GEOBROS LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗΣ, εμπορευόμενος με την Εμπορική Επωνυμία GLAMOUR PRIVE PARTIES C.P., Αρ. Αγωγής: 4380/2014, 5/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4380/2014 Μεταξύ: GEOBROS LTD Ενάγουσα και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗΣ, εμπορευόμενος με την Εμπορική Επωνυμία GLAMOUR PRIVE PARTIES C.P. Εναγόμενος Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Αρτεμίου, κα Μ. Αρκαδίου και κ. Μ. Αριστοδήμου για Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Γ. Γιάγκου (Δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους έχει αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησής της, η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με μετοχές και ασχολείται μεταξύ άλλων με εκτυπωτικές, τυπογραφικές και άλλες συναφείς δραστηριότητες και υπηρεσίες. Ο δε Εναγόμενος είναι φυσικό πρόσωπο, εμπορευόμενο με την εμπορική επωνυμία που εμφαίνεται στον τίτλο της παρούσας αγωγής. Σε διάφορες ημερομηνίες, κατόπιν παραγγελίας και/ή συμφωνίας με τον Εναγόμενο, η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο διαφημιστικές κάρτες. Προς τούτο, η Ενάγουσα τηρούσε λογαριασμό στο λογιστικό της σύστημα στον οποίο εμφαίνονται οι μεταξύ των διαδίκων χρεοπιστώσεις. Περί την 28/2/2012, η Ενάγουσα εξέδωσε προς τον Εναγόμενο, τιμολόγιο για το ποσό των €1.495 για τις υπηρεσίες που προσέφερε, ενώ κατά την ίδια ημερομηνία ο Εναγόμενος προέβη σε πληρωμή ποσού €500 έναντι του εν λόγω τιμολογίου, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο προς πληρωμή στην Ενάγουσα, ύψους €
- Το εν λόγω ποσό ήταν και το υπόλοιπο του λογαριασμού που η Ενάγουσα τηρούσε την 31/12/
- Αναφορικά με τα τιμολόγια, αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι, αυτά φέρουν νόμιμο ετήσιο τόκο σε περίπτωση μη εξόφλησής τους εντός 30 ημερών από την έκδοσή τους. Η Ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 17/9/2013, κάλεσε τον Εναγόμενο όπως πληρώσει το πιο πάνω ποσό, πλην όμως ο Εναγόμενος μέχρι σήμερα αμελεί και/ή παραλείπει να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό με αποτέλεσμα να συνεχίζει να υφίσταται υπόλοιπο, προς όφελος της Ενάγουσας, για το ποσό των €
- Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι εργασίες της εν λόγω εμπορικής επωνυμίας τερματίστηκαν περί τις αρχές του
- Αποδέχεται ότι παράγγειλε τις διαφημιστικές κάρτες, πλην όμως αρνείται ότι παρέλαβε οποιονδήποτε προϊόν ή προϊόντα από την Ενάγουσα. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι ουδέποτε υπέγραψε ή παρέλαβε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή κατάσταση χρεώσεων και πιστώσεων από την Ενάγουσα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά την ημερομηνία που παρήγγειλε τις διαφημιστικές κάρτες έδωσε ποσό €500 ως προκαταβολή στην Ενάγουσα, η οποία ανέλαβε να ετοιμάσει τις διαφημιστικές κάρτες και να τις παραδώσει στον Εναγόμενο, πράγμα το οποίο η Ενάγουσα δεν έπραξε μέχρι σήμερα. Είναι σε αυτή τη βάση που ο Εναγόμενος, ανταπαιτητικά, αξίωνε την επιστροφή του ποσού των €500 το οποίο κατέβαλε ως προκαταβολή, χωρίς όμως τελικά να παραλάβει οποιαδήποτε προϊόντα από την Ενάγουσα. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, ισχυριζόμενη ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε και υπέγραψε το επίδικο τιμολόγιο και ότι το ποσό των €500 που ο Εναγόμενος κατέβαλε ήταν έναντι του χρεωστικού λογαριασμού και προς εξόφληση μέρους του ποσού που αναφέρεται στο τιμολόγιο το οποίο παρέλαβε και υπέγραψε. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία, η οποία έχει προσκομισθεί και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η Ενάγουσα παρουσίασε έναν μάρτυρα, τον Α.Γ., διευθυντή της (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωσή του ημερομηνίας 31/3/2022 (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε, κατά την κυρίως εξέτασή του, είναι ένας εκ των τριών διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας και παρουσίασε προς τούτο, ως Τεκμήριο 1, δέσμη εγγράφων που αφορούν στην εταιρική δομή της Ενάγουσας εταιρείας όπως αυτά εκτυπώθηκαν από την ιστοσελίδα του τμήματος Εφόρου Εταιρειών. Παρουσίασε επίσης, ως Τεκμήριο 2, αποτέλεσμα της ιστοσελίδας του τμήματος Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την εμπορική επωνυμία της οποίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι, περί το έτος 2012, κατόπιν παραγγελίας του Εναγόμενου, η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο διαφημιστικές κάρτες. Παρουσίασε, ως Τεκμήριο 3, δέσμη με τις πλάκες που η Ενάγουσα χρησιμοποίησε για σκοπούς εκτύπωσης των καρτών. Παρουσίασε περαιτέρω, ως Τεκμήριο 4, δείγμα των καρτών που η Ενάγουσα ετοίμασε. Ανάφερε επίσης ότι, σε σχέση με τις μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες, η Ενάγουσα τηρούσε σχετικό λογαριασμό, με αριθμό
- Περί την 28/2/2012, η Ενάγουσα εξέδωσε προς τον Εναγόμενο το τιμολόγιο με αριθμό 45455 έναντι του ποσού των €1.495 για τις υπηρεσίες που προσέφερε και τα προϊόντα που παρέδωσε στον Εναγόμενο. Ο ΜΕ1 παρουσίασε, ως Τεκμήριο 5, βιβλιάριο τιμολογίων στο οποίο περιλαμβάνεται και αντίγραφο του τιμολογίου
- Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή την 28/2/2012, ο Εναγόμενος προέβη σε πληρωμή του ποσού των €500 έναντι του τιμολογίου, αφήνοντας υπόλοιπο το ποσό των €
- Ο ΜΕ1, παρουσίασε αντίγραφο της απόδειξης που η Ενάγουσα εξέδωσε προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €500 με αριθμό 21580 ως Τεκμήριο 6 και ως Τεκμήριο 7 την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού στην οποία φαίνεται ως υπόλοιπο το ποσό των €
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το τιμολόγιο θα έφερε νόμιμο τόκο εάν αυτό δεν εξοφλείτο εντός 30 ημερών από την έκδοσή του. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν προς τον Εναγόμενο διπλοσυστημμένη επιστολή ημερομηνίας 17/9/2013 με την οποία τον κάλεσαν να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως, μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της οφειλής του. Παρουσίασε προς τούτο, ως Τεκμήριο 8, αντίγραφο της εν λόγω διπλοσυστημμένης επιστολής ημερομηνίας 17/9/2013, μαζί με απόδειξη παραλαβής της. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που επικοινωνούσε με τον Εναγόμενο για τη συναλλαγή, τηλεφωνικώς, πλην όμως, ο Εναγόμενος, μετά τις 28/2/2012, όταν και του παραδόθηκαν τα εμπορεύματα και κατέβαλε έναντι του τιμολογίου το ποσό των €500, ουδέποτε απάντησε ξανά στις τηλεφωνικές κλήσεις του ΜΕ1 για σκοπούς εξόφλησης του υπόλοιπου. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι, πέραν της επίδικης, δεν υπήρχαν άλλες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων και ότι η πληρωμή των €500 έγινε διά χειρός, ταυτόχρονα με την παράδοση των εμπορευμάτων, δηλαδή των καρτών. Η συνάντηση για τον σκοπό αυτό έγινε στην Αραδίππου, στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας που βρισκόταν το γραφείο του Εναγόμενου. Ερωτηθείς σε σχέση με τον σχεδιασμό των καρτών που η Ενάγουσα εκτύπωσε, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το σχέδιο το είχε στείλει ο ίδιος ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα και ό,τι εστάλη στην Ενάγουσα, εκτυπώθηκε και του παραδόθηκε. Σε υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι δεν παραδόθηκαν τα εμπορεύματα στον τελευταίο, ο ΜΕ1 απάντησε ότι ο ίδιος τα παρέδωσε, προσωπικά, και ότι ο Εναγόμενος τα παρέλαβε και υπέγραψε το τιμολόγιο. Ο ΜΕ1 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που η Ενάγουσα παρουσίασε για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της. Ακολούθως, λόγω μη εμφάνισης του Εναγόμενου κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, η ανταπαίτησή του απορρίφθηκε, λόγω μη προώθησής της και σε μεταγενέστερη εμφάνιση του συνηγόρου του, ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλώθηκε η ετοιμότητα αμφότερων των πλευρών να προχωρήσουν με τελικές αγορεύσεις. Η ακρόαση της υπόθεσης συνεπώς, ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, μέσω των οποίων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Αφενός, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, υπεραμύνθηκε της αξιοπιστίας του ΜΕ1 και εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και κάλεσε το Δικαστήριο να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, ως η απαίτηση. Αφετέρου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή, ως αναξιόπιστη, υποβάλλοντας τη θέση ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των προϊόντων στον Εναγόμενο. Παρακολούθησα τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιόν μου με προσοχή. Έχω επίσης διεξέλθει του συνόλου των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214, Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 45). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Υπενθυμίζω επίσης, στο σημείο αυτό ότι, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης προς αντίκρουση των ισχυρισμών της Ενάγουσας επί των γεγονότων, αλλά ούτε και προς υποστήριξη της ανταπαίτησης. Εφόσον λοιπόν η εκδοχή που η Ενάγουσα προώθησε είναι και η μόνη εκδοχή που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχουν «εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους και εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση της Ενάγουσας στο αναγκαίο επίπεδο» (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 829, Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola (ανωτέρω)). Τέλος, τονίζω ότι οι υποβολές των συνηγόρων, από μόνες τους, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην απουσία προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας (βλ. Α.Ι. κ.α. ν Π.Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση 283/2012, απόφαση ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου, 2019). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Κρίνω καταρχάς σκόπιμο να τονίσω ότι, βάσει των δικογράφων, από πλευράς Εναγόμενου αμφισβητείτο τόσο η παράδοση οποιωνδήποτε εμπορευμάτων, όσο και η υπογραφή του επίδικου τιμολογίου. Αυτά σε επίπεδο δικογράφων. Ό,τι όμως αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση και δη, κατά την αντεξέταση, ήταν η παράδοση των εμπορευμάτων μόνο, εφόσον δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση της υπεράσπισης προς τον ΜΕ1 περί μη υπογραφής του τιμολογίου (Τεκμήριο 5) από τον Εναγόμενο, αλλά ούτε και αντεξετάστηκε ο μάρτυρας σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό. Δεδομένου λοιπόν ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί του ουσιώδους αυτού μέρους της μαρτυρίας του, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν Νικολαΐδη,
(2006)1 ΑΑΔ 1057). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΕ1 ήταν θετική. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και σαφήνεια, είναι σύμφωνη με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και όπως προκύπτει και από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του, αυτή υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που ο ΜΕ1 παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν χωρίς υπεκφυγές και βρίσκω ότι ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρα της αλήθειας. Ο ΜΕ1 επεξήγησε με λεπτομέρεια και συνοχή τη μεταξύ των διαδίκων σχέση και συναλλαγή, το είδος της μεταξύ τους συνεργασίας, αλλά και τους όρους της συναλλαγής τους. Παρά δε την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα δεν κλονίστηκε. Άξιο αναφοράς είναι περαιτέρω το γεγονός ότι, πέραν της παράδοσης των εμπορευμάτων αυτής καθ' αυτής, ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση είτε το ύψος του αξιούμενου ποσού ως το υπόλοιπο του τιμολογίου, είτε η οποιαδήποτε από τις καταχωρήσεις στο επίδικο τιμολόγιο και στον επίδικο λογαριασμό (Τεκμήρια 5 και 7). Η δε αναντίλεκτη θέση του ΜΕ1, ένεκα της μη αμφισβήτησής της, ότι ο Εναγόμενος όντως υπέγραψε το τιμολόγιο στην παρουσία του, δεν μπορεί πάρα να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό ότι, το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν η παράδοση των εμπορευμάτων, θέση την οποία ο ΜΕ1 απέρριψε, υποδεικνύοντας ότι ο ίδιος παρέδωσε τα εμπορεύματα στον Εναγόμενο, ο οποίος ταυτόχρονα κατέβαλε έναντι της οφειλής του, το ποσό των €500 και υπέγραψε το επίδικο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5). Η αξιοπιστία του ΜΕ1 επί του προκειμένου ουσιώδους ζητήματος δεν κλονίστηκε και κατά συνέπεια, η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως αυτή προωθήθηκε από τον ΜΕ1 περί παράδοσης των εμπορευμάτων, ταυτόχρονα με την έκδοση και υπογραφή του τιμολογίου (Τεκμηρίου 5) στις 28/2/2012, γίνεται αποδεκτή. Σημειώνω επίσης ότι το γεγονός της εκτύπωσης των καρτών δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του ΜΕ1, υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, ήτοι τις πλάκες που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτύπωσή τους (Τεκμήριο 3), αλλά και από το δείγμα (Τεκμήριο 4). Η δε αναφορά του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα προχώρησε με την εκτύπωση των καρτών στη βάση των οδηγιών του Εναγόμενου ανταποκρίνεται στη λογική δεδομένου ότι στο δείγμα και στις πλάκες (Τεκμήρια 3 και 4) περιλαμβάνονται στοιχεία επικοινωνίας και αναφορές που μόνο από τον Εναγόμενο θα μπορούσε η Ενάγουσα να λάβει. Σημειώνω εξάλλου ότι το γεγονός ότι δόθηκαν οδηγίες από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα για την εκτύπωση των καρτών προκύπτει, εκ της δικογραφίας, ως παραδεκτό και δεν τέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο υπό αμφισβήτηση κατά την ακρόαση. Η μαρτυρία λοιπόν του ΜΕ1 επί των όλων των ζητημάτων, όχι μόνο παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του, αλλά συνάδει και επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Γενικότερα, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε εγγενείς δυσκολίες, σε σχέση με τον ΜΕ1 και την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολό της, ως πλήρως αξιόπιστη και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και ασχολείται μεταξύ άλλων με εκτυπωτικές, τυπογραφικές και άλλες συναφείς δραστηριότητες και υπηρεσίες. Ο δε Εναγόμενος είναι φυσικό πρόσωπο, εμπορευόμενο με την εμπορική επωνυμία GLAMOUR PRIVE PARTIES C.P. Κατόπιν παραγγελίας και οδηγιών του Εναγόμενου, η Ενάγουσα εκτύπωσε και την 28/2/2012 πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο 2.000 διαφημιστικές κάρτες. Προς τούτο, την ίδια ημερομηνία η Ενάγουσα εξέδωσε προς τον Εναγόμενο το τιμολόγιο με αριθμό 45455 για το συνολικό ποσό των €1.495, τιμολόγιο το οποίο ο Εναγόμενος παρέλαβε και υπέγραψε. Ταυτόχρονα με την παράδοση των εμπορευμάτων και την έκδοση και υπογραφή του τιμολογίου, ο Εναγόμενος κατέβαλε, έναντι, το ποσό των €500. Περαιτέρω, η Ενάγουσα τηρούσε τον λογαριασμό με αριθμό 1010601000 στον οποίο καταγράφονταν οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες και ο οποίος την 31/12/2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, προς όφελος της Ενάγουσας, για το ποσό των €995. Η Ενάγουσα με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 15/9/2013, η οποία παραδόθηκε στον Εναγόμενο στις 25/9/2013, κάλεσε τον τελευταίο όπως πληρώσει στην Ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό των €995, πλην όμως ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε μέχρι σήμερα. Το επίπεδο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτησή του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφά του (βλ. Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεσή του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ενάγουσα βάσισε την αξίωσή της στον ισχυρισμό περί υπολοίπου που προκύπτει από το τίμημα πώλησης αγαθών για την πώληση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο τιμολόγιο. Συνεπώς, πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο, από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, η Ενάγουσα απέδειξε την αξίωσή της. Σημειώνω καταρχάς ότι μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη του χρέους και τα όσα καταγράφονται σε αυτήν, σε περίπτωση αμφισβήτησής τους, πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156, Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 728). Περαιτέρω, τα τιμολόγια, δεν έχουν, από μόνα τους, αυτοδύναμη αποδεικτική αξία αλλά συνιστούν μέσο για απόδειξη της οφειλής, συνεκτιμούμενα με το σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Limited v Telectronics Communication Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 962, Demil Imports Exports Ltd ν Ζήνων H Κωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 ΑΑΔ 462) Στην υπό κρίση υπόθεση, με την αποδοχή της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΕ1 περί παράδοσης των καρτών στις 28/2/2012 και δεδομένου ότι η αξία των πωληθείσων και παραδοθείσων καρτών δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενα τα επίδικα εμπορεύματα, στη τιμή των €1.495. Το δε σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο των €995, καθώς και οι χρεωπιστώσεις του λογαριασμού, επιβεβαιώνονται από το τιμολόγιο και την απόδειξη που ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα). Η μαρτυρία που η Ενάγουσα προσκόμισε συνεπώς, είναι αρκετή για να αποδείξει την απαίτησή της για το αξιούμενο ποσό και εναπόκειτο πλέον στον Εναγόμενο να αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούσαν τον λογαριασμό, ώστε να πείσει το δικαστήριο ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε την υπόθεσή της επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. σχετικά Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ 1344) και ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Εξάλλου, από μόνη της, η υποβολή του συνηγόρου ότι δεν παραδόθηκαν τα εμπορεύματα καμία αποδεικτική αξία δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση, ένεκα της μη προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας (βλ. Α.Ι. κ.α. ν Π.Φ. κ.α. (ανωτέρω)). Παραπέμπω περαιτέρω, στο σημείο αυτό στην απόφαση CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD v Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση αρ. 271/2012, ECLI:CY:AD:2018:A348, απόφαση ημερομηνίας 10 Ιουλίου 2018, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Η αντεξέταση του Μ.Ε.1, περιορίστηκε στην άρνηση εντολών από την εφεσίβλητη και στην απουσία γνώσης των συναλλαγών από το μάρτυρα. Η υπεράσπιση δικογραφικά δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.21 θ.2, ότι σε αγωγές για χρέος, όπως ήταν και η επίδικη, απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά μόνο τις εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και τις απλές αγωγές για χρέος. Η απαίτηση αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού, ως μια αιτία αγωγής. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση διότι, ως ήδη έχει λεχθεί, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως αναξιόπιστη και αναληθή μάρτυρα, επί της μαρτυρίας της οποίας δεν μπορούσε να βασισθεί. Ό,τι, λοιπόν κατέθεσε προς το αντίθετο η εφεσίβλητη αμφισβητώντας τις εντολές και τις γενόμενες συναλλαγές, παρέμεινε κενό γράμμα.» Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα καταγράφονται στα Τεκμήρια 5, 6 και 7 που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του Εναγόμενου, περιλαμβανομένου και του ισχυρισμού περί υπογραφής του τιμολογίου από τον Εναγόμενο. Κατά συνέπεια, τα στοιχεία που η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει, σε συνδυασμό με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 με την οποία δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις, έχουν ικανοποιήσει επαρκώς ότι αποτυπώνουν και αποδεικνύουν τη συναλλαγή των μερών αλλά και την ισχυριζόμενη, από την Ενάγουσα, οφειλή του Εναγόμενου προς αυτήν και κατά συνέπεια, η Ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτησή της για το οφειλόμενο ποσό. Αντίθετα, ο Εναγόμενος περιορίστηκε στην προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών, χωρίς όμως να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία, ούτως ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αγωγή της στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προσαχθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία, είναι εν προκειμένω αρκετή για να αποδείξει την πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων και το αξιούμενο υπόλοιπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, το πιο πάνω αξιούμενο ποσό παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωσή της εναντίον του Εναγόμενου και ότι δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού των €995 που αξιώνει εναντίον του. Αναφορικά με την απαίτηση για την επιδίκαση νόμιμου τόκου σημειώνω ότι, δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι το υπόλοιπο του τιμολογίου θα έφερε νόμιμο τόκο σε περίπτωση μη εξόφλησης του ποσού εντός 30 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου. Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα δικαιούται στην επιδίκαση νόμιμου τόκου από την καταχώρηση της αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €995, με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι, από 29/7/2014 μέχρι εξόφλησης. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο