ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LAINERS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 3174/2019, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3174/2019 Μεταξύ: ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα και LAINERS ENTERPRISES LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 11 Ιουλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ν. Μερακλής Για την Εναγόμενη: κα Μ. Πατσαλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ποσό των €1.320 ως υπόλοιπο λογαριασμού καθώς επίσης και το ποσό των €178,50 έξοδα σύνταξης επιστολής δικηγόρου, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία και διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Η δε εναγόμενη είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδα της ενάγουσας και δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα παρείχε στην εναγόμενη ασφαλιστικές υπηρεσίες και καλύψεις. Η ενάγουσα στην βάση των υπηρεσιών αυτών προχώρησε με την έκδοση διαφόρων τύπων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Για τις προσφερθείσες ασφαλιστικές υπηρεσίες και καλύψεις, η ενάγουσα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια και διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις. Ο λογαριασμός αυτός, τον Ιούνιο του 2013, παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο, προς όφελος της ενάγουσας, ύψους €1.320. Η ενάγουσα, τόσο η ίδια, όσο και με τους δικηγόρους της, κάλεσε επανειλημμένα την εναγόμενη να εξοφλήσει το προαναφερθέν υπόλοιπο και τα έξοδα επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 3/10/2018 ύψους €178.50, πλην όμως, η εναγόμενη ουδέποτε ανταποκρίθηκε και κανένα ποσό πλήρωσε, μέχρι σήμερα. Η εναγόμενη, με την Υπεράσπιση της αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και εγείρει 4 προδικαστικές ενστάσεις ως ακολούθως: Α. Το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας έχει παραγραφεί. Β. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο να επιληφθεί της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Γ. Η ενάγουσα εμποδίζεται δυνάμει συμπεριφοράς (estoppel by conduct) λόγω παρόδου αδικαιολόγητου διαστήματος πολλών ετών να προωθεί την παρούσα αγωγή (LACHES). Δ. Η ενάγουσα εγκατέλειψε τα συμβατικά της δικαιώματα της (waiver) λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης να προχωρήσει με δικαστικά μέτρα. Περαιτέρω, η εναγόμενη αρνείται τόσο την ιδιότητα της ενάγουσας όσο και την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας ή συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ τους. Αρνείται ότι έλαβε ποτέ γνώση ή ότι ενημερώθηκε για την έκδοση οποιουδήποτε τιμολογίου ή κατάστασης λογαριασμού. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν οφείλει κανένα ποσό αλλά ούτε και οχλήθηκε ποτέ για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Εν πάση περιπτώσει, δεν γνωρίζει πως χρέωνε η ενάγουσα τα αξιούμενα ποσά, πότε αυτά καθίσταντο πληρωτέα και ζητά απόρριψη της αγωγής, με έξοδα. Η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον της εναγόμενης δεν έχει παραγραφεί και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι κατά τόπον αρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς και ότι η ενάγουσα ουδέποτε εγκατέλειψε την απαίτηση της εναντίον της εναγόμενης. Απορρίπτει και αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών της εναγόμενης και ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο πόσο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της. Λόγω του ύψους της αξίωσης, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης». Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της μαρτυρίας των διαδίκων γραπτώς. Από πλευράς ενάγουσας, καταχωρήθηκε Ένορκη Δήλωση του Μιχάλη Έλληνα (στο εξής ο «ΜΕ1») ενώ για την εναγόμενη καταχωρήθηκαν Ένορκες Δηλώσεις της Iryna Popova (στο εξής η «ΜΥ1») και της Yulia Khomayakova Mina (στο εξής η «ΜΥ2»). Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1 είναι Ανώτερος Λειτουργός Οικονομικής Διεύθυνσης της ενάγουσας. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι η διαχείριση των λογιστικών βιβλίων, η ετοιμασία και ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων, η παρακολούθηση και καταχώρηση των ασφαλιστικών πρακτόρων και πελατών καθώς επίσης και ο έλεγχος των καταστάσεων λογαριασμών. Οι λογαριασμοί αυτοί αποτελούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων στα βιβλία που η ενάγουσα τηρεί ηλεκτρονικά και αποτελούν τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας. Σε σχέση με την ιδιότητα της ενάγουσας αναφέρει ότι αυτή είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασκεί ασφαλιστικές εργασίες. Παρουσιάζει ως τεκμήρια 1, 2 και 3, το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας το πιστοποιητικό της έδρας της και την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών. Σε σχέση με την εναγόμενη παρουσιάζει ως τεκμήριο 4 αποτέλεσμα έρευνας στην ιστοσελίδα του εφόρου εταιρειών αναφορικά με τους αξιωματούχους, το εγγεγραμμένο γραφείο και την κατάσταση της. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδα της ενάγουσας και η ενάγουσα, μετά από πρόταση και οδηγίες της εναγόμενης μέσω δεόντως εξουσιοδοτημένων προσώπων της, προσέφερε στην εναγόμενη ασφαλιστικές υπηρεσίες και ασφαλιστική κάλυψη και στην βάση αυτών των υπηρεσιών, η ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση διαφόρων τύπων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη περί την 7/4/2009 ζήτησε από την ενάγουσα να της παρέχει ασφαλιστική κάλυψη Property για διώροφη οικοδομή της στην Λεμεσό, η οποία αποτελείτο από οκτώ διαμερίσματα. Η ασφαλιστική κάλυψη, κάλυπτε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ΖΗΜΙΑ ΑΠΟ ΚΑΚΟΒΟΥΛΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΖΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΕΚΡΗΞΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ: ΕΜΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΕΞΑΙΡΕΙΤΑΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ Η ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΖΗΜΙΑ ΑΠΟ ΣΕΙΣΜΟ Η ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΓΕΝΗ ΕΚΡΗΞΗ ΜΕ ΑΦΑΙΡΕΤΕΟ ΠΟΣΟ 1.5% ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΣΦΜΙΖΟΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΑΦΑΙΡΕΤΕΟ ΠΟΣΟ €425.- ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΖΗΜΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΘΥΕΛΛΑ, ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ, ΠΛΗΜΜΥΡΑ, ΜΕ ΑΦΑΙΡΕΤΕΟ ΠΟΣΟ 0,25% ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΣΦΜΙΖΟΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΑΦΑΙΡΕΤΕΟ ΠΟΣΟ €250.- ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΖΗΜΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΣΩΛΗΝΩΝ, ΔΙΑΦΥΓΗ ΥΔΑΤΩΝ ΜΕ ΑΦΑΙΡΕΤΕΟ ΠΟΣΟ €200.- ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΠΤΩΣΗ ΑΕΡΟΠΛΑΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΡΟΥΣΗ ΑΠΟ ΟΧΗΜΑ Η ενάγουσα πρόσφερε στην εναγόμενη και η εναγόμενη αποδέχθηκε την Ασφαλιστική κάλυψη της οικοδομής της για την περίοδο από 5/6/2009 μέχρι 5/6/2010 και η ενάγουσα εξέδωσε προς τούτο τον ΠINAΚA/SCHEDULE τον οποίο ο ΜΕ1 παρουσιάζει ως τεκμήριο 5 και αφορά το Συμβόλαιο αρ. 5300527115-0 ημερομηνίας 5/6/2009 έναντι ποσού €1.316,71 σεντ που ήταν η αξία των ασφαλίστρων για την πιο πάνω περίοδο. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε την 2/7/2009 και προς εξόφληση του εκδόθηκε η απόδειξη αρ. 318456, ημερομηνίας 2/7/2009, η οποία επισυνάπτεται από τον μάρτυρα ως Τεκμήριο
- Πριν την λήξη της ασφαλιστικής κάλυψης, η εναγόμενη έδωσε προφορικές οδηγίες στην ενάγουσα για ανανέωση της ασφάλειας για την περίοδο από 5/6/2010 μέχρι 5/6/2011 και η ενάγουσα εξέδωσε τον ΠINAΚA/SCHEDULE τον οποίο ο ΜΕ1 παρουσιάζει ως τεκμήριο 7 και αφορά το Συμβόλαιο 5300527115-1, ημερομηνίας 5/6/2010, έναντι ποσού €1.315.- που ήταν η αξία των ασφαλίστρων για την πιο πάνω περίοδο. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε την 2/7/2010 και προς εξόφληση του εκδόθηκε η απόδειξη αρ. 380701, ημερομηνίας 2/7/2010, η οποία παρουσιάζεται ως Τεκμήριο
- Πριν την λήξη της ασφαλιστικής κάλυψης, η εναγόμενη έδωσε προφορικές οδηγίες στην ενάγουσα για ανανέωση της ασφάλειας για την περίοδο από 5/6/2011 μέχρι 5/6/2012 και η ενάγουσα εξέδωσε τον ΠINAΚΑ/SCHEDULE τον οποίο ο ΜΕ1 παρουσιάζει ως Τεκμήριο 9 και αφορά το Συμβόλαιο 5300527115-2, ημερομηνίας 5/6/2011, έναντι ποσού €1.315.- που ήταν η αξία των ασφαλίστρων για την πιο πάνω περίοδο. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε την 2/7/2010 και προς εξόφληση του εκδόθηκε η απόδειξη αρ. 461770, ημερομηνίας 5/7/2011, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο αρ.
- Πριν την λήξη της ασφαλιστικής κάλυψης, η εναγόμενη έδωσε προφορικές οδηγίες στην Ενάγουσα για ανανέωση της ασφάλειας για την περίοδο από 5/6/2012 μέχρι 5/6/2013 και η ενάγουσα εξέδωσε προς τούτο τον ΠINAΚNΑ/SCHEDULE τον οποίο ο ΜΕ1 παρουσιάζει ως Τεκμήριο 11 και αφορά το Συμβόλαιο 5300527115-3, ημερομηνίας 5/6/2012, έναντι ποσού €1.320.- που ήταν η αξία των ασφαλίστρων για την πιο πάνω περίοδο. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε με δύο δόσεις στις 16/7/2012 και 1/8/2012 και προς εξόφληση τούτου εκδόθηκαν οι αποδείξεις με αρ. 544752 ημερομηνίας 16/7/2012 και 549493 ημερομηνίας 1/8/2012, οι οποίες παρουσιάζονται ως Τεκμήριο
- Πριν την λήξη της ασφαλιστικής κάλυψης, η εναγόμενη έδωσε προφορικές οδηγίες στην Ενάγουσα για ανανέωση της ασφάλειας για την περίοδο από 5/6/2013 μέχρι 5/6/2014 και η ενάγουσα εξέδωσε προς τούτο τον ΠINAΚΑ/SCHEDULE ο οποίος κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως τεκμήριο 13 και αφορά το Συμβόλαιο 5300527115-4, ημερομηνίας 5/6/2013 έναντι ποσού €1.320.- που ήταν η αξία των ασφαλίστρων για την πιο πάνω περίοδο ασφάλισης του ακινήτου. Το εν λόγω ποσό δεν πληρώθηκε και η εναγόμενη συνεχίζει να το χρωστά στην Ενάγουσα. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι η ενάγουσα κατόπιν των ανωτέρω αναφερόμενων οδηγιών της εναγόμενης, προσέφερε στην εναγόμενη από τις 5/6/2009 μέχρι την 5/6/2014 ασφαλιστικές υπηρεσίες τις οποίες η εναγόμενη ανελάμβανε να πληρώσει, χωρίς επιφύλαξη. Προς τούτο η ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό δούναι και λαβείν με αριθμό πελάτη [ ] και CIF πελάτη [ ] στον οποίο χρεώνονταν οι εκάστοτε παρασχεθείσες ασφαλιστικές καλύψεις και υπηρεσίες που η εναγόμενη ελάμβανε από την ενάγουσα και πιστωνόταν με τις εκάστοτε πληρωμές της εναγόμενης. Προς τούτο ο ΜΕ1 παρουσιάζει, ως τεκμήριο 14, κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 27/7/
- Για την κατάσταση λογαριασμού που η ενάγουσα τηρούσε, σε σχέση με τις μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι εκεί καταγράφονταν οι συναλλαγές για τα ασφάλιστρα κάθε συμβολαίου που η εναγόμενη σύναπτε με την ενάγουσα και η χρεωπιστώσεις αυτές καταχωρούνταν στο λογαριασμό κατά τον χρόνο που ελάμβανε χώρα η κάθε συναλλαγή. Η κατάσταση λογαριασμού εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας και κατά τον χρόνο εκτύπωσης της ο εκτυπωτής και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής λειτουργούσαν κανονικά. Κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκαν οι διαφορές χρεωπιστώσεις το εν λόγω αρχείο αποτελούσε ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το αρχείο βρίσκονται υπό την φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας και εξουσιοδοτημένων από την ενάγουσα προσώπων. Η ενάγουσα απέστελλε ταχυδρομικώς από το 2009 μέχρι και το 2013 ανελλιπώς κάθε χρόνο προς την εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού. Οι καταστάσεις αυτές αποστέλνονταν στην διεύθυνση που ίδια η εναγόμενη είχε δώσει στην ενάγουσα για σκοπούς αλληλογραφίας και δεν επιστράφηκαν ποτέ στην ενάγουσα. Συγκεκριμένα για τις επιστολές που απεστάλησαν, τόσο από την ενάγουσα όσο και από τους δικηγόρους της, λέγει ότι αυτές απεστάλησαν σε συγκεκριμένη διεύθυνση που ίδια η εναγόμενη έδωσε την Ενάγουσα, στην Λεμεσό και δεν επιστράφηκαν ποτέ. Ο ΜΕ1 αναφέρει ότι ο λογαριασμός τεκμήριο 14 έχει ελεγχθεί και εκτυπωθεί από τον ίδιο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας που βρίσκεται στο γραφείο του και ο οποίος κατά την ώρα εκτύπωσης λειτουργούσε κανονικά και αφού σύγκρινε τον λογαριασμό με την εκτυπωμένη του μορφή αντιπαραβάλλοντας τον με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο ΜΕ1 διαπίστωσε την ορθότητα του. Η οφειλή της εναγόμενης αφορά στα ασφάλιστρα της ασφαλιστικής κάλυψης για την περίοδο 5/6/2013 μέχρι 5/6/2014 τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €1.320, όπως καταγράφεται και στον σχετικό πίνακα τεκμήριο
- Παρουσιάζει ως τεκμήριο 15 σχετική επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 3/10/2018 με την οποία η εναγόμενη κλήθηκε να εξοφλήσει το πιο πάνω αναφερόμενο υπόλοιπο ως επίσης και το ποσό των €150 πλέον €28,50 Φ.Π.Α., έξοδα σύνταξης και αποστολής της επιστολής. Καταληκτικά, αναφέρει ότι μέχρι και σήμερα η εναγόμενη ουδέν πόσο επλήρωσε και η ενάγουσα δικαιολογημένα διεκδικεί το ποσό που αξιώνει με την αγωγή της. Η μαρτυρία της ΜΥ1 Η ΜΥ1 είναι διευθύντρια τρίτης εταιρείας η οποία αποτελεί την νομίμως εγγεγραμμένη διευθύντρια της εναγόμενης ενώ ταυτόχρονα η ΜΥ1 είναι η γραμματέας της εναγόμενης. Αναφορικά με τα γεγονότα, η ΜΥ1, ισχυρίζεται τα εξής Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνεργασία ή συμφωνία, είτε προφορική είτε γραπτή, μεταξύ των διαδίκων αφού ουδέποτε υποβλήθηκε προφορικά ή γραπτά οποιαδήποτε πρόταση ασφάλισης από εξουσιοδοτημένο από την εναγόμενη πρόσωπο. Ως εκ της ιδιότητας της ως αξιωματούχου της εναγόμενης αλλά και από την πρόσβαση που έχει στα έγγραφα της εναγόμενης, αναφέρει ότι η εναγόμενη ουδέποτε είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο που αφορά στα επίδικα ζητήματα της αγωγής γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από την ΜΥ
- Είναι η θέση της ότι η εναγόμενη ουδέποτε ενημερώθηκε για την έκδοση οποιουδήποτε τιμολογίου ή κατάστασης λογαριασμού και ουδέποτε ενημερώθηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα για τις κατ' ισχυρισμών παρασχεθείσες ασφαλιστικές υπηρεσίες. Ούτε και γνωρίζει τον τρόπο υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού το οποίο η ενάγουσα διεκδικεί και παραμένει άγνωστο πότε αυτό καθίστατο πληρωτέο και ληξιπρόθεσμο. Είναι η θέση της ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε υπογραμμένο, από την εναγόμενη, έγγραφο προς τούτο. Ακολούθως, σχολιάζει την μαρτυρία του ΜΕ1 λέγοντας ότι κανένα έγγραφο το οποίο να φέρει την υπογραφή της εναγόμενης παρουσίασε, ούτε και προσκόμισε οποιοδήποτε ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή ανανέωση. Αναφορικά δε με τους πίνακες που παρουσιάζονται από το ΜΕ1 λέγει ότι κανένας συσχετισμός ή συμβατική σχέση προκύπτει στην απουσία υπογραφής ή σφραγίδας της εναγόμενης. Ούτε και γίνεται αναφορά ποιο ήταν το πρόσωπο το οποίο ήτο κατ' ισχυρισμό εξουσιοδοτημένο να δώσει και έδιδε τις οδηγίες για έκδοση ή ανανέωση των ασφαλιστηρίων. Ενώ η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγόμενης ήταν προφανώς γνωστή στην ενάγουσα, κανένα έγγραφο ή επιστολή απεστάλη στην εν λόγων διεύθυνση. Επισημαίνει επίσης ότι κανένα τιμολόγιο παρουσιάστηκε. Καταληκτικά, αναφέρει ότι η εναγόμενη δεν επωφελήθηκε οποιωνδήποτε υπηρεσιών αφού ουδέποτε συνεβλήθη με την ενάγουσα και κατά συνέπεια ουδέν πόσο οφείλει. Η μαρτυρία της ΜΥ2 Η ΜΥ2 με την μαρτυρία της αναφέρει ότι είναι η λογίστρια της εναγόμενης και στα πλαίσια των καθηκόντων της εμπίπτει η τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων της εναγόμενης. Κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από την ΜΥ1, διενήργησε έρευνα στα λογιστικά βιβλία και οικονομικά δεδομένα της εναγόμενης και δεν εντόπισε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να είναι σχετικό ή το οποίο να υποστηρίζει την απαίτηση της ενάγουσας. Ενόψει συνεπώς της απουσίας οποιασδήποτε καταχώρησης στα βιβλία της εναγόμενης, δεν προκύπτει να υφίσταται οποιαδήποτε οφειλή της τελευταίας προς την ενάγουσα. Για το γεγονός αυτό ενημέρωσε σχετικά την ΜΥ
- Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι αν και αμφότεροι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τους μάρτυρες της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Από τις ρητές παραδοχές μέσω των δικογράφων[1], τον χειρισμό κατά την ακρόαση[2] και την προσκομισθείσα μαρτυρία στο σύνολο της, ως αυτή συνοψίζεται ανωτέρω, προκύπτει ότι η ύπαρξη αμφότερων των διαδίκων, ως εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και η έδρες τους, δεν αμφισβητούνται και αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα: (α) Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα τη Λευκωσία και διεξάγει ασφαλιστικές δραστηριότητες και εργασίες σε όλη την Κύπρο. (β) Η εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα την Λεμεσό. Τα πιο πάνω καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Από πλευράς εναγόμενης προβάλλεται η θέση ότι τα τεκμήρια 5 - 12, τα οποία επισυνάπτονται στην γραπτή μαρτυρία του ΜΕ1, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη αφού δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγουσας. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας, ο οποίος εισηγήθηκε ότι τα τεκμήρια αυτά καλύπτονται από την αποκάλυψη και αποτελούν ουσιαστικά τις καταγραφές του λογαριασμού, τεκμήριο 14, ο οποίος αποκαλύπτεται και αναφέρεται στην αποκάλυψη ότι εκτείνεται μεταξύ των ημερομηνιών 30/6/2009 μέχρι 5/6/
- Ο κανόνας ότι έγγραφο το οποίο δεν αποκαλύπτεται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό δεν είναι άκαμπτος και το όλο ζήτημα ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τα συμφέροντα των διαδίκων. Ενόψει λοιπόν του ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγή διεξήχθη στην βάση ενόρκων δηλώσεων, η εναγόμενη είχε την ευκαιρία στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της μαρτυρίας της (που ακολούθησε αυτής της ενάγουσας) αλλά και μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης να λάβει τα απαραίτητα διαβήματα για να αμφισβητήσει την αποδεκτότητα της εν λόγω μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Ούτε και συγκεκριμενοποιείται ποια ακριβώς ζημιά υπέστη η εναγόμενη συνεπεία της μη αποκάλυψης των εν λόγω εγγράφων, προγενέστερα. Παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα όντως δεν φαίνεται να αποκαλύφθηκαν το κάθε ένα ξεχωριστά στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της ενάγουσας ημερομηνίας 6/11/2020, θα συμφωνήσω με την θέση του συνηγόρου της ενάγουσας και κρίνω ότι αυτά μπορούν να γίνουν αποδεκτά, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία θα αξιολογηθεί κατωτέρω, φαίνεται αποτελούν τις καταχωρήσεις που περιέχονται στον λογαριασμό, τεκμήριο 14 ο οποίος αποκαλύπτεται και αναφέρεται ότι είναι αναλυτικός και αφορά την συνολική περίοδο 30/6/2009 μέχρι και 5/6/
- Στην βάση των ανωτέρω και με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και των διαδίκων, κρίνω ότι τα έγγραφα αυτά μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Τονίζω όμως ότι το ζήτημα της βαρύτητας που θα αποδοθεί στα εν λόγω έγγραφα είναι άλλο και θα εξεταστεί κατωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχοντας διεξέλθει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν αλλά και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας επίσης υπόψη μου και το τι συνεπάγεται για την εκδοχή του κάθε διαδίκου η μη αντεξέταση των ομνυόντων της άλλης πλευράς (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Για το θέμα αυτό παραθέτω επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Περατικού ν Ελληνικής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 287/2013, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A254: «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Σκορδής ν Λάντου και Άλλων, ΠΕ 429/12, ημ. 22.4.20, ECLI:CY:AD:2020:A127, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλων
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296, Adidas v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, 388-389).» Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του το έχει αποσείσει, στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360). Το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς, δεν συνεπάγεται ότι ατονούν οι κανόνες απόδειξης, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα προσεγγίσει, θα αξιολογήσει και θα αποκλείσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπω επίσης στις πρόνοιες της Δ.30 Κ.5
(5)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση οποτεδήποτε καταχωρείται γραπτή μαρτυρία για υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας και παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης, βασίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο για παρασχεθείσες ασφαλιστικές καλύψεις, δυνάμει κατάστασης λογαριασμού. Παρά το γεγονός ότι οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, δεν επιδιώχθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Αναφορικά με την μαρτυρία που προσκομίστηκε για την ενάγουσα, δια μέσω του ΜΕ1, παρατηρώ ότι αυτή συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας όπως αυτές καθορίστηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Τα όσα δε αναφέρει ο ΜΕ1 στην μαρτυρία του έχουν συνοχή, είναι λογικά και υποστηρίζονται και επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ο ΜΕ1 επεξήγησε επαρκώς τον τρόπο συνεργασίας των διαδίκων, αναφέροντας ότι με τις οδηγίες της εναγόμενης, οι οποίες δόθηκαν από εξουσιοδοτημένα, από την τελευταία, πρόσωπα, παρείχαν στην εναγόμενη ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με διώροφη οικοδομή της στην Λεμεσό. Οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες αφορούσαν την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης της οικοδομής για τις περιόδους 2009 - 2010, 2010 - 2011, 2011 - 2012, 2012 - 2013 με την περίοδο 2013 - 2014 να είναι η τελευταία κατά την οποία παρασχέθηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική κάλυψη και ως αποτέλεσμα της οποίας κάλυψης προκύπτει το αξιούμενο από την ενάγουσα ποσό. Πλην της τελευταίας περιόδου ασφάλισης, τα ασφάλιστρα για όλες τις προηγούμενες είχαν εξοφληθεί από την εναγόμενη. Τούτο το λέει με αναφορά στα τεκμήρια 5 - 12 που παρουσίασε και τα όποια αποτελούν και συνιστούν τις καταχωρήσεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 14. Στον αντίποδα, η άρνηση της εναγόμενης, για την ύπαρξη οποιασδήποτε σύμβασης ή συνεργασίας της με την ενάγουσα, όπως αυτή προωθήθηκε από τις ΜΥ1 και ΜΥ2, παρέμεινε γενική και χωρίς να επιδιωχθεί η αντίκρουση των ισχυρισμών του ΜΕ1 μέσω αντεξέτασης. Η πλευρά της εναγόμενης επέλεξε να μην αντεξετάσει τον ΜΕ1 και να αμφισβητήσει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του και ειδικότερα τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τις προηγούμενες πληρωμές της εναγόμενης και περιορίστηκε μόνο να ισχυριστεί με την δική της μαρτυρία, κατά τρόπο γενικό, ότι καμία συμβατική ή άλλη σχέση είχε με την ενάγουσα. Κατά συνέπεια, οι επί του προκειμένου θέσεις της Ενάγουσας γίνονται αποδεκτές, σε αντίθεση με τις θέσεις της της εναγόμενης οι οποίες απορρίπτονται. Εξάλλου, εφόσον η θέση τόσο της ΜΥ1 όσο και της ΜΥ2 ήταν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και ότι δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε σχετικό με την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης, θα αναμένετο κάποια απάντηση στην θέση της ενάγουσας ότι προηγούμενα ασφάλιστρα πληρώνονταν κανονικά ή έστω να παρουσιάζονταν κάποια από τα έγγραφα με αναφορά στα οποία κατέληξαν ότι η εναγόμενη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση και στην βάση των οποίων προέβηκαν στους εν λόγω ισχυρισμούς, έστω και για ορισμένες από τις περιόδους για τις οποίες η ενάγουσα αναφέρει ότι παρείχε ασφαλιστική κάλυψη, για να υποστηρίξουν την θέση τους περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε σχετικής καταχώρησης σε αυτά. Περαιτέρω, σε σχέση με τα όσα η ΜΥ1 αναφέρει, παρατηρώ ότι, πέραν της γενικότητας των αναφορών της, ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της αναλώνεται στον σχολιασμό της μαρτυρίας του ΜΕ1 και στην παράθεση ισχυρισμών επί νομικών ζητημάτων, όπως είναι η αποδεκτότητα εγγράφων, η παραγραφή και η υπέρμετρη καθυστέρηση (laches), ζητήματα τα οποία είναι νομικά και αποτελούν θέματα επιχειρηματολογίας μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της. Όσον αφορά τώρα το θέμα της αποστολής των Πινάκων/Schedules, των συμβολαίων και των καταστάσεων λογαριασμού αλλά και της προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 3/10/2018, η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι η εναγόμενη ενημερώθηκε τόσο για τους λογαριασμούς όσο και για τα υπόλοιπα έγγραφα και τις επιστολές και το περιεχόμενο τους, με την αποστολή τους σε διεύθυνση που η ίδια η εναγόμενη έδωσε στην ενάγουσα. Παρά το γεγονός ότι προβλήθηκαν από τον ΜΕ1 οι πιο πάνω συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι φαίνεται εκ πρώτης όψεως να συνάδουν με τα έγγραφα - τεκμήρια που παρουσιάστηκαν για να τους υποστηρίξουν, κατά τρόπο θετικό, ήτοι ότι όντως η εναγόμενη ενημερώθηκε, η πλευρά της εναγόμενης και πάλι επέλεξε να μην αντεξετάσει τον μάρτυρα και να αμφισβητήσει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του και περιορίστηκε μόνο στο να ισχυριστεί με την δική της μαρτυρία ότι ουδέποτε ενημερώθηκε. Αμφισβητεί, και πάλι κατά τρόπο γενικό, την διεύθυνση, στην οποία τα διάφορα έγγραφα απεστάλησαν σύμφωνα με τον ΜΕ1, παραπέμποντας σε τεκμήριο που ο ΜΕ1 παρουσίασε για να υποστηρίξει την θέση της ότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της είναι αλλού. Όπου όμως η θέση της μιας πλευράς είναι ότι δεν έγιναν τα γεγονότα όπως τα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά, οφείλει να αντεξετάσει και δεν είναι σίγουρα καθήκον του Δικαστηρίου να θέσει το ίδιο υπό αμφισβήτηση τον μάρτυρα για κάθε τι που ενδεχομένως να μπορούσε να εγείρει η εναγόμενη και παρά ταύτα, επέλεξε να μην το κάνει. Η μη αμφισβήτηση της, σχετικής με το ζήτημα της διεύθυνσης και της αποστολής των επιστολών, μαρτυρίας του ΜΕ1 μέσω αντεξέτασης και η ανυπαρξία οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι οι εν λόγω επιστολές επιστράφηκαν αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη παράδοσης των επιστολών στο πρόσωπο που απευθύνονται (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 479, Theodorou v The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9). Εφόσον λοιπόν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του μάρτυρα ότι η εναγόμενη ενημερώθηκε για τα έγγραφα και τους λογαριασμούς στην διεύθυνση που σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του μάρτυρα, η ίδια η εναγόμενη έδωσε στην ενάγουσα ώστε να της αποστέλλονται τα εν λόγω έγγραφα, η επί του προκειμένου θέση της ενάγουσας γίνεται αποδεκτή, σε αντίθεση με την θέση της εναγόμενης, η οποία απορρίπτεται. Όσον αφορά τώρα το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, σημειώνω και πάλι ότι η πλευρά της εναγόμενης αν και αμφισβήτησε την ορθότητα και τη νομιμότητα των όσων εκεί καταγράφονται, πέραν της άρνησης της για την ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσης με τις επίδικες ασφαλιστικές καλύψεις, εντούτοις ούτε τον ΜΕ1 αντεξέτασε επί του περιεχομένου της κατάστασης αυτής αλλά ούτε και η ίδια έθεσε υπό αμφιβολία οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή πίστωση εκεί αναφέρεται ούτε και τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ακρίβεια του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού που ο ΜΕ1 κατέθεσε. Στην παρούσα, ο ΜΕ1, αναφέρθηκε εκτενώς στις καταγραφές του λογαριασμού τεκμηρίου
- Εξήγησε γιατί παρουσιάζει αντίγραφα αφού αποτελούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων στα βιβλία που η ενάγουσα τηρεί ηλεκτρονικά και αποτελούν τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι με οδηγίες της εναγόμενης, η ενάγουσα εξέδιδε ασφαλιστήρια συμβόλαια, προσφέροντας τις καλύψεις που καταγράφονται στα τεκμήρια 5, 7, 9, 11, 13 τις οποίες απέστελναν στην εναγόμενη και χρέωναν το αντίστοιχο ασφάλιστρο στον λογαριασμό, τεκμήριο
- Ακολούθως, με την πληρωμή των ασφαλίστρων, η ενάγουσα εξέδιδε τις αντίστοιχες αποδείξεις (βλ. τεκμήρια 6, 8, 10, 12) τις οποίες επίσης καταχωρούσε στον λογαριασμό, τεκμήριο 14 σημειώνοντας την ημερομηνία κάθε συναλλαγής. Αναφέρω τα πιο πάνω επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η εν λόγω κατάσταση, Τεκμήρια 14, μαθηματικά τουλάχιστον, φαίνεται να εξηγεί από την αρχή του λογαριασμού, ήτοι την 30/6/2009 μέχρι και την 5/6/2013, πως είναι που το υπόλοιπο κατέληξε να είναι στο ποσό που η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγόμενης με την παρούσα αγωγή. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλης σχέσης μεταξύ των διαδίκων παρέμεινε μέχρι τέλους ένας γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός σε αντίθεση με τα όσα η ενάγουσα προέβαλε τα οποία υποστηρίζονται τόσο από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε όσο και από την μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία παρέμεινε επί της ουσίας αναντίλεκτη. Είχε δε η εναγόμενη στην κατοχή της, τη μαρτυρία που κατατέθηκε για σκοπούς ακρόασης της παρούσας αγωγής, πριν καταχωρήσει μάλιστα τη δική της μαρτυρία, όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για να υποδείξει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της, και αναφέρω τα πιο πάνω έχοντας κατά νου ότι με βάση την αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ενάγουσας, η εναγόμενη λάμβανε τόσο τις καταστάσεις λογαριασμού όσο και τους πίνακες. Επομένως, οι θέσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται στο σύνολο τους σε αντίθεση με την μαρτυρία της ενάγουσας, όπως αυτή προσκομίστηκε από τον ΜΕ1, η οποία κρίνεται αξιόπιστη και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Καταλήγω συνεπώς ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα διαφορά από την έναρξη των μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας και των συναλλαγών, είναι ως τα περιέγραψε ο ΜΕ1 και προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα ως ακολούθως: Η ενάγουσα, κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης, παρείχε στην τελευταία ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με την αναφερόμενη οικοδομή της εναγόμενης στην Λεμεσό για την περίοδο 5/6/2009 - 5/6/2010 η οποία ανανεώθηκε για τις περιόδους 5/6/2010 - 5/6/2011, 5/6/2011 - 5/6/2012, 5/6/2012 - 5/6/2013 και 5/6/2013 - 5/6/
- Για κάθε περίοδο ασφαλιστικής κάλυψης, η ενάγουσα εξέδιδε ΠINAΚA/SCHEDULE αναφορικά με τις καλύψεις που παρείχε στην εναγόμενη έναντι του ποσού των ασφαλίστρων. Η ενάγουσα, στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την εναγόμενη, άνοιξε λογαριασμό δούναι και λαβείν με αριθμό πελάτη [ ] και CIF πελάτη [ ] στον οποίο χρεώνονταν οι εκάστοτε παρασχεθείσες ασφαλιστικές καλύψεις και υπηρεσίες που η εναγόμενη ελάμβανε από την ενάγουσα και πιστωνόταν οι εκάστοτε πληρωμές της εναγόμενης. Η ενάγουσα, κατόπιν προφορικών οδηγιών της εναγόμενης προχώρησε με ανανέωση της ασφαλιστικής κάλυψης της οικοδομής για την περίοδο από 5/6/2013 μέχρι 5/6/2014 και η ενάγουσα εξέδωσε προς τούτο τον ΠINAΚΑ/SCHEDULE (τεκμήριο 13) ο οποίος αφορούσε στο Συμβόλαιο 5300527115-4, ημερομηνίας 5/6/2013 έναντι ποσού €1.320.- που ήταν η αξία των ασφαλίστρων για την πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο ασφάλισης του ακινήτου. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι δεν έχει αμφισβητηθεί μέσω αντεξέτασης η ορθότητα και ακρίβεια του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού - τεκμήριο 14 - που κατέθεσε ο ΜΕ1 ως μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της ενάγουσας, βρίσκω επίσης ότι ο εν λόγω λογαριασμός κατά την 5/6/2013 παρουσίαζε υπόλοιπο, προς όφελος της ενάγουσας, για το συνολικό ποσό των €1.320 το οποίο παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Καθίσταται τέλος εύρημα μου, ότι η ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 3/10/2018 κάλεσε την εναγόμενη να εξοφλήσει το πιο πάνω αναφερόμενο υπόλοιπο ως επίσης και το ποσό των €150 πλέον €28,50 Φ.Π.Α., έξοδα σύνταξης και αποστολής της επιστολής των δικηγόρων της. Με γνώμονα τα πιο πάνω ευρήματα μου, προχωρώ να εξετάσω την νομική πτυχή της υπόθεσης και τα νομικά ζητήματα που η εναγόμενη εγείρει υπό την μορφή προδικαστικών ενστάσεων. Όπως αναφέρεται και ανωτέρω, η αξίωση της ενάγουσας βασίζεται σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού για παρασχεθείσες υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης από την ενάγουσα στην εναγόμενη, υπόλοιπο το οποίο σύμφωνα με τον λογαριασμό - τεκμήριο 14 - προέκυψε την 5/6/2013 όταν χρεώθηκαν τα ασφάλιστρα για την περίοδο 5/6/2013 - 5/6/2014, τα οποία παραμένουν οφειλόμενα. Όσον αφορά το ζήτημα της κατά τόπον αρμοδιότητας, παρατηρώ ότι, από το σύνολο των γεγονότων για τα οποία έχω προβεί σε διαπιστώσεις, η ενάγουσα έχει την έδρα της στη Λευκωσία, ενώ η εναγόμενη στη Λεμεσό. Στην Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ(Ε) 729 λέχθηκαν τα εξής: «Το ερώτημα απαντάται στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται διαπίστωση ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στην διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.» Σύμφωνα δε με την νομολογία, όπου δεν έχει συμφωνηθεί ρητά ο τόπος πληρωμής, τότε θεωρείται ο τόπος που ο διεξάγει τις εργασίες του ο δανειστής (βλ. σχετικά Theofanous v. Georgiou
(1969)1 C.L.R. 203, Κωστάκη Πουγιούκα και άλλης v. Ευαγόρα Θρασυβούλου
(1998)1 ΑΑΔ 2014, Παναγιώτη Μιχαηλίδη Μωσαϊκά Λτδ v. Ανδρέα Σιακαλή
(2001)1 ΑΑΔ 1324). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει, από το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να είχε καθοριστεί μεταξύ των μερών κατά τρόπο ρητό ο τόπος πληρωμής του εκάστοτε υπολοίπου των ασφαλίστρων. Κρίνω συνεπώς ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται κατά τόπο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση της εναγόμενης αναφορικά με την έλλειψη κατά τόπον δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, σύμφωνα με την Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834, αυτό εξετάζεται στην βάση του νομικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης του δικονομικού διαβήματος, ήτοι, κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 8/10/
- Κατά την καταχώρηση της, ίσχυαν οι πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Ν. 66(Ι)/2012, καθώς επίσης και του άρθρο 3 του ίδιου Νόμου το οποίο προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 01/01/
- Η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης βασίστηκε στο εδάφιο 2 του άρθρου 7 του Ν. 66(Ι)/2012 το οποίο καλύπτει συμβάσεις ανεξάρτητων επαγγελματιών και προβλέπει ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Κατά συνέπεια, είναι η εισήγηση της, ότι η τριετής προθεσμία άρχετο την 1/1/2016 (ως οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Ν. 66(Ι)/2012) και έληγε την 1/1/
- Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με περίπτωση συμφωνηθείσας ή εύλογης αμοιβής ανεξάρτητου επαγγελματία. Εξάλλου από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου φαίνεται ότι αυτό παραπέμπει σε φυσικό πρόσωπο το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής. Στην προκειμένη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής, κατά την κρίση μου, το άρθρο 7
(1)του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο αξίωση η οποία προκύπτει από σύμβαση παραγράφεται εντός έξι ετών από την ημερομηνία συμπλήρωσης της βάσης αγωγής. Ταυτόχρονα, όμως, το άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1/1/
- Από τη συνδυασμένη λοιπόν ερμηνεία και εφαρμογή των δύο πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής είναι τα 6 έτη, ο χρόνος όμως αυτός ξεκινά να προσμετρά από την 1/1/2016 ως οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου. Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση υπόθεση, ο χρόνος παραγραφής έληγε την 1/1/
- Επαναλαμβάνω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 8/10/2019 οπότε, κατά την καταχώρηση της, η αξίωση της ενάγουσας δεν προκύπτει ότι είχε παραγραφεί. Ως εκ των ανωτέρω ούτε η ένσταση της υπεράσπισης για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας ευσταθεί και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Απομένει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που αφορούν στην ύπαρξη κωλύματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του δόγματος του laches (υπέρμετρη καθυστέρηση). Η αρχή του laches τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγοντας διεκδικεί την απόδοση θεραπειών που πηγάζουν από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Συνιστά απόρροια του δόγματος της επιείκειας ότι «delay defeats equity» δηλαδή, όπου ενας διάδικος ο δεν διεκδικεί με σπουδή τα δικαιώματα του αλλά επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για να τα διασφαλίσει, δεν μπορεί να επικαλεστεί τις αρχές της επιείκειας (βλ. σχετικά Α.Τ.Η.Κ. ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Στην βάση λοιπόν του ότι οι θεραπείες που διεκδικούνται από την ενάγουσα δεν εδράζονται στις αρχές της επιείκειας, ούτε οι επί του προκειμένου ενστάσεις της εναγόμενης έχουν οποιοδήποτε έρεισμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί κωλύματος ως εκ της συμπεριφοράς της ενάγουσας και της εφαρμογής του δόγματος του laches, δεν υποστηρίχθηκε από την ύπαρξη οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της εναγόμενης και παρέμεινε ουσιαστικά γενικός και ατεκμηρίωτος. Ούτε όμως βρίσκω ότι υπήρξε τέτοιας έκτασης καθυστέρηση η οποία να επηρέασε την μαρτυρία που αφορούσε στα επίδικα θέματα ούτως ώστε να μπορούν να κριθούν βάσιμες οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις. Ενόψει των πιο πάνω ούτε και οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται με τις παραγράφους 2Γ και 2Δ της Υπεράσπισης μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση του κατά πόσο η ενάγουσα, με την μαρτυρία που προσκόμισε απέδειξε την αξίωση της εναντίον της εναγόμενης. Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτηση του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφα του (βλ. Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Έστω και αν μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη των όσων καταγράφονται σε αυτήν, σε περίπτωση αμφισβήτησης τους, τα γεγονότα που καταγράφονται πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156). Η προσαχθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία είναι εν προκειμένω αρκετή για να αποδείξει το αξιούμενο υπόλοιπο και η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς την μαρτυρία αυτή. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD v Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση αρ. 271/2012, ECLI:CY:AD:2018:A348, απόφαση ημερομηνίας 10 Ιουλίου 2018, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Η αντεξέταση του Μ.Ε.1, περιορίστηκε στην άρνηση εντολών από την εφεσίβλητη και στην απουσία γνώσης των συναλλαγών από το μάρτυρα. Η υπεράσπιση δικογραφικά δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.21 θ.2, ότι σε αγωγές για χρέος, όπως ήταν και η επίδικη, απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά μόνο τις εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και τις απλές αγωγές για χρέος. Η απαίτηση αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού, ως μια αιτία αγωγής. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση διότι, ως ήδη έχει λεχθεί, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως αναξιόπιστη και αναληθή μάρτυρα, επί της μαρτυρίας της οποίας δεν μπορούσε να βασισθεί. Ό,τι, λοιπόν κατέθεσε προς το αντίθετο η εφεσίβλητη αμφισβητώντας τις εντολές και τις γενόμενες συναλλαγές, παρέμεινε κενό γράμμα.» Εδώ όμως, η μαρτυρία που η ενάγουσα προσκόμισε είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών και εναπόκειτο πλέον στην εναγόμενη να αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσει το δικαστήριο ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε την υπόθεση της επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. σχετικά Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344). Στην βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαραίτητο βαθμό και ότι δικαιούται στην απόδοση του ποσού των €1.320 που αξιώνει εναντίον της εναγόμενης στην βάση υπολοίπου λογαριασμού για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες ασφαλιστικής κάλυψης, όχι όμως στην επιδίκαση του ποσού των εξόδων της επιστολής ημερομηνίας 8/10/2013 εκ €178,50 για το οποία δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι η ενάγουσα κατέβαλε στους δικηγόρους της. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που η ενάγουσα έχει παρουσιάσει, σε συνδυασμό με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 με την οποία δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις, έχουν ικανοποιήσει επαρκώς και έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση της για το οφειλόμενο, δυνάμει κατάστασης λογαριασμού, ποσό. Αντίθετα, η εναγόμενη, περιορίστηκε στην προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών, χωρίς να αντικρούσει τα στοιχεία που η ενάγουσα παρουσίασε και ειδικότερα αυτά τα οποία αποτελούσαν τον λογαριασμό, ούτως ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αγωγή της στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €1.320 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από 8/10/2019, μέχρι εξόφλησης. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014 [2] βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο