορά την παραγγελία με αρ. 4560027178). Για τα παραδοθέντα αναλώσιμα προϊόντα εκδόθηκε και παραδόθηκε, από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο, το επίδικο τιμολόγιο ημερομηνίας 28/11/2013 για το οποίο έχω ήδη προβεί σε εύρημα ανωτέρω. Σύμφωνα με τον Όρο με αύξων αριθμό 2 (Α/Α 2) των ειδικών όρων του Εντύπου 5 της Σύμβασης προνοείτο ότι: «Η πρώτη παράδοση να γίνει το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερο από τρεις μήνες από την ημερομηνία αποστολής των γραπτών οδηγιών (με τηλεομοιότυπο). Οι υπόλοιπες παραδόσεις κατόπιν γραπτών οδηγιών (με τηλεομοιότυπο) των Φαρμακευτικών Αποθηκών το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερα από τρεις μήνες, από την ημερομηνία που θα ζητηθούν.» Η παράδοση των παραγγελιών έγινε με καθυστέρηση 9 εβδομάδων και 1 ημέρας. Το Τμήμα Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, με επιστολή του ημερομηνίας 31/12/2013, ειδοποίησε την Ενάγουσα ότι, ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών 22 και 23 της Κ.Δ.Π. 115/2004 και τις σχετικές πρόνοιες της σύμβασης, διαπίστωσε απόκλιση (καθυστέρηση) στον χρόνο παράδοσης της προμήθειας, ήτοι των αναλώσιμων προϊόντων, κατά 9 εβδομάδες και 1 ημέρα και προχώρησε με την αποκοπή του ποσού των €211,43 από το τιμολόγιο. Έχοντας διεξέλθει του περιεχομένου των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων και αφού άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, κατά την ακρόαση, προχωρώ στην εξέταση της νομική πτυχής της επί του προκειμένου διαφοράς. Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτησή του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφά του (βλ. Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεσή του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην εξέταση της προδικαστικής ένστασης που ο Εναγόμενος ήγειρε. Επαναλαμβάνω ότι ο κύριος Σελίπας δήλωσε, κατά την ακρόαση, ότι δεν θα επιμένει στις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις. Προωθεί όμως την προδικαστική ένσταση που αφορά στην ύπαρξη κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφο (estoppel by deed). Το κώλυμα συνεπεία δηλώσεων σε έγγραφο (estoppel by deed) είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται βάσει της αρχής ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει (βλ. Γεώργιος Διονά ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 182/2011, απόφαση ημερομηνίας 4 Μαΐου 2016). Ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε, για σκοπούς υποστήριξης της εισήγησης του περί εφαρμογής του κανόνα του κωλύματος, στην απόφαση Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, απόφαση ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου 2018, ECLI:CY:AD:2018:A67. Στην πιο πάνω υπόθεση όμως, ο Εφεσείοντας επεδίωξε να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες της υπογραφής του. Εν προκειμένω, θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο Εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προχωρώντας με την αποκοπή του ποσού που η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του κανόνα του κωλύματος στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η Ενάγουσα δεν εγείρει ζήτημα μη δέσμευσης της από την υπογραφείσα σύμβαση, αλλά αντίθετα, εγείρει αξίωση ισχυριζόμενη παραβίαση της από τον Εναγόμενο. Οι εναπομείνασες συνεπώς προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου απορρίπτονται. Έχοντας προβεί στα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα διαφορά, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της, η οποία αφορά στην ερμηνεία των επίδικων όρων της σύμβασης και των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Αποτέλεσε θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος δεν διερεύνησε το ζήτημα της υπαιτιότητας ούτως ώστε να καταλήξει εάν η καθυστέρηση οφείλετο στην Ενάγουσα και ακολούθως, εάν όντως η καθυστέρηση οφειλόταν στην τελευταία, τότε να προχωρούσε με την αποκοπή, δυνάμει του όρου 7 της σύμβασης. Η ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό της αναζητεί την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε έγγραφα είναι η έννοια την οποία το κείμενο μεταδίδει στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. μεταξύ άλλων, Χατζησωτηρίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1406, Amethyst Distributors Ltd v Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 199). Ο επίδικος όρος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «7.1 Σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης των υπό προμήθεια προϊόντων της Σύμβασης ή μέρους αυτών με υπαιτιότητα του Αναδόχου, επιβάλλεται Ρήτρα καθυστέρησης παράδοσης. 7.2 Η ρήτρα θα ορισθεί σε 1% της Συμβατικής Αξίας των προϊόντων που δεν παραδόθηκαν έγκαιρα για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης ή μέρος αυτής ανάλογα.» Βάσει των όσων καταγράφονται στον ως άνω όρο, προκύπτει ότι για σκοπούς εφαρμογής της ρήτρας καθυστέρησης απαιτείται η καθυστέρηση παράδοσης των αναλώσιμων προϊόντων, η οποία θα πρέπει να οφείλεται στον Ανάδοχο, δηλαδή στην Ενάγουσα. Το βάρος απόδειξης όμως, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας και κατ' επέκταση ότι ο Εναγόμενος παρέβη την σύμβαση προχωρώντας με την αποκοπή, ήταν την τελευταία που εβάρυνε και η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΕ1 δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. μεταξύ άλλων, Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν μπορεί επομένως να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στους ισχυρισμούς του ΜΕ1 αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας για την καθυστέρηση. Καταλήγω επομένως, ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι δεν ευθυνόταν για την καθυστέρηση στην παράδοση των αναλώσιμων προϊόντων. Στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν εισηγήσεις αναφορικά με τον όρο 7 της σύμβασης και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες αναφορικά με τις ποινικές ρήτρες. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 148 (στο εξής το «άρθρο 74»): «74.-
(1)Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα.» Περαιτέρω, το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου Ν. 102(Ι)/1997 (στο εξής το «άρθρο 32») προνοεί τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου και τηρουμένων των πιο κάτω επιφυλάξεων, σε Σύμβαση Δημοσίου στην οποία διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή οποιαδήποτε άλλη ρήτρα υπό μορφή ποινής σε περίπτωση παράβασης της από οποιοδήποτε από τους συμβαλλομένους, ο όρος αυτός ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ποινική αυτή ρήτρα είναι νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή, μη εφαρμοζόμενου του περιορισμού ο οποίος προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο ως προς το μέγιστο του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης: Νοείται ότι η ρήτρα καταπίπτει μετά τη διακοπή ή τη λήξη της Σύμβασης Δημοσίου: Νοείται περαιτέρω ότι ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία είναι άκυρη κατά το μέτρο που το αυξημένο επιτόκιο υπερβαίνει το ανώτατο όριο του εκάστοτε επιτρεπόμενου από το νόμο επιτοκίου: Νοείται έτι περαιτέρω ότι οποιαδήποτε άλλη ποινική ρήτρα, εκτός από την καταβολή αυξημένου τόκου, η οποία διαλαμβάνεται σε Σύμβαση Δημοσίου για την περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής χρηματικής οφειλής είναι άκυρη και μη εξαναγκαστή.» Σημειώνω καταρχάς ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση είναι δημόσια σύμβαση. Κατά συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του ειδικού Νόμου Ν. 102(Ι)/1997 έναντι αυτών του Κεφ. 149 (βλ. μεταξύ άλλων, Τσουλλή κ.α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)4 ΑΑΔ 411, Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)3 ΑΑΔ 29). Αποτέλεσε εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου, ότι για τους σκοπούς του άρθρου 32, εξακολουθεί να υπάρχει υποχρέωση απόδειξης, τόσο της υπαιτιότητας, όσο και της πρόκλησης ζημιάς. Αποδέχθηκε, όμως, παρά τα ανωτέρω, ότι το άρθρο 32 δεν επιβάλλει οποιοδήποτε όριο ως προς το μέγιστο ποσό που μπορεί να αξιωθεί δυνάμει ποινικής ρήτρας. Δηλαδή, η θέση της κυρίας Σιακαλλή ήταν ότι το άρθρο 74 και το άρθρο 32 είναι ουσιαστικά ταυτόσημα, με μόνη διαφοροποίηση ότι το άρθρο 32 δεν έχει «ταβάνι» ως προς το μέγιστο ποσό. Κατά συνέπεια, αποτέλεσε εισήγησή της, ότι ο Εναγόμενος όφειλε να αποδείξει ζημιά για σκοπούς επίκλησης του όρου 7 της σύμβασης. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση που προωθήθηκε από τον κύριο Σελίπα. Στην Isthmos Trading Ltd κ.α. ν. Βαρδάρης Σνακ Λιμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. 506/2012, απόφαση ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:A403, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί στη νομολογία, στόχος και επιδίωξη του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου σε σχέση με νομοθέτημα πρέπει να είναι η διαπίστωση της βούλησης του νομοθέτη, μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο Νόμο, (βλ. Κ.Ο.Τ. ν Παπαδοπούλου
(1990)3 ΑΑΔ 86 και Southfield Industries Ltd ν Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ 59). Βασικό δε κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος είναι η συνήθης σημασία των λέξεων.» Στην επίσης πρόσφατη απόφαση στην Φυσεντζίδη ν K&C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ECLI:CY:AD:2020:A171, απόφαση ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2020 αναφέρθηκε ότι: «Η γραμματική ερμηνεία είναι ο πρώτος και πλέον θεμελιακός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων. Υπαγορεύει την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας
(1991)4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150). Όταν λοιπόν η φρασεολογία του νόµου είναι σαφής, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους (Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78, 80-81 και πιο πρόσφατα ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ECLI:CY:AD:2019:C262, Αναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019), ECLI:CY:AD:2019:C262.» Και πιο κάτω: «Στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 36, παρ.583, υπό τον τίτλο «Presumption that words are not used unnecessarily», αναφέρεται ότι τεκμαίρεται ότι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω καθοδηγητικές αρχές της Νομολογίας και προσπαθώντας να αποδώσω την γραμματική και συνήθη έννοια των προνοιών του άρθρου 32, καταλήγω ότι καθίσταται εμφανές από το λεκτικό του ότι οι πρόνοιές του δεν επηρεάζονται από αυτές του άρθρου 74 εφόσον αναφέρεται ρητά σε αυτό ότι οι πρόνοιες του εφαρμόζονται ανεξάρτητα από αυτές του άρθρου 74. Στο ίδιο το λεκτικό του άρθρου 32 αναφέρεται ρητά ότι ποινική ρήτρα, στη βάση του άρθρου 32 είναι νομικά ισχυρή και εξαναγκαστή. Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι πρόκειται για διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται ειδικά και ανεξάρτητα από αυτές του άρθρου 74, προκύπτει ότι δεν επηρεάζονται από τις οποιεσδήποτε πρόνοιες του άρθρου 74 και, κατά δεύτερον, ότι δεν απαιτείται από το άρθρο 32 η απόδειξη της ζημιάς, σε αντίθεση με το αντίστοιχο άρθρο του γενικού Νόμου. Η τελευταία διαπίστωσή μου εδράζεται στις σαφείς αναφορές που εμπεριέχονται στο άρθρο 32, ήτοι ότι αυτό εφαρμόζεται «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων» και ότι, ποινική ρήτρα σε δημόσιες συμβάσεις που προνοεί για την καταβολή για την καταβολή συγκεκριμένου ποσού είναι «νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή μη εφαρμοζόμενου του περιορισμού ο οποίος προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο ως προς το μέγιστο του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης». Δεν προκύπτει συνεπώς, στην βάση των ανωτέρω προνοιών, ότι το επίδικο άρθρο επιβάλλει ούτε ανώτατο όριο για το μέγιστο ποσό αποζημίωσης αλλά ούτε και την υποχρέωση απόδειξης ζημιάς από τον Εναγόμενο, για σκοπούς επίκλησης και εφαρμογής του όρου 7 της επίδικης σύμβασης. Αντίθετα, η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου εκφεύγει πλήρως από τα όσα ρητά και σαφέστατα, καταγράφονται στο εν λόγω άρθρο. Εξάλλου, τυχόν υιοθέτηση της σχετικής εισήγησης θα ήταν αντίθετη με την ξεκάθαρη πρόθεση του Νομοθέτη, όπως αυτή προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, η οποία ήταν να εξαιρέσει τις συγκεκριμένες ρήτρες από αυτές που διέπονται από τον γενικό Νόμο τόσο σε σχέση με το ανώτατο όριο αποζημίωσης όσο και σε σχέση με την απόδειξη ζημιάς. Συνάγεται συνεπώς το συμπέρασμα ότι, στη βάση των προνοιών του άρθρου 32, ο όρος 7 της σύμβασης, ως ποινική ρήτρα σε δημόσια σύμβαση, είναι ρήτρα νομικά ισχυρή και εξαναγκαστή και για την εφαρμογή της δεν απαιτείτο η απόδειξη ζημιάς από τον Εναγόμενο, αφού δεν επιβάλλεται τέτοια υποχρέωση από το εν λόγω άρθρο. Σημειώνω επίσης, στο σημείο αυτό, ότι συμφωνώ πλήρως και υιοθετώ, για τους σκοπούς της παρούσας, τις αποφάσεις των αδελφών Δικαστών κ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. και κας Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ., οι οποίες εκδόθηκαν στις αγωγές αρ. 5970/2016 (ημερομηνία απόφασης 29/4/2022) και αρ. 3537/2018 (ημερομηνία απόφασης 29/7/2022), αντίστοιχα, οι οποίες αφορούν τους ίδιους διαδίκους και γεγονότα τα οποία προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, οι επί του προκειμένου εισηγήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Τέλος, σε σχέση με την εισήγηση ότι το άρθρο 32 παραβιάζει τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, θα περιοριστώ απλά να αναφέρω ότι ζητήματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται στο δικόγραφο ρητά και εξειδικευμένα μέσω του δικογράφου στο οποίο πρέπει να δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με την εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εγείρεται με το δικόγραφο, κατά τρόπο σαφή και εξειδικευμένο, ισχυρισμός αντισυνταγματικότητας και κατά συνέπεια δεν θα εξεταστεί (βλ. μεταξύ άλλων, Investylia Ltd v Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1872 ) Βoard of Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides
(1966)3 CLR 640. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι κάθε νόμος έχει το τεκμήριο της συνταγματικότητας και ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να αποδείξει, στο απαιτούμενο επίπεδο, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το σχετικό άρθρο είναι αντισυνταγματικό και στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό (βλ. Investylia Ltd v Ταμπουρή
(2006)1 ΑΑΔ 1325). Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό, ότι δηλαδή η καθυστέρηση δεν ήταν εξ υπαιτιότητάς της και ότι η αποκοπή του ποσού των €211,43 από τον Εναγόμενο έγινε κατά παράβαση του νόμου και της σύμβασης των διαδίκων. Κατά συνέπεια, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.