← Κύπρος

Μ. Χ. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 2219/2019, 30/12/2022

Μ. Χ. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 2219/2019, 30/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2219/2019 Μεταξύ: Μ. Χ. Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Δρ. Α. Π. Ποιητής, μαζί με την κα Φ. Χατζηνικολή για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κα Π. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Η πλειοψηφία των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα διαφορά προκύπτουν, τόσο διά της ανταλλαχθείσας δικογραφίας[1], όσο και από τον χειρισμό κατά την ακρόαση[2], ως παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, η διαφορά των διαδίκων να είναι, κατά κύριο λόγο, νομική. Λόγω του ύψους της αξίωσης, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5

(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της μαρτυρίας γραπτώς, με τον Ενάγοντα να καταχωρεί την γραπτή μαρτυρία του την 11/6/
  1. Ακολούθως, την 1/11/2021, καταχωρήθηκε, από πλευράς Εναγόμενου, γραπτή μαρτυρία του Σ.Ο., ανώτερου λειτουργού του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (στο εξής ο «ΜΥ») την 1/11/
  2. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα και τα οποία καθίστανται ευρήματά μου, ο Ενάγοντας είναι προσοντούχος γυμναστής και δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 15/11/2018, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (στο εξής το «Υπουργείο»), το Υπουργείο συμφώνησε όπως αγοράσει τις υπηρεσίες του Ενάγοντα για διδασκαλία στη νέα σύγχρονη μαθητεία, δημιουργία μητρώων του έργου «Ανάπτυξη της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης». Τις εν λόγω υπηρεσίες ο Ενάγοντας θα τις εκτελούσε σύμφωνα με τα έγγραφα του διαγωνισμού EΚΤ 07/
  3. Παραδεκτοί είναι επίσης και οι όροι της σύμβασης στο σύνολό τους, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονταν και οι εξής: · Η έναρξη της εκτέλεσης του αντικειμένου της σύμβασης είναι η ημερομηνία έναρξης των μαθημάτων του προγράμματος που καθορίζεται από την αναθέτουσα αρχή. · Η διάρκεια δεν πρέπει να ξεπερνά την 30η Ιουνίου. · Η αναθέτουσα αρχή διατηρούσε το δικαίωμα να διαφοροποιεί τη διάρκεια της σύμβασης. · Το ύψος της αμοιβής για τις υπηρεσίες που περιλαμβάνει η Σύμβαση, ανά διδακτική περίοδο (χρονική περίοδο μαθήματος διάρκειας 40'), ανέρχεται στα €18,
  4. · Για τις δραστηριότητες εκτός της διδασκαλίας που υλοποιούνται στο πλαίσιο του εγκεκριμένου προγράμματος δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της ψυχολογικής υποστήριξης των μαθητών, το ύψος της αμοιβής ήταν €27,00 ανά ώρα (χρονική περίοδος διάρκειας 60 λεπτών). Το ίδιο και για τον προγραμματισμό και την υλοποίηση της ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης των μαθητευόμενων. · Για τις δραστηριότητες εκτός της διδασκαλίας που υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος η αμοιβή ήταν €27,00 ανά ώρα. · Καθήκοντα επόπτη θα αμείβονται με 4 περιόδους διάρκειας 40' για κάθε σχολική μέρα. · Καθήκοντα συνοδού σε εκδρομές, κλπ., ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησης με μέγιστη χρέωση τις 5 περιόδους. · Σεμινάρια, συνέδρια και ημερίδες που διοργανώνονται από την αναθέτουσα αρχή εκτός σχολικών ωρών θα δίνεται αμοιβή για κάθε ώρα με μέγιστη χρέωση τις 4 περιόδους. · Η αναπροσαρμογή των αμοιβών για το σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών απαγορεύεται. Η διαφωνία των διαδίκων, η οποία οδήγησε εν τέλει, στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, άπτεται του κατά πόσο ο Ενάγοντας νομιμοποιείται να απαιτήσει την πληρωμή του για πρόσθετες εργασίες ως επόπτης που ισχυρίζεται ότι παρείχε, πέραν από τα όσα προβλέπονταν από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο επίδικος όρος της σύμβασης ήταν ο εξής. «9.
  5. Στις περιπτώσεις ανάθεσης επιπρόσθετων καθηκόντων στα πλαίσια της εκπαίδευσης, οι σχετικές αμοιβές θα είναι ως ακολούθως: · Καθήκοντα επόπτη θα αμείβονται με 4 περιόδους διάρκειας 40' για κάθε σχολική μέρα. · Καθήκοντα συνοδού σε εκδρομές, εκπαιδευτικές επισκέψεις ή άλλες δραστηριότητες του σχολείου θα αμείβονται ανάλογα με βάση το χρόνο απασχόλησης, με μέγιστη χρέωση τις 5 περιόδους διάρκειας 40' για κάθε μέρα. · Σε περίπτωση παρακολούθησης σεμιναρίων, συνεδρίων και ημερίδων που διοργανώνονται από την Αναθέτουσα Αρχή στα πλαίσια του προγράμματος, εκτός σχολικών ωρών, θα δίνεται αμοιβή για κάθε ώρα, μια περίοδος διάρκειας 40', με μέγιστη χρέωση τις 4 περιόδους.» Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο πιο πάνω όρος του στερεί το δικαίωμα να εισπράξει ποσά για πρόσθετες εργασίες τις οποίες προσέφερε και θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρος και κατ' επέκταση ανίσχυρος και προς τούτο επιζητεί την έκδοση διακηρυκτικής απόφασης του Δικαστηρίου. Ζητείται επίσης η έκδοση απόφασης με την οποία να δηλώνεται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην είσπραξη αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που προσέφερε στη βάση του τρόπου υπολογισμού της σύμβασης. Ακολούθως, και αφού επιτύχει στην έκδοση των πιο πάνω επιζητούμενων θεραπειών, τότε ο Ενάγοντας επιδιώκει να αποδείξει ότι προσέφερε εργασίες επόπτη πέραν των προβλεπόμενων, από τους όρους της σύμβασης, περιόδων, για τις οποίες δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού της απαίτησής του, ήτοι του ποσού των €2.
  6. Στο σημείο αυτό κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, για σκοπούς απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιούται στις επιδιωκόμενες διακηρυκτικές αποφάσεις, ο Ενάγοντας παραπέμπει στις αρχές που διέπουν την εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης του αντισυμβαλλόμενού του, του «οικονομικά πανίσχυρου κράτους»[3]. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι ο Ενάγοντας επικαλείται την, συνεπεία του εν λόγω όρου, παραβίαση του δικαιώματός του να αμειφθεί για την πρόσθετη εργασία του που προσέφερε[4]. Επί του ζητήματος αυτού ο ευπαίδευτος συνήγορός του επιχειρηματολόγησε εκτεταμένα, τόσο γραπτώς, όσο και προφορικά, αναπτύσσοντας την επί του προκειμένου εισήγησή του στη βάση των προνοιών του άρθρου 25 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εργασία. Στο σημείο αυτό, κρίνω επίσης σκόπιμο, για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης, να προχωρήσω και να αναδείξω ότι ο Ενάγοντας προς υποστήριξη και προς απόδειξη του δικαιώματός του να λάβει τις διακηρυκτικές αποφάσεις που επιζητεί, περιορίστηκε στην παρουσίαση της εξής μαρτυρίας κατόπιν παράθεσης των όρων της σύμβασης. «Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι φανερό ότι ήταν μεροληπτική και άδικη, αφού έγινε από το Υπουργείο, που είναι οικονομικά πανίσχυρο και στερούσε από εμένα αμοιβή για εργασία η οποία τελικά προσφέρθηκε. Κατά την επίδικη περίοδο, προσέφερα κανονικά όλες τις υπηρεσίες οι οποίες προνοούνταν από τη σύμβαση και, ταυτόχρονα, προσέφερα περαιτέρω 155 πρόσθετες ώρες εργασίας ως επόπτης, οι οποίες θα πρέπει να υπολογιστούν ώστε να πληρωθώ τα ποσά στη βάση της συμφωνίας κατά ώρα, ήτοι €2.790,00.» Έχω ανατρέξει στο περιεχόμενο της μαρτυρίας που ο Ενάγοντας παρουσίασε και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε άλλο σχετικό επί τούτου. Η δε εκδοχή του Εναγόμενου, όπως αυτή προωθήθηκε, τόσο δικογραφικά, όσο και κατά την ακρόαση, μέσω της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ, ήθελε την αμοιβή του Ενάγοντα για τα καθήκοντα επόπτη να προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της συμφωνίας και ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας να έχει λάβει την αμοιβή που του αναλογούσε για τα καθήκοντα και τις υπηρεσίες που προσέφερε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να μην του οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Ο ΜΥ σημειώνει επίσης ότι με την λήξη της σύμβασης ο Ενάγοντας υπέγραψε νέα σύμβαση με το Υπουργείο η οποία προέβλεπε τον ίδιο τρόπο πληρωμής και εμπεριείχε τους ίδιους όρους. Καταληκτικά αποτελεί θέση του ΜΥ ότι ένας εκπαιδευτής έχει το δικαίωμα να μην αποδεχτεί καθήκοντα εποπτείας και να περιοριστεί στα διδακτικά του καθήκοντα. Παρά τις ανωτέρω προσεγγίσεις των διαδίκων ως προς τον επίδικο όρο της σύμβασης, είμαι της γνώμης ότι ο εν λόγω όρος, ως έχει, δεν μεταδίδει κατά τρόπο σαφή ότι, ανεξαρτήτως του αριθμού των πρόσθετων ωρών που ο Ενάγοντας θα εργαζόταν ως επόπτης, αυτός θα περιοριζόταν σε αμοιβή για συνολικά τέσσερις περιόδους ημερησίως, κάτι για το οποίο επιμένει ο Εναγόμενος. Είμαι συναφώς της γνώμης ότι, προκύπτει ζήτημα ερμηνείας του επίδικου όρου. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία όρων σύμβασης είναι πάγια νομολογημένες και έχουν επανειλημμένα διακηρυχθεί μέσω της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο, μέσα από το λεκτικό των όρων μιας σύμβασης, επιδιώκει να αναζητήσει και να εξεύρει την πραγματική πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε έγγραφα είναι η έννοια την οποία το κείμενό τους μεταδίδει στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. μεταξύ άλλων, Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1406, Amethyst Distributors Ltd v. Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 199). Παραπέμπω επίσης, ενδεικτικά, στην απόφαση Liberty Life Insurance Ltd v. Άντρη Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 88/2010, απόφαση ημερομηνίας 6 Μαρτίου, 2015, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων, προκειμένου να επέλθει λύση της επίδικης διαφοράς, επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου· είναι μια άσκηση με αμιγώς νομικό χαρακτήρα. Υπάρχει δε, συναφώς, πάντοτε κατά νου ότι μια γραπτή συμφωνία περιέχει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατά το χρόνο σύναψής της· αντανακλούν την κοινή πρόθεσή τους αναφορικά με το αντικείμενό της. Όταν, στη συνέχεια, κατά την εκτέλεση της συμφωνίας, προκύψει διαφορά ως προς τη σημασία κάποιων όρων της, κριτής αυτής είναι ο ουδέτερος αναγνώστης του κειμένου της. Εφόσον δε η διαφορά αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο αρμόδιος για την εκδίκαση της υπόθεσης δικαστής, εφαρμόζοντας καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας εγγράφων συμφωνιών. Ο συνήθης κανόνας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει και σε συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει, στους επίδικους όρους μιας συμφωνίας, οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία στην αντίληψη της σημασίας τους, συνίσταται στην απόδοση σ' αυτούς της συνήθους λεξικολογικής σημασίας, δηλαδή της σημασίας την οποία αυτοί φέρουν όταν χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη, (βλ. Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβ. Αποχετεύσεων Λ/σίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630, Pell FrischmannCons. Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058 και Maison Jenny Ltd ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156).» Περαιτέρω, στην απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 11/2013, απόφαση ημερομηνίας 17/6/2021, λέχθηκαν τα εξής: «Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.» Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι ο επί του προκειμένου, επίδικος όρος δύναται να ερμηνευτεί ότι αποσκοπεί στον περιορισμό τόσο της αμοιβής, όσο και του χρόνου των πρόσθετων εργασιών που ο Ενάγοντας θα παρείχε, ως επόπτης, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της σύμβασής του με το Υπουργείο. Ότι δηλαδή ο όρος αυτός καθορίζει το μέγιστο (maximum) της αμοιβής, αλλά και το μέγιστο (maximum) των ωρών της πρόσθετης εργασίας κάτι που φαίνεται, τελικά, να υποστηρίζει ο Ενάγοντας. Η δεύτερη ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί στον επίδικο αυτό όρο είναι ότι ο εν λόγω όρος καθορίζει ότι, ασχέτως του χρόνου κατά τον οποίο ο Ενάγοντας θα παρείχε εργασίες επόπτη και του αριθμού των ωρών που θα εργαζόταν ως επόπτης, η πληρωμή του θα περιοριζόταν, κατά το μέγιστο, στις 4 περιόδους ανά ημέρα, κάτι που προβάλλει σταθερά ο Εναγόμενος. Για σκοπούς καθορισμού της πρόθεσης των συμβαλλόμενων μερών, καθίσταται θεωρώ αναγκαίο, δεδομένου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διερευνήσει και να εξεύρει την πραγματική πρόθεσή τους, να αναζητηθεί εξωγενής μαρτυρία. Προς τούτο σημειώνω ότι έχω ανατρέξει στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου και των εγγράφων που παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια από αμφότερους τους μάρτυρες. Σημειώνω συναφώς ότι, επί τούτου, σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον μου μόνο από την πλευρά του Ενάγοντα, αφού ο ΜΥ δεν φέρεται να σχετίζεται με τις όποιες διαπραγματεύσεις - διαγωνισμό που προηγήθηκε της συνομολόγησης ή αυτής τούτης της συνομολόγησης της σύμβασης. Πάρα τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα περί ακυρότητας του όρου, η όλη μαρτυρία του καταδεικνύει ότι δεν προωθεί ότι αντιλαμβανόταν κατά τη σύναψη της σύμβασης ότι θα εργαζόταν περισσότερες ώρες την ημέρα απ' όσες θα πληρωνόταν. Αντίθετα, από τη μαρτυρία του, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας απαιτεί την πληρωμή του για τις πρόσθετες εργασίες που κατ' ισχυρισμό προσέφερε. Δεν ήταν δηλαδή χαριστικά που ο Ενάγοντας θα παρείχε οποιεσδήποτε υπηρεσίες επόπτη πέραν των τεσσάρων περιόδων καθημερινά, ούτε και αποτελεί κάτι τέτοιο κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Εξ ου και η ανωτέρω τοποθέτησή μου ότι η τελική θέση του Ενάγοντα θέλει την όποια απασχόλησή του για την οποία επιζητεί αποζημιώσεις, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, να εδράζεται επί σχετικής συνεννόησης / σύμβασης, έξω και πέραν της επίδικης σύμβασης[5]. Έχω πεισθεί για τα πιο πάνω στη βάση της σχετικής αλληλογραφίας που ο Ενάγοντας παρουσίασε με τη γραπτή του μαρτυρία και δη της επιστολής Τεκμήριο 2, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο Ενάγοντας ήταν γνώστης του όρου 9
(4), πλην όμως, δεν θεωρούσε ότι στη βάση του εν λόγω όρου οι πρόσθετες εργασίες του θα παρέχονταν χαριστικά. Συγκεκριμένα στην εν λόγω επιστολή του, ο Ενάγοντας αξίωσε την πληρωμή του για τις επιπρόσθετες εργασίες του ως επόπτης, αναφέροντας, περαιτέρω, τα εξής: «Επειδή μπορεί να με παραπέμψετε στην παράγραφο 4 του άρθρου 9, είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου πως δεν είναι δυνατό να εργάζομαι πρόσθετες ώρες ημερησίως χωρίς να πληρώνομαι. Εάν νομίζετε ότι η διάταξη του άρθρου 9
(4)είναι απαγορευτική, θα πρέπει να μειωθούν οι ώρες εργασίας μου. Είμαι σίγουρος ότι δεν θέλετε να εκμεταλλευτείτε τον κόπο μου». Το πιο πάνω χαρακτηριστικό απόσπασμα της επιστολής του Ενάγοντα καταδεικνύει ακριβώς ότι δεν ήταν η πρόθεσή του, κατά τη σύναψη, να εργάζεται πέραν των προνοούμενων, βάσει της σύμβασης, ωρών και μάλιστα χωρίς να πληρώνεται για τις πρόσθετες αυτές εργασίες του. Κάτι εξάλλου που προκύπτει και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 που ο ΜΥ παρουσίασε, όπου, ως αποτελεί κοινό τόπο, είναι ότι μόλις επτά ημέρες μετά από τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου, Διευθυντής, έκανε σαφές, μεταξύ άλλων και στον Ενάγοντα ότι θα πρέπει καθημερινά να εργάζεται ως επόπτης για έξι ώρες (δηλαδή μεταξύ 7:30 - 13:35). Συγκεκριμένα στη σελίδα 3 του εν λόγω τεκμηρίου, εντοπίζονται τα εξής: «Ο επόπτης φέτος θα είναι καθηγητής Φυσικής Αγωγής και κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων οι επόπτες θα γίνονται δύο (και ένας εκπαιδευτικός). [.] Θέμα 4ο: Υπευθυνότητες (επόπτη κ.α.) Ο κ. Παπαγιάννης παρουσίασε τους δύο επόπτες καθώς φέτος αποφασίστηκε το ρόλο αυτό να έχουν αποκλειστικά οι καθηγητές φυσικής αγωγής. Τα διαλείμματα οι επόπτες θα είναι δύο. Δεύτερος θα είναι ένας εκπταιδευτικός. Ο Διευθυντής ανέλυσε το θεσμό του επόπτη και τη σημασία του στο πρόγραμμα. Ο επόπτης καθηγητής εργάζεται από τις 7:30 μέχρι τις 1:35 και εκτελεί πολλαπλά καθήκοντα. Φροντίζει ώστε οι μαθητές να εισέρχονται στην τάξη για την έναρξη των μαθημάτων. Κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων βρίσκεται κοντά στους μαθητές. Ουσιαστικά ο επόπτης είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια και την ομαλή λειτουργία του σχολείου.» Σημειώνω επί του προκειμένου ότι, θα ήταν παράλογο να δοθεί από το Δικαστήριο η ερμηνεία του όρου όπως αυτή προωθείται σταθερά από τον Εναγόμενο, ότι δηλαδή, ασχέτως των πραγματικών ωρών εργασίας, η πληρωμή του Ενάγοντα θα περιοριζόταν στις τέσσερις περιόδους ανά ημέρα. Τέτοια ερμηνεία του όρου θα οδηγούσε, όχι μόνο σε παράλογα αλλά και σε άδικα αποτελέσματα αφού θα συνεπάγετο ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να εργαστεί ως επόπτης για αριθμό ωρών, μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερησίως, με την αμοιβή του όμως να περιορίζεται μόνο σε τέσσερις περιόδους. Δηλαδή ότι ο Ενάγοντας αποδέχθηκε να εργάζεται για όσες ώρες του ζητηθεί χωρίς περιορισμό ως προς τούτο, πλην όμως, με σαφή και άδικο περιορισμό ως προς την αμοιβή του. Πέραν όμως του πιο πάνω παράλογου αποτελέσματος, τυγχάνει, θεωρώ, εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση ο ερμηνευτικός κανόνας contra preferentem, ο οποίος υπαγορεύει ότι η οποιαδήποτε ασάφεια θα πρέπει να ερμηνεύεται σε βάρος του μέρους το οποίο, είτε έχει εξασφαλίσει το όφελος από τη σύμβαση, είτε έχει προωθήσει τον όρο ο οποίος παρουσιάζει την ασάφεια[6]. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τον Εναγόμενο, το κράτος, που ζήτησε την υποβολή προσφορών στη βάση των όρων του Διαγωνισμού που περιλάμβαναν και τον επίδικο όρο. Στη βάση λοιπόν των όσων ανέφερα ανωτέρω, το Δικαστήριο μεταξύ των δυο διαφορετικών ερμηνειών που μπορούν να αποδοθούν στον εν λόγω όρο καταλήγει ότι, η ερμηνεία που εν προκειμένω συνάδει, τόσο με την κοινή λογική, όσο και με την ανωτέρω ερμηνευτική αρχή που προανέφερα, είναι ότι, σύμφωνα με τον επίδικο όρο της σύμβασης τα καθήκοντα του επόπτη θα εκτελούντο, κατά το μέγιστο, για 4 περιόδους ημερησίως και θα αμείβοντο ανάλογα. Δηλαδή οι πρόνοιες του εν λόγω όρου δεν είναι προσδιοριστικές μόνο της μέγιστης ημερήσιας αμοιβής αλλά και του μέγιστου ημερήσιου χρόνου εργασίας, ως επόπτης. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που με την παρούσα αγωγή επιδιώκεται η έκδοση δηλωτικής απόφασης με την οποία να κηρύσσεται ο όρος άκυρος, η συμπερίληψη του οποίου ήταν το αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης του Εναγόμενου έναντι του Ενάγοντα, η επιζητούμενη θεραπεία δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αποδοθεί αφ' ης στιγμής δεν καθίσταται αναγκαία η εξέταση του ενδεχόμενου ακύρωσης του όρου. Η πιο πάνω κατάληξή μου, οδηγεί αναπόφευκτα και στην απόρριψη της εισήγησης της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου η οποία, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ήγειρε ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, η θέση της ήταν ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το περιεχόμενο και να ακυρώσει όρο δημόσιας σύμβασης. Συγκεκριμενοποίησε ότι, παρά το ότι πρόκειται για δημόσια σύμβαση μέχρι το στάδιο της υπογραφής της, είχε προκηρυχθεί διαγωνισμός και η συμφωνία ήταν μέρος των εγγράφων του εν λόγω διαγωνισμού. Εάν δε ο Ενάγοντας προτίθετο να αμφισβητήσει όρο του διαγωνισμού όφειλε να το πράξει πριν την υποβολή της προσφοράς του. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία που προηγήθηκε μέχρι και την κατακύρωση του διαγωνισμού προς όφελος του Ενάγοντα και της υπογραφής της σύμβασης από τους διάδικους αποτελεί πράξη δημοσίου δικαίου, από τη στιγμή που αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι πράξη ή παράλειψη που έπεται της υπογραφής της σύμβασης, το όλο ζήτημα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Αντικείμενο δηλαδή της αγωγής είναι καθαρά ιδιωτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις αφού οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές προκύπτουν από την ίδια τη σύμβαση (βλ. ενδεικτικά Pitsillos (No.1) ν. Republic
(1966)3 CLR 589, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882). Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να επιλύσει την επί του προκειμένου διαφορά των διαδίκων. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί κωλύματος του Ενάγοντα να επιδιώκει την ακύρωση του όρου εφόσον ο τελευταίος υπέγραψε στη συνέχεια νέα σύμβαση με τον Εναγόμενο με τους ίδιους όρους. Το πιο πάνω ζήτημα θα αποκτούσε σημασία και θα καθίστατο ανάγκη εξέτασής του εάν εξεταζόταν το ενδεχόμενο ακύρωσης του επίδικου όρου. Εφόσον έχει καθοριστεί η ερμηνεία του επίδικου όρου από το Δικαστήριο, προχωρώ να εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση του αξιούμενου με την αγωγή ποσού, εξετάζοντας, κατά πρώτο, εάν όντως παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε περαιτέρω εργασίες, όπως αυτός ισχυρίζεται, και κατά δεύτερο, εάν από τα ενώπιόν μου γεγονότα, όπως αυτά δικογραφούνται, προκύπτει η δυνατότητα απόδοσης θεραπείας στον Ενάγοντα στη βάση αυτών. Σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Κατά τον Ενάγοντα, όπως αβίαστα προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφό του, δεν είναι η θέση του ότι η σύμβαση, αυτή καθ' αυτή, προνοούσε το δικαίωμα που σήμερα διεκδικεί. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει είναι ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας αποδέχεται ότι η σύμβαση δεν κάλυπτε περαιτέρω ώρες εργασίας ως επόπτης, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε περαιτέρω εργασία του Ενάγοντα να είναι έξω και πέραν από την προνοούμενη, στη βάση της σύμβασης, εργασία. Σημειώνω ότι, σύμφωνα με το δικόγραφό του, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται τα εξής: «Κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο ο ενάγων προσέφερε κανονικά όλες τις υπηρεσίες οι οποίες προνοούνταν στη σύμβαση και, ταυτόχρονα, προσέφερε περαιτέρω 155 πρόσθετες ώρες εργασίας ως επόπτης, οι οποίες θα πρέπει να υπολογισθούν ώστε να πληρωθεί ο ενάγων τα ποσά στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας κατά ώρα, ήτοι €2.790.» Απόρροια δε των πιο πάνω είναι ότι, εάν κριθεί ότι όντως ο Ενάγοντας προέβη σε περαιτέρω εργασίες στη βάση άλλης, νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ο τελευταίος να αδικείται με το να μην τις πληρωθεί. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που θα κριθεί, κατόπιν αξιολόγησης, ότι όντως έχουν παρασχεθεί υπηρεσίες πέραν από αυτές για τις οποίες προβλέπετο πληρωμή στα πλαίσια της σύμβασης και ότι αυτές έγιναν κατόπιν απαίτησης εντολής ή οδηγιών του Εναγόμενου, τότε θεωρώ ότι το δικόγραφο του Ενάγοντα, ως έχει, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει, να καταλήξει σε ευρήματα και να εκδώσει την απόφαση για το ποσό που ο Ενάγοντας αξιώνει στη βάση παράβασης σύμβασης. Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, για σκοπούς εξέτασης της επί του προκειμένου διαφοράς των διαδίκων, δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των πτυχών της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αφού ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, υπό τις περιστάσεις. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα περιοριστεί στα επίδικα θέματα που απομένουν, δηλαδή στο κατά πόσο προσφέρθηκαν οποιεσδήποτε πρόσθετες εργασίες (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Ο Ενάγοντας, παρουσίασε την πρωτότυπη σύμβαση ημερομηνίας 15/11/2018 ως Τεκμήριο 1, την ανταλλαχθείσα μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία ως Τεκμήρια 2 - 6, την απολογιστική έκθεσή του ημερομηνίας 29/3/2019 ως Τεκμήριο
  1. Δέσμη με τιμολόγια ως Τεκμήριο 8 και βεβαίωση του διευθυντή του σχολείου στο οποίο εργάστηκε αναφορικά με το ωράριο εργασίας του ως Τεκμήριο
  2. Η ουσία της εκδοχής του Ενάγοντα συνοψίζεται στο ότι προσέφερε κανονικά όλες τις υπηρεσίες που προνοούνταν από τη σύμβαση και ταυτόχρονα προσέφερε περαιτέρω 155 ώρες εργασίας ως επόπτης οι οποίες θα έπρεπε να υπολογιστούν και να πληρωθεί στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €2.790 βάσει των όρων της συμφωνίας, κατά ώρα. Πάρα τις προσπάθειες του να πληρωθεί, ο Εναγόμενος αρνείται μέχρι σήμερα να το πράξει. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι πάντα δήλωνε στα σχετικά τιμολόγια τις επιπρόσθετες ώρες εργασίας του, πλην όμως ο υπεύθυνος διευθυντής τον εξανάγκαζε να τις διαγράφει και να μην τις δηλώνει και προς τούτο παραπέμπει στο Τεκμήριο
  3. Καταληκτικά αναφέρει ότι, οι πραγματικές ώρες που εργάστηκε φαίνονται στο παρουσιολόγιο και παραπέμπει στο Τεκμήριο 8 από το οποίο προκύπτουν οι ώρες για τις οποίες πληρώθηκε σε αντιπαραβολή με το Τεκμήριο 9 το οποίο βεβαιώνει τις ώρες που πραγματικά εργάστηκε. Η θέση του ΜΥ ήταν ότι από το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο τρόπος πληρωμής στις περιπτώσεις ανάθεσης επιπρόσθετων καθηκόντων στα πλαίσια της εκπαίδευσης όπως ήταν τα καθήκοντα επόπτη η αμοιβή θα ήταν για 4 περιόδους διάρκειας 40 λεπτών για κάθε σχολική μέρα. Σύμφωνα δε με τον όρο 9
(4)της συμφωνίας, η χρονική περίοδος διάρκειας 40 λεπτών αμείβεται στα €18 ανά διδακτική περίοδο. Αποτέλεσε περαιτέρω ισχυρισμό του ότι κατά την συνεδρία της προπαρασκευαστικής μαθητείας Λάρνακας την 22/11/2018 στην οποία και ο Ενάγοντας παρευρέθηκε, δόθηκαν προφορικές οδηγίες για τον θεσμό και τα καθήκοντα του επόπτη. Από τα πρακτικά τα οποία ο ΜΥ παρουσιάζει ως Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι ο επόπτης καθηγητής εργάζεται από τις 7:30 ‑ 13:35 εκτελώντας πολλαπλά καθήκοντα. Κατά συνέπεια, αποτέλεσε θέση του ΜΥ ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι τα καθήκοντα του επόπτη διέφεραν από τα διδακτικά του καθήκοντα όπως διέφερε και η αμοιβή του. Ο Ενάγων έλαβε την αμοιβή που του αναλογούσε σε σχέση με τα καθήκοντα και τις υπηρεσίες που πρόσφερε σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Ο ΜΥ ακολούθως αναφέρεται στην ανταλλαχθείσα αλληλογραφία μεταξύ των μερών και σημειώνει ότι με τη λήψη της συμφωνίας ο Ενάγοντας υπέγραψε νέα συμβόλαια με τον Εναγόμενο τα οποία προέβλεπαν τον ίδιο τρόπο πληρωμής και παρείχαν τους ίδιους όρους. Σημειώνει καταληκτικά ότι ένας εκπαιδευτής έχει το δικαίωμα να μην αποδεχτεί καθήκοντα εποπτείας και να περιοριστεί στα διδακτικά του καθήκοντα. Σημειώνω καταρχάς ότι, σε σχέση με τη μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων, η οποία άπτετο νομικών ζητημάτων ή ζητημάτων ερμηνείας της σύμβασης, αυτή δεν θα ληφθεί υπόψη εφόσον δεν εναπόκειται στους μάρτυρες, οι οποίοι είναι μάρτυρες γεγονότων, να καταλήξουν σε συμπεράσματα, έργο το οποίο ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο (βλ. Κωνσταντίνου κ.α. ν Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 217/2019 και 218/2019, απόφαση ημερομηνίας 1 Φεβρουαρίου, 2022 «Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου») Προχωρώντας, σημειώνω ότι δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Αντίθετα, αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και συνοχή. Τα όσα δε αναφέρει υποστηρίζονται από τα έγγραφα τα οποία παρουσιάζει. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι εργάστηκε 155 πρόσθετες ώρες πέραν των συμφωνηθείσων ωρών, σημειώνω ότι αν και δικογραφικά, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του Ενάγοντα είχε αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγόμενου, εντούτοις ο τελευταίος δεν αντεξέτασε τον Ενάγοντα επί των εν λόγω ισχυρισμών του, αλλά ούτε και έθεσε, με τη μαρτυρία του ΜΥ, καθ' οιονδήποτε τρόπο εν αμφιβόλω τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα αναφορικά με τις πρόσθετες εργασίες που ο τελευταίος παρείχε (βλ. μεταξύ άλλων, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Κατά συνέπεια και εφόσον η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι δεν έγιναν τα γεγονότα όπως τα ισχυρίζεται η πλευρά του Ενάγοντα (δηλαδή ότι δεν προσέφερε ο Ενάγοντας τις επιπρόσθετες εργασίες), όφειλε να αντεξετάσει τον Ενάγοντα και δεν είναι σίγουρα καθήκον ή υποχρέωση του Δικαστηρίου να θέσει το ίδιο υπό αμφισβήτηση τον Ενάγοντα για καθετί που ενδεχομένως να μπορούσε να εγείρει ο Εναγόμενος και παραταύτα επέλεξε να μην το κάνει. Αντίθετα, το τι ο Εναγόμενος, δια του ΜΥ, ισχυρίζεται, δεν είναι ότι ο Ενάγοντας δεν εργάστηκε περισσότερες ώρες. Εκείνο που προωθείται ήταν ότι ο λόγος που ο Ενάγοντας έστελνε τα τιμολόγια στα οποία καταγράφονταν μόνο τέσσερις ώρες ημερησίως ήταν διότι ο τελευταίος αναγνώρισε ότι τόσες ώρες ήταν που δικαιούτο να πληρωθεί και όχι ότι εργάστηκε μόνο τέσσερις ώρες. Η μαρτυρία του ΜΥ όμως, περιορίστηκε ουσιαστικά στην παρουσίαση εγγράφων και κανένας από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο τελευταίος προσέφερε τις ισχυριζόμενες επιπρόσθετες εργασίες, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω. Ο δε ΜΥ δεν αποτελεί μάρτυρα γεγονότων και δεν προκύπτει να είναι το πρόσωπο το οποίο συναλλασσόταν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συνομιλούσε με τον Ενάγοντα ή το πρόσωπο το οποίο έδιδε στον Ενάγοντα εντολές εκ μέρους του Εναγόμενου. Σημειώνω επί τούτου ότι, ο ΜΥ παραπέμπει σε στοιχεία που έλαβε και ενημέρωση της οποίας έτυχε από τρίτους, οι οποίοι όμως δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες. Σε σχέση λοιπόν με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για την προσφορά των επιπρόσθετων εργασιών, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός του αυτός φαίνεται και εκ των πραγμάτων προκύπτει, να υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε και δη του παρουσιολογίου Τεκμήριο 9. Περαιτέρω στη βάση του Τεκμηρίου 7 που παρουσίασε, το οποίο υπεβλήθη από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο στις 29/3/2019 και από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι ο Ενάγοντας, σε ανύποπτο και προγενέστερο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής και της ανταλλαγής της μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφίας χρόνο, αναφέρθηκε τόσο στο ζήτημα της παροχής πρόσθετων εργασιών, πέραν δηλαδή των συμβατικά προβλεπόμενων, όσο και στη μειωμένη πληρωμή η οποία αφορούσε μέρος του συνόλου των εργασιών που ο Ενάγοντας προσέφερε. Συγκεκριμένα στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 7 ο Ενάγοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο φόρτος εργασίας τεράστιος και αμοιβή άνιση αντισυνταγματική. Δεν νοείται να εργάζεσαι με το καθεστώς της αγοράς υπηρεσιών, να εκτελείς τόσο μεγάλο φόρτο εργασιών, να εργάζεσαι ολοήμερα για εννέα
(9)περιόδους και να αναγκάζεσαι να δηλώνεις και να πληρώνεσαι μόνο πέντε
(5)». Παρεμβάλλω επίσης, στο σημείο αυτό, το εξής. Σύμφωνα με το πρακτικό της συνάντησης, ημερομηνίας 22/11/2018 (τεκμήριο 3) που ο ΜΥ παρουσίασε, προκύπτει ότι τότε, δηλαδή 7 ημέρες μετά τη σύναψη της σύμβασης, ήταν που ανατέθηκαν στον Ενάγοντα περαιτέρω καθήκοντα επόπτη, δηλαδή πέραν των προνοούμενων, δυνάμει της σύμβασης τεσσάρων περιόδων ημερησίως. Συγκεκριμένα, βάσει του Τεκμηρίου 3, ανατέθηκαν στον Ενάγοντα, μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης, καθημερινά καθήκοντα επόπτη μεταξύ των ωρών 7:30 - 13:35. Συνάγεται συνεπώς ότι, μεταγενέστερα της σύναψης της σύμβασης, καθορίστηκε ότι τα καθήκοντα τα οποία ο Ενάγοντας, που ήταν ο καθηγητής φυσικής αγωγής, θα εκτελούσε ως επόπτης, θα ήταν περισσότερα από τα συμβατικά προνοούμενα. Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται εύρημά μου ότι ο Ενάγοντας προσέφερε κανονικά όλες τις εργασίες οι οποίες προνοούνταν από τη σύμβαση και ταυτόχρονα προσέφερε περαιτέρω 155 πρόσθετες ώρες εργασίας ως επόπτης κατ' εντολή του Εναγόμενου, τις οποίες δεν έχει πληρωθεί. Κατά συνέπεια, τα δικόγραφα του Ενάγοντα αλλά και η αξιόπιστη μαρτυρία του, επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδώσει την αξιούμενη θεραπεία για διάρρηξη σύμβασης και όχι για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στη βάση όμως σύμβασης άλλης από την επίδικη γραπτή σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας η αιτούμενη θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω (βλ. σχετικά Μελίνα Αλκιβιάδη ν. The Phillips College Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2011, απόφαση ημερομηνίας 21 Μαρτίου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A92: «Είναι γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται ρητή επίκληση και στήριξη της αξίωσης της εφεσείουσας αποκλειστικά στη βάση του «αδικαιολόγητου πλουτισμού». Αυτό όμως δεν συνιστούσε και ούτε συνιστά κώλυμα στην απόδοση θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης και που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα της διάρρηξης συμφωνίας (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 400, Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 675 και Πολυκάρπου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. κ.α.
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 324)»). Το τι πρέπει ακολούθως να καθοριστεί από το Δικαστήριο είναι η λογική αντιπαροχή για τις πρόσθετες αυτές εργασίες που προσφέρθηκαν από τον Ενάγοντα, κατόπιν νέων εντολών και νέων οδηγιών του Εναγόμενου και προς τούτο το Δικαστήριο θα ανατρέξει στην αρχή της εύλογης αμοιβής (quantum meruit). Σύμφωνα με την απόφαση Χατζηπαναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd (2009 1 ΑΑΔ 173: «Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123).» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Παραπέμπω περαιτέρω, επί του προκειμένου, στην Ποιηταρίδης ν. ANOPA INVESTMENTS LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. 260/2011, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου
  1. Κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τα ίδια τα μέρη συμφώνησαν ότι μια τέτοια υπηρεσία, ήτοι η προσφορά υπηρεσιών επόπτη στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης έχει συγκεκριμένη αξία, δηλαδή των €18,00, μπορώ να θεωρήσω αυτή την αξία ως μια εύλογη και λογική αποζημίωση για τις πρόσθετες 155 ώρες κατά τις οποίες ο Ενάγοντας εργάστηκε, ως επόπτης κατόπιν σχετικών εντολών και οδηγιών, πέραν των προβλεπόμενων, από τη γραπτή σύμβαση, ωρών εργασίας του. Στη βάση των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξή μου ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την αξίωσή του για το ποσό των €2.
  2. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.790 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι 20/8/2019, πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014 [2] βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 [3] βλ. παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης [4] βλ. παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης [5] Βλ. παράγραφος 7 της Έκθεσης Απαίτησης [6] βλ. σχετικά Σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π. Γ. Πολυβίου, 2021, σελίδα
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.