← Κύπρος

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΧΡΥΣΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2307/2013, 7/12/2022

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΧΡΥΣΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2307/2013, 7/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2307/2013 Μεταξύ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγοντας και ΧΡΥΣΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Π. Κωνσταντινίδου μαζί με κα Α. Χρίστου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Σ. Κυριακίδης μαζί με κ. Κ. Κυριακίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Η πλειοψηφία των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα διαφορά προκύπτουν, στη βάση της ανταλλαχθείσας, μεταξύ των διαδίκων δικογραφίας[1], ως παραδεκτά. Τα παραδεκτά αυτά γεγονότα, παρατίθενται κατωτέρω, ως εξής: Ο Ενάγοντας αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο συστάθηκε με βάση τον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 1989 (Ν.144/1989). Περί την 15/5/2008, ο Ενάγοντας ζήτησε προσφορά με αριθμό ΟΥ 034/08 για σκοπούς παραχώρησης Άδειας Χρήσης και Εκμετάλλευσης του Καφεστιατορίου στο Παράρτημά του στα Λατσιά, για περίοδο 24 μηνών. Η Εναγόμενη υπέβαλε προσφορά για την εξασφάλιση του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του Καφεστιατορίου περί την 9/6/2008 έναντι ανταλλάγματος ύψους €27.864, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., για τη συνολική περίοδο των 24 μηνών. Το πιο πάνω αντάλλαγμα θα ήταν πληρωτέο ανά μήνα, πλέον τέλη και δικαιώματα για συναφείς χρεώσεις όπως η αποκομιδή σκυβάλων, το ηλεκτρικό ρεύμα και τηλεπικοινωνίες. Περί την 28/7/2008, ο Ενάγοντας ειδοποίησε γραπτώς την Εναγόμενη ότι η υπό αναφορά προσφορά, για το ποσό των €27.864, πλέον Φ.Π.Α., πλέον των συναφών χρεώσεων, κατακυρώθηκε προς όφελός της και κάλεσε την Εναγόμενη σε υπογραφή του σχετικού συμβολαίου. Την 31/7/2008 υπεγράφη, μεταξύ των διαδίκων, συμβόλαιο για διετή περίοδο από 31/7/2008 για το συμφωνηθέν αντάλλαγμα των €27.864, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και των συναφών χρεώσεων. Το ποσό του συμφωνημένου ανταλλάγματος θα ήτο πληρωτέο με 24 ίσες μηνιαίες δόσεις με την κάθε δόση να είναι πληρωτέα την 1η ημέρα έκαστου μηνός της συμφωνηθείσας περιόδου. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλλει και τις προαναφερθείσες συναφείς χρεώσεις όπως αυτά θα απαιτούντο από τον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, εξέδωσε περί την 9/6/2008 προς τον Ενάγοντα τραπεζική εγγυητική επιστολή για την πιστή εκτέλεση του συμβολαίου με αριθμό 00143‑02‑0105135 για το ποσό των €2.786,

  1. Μεταξύ άλλων όρων, στο συμβόλαιο συμπεριλαμβανόταν και ο όρος 4.2 σύμφωνα με τον οποίο: «4.
  2. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου, έχει το δικαίωμα μετά από διαπραγματεύσεις με τον Αδειούχο, να παρατείνει την Άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του καφεστιατορίου και κυλικείου για διάστημα μέχρι ενός επιπλέον έτους και όχι αργότερα από τη λειτουργία του Κτιρίου Κοινωνικών Δραστηριοτήτων στην Πανεπιστημιούπολη, νοουμένου ότι οι υπηρεσίες του αδειούχου είναι κατά την γνώμη του Πανεπιστημίου Κύπρου ικανοποιητικές και αποδεκτές και το νέο ύψος του δικαιώματος άδειας χρήσης είναι τέτοιο που ικανοποιεί το Πανεπιστήμιο Κύπρου». Περί την 19/7/2010, ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη με την οποία την πληροφορούσε για την πρόθεσή του να παρατείνει την περίοδο ισχύος του συμβολαίου για περίοδο ενός έτους, ήτοι από την 26/8/2010 έως την 25/8/2011, με τους ίδιους όρους, διατηρώντας το δικαίωμα τερματισμού του συμβολαίου πριν την λήξη του με γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον 2 μηνών. Με την εν λόγω επιστολή του, ο Ενάγοντας ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι το ύψος του ανταλλάγματος που θα καταβαλλόταν στον Ενάγοντα θα παρέμενε το ίδιο, ήτοι €920 μηνιαίως, πλέον οι συναφείς χρεώσεις και κάλεσε την Εναγόμενη σε υπογραφή της παράτασης. Η Εναγόμενη συμφώνησε με το περιεχόμενο της αναφερόμενης προσφοράς ανανέωσης ημερομηνίας 19/7/2010 και προς τούτο προσυπέγραψε περί την 19/7/2010 την εν λόγω επιστολή ανανέωσης. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός, στη βάση των δικογράφων, ότι η Εναγόμενη κατείχε το καφεστιατόριο για την συνολική περίοδο από 25/8/2008 μέχρι και 25/8/
  3. Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, οι εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων διίστανται, και η ουσία τους, όπως αυτή προσδιορίζεται στη βάση της ανταλλαχθείσας δικογραφίας, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν το καφεστιατόριο καθ' όλη τη συμφωνημένη περίοδο, δηλαδή τόσο κατά την αρχική διετή περίοδο, όσο και κατά την μονοετή περίοδο ανανέωσης και όφειλε να καταβάλλει στον Ενάγοντα το συμφωνημένο ποσό ανταλλάγματος, πλέον τις συναφείς χρεώσεις, πλην όμως, κατά παράβαση του συμβολαίου η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €15.759,07 το οποίο είναι και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού για το συμφωνημένο ποσό του ανταλλάγματος χρήσης και εκμετάλλευσης του Καφεστιατορίου, πλέον Φ.Π.Α. και των συναφών χρεώσεων μέχρι τη λήξη του συμβολαίου. Δηλαδή μέχρι την 25/8/
  4. Πάρα δε τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Ενάγοντα, η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αμέλησε να ανταποκριθεί, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι του Ενάγοντα. Ως εκ των ανωτέρω, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €15.759,07 ως το υπόλοιπο του συμφωνημένου ποσού ανταλλάγματος για τη χρήση και εκμετάλλευση του καφεστιατορίου και των συναφών χρεώσεων, πλέον Φ.Π.Α. Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη, με την Υπεράσπισή της, ισχυρίζεται ότι από τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2008 προέβη σε γραπτές αλλά και προφορικές παραστάσεις προς τον Ενάγοντα για την ανεπάρκεια του τεχνικού εξοπλισμού του καφεστιατορίου. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη, απέστειλε προς τον Ενάγοντα σωρεία επιστολών με τις οποίες ζητούσε μείωση του ανά μήνα καταβαλλόμενου ανταλλάγματος, καθότι ο κύκλος εργασιών του καφεστιατορίου ήταν ουσιωδώς μειωμένος σε σχέση με τις παραστάσεις στις οποίες ο Ενάγοντας προέβη προς την Εναγόμενη πριν και κατά τη συνομολόγηση του συμβολαίου. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της ότι ο Ενάγοντας προέβη σε σωρεία παραβάσεων του συμβολαίου και του παραρτήματός του, και συγκεκριμένα του άρθρου 4.1 του Παραρτήματός του με τίτλο «Τόπος και χρόνος εκτέλεσης του αντικειμένου της Σύμβασης» με αποτέλεσμα τη μείωση του κύκλου εργασιών του καφεστιατορίου. Ο Ενάγοντας, με επιστολή του προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 17/7/2009, αποδέχθηκε τη μείωση του μηναίου ανταλλάγματος σε €800 μηνιαίως αντί €1.161, από την 1/7/
  5. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, ο Ενάγοντας απέκρυψε, πριν τη συνομολόγηση της ανανέωσης του συμβολαίου ότι από τον Σεπτέμβριο του 2010 θα έπαυαν πλέον να διδάσκονται μαθήματα στους φοιτητές του Πανεπιστημίου Κύπρου στις εγκαταστάσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου όπου και βρισκόταν το καφεστιατόριο. Οι διαλέξεις των μαθημάτων προς τους φοιτητές θα γίνονταν πλέον, είτε στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου στην Λευκωσία, είτε στις εγκαταστάσεις της Πανεπιστημιούπολης στην Αγλαντζιά. Περαιτέρω, κατά την ίδια χρονική περίοδο, έπαυσαν να παραδίδονται και τα μαθήματα του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου στον εν λόγω χώρο όπου βρισκόταν το καφεστιατόριο και δεν διεξάγονταν πλέον ούτε σεμινάρια, συνέδρια και ημερίδες, με αποτέλεσμα το καφεστιατόριο να έχει πλέον ως πελατεία του τους ελάχιστους υπαλλήλους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Προς τούτο, η Εναγόμενη, με διάφορες επιστολές της, ζήτησε περαιτέρω μείωση του καταβαλλόμενου ανταλλάγματος, πλην όμως ο Ενάγοντας ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε μείωση. Είναι συνεπώς η θέση της Εναγόμενης ότι, παρά την, από μέρους της, κατοχή του καφεστιατορίου για την περίοδο 25/8/2010 μέχρι και την 25/8/2011, ουδέν ποσό οφείλει προς τον Ενάγοντα συνεπεία των αντισυμβατικών ενεργειών του τελευταίου, ήτοι της απόκρυψης από την Εναγόμενη ότι από τον Σεπτέμβριο του 2010 θα έπαυε η λειτουργία του Πανεπιστημίου Κύπρου στις εγκαταστάσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στα Λατσιά. Απόρροια δε των ανωτέρω πράξεων, ενεργειών και παραλείψεων του Ενάγοντα, ήταν η μείωση του όγκου εργασιών του καφεστιατορίου. Με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι στις 17/7/2009, κατόπιν αιτήματος της Εναγόμενης, αποδέχθηκε τη μείωση του ανταλλάγματος και ως εκ τούτου από την 1/7/2009 το μηνιαίο αντάλλαγμα μειώθηκε από €1.161 συν Φ.Π.Α. στο ποσό των €800 συν Φ.Π.Α. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί παράβασης των όρων του συμβολαίου και των παραρτημάτων του και περί απόκρυψης γεγονότων και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη κωλύεται από το να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς για δήθεν καθορισμό των φοιτητών στις εγκαταστάσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στα Λατσιά ή να προβάλει απαιτήσεις για μείωση του εν λόγω αριθμού των φοιτητών, λόγω της πλήρους και ανεπιφύλακτης αποδοχής και κατά συνέπεια ανανέωσης του συμβολαίου υπό τους συμφωνημένους όρους και έχοντας πλήρη γνώση των συνθηκών εξυπηρέτησης φοιτητών στις εγκαταστάσεις του Ενάγοντα στα Λατσιά. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι, περί τις 10/2/2011, μετά από απόφαση του αρμόδιου συμβουλίου του, η Εναγόμενη ενημερώθηκε γραπτώς για την απόφαση ότι το αίτημά της, για περαιτέρω μείωση του ενοικίου και των συναφών χρεώσεων και διαγραφής των οφειλόμενων ποσών για τα προηγούμενα έτη, δεν έγινε αποδεκτό. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία, η οποία έχει προσκομισθεί και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του Ενάγοντα, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες. Ο Α.Χ., υπεύθυνος επιχειρησιακής διεύθυνσης του Ενάγοντα (στο εξής ο «ΜΕ1») και ο Α.Σ., Ανώτερος Λειτουργός του Ενάγοντα στον Τομέα Ασφάλειας, Υγείας και Περιβάλλοντος (στο εξής ο «ΜΕ2»). Ο ΜΕ1 κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του Γραπτή Δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατέθεσε, περαιτέρω, τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Έντυπο 2, Υπόδειγμα δήλωσης πιστοποίησης προσωπικής κατάστασης της Εναγόμενης, ως Τεκμήριο
  1. Αντίγραφο επιστολής του Ενάγοντα ημερομηνίας 28/7/2008, ως Τεκμήριο
  2. Έγγραφο με τίτλο «Διαγωνισμός για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του καφεστιατορίου του Πανεπιστημίου Κύπρου στο Παράρτημα Λατσιών» Μάιος 2008, ως Τεκμήριο
  3. Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 17/7/2009 με επισυνημμένο αποδεικτικό τηλεομοιότυπου από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, ως Τεκμήριο
  4. Επιστολή ημερομηνίας 19/7/2010 του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, ως Τεκμήριο
  5. Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 10/2/2011 από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, με επισυνημμένο αποδεικτικό τηλεομοιότυπου, ως Τεκμήριο
  6. Αντίγραφο με τίτλο «Βεβαίωση» ημερομηνίας 25/8/2011 ως Τεκμήριο
  7. Κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 16/12/2011, ως Τεκμήριο
  8. Δέσμη τιμολογίων και καταστάσεων αναφορικά με τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων, ως Τεκμήριο 8Α. Δέσμη τιμολογίων και καταστάσεων αναφορικά με τις τηλεφωνικές χρεώσεις, ως Τεκμήριο 8Β. Δέσμη τιμολογίων και καταστάσεων για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ως Τεκμήριο 8Γ. Επιστολή ημερομηνίας 20/7/2011 των δικηγόρων του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, ως Τεκμήριο 9 και αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 18/6/2012 των δικηγόρων του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, με επισυνημμένη απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου, ως Τεκμήριο
  9. Ο ΜΕ1 ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων και κατέχει τη θέση του υπεύθυνου επιχειρησιακής διεύθυνσης, κάλυψε με τη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, και τα παραδεκτά, εκ της δικογραφίας, γεγονότα τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν ενόψει της ανωτέρω καταγραφής τους. Επεκτάθηκε όμως και στα κατωτέρω. Η Εναγόμενη, με επιστολή της ημερομηνίας 21/1/2011, είχε αιτηθεί από τον Ενάγοντα τη μείωση του ενοικίου, των χρεώσεων του ηλεκτρικού ρεύματος, του φόρου σκυβάλων, καθώς και τη διαγραφή των οφειλόμενων ποσών για τα προηγούμενα χρόνια. Με επιστολή του ημερομηνίας 10/2/2011 (Τεκμήριο 6) το συμβούλιο προσφορών και οικονομικών του Ενάγοντα ενημέρωσε γραπτώς την Εναγόμενη για την απόφασή του να μην αποδεχτεί το αίτημά της. Αποτέλεσε θέση του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν το καφεστιατόριο τόσο για την αρχική διετή περίοδο, όσο και για τη μονοετή περίοδο ανανέωσης και όφειλε να καταβάλει στους Ενάγοντες το συμφωνημένο ποσό ανταλλάγματος και τις συναφείς χρεώσεις. Στις 25/8/2011 ενόψει της λήξης της σύμβασης η Εναγόμενη παρέδωσε το καφεστιατόριο (Τεκμήριο 7). Δεν τήρησε όμως τα συμφωνηθέντα, παραλείποντας, μέχρι σήμερα, να καταβάλει στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €15.759,07 (Τεκμήρια 8, 8Α, 8Β, 8Γ). Ενώ δηλαδή η Εναγόμενη εκμεταλλευόταν τη χρήση του καφεστιατορίου δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά με αποτέλεσμα να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη είχε ειδοποιηθεί γραπτώς από τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του, για την εξόφληση του υπόλοιπου, πλην όμως η Εναγόμενη ουδέποτε ανταποκρίθηκε (Τεκμήρια 9 και 10). Αρνήθηκε τέλος ότι ο Ενάγοντας προέβη σε ψευδείς παραστάσεις για τον κύκλο εργασιών του καφεστιατορίου, λέγοντας προς τούτο ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της Εναγόμενης για να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Η αντεξέταση του ΜΕ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ήταν εκτεταμένη. Τα όσα αναφέρθηκαν στο πλαίσιό της, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Κατά την αντεξέτασή του, ανάφερε ότι εργοδοτήθηκε για πρώτη φορά στον Ενάγοντα ως λειτουργός το 2010 ενώ τα τελευταία 5 με 6 χρόνια κατέχει τη θέση του διευθυντή επιχειρησιακής διεύθυνσης. Διευκρίνισε δε ότι μεταξύ των ετών 2010 έως και τον Αύγουστο του 2011 δεν ήταν στην επιχειρησιακή διεύθυνση. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι αυτό πρέπει να υπεγράφη εκ μέρους του Ενάγοντα από τους συναδέλφους του λειτουργούς και συγκεκριμένα την Μ.Τ. Δεν γνώριζε τι θέση έχει η Μ.Τ. σήμερα, διότι οι λειτουργοί μετακινούνται. Αρμόδιος για την εφαρμογή και λειτουργία του Τεκμηρίου 3 από την 25/8/2008 μέχρι την 25/8/2011, οπότε και το καφεστιατόριο παραδόθηκε, ήταν ο προκάτοχός του Δ.Β., ο οποίος δεν εργοδοτείται σήμερα στον Ενάγοντα. Δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τις εγκαταστάσεις στα Λατσιά λέγοντας ότι δεν είχε επισκεφθεί εκείνην την περίοδο το παράρτημα και ανέφερε ότι στο εν λόγω παράρτημα θα εξυπηρετούνταν από το καφεστιατόριο, την εν λόγω περίοδο, οι υπάλληλοι, παραπέμποντας επίσης στις σχετικές αναφορές του συμβολαίου. Αναφορικά με τον αριθμό των ατόμων που θα εξυπηρετούνταν από το καφεστιατόριο παρέπεμψε εκ νέου στο συμβόλαιο Τεκμήριο 3 και συγκεκριμένα στην σελίδα 5 του παραρτήματος ΙΙ υποπαράγραφος IX, πλην όμως, διευκρίνισε ότι για τους φοιτητές δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό και οι όροι του εν λόγω παραρτήματος είναι ενδεικτικοί με σκοπό να δοθεί κατεύθυνση όταν υποβάλλονται προσφορές. Δεν συνεπάγετο δηλαδή ότι όσοι φοιτητές βρίσκονταν στο Παράρτημα θα επισκέπτονταν και το καφεστιατόριο. Δεν υπήρχε υποχρέωση του Ενάγοντα, ούτε και μπορεί να γνωρίζει πόσοι και ποιοι θα επισκέπτονταν το καφεστιατόριο. Κατά συνέπεια, δεν ήταν ούτε σε θέση να αναφερθεί στον αριθμό των φοιτητών που εξυπηρετήθηκαν στο παράρτημα από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι και τον Αύγουστο του
  10. Αναφορικά με το σύνολο των φοιτητών του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο ΜΕ1 απάντησε με σημερινά δεδομένα λέγοντας ότι στην Πανεπιστημιούπολη φοιτούν 5.500 φοιτητές αλλά στα παραρτήματα ο αριθμός τους είναι μειωμένος. Η Πανεπιστημιούπολη, ως τοποθεσία, υπήρχε το
  11. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3, τα δεδομένα που καταγράφονταν στο παράρτημα ΙΙ υφίσταντο και δεν γνώριζε εάν αυτά είχαν διαφοροποιηθεί. Ερωτηθείς περαιτέρω γιατί ο Ενάγοντας αποδέχτηκε την πρόταση για μείωση του ανταλλάγματος από €1.161 σε €800, ο ΜΕ1 απάντησε ότι η Εναγόμενη επικαλέστηκε μείωση του τζίρου της για διάφορους λόγους και ο Ενάγοντας όταν βλέπει κάποιον διαχειριστή να υποβάλλει αιτιολογημένο αίτημα μπορεί να εξετάσει το αίτημα αυτό θετικά ή αρνητικά. Όποτε υπάρχουν δυσκολίες και τα αιτήματα είναι δικαιολογημένα, το συμβούλιο τα εξετάζει. Σε ερώτηση για τους λόγους που το συμβούλιο ενέκρινε την μείωση, ο ΜΕ1 απάντησε ότι έτσι κρίθηκε από το συμβούλιο. Αναφορικά με τις έξι επιστολές που η Εναγόμενη είχε αποστείλει για μείωση του ανταλλάγματος, λόγω μη τήρησης των όσων αναφέρονταν στο Τεκμήριο 3, ο ΜΕ1 απάντησε ότι, από τη στιγμή που υποβάλλει προσφορά, με βάση τα δεδομένα, έχει συμβατική υποχρέωση να ολοκληρώσει τη συμφωνία πληρώνοντας το ενοίκιο το οποίο υπέβαλε με την προσφορά και ο Ενάγοντας δεν είχε την υποχρέωση να εξετάσει θετικά το αίτημα για μείωση. Αναφορικά δε με το γεγονός ότι η άδεια χρήσης παρατάθηκε μέχρι και το 2011, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Ενάγοντας πρότεινε στην Εναγόμενη την παράταση και η τελευταία συμφώνησε. Διερωτήθηκε δε πώς γίνεται να επικαλείται η Εναγόμενη ότι είχε οικονομικές δυσκολίες, λόγω μείωσης της επισκεψιμότητας αλλά ταυτόχρονα να δέχτηκε την ανανέωση για ακόμα ένα χρόνο. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ότι η ανανέωση του ενός έτους, ήτοι από 25/8/2010 μέχρι 25/8/2011, διέπετο από το Τεκμήριο
  12. Συμφώνησε επίσης ότι κατά τον χρόνο της παράτασης, θα παρακολουθούσαν μαθήματα φοιτητές της πολυτεχνικής σχολής και του Ενάγοντα στον εν λόγω χώρο, επαναλαμβάνοντας όμως ότι τα νούμερα είναι ενδεικτικά γιατί γίνονται συνεχείς αλλαγές σε κάποια μαθήματα και διαφοροποιούνται οι ώρες. Αναφορικά με τον χρόνο που αποφασίστηκε ότι από τον Σεπτέμβριο του 2010 δεν θα φοιτούσαν φοιτητές στο παράρτημα, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ίδια ήταν η απάντησή του και στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι ο Ενάγοντας γνώριζε 3 μήνες πριν (τον Σεπτέμβριο του 2010) ότι δεν θα υπήρχαν φοιτητές στο παράρτημα. Ο ΜΕ1 επίσης ανέφερε ότι ήταν ανθρωπίνως αδύνατο, πάρα το ότι εργοδοτείτο στον Ενάγοντα το 2010, να θυμάται και να γνωρίζει πού φοιτούσε κάθε φοιτητής του Πανεπιστημίου αναφέροντας ότι υπάρχουν επτά σχολές και η κάθε σχολή έχει πέντε και 10 τμήματα. Ερωτηθείς δε εάν υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει εάν φοιτούσαν ή όχι φοιτητές στο Παράρτημα στα Λατσιά το 2010, είπε ότι στον τομέα του δεν υπάρχει κάποιος, επαναλαμβάνοντας ότι δεν ήταν δεσμευτικό ότι οι φοιτητές θα επισκέπτονταν τους χώρους εστίασης. Όταν του υποβλήθηκε ότι όταν υπογράφηκε η ανανέωση, τον Ιούλιο του 2010, ο Ενάγοντας γνώριζε ότι δεν θα υπήρχαν φοιτητές τον Σεπτέμβριο του 2010 στα Λατσιά, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει, ούτε γνωρίζει εάν υπάρχει αρχείο για κάθε ακαδημαϊκή χρονιά. Γνώριζε όμως ότι εφόσον η Εναγόμενη είχε διαφωνίες για την περίοδο μετά τον Σεπτέμβριο του 2010, δεν έπρεπε να δεχθεί ή έπρεπε να διαπραγματευθεί την ανανέωση για τον τρίτο χρόνο σημειώνοντας ότι μετά την ανανέωση η Εναγόμενη δεν έκανε πληρωμές. Μπορούσε να στείλει επιστολή ότι παύει τις εργασίες της, ή να αποταθεί σε ανώτερη αρχή αν ένιωθε ότι υπήρχε παράβαση της σύμβασης. Γνώριζε όμως, ο ΜΕ1, ότι υπήρχαν επισκέπτες τον Σεπτέμβριο του 2010 και διερωτήθηκε γιατί η Εναγόμενη δεν παραιτήθηκε αφού δεν υπήρχε επισκεψιμότητα αλλά συνέχιζε να κρατά τον χώρο. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε και επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων 8, 8Α, 8Β και 8Γ. Τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέτασή του επί της συγκεκριμένης ενότητας, συνοψίζονται ως εξής. Ανέφερε ότι δεν είχε μαζί του τα τιμολόγια προγενέστερης περιόδου από αυτά που παρουσίασε, υπάρχουν όμως και η υποχρέωση της Εναγόμενης ήταν για 3 χρόνια εξ' ου και με τις πληρωμές, από την αρχή, καταλήγουν σε οφειλόμενο υπόλοιπο €15.759,
  13. Δήλωσε όμως ότι υπάρχουν τα τιμολόγια που αφορούν την περίοδο πριν την 10/10/2010 και μπορούσε να επανέλθει και να τα παρουσιάσει. Όταν υποβλήθηκε στον ΜΕ 1 ότι εάν προστίθεντο και οι 3 δέσμες τιμολογίων (Τεκμήρια 8Α, 8 Β και 8 Γ συμποσούνται σε ποσό χαμηλότερο από το αξιούμενο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι θα έπρεπε να προβεί σε υπολογισμούς, καταλήγοντας όμως ότι η υποχρέωση της Εναγόμενης είναι και για τα 3 χρόνια που λειτουργούσε το καφεστιατόριο. Αντεξεταζόμενος δε σε σχέση με την κατάθεση των εγγυητικών επιστολών, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι κατά την ανανέωση αποσύρθηκε η προηγούμενη εγγυητική και κατατέθηκε νέα. Αναφορικά με τη μη εκταμίευση της πρώτης εγγυητικής, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν εκταμιεύτηκε διότι ανανεώθηκε το συμβόλαιο. Δεν γνώριζε γιατί δεν δεσμεύτηκε το ποσό της δεύτερης εγγυητικής και πιθανολόγησε ότι θα υπήρχαν συζητήσεις για μείωση. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε περαιτέρω και σε σχέση με την παράγραφο 6.2 του παραρτήματος ΙΙ, αναφορικά με την εγκατάσταση μετρητών με τον ΜΕ1 να απαντά ότι η εν λόγω πρόνοια εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, λόγω του μεγέθους του Πανεπιστημίου, η ΑΗΚ μπορεί να αρνηθεί να εγκαταστήσει μετρητές, γι' αυτόν τον σκοπό υπάρχουν δυο πρακτικές και ενημερώνεται προς τούτο ο διαχειριστής. Η πρώτη πρακτική είναι να υπάρχουν θερμομετρητές εγκατεστημένοι στα καφεστιατόρια και μέσω αυτών να υπολογίζεται η κατανάλωση και η δεύτερη πρακτική είναι να καταγράφονται οι συσκευασίες που χρησιμοποιούνται, να υπολογίζονται και να καταβάλλεται πάγιο. Σε σχέση με την Εναγόμενη ακολουθήθηκε η δεύτερη πρακτική. Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο ο Ενάγοντας γνώριζε ότι δεν υπήρχαν μετρητές, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι πρόκειται για όρο που μπαίνει στα συμβόλαια και ανάλογα ενημερώνεται και ο διαχειριστής. Σε υποβολή ότι ο εν λόγω όρος παραβιάστηκε από τον Ενάγοντα, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν υπήρξε ένσταση από την Εναγόμενη στη χρήση της δεύτερης πρακτικής και ήταν σίγουρα εν γνώση της ότι έγινε καταγραφή και ήταν πάγια η χρέωση, δεν έχει όμως κάποια έγγραφα σχετικά με τη γνώση της Εναγόμενης. Αναφορικά με τις συσκευές τηλεφώνου, ανέφερε ότι υπήρχε αριθμός τηλεφώνου για την Εναγόμενη ο οποίος ήταν χρεωμένος σε αυτήν. Σε σχέση με τα σκυβαλοδοχεία, ανέφερε ότι υπήρχαν τέσσερα σκυβαλοδοχεία στον χώρο με το 25%, δηλαδή 1 σκυβαλοδοχείο, να αναλογεί στην Εναγόμενη και κατά συνέπεια αυτή να χρεώνεται σταθερό ποσό τον χρόνο. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι όλες οι χρεώσεις βρίσκονται αναλυτικά καταγραμμένες στο statement που παρουσίασε, το οποίο δείχνει τις χρεώσεις ανά μήνα από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του καφεστιατορίου. Η δε Εναγόμενη αρχικά προέβαινε σε πληρωμές στη βάση των τιμολογήσεων, πλην όμως, κλιμακωτά τις μείωνε. Εάν η Εναγόμενη προέβη σε οποιαδήποτε πληρωμή η οποία δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 8, ο Ενάγοντας ήταν διατεθειμένος, εάν παρουσίαζε η Εναγόμενη οποιαδήποτε απόδειξη, να αφαιρέσει τη χρέωση. Τέλος, ερωτηθείς εάν για τα σκύβαλα χρεωνόταν Φ.Π.Α., ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Οι ίδιοι όμως, εννοώντας προφανώς τον Ενάγοντα, σαν πανεπιστήμιο, είχαν υποχρέωση να το επιβάλουν γιατί μια εταιρεία δικαιούται να το διεκδικήσει πίσω. Η ΑΗΚ και το Δημαρχείο ήταν τον Ενάγοντα που τιμολογούσαν και ακολούθως, η Εναγόμενη χρεωνόταν σύμφωνα με τη μέθοδο που ο ΜΕ1 εξήγησε. Ο ΜΕ2 επίσης κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Τα όσα ανέφερε, κατά την κυρίως εξέτασή του, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Βρίσκεται στην υπηρεσία του Ενάγοντα και κατέχει τη θέση ανώτερου λειτουργού στον τομέα ασφάλειας, υγείας και περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου με την Εναγόμενη, περιλαμβανομένης και της περιόδου ανανέωσής του, ήταν στην υπηρεσία του Ενάγοντα και ασκούσε ελέγχους επί υγειονομικών θεμάτων, καθώς επίσης και θεμάτων ασφάλειας και υγείας. Στη βάση δε των καθηκόντων του αυτών ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν το καφεστιατόριο στο παράρτημα στα Λατσιά κατά την επίδικη περίοδο. Επίσης, για κάποιο χρονικό διάστημα, μετά την αποχώρηση του προηγούμενου λειτουργού ήτοι του Δ.Β., ο ΜΕ2 ανέλαβε τη διαχείριση των συμβάσεων που αφορούσαν στη διαχείριση των κυλικείων και των εστιατορίων του Ενάγοντα. Αποτάθηκε στο αρχείο του λογιστηρίου των οικονομικών υπηρεσιών του Ενάγοντα και ζήτησε την εκτύπωση των τιμολογίων που εκδόθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης σε σχέση με το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του καφεστιατορίου για την περίοδο 25/8/2008 μέχρι 1/9/
  14. Κατέθεσε προς τούτο αντίγραφα των εν λόγω τιμολογίων ως Τεκμήριο
  15. Ζήτησε περαιτέρω την εκτύπωση των τιμολογίων που αφορούσαν στις τηλεφωνικές χρεώσεις του καφεστιατορίου για την περίοδο Αυγούστου 2008 ‑ Δεκεμβρίου 2009, τα οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  16. Καταληκτικά δε ανέφερε ότι, η Εναγόμενη εκμεταλλευόταν τη χρήση του καφεστιατορίου καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου και της ανανέωσής του και οφείλει να καταβάλει τα αξιούμενα από τον Ενάγοντα ποσά. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι βρίσκεται στην υπηρεσία του Ενάγοντα από την 1/1/1994 και ανέλαβε τη διαχείριση των συμβάσεων καφεστιατορίων το 2011 για μια περίοδο 2 ‑ 3 χρόνων. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο που ανέλαβε τη διαχείριση αλλά νομίζει ότι ήταν περί τον Αύγουστο του
  17. Αναφορικά με την αποδοχή του αιτήματος για μείωση του ανταλλάγματος σε €800 πλέον Φ.Π.Α., ο ΜΕ2, ανέφερε ότι κατά καιρούς οι διάφοροι διαχειριστές επικαλούνταν μείωση και η μείωση αυτή ίσως προέκυψε από κάποια μετακίνηση φοιτητών ή μερίδας φοιτητών αν και με βάση τα δεδομένα που είχαν, θεωρεί ότι το παράρτημα Λατσιών λειτουργούσε με αρκετούς φοιτητές όπως είχε αναφερθεί και στους αρχικούς όρους του συμβολαίου. Ερωτηθείς εάν τον Αύγουστο του 2009 υπήρξε μείωση στο ποσό των τιμολογίων, ο ΜΕ2 απάντησε καταφατικά, αλλά ως προς το γιατί ο Ενάγοντας αποδέχτηκε την μείωση, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι κατατέθηκε στο συμβούλιο προσφορών. Ούτε και γνώριζε τι αφορούσαν τα τιμολόγια που παρουσίασε, το μόνο που γνώριζε ήταν ότι του ζητήθηκε να αναζητήσει τα τιμολόγια από το λογιστήριο για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Γνώριζε όμως καλά το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, εφόσον τις διαχειριζόταν για 3 χρόνια, όμως δεν γνώριζε για τη συγκεκριμένη σύμβαση διότι δεν τη διαχειριζόταν κατά την εν λόγω περίοδο. Παρουσίασε τα τιμολόγια (Τεκμήρια 11 και 12) για να διαφανούν οι οφειλές της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα. Επανέλαβε δε ότι δεν γνώριζε τους λόγους που οδήγησαν στη μείωση ή τι ακριβώς τέθηκε στο συμβούλιο που την αποδέχθηκε. Αναφορικά με την ιδιότητά του και τους ελέγχους υγειονομικών θεμάτων, ανέφερε ότι προέβαινε σε ελέγχους στη βάση ενός checklist για το κατά πόσο υπάρχει συμμόρφωση για τα θέματα υγείας και ασφάλειας στους χώρους που οι ανάδοχοι διαχειρίζονταν. Προέβαινε στους πιο πάνω ελέγχους σε συνεργασία με τον επιθεωρητή του Δήμου Λατσιών. Επιβεβαίωνε την καλή λειτουργία του συστήματος για σκοπούς ανίχνευσης οποιωνδήποτε πιθανόν παραπόνων των φοιτητών ή του προσωπικού. Τους ελέγχους συνήθως τους έκανε από 8 π.μ. μέχρι τις 2:30 μ.μ. αλλά μπορούσε και να παρουσιαστεί εκτάκτως. Ανέφερε ότι όταν προέβαινε στους ελέγχους αυτούς στο παράρτημα Λατσιών υπήρχαν φοιτητές, εκεί υπήρχαν και αίθουσες διδασκαλίας και ερευνητικοί χώροι, εκτός μιας μικρής περιόδου που χρειάστηκαν να γίνουν κάποιες εργασίες εντός της καλοκαιρινής περιόδου. Ερωτηθείς εάν έφυγαν οι φοιτητές από το παράρτημα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ποτέ δεν έφυγαν οι φοιτητές. Έφυγαν μόνο οι διαδικτυακές μονάδες. Χαρακτήρισε ως άστοχη την ερώτηση του συνηγόρου για τον αριθμό των φοιτητών με την έννοια του ότι εάν μετρούνταν οι φοιτητές θα ήταν περισσότεροι. Ερωτηθείς δε εκ νέου εάν κατά τους ελέγχους που έκανε τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2010 υπήρχαν οι φοιτητές που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της σύμβασης Τεκμήριο 3, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί να είχαν μετακινηθεί και ότι το παράρτημα στα Λατσιά λειτουργούσε συνεχώς. Έστω και εάν υπήρξε μια μικρή μετακίνηση, το παράρτημα στα Λατσιά συνέχιζε να λειτουργεί συνεχώς. Το κατά πόσο το παράρτημα έκλεισε ή όχι μπορεί να εξακριβωθεί από τις τεχνικές υπηρεσίες στη βάση του προγράμματός τους στο οποίο καταγράφονταν όλες οι εργασίες που έγιναν την περίοδο που υπήρχε αναβάθμιση. Τέλος, ανέφερε ότι δεν εγνώριζε εάν τα τιμολόγια που παρουσίασε είχαν πληρωθεί. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Ενάγοντα, η Υπεράσπιση παρουσίασε δύο μάρτυρες, την Εναγόμενη και τον Μ.Μ., Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Σπουδών του Ενάγοντα (στο εξής ο «ΜΥ1»). Η Εναγόμενη, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, παρουσίασε Γραπτή Δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Τα όσα ανέφερε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Ήταν από την αρχή της συμφωνίας ημερομηνίας 19/8/2008 που παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα αναφορικά με τον κύκλο εργασιών του καφεστιατορίου εφόσον ο κύκλος εργασιών αυτός ήταν μειωμένος, διότι τα όσα είχε υποσχεθεί ο Ενάγοντας αναφορικά με τον αριθμό των ατόμων που θα προσέρχονταν ουδέποτε τηρήθηκαν, γεγονός το οποίο ο Ενάγοντας γνώριζε πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Δεδομένου ότι το ποιοι και πόσοι φοιτητές και άλλα άτομα θα χρησιμοποιούσαν τον χώρο του παραρτήματος ήταν στο πεδίο γνώσης και εξουσίας του. Λόγω δε της μείωσης των εργασιών, η Εναγόμενη απέστειλε τις επιστολές Τεκμήρια 13 ‑
  18. Ο Ενάγοντας αποδέχθηκε το αίτημά της για μείωση από την 1/7/
  19. Ακολούθως η Εναγόμενη αναφέρθηκε στην ανανέωση λέγοντας ότι αποδέχτηκε αυτήν διότι το συμβόλαιο θα διέπετο από τους ίδιους όρους μεταξύ των όποιων περιλαμβάνονται και οι όροι για τον αριθμό των ατόμων που θα προσέρχονταν στο παράρτημα των Λατσιών. Εάν και δόθηκαν οι εν λόγω υποσχέσεις, τελικά με την έναρξη της χρονιάς 2010 ‑ 2011 με ενέργειες του Ενάγοντα οι φοιτητές σταμάτησαν να προσέρχονται στο παράρτημα για να παρακολουθούν μαθήματα και να διεξάγουν εργαστήρια. Αποτέλεσμα δε ήταν η κατακόρυφη μείωση των εργασιών του καφεστιατορίου, αφού ενώ προηγουμένως παρακολουθούσαν μαθήματα στο παράρτημα περίπου 560 φοιτητές την εβδομάδα, από τον Σεπτέμβριο του 2010 σταμάτησαν να προσέρχονται. Αποτέλεσε θέση της Εναγόμενης ότι το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή οι φοιτητές θα σταματούσαν να προσέρχονται και να παρακολουθούν μαθήματα το γνώριζε ο Ενάγοντας πριν την υπογραφή της συμφωνίας ανανέωσης, ωστόσο το απέκρυψε από την Εναγόμενη και ουδέποτε της έδωσε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή εξήγηση για το γεγονός αυτό. Αποτέλεσμα ήταν η Εναγόμενη να αποταθεί εκ νέου στον Ενάγοντα με τις επιστολές της Τεκμήρια 19, 20,
  20. Τα αιτήματά της όμως για περαιτέρω μείωση απορρίφθηκαν χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε αιτιολογία σε σχέση με την παύση της παρακολούθησης μαθημάτων στο παράρτημα από τον Σεπτέμβριο του
  21. Καταληκτικά η Εναγόμενη ανέφερε ότι έχει ξεγελαστεί από τον Ενάγοντα αφού η απόφαση για τη μη παρακολούθηση μαθημάτων στο παράρτημα των Λατσιών είχε ληφθεί πριν την ημερομηνία ανανέωσης του συμβολαίου και ήταν κατά συνέπεια εις γνώση του Ενάγοντα, κατά τον χρόνο υπογραφής της ανανέωσης. Αντεξετασθείσα, η Εναγόμενη ανέφερε ότι η πρώτη της επιστολή ημερομηνίας 30/9/2008 στάλθηκε σε σύντομο χρόνο μετά την υπογραφή της συμφωνίας διότι, λόγω της προηγούμενης εργασίας της στο Πανεπιστήμιο, ήξερε περίπου τα άτομα που έρχονταν, πόσοι φοιτητές έρχονταν και πόσα σεμινάρια παρακολουθούντο, ισχυριζόμενη ότι ήταν μειωμένα κατά τον χρόνο που ανέλαβε η ίδια. Ανέφερε περαιτέρω ότι τα σκεύη, τα ψυγεία και τα διάφορα άλλα που βρίσκονταν στην κουζίνα του καφεστιατορίου ήταν όλα χαλασμένα και απέδωσε την περιορισμένη προσέλευση φοιτητών στο άνοιγμα άλλων παραρτημάτων και στη μειωμένη προσέλευση των φοιτητών γενικά στο παράρτημα. Ανέφερε ότι αποδέχτηκε τη συμφωνία γιατί σε αυτήν είχαν καταγραφεί πόσα άτομα θα υπήρχαν στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτου αλλά και στους υπόλοιπους οργανισμούς που στεγάζονταν στον παράρτημα, καθώς επίσης και τα άτομα που θα έρχονταν για δεξιώσεις, ως επίσης και δάσκαλοι που έκαναν απογευματινά σεμινάρια. Ο αριθμός συνεπώς αυτός ήταν που την οδήγησε στο να αποδεχτεί τη συμφωνία. Αποδέχτηκε όμως, κατόπιν σχετικής υποβολής της συνηγόρου, ότι δεν καταγράφεται ο αριθμός αυτός στη σύμβαση και ανέφερε ότι οι αριθμοί αυτοί, της δόθηκαν μέσω σημειώσεων. Της δόθηκαν συνεπώς, αλλά όχι μέσω της σύμβασης. Ανέφερε δε περαιτέρω η μάρτυρας ότι για να αποδεχτεί την προσφορά πρέπει να γνώριζε πόσα άτομα υπήρχαν στο κάθε τμήμα και ότι της τα είχαν δώσει τα στοιχεία αυτά. Συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση του Πανεπιστημίου να προτείνει στους φοιτητές του να χρησιμοποιούν το εστιατόριο. Ανέφερε όμως ότι το Πανεπιστήμιο δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του για το 2010 ‑ 2011 επειδή έφυγαν οι φοιτητές, σταμάτησαν οι καθηγητές να κάνουν σεμινάρια, το Υπουργείο Παιδείας μείωσε τους φοιτητές και τους καθηγητές και υπήρχαν μόνο 5 ‑ 6 άτομα στο εργαστήριο. Επανερχόμενη στο θέμα των λειτουργικών προβλημάτων που υπήρχαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η Εναγόμενη ανέφερε ότι αυτά προσδιορίζονταν στο χαλασμένο ψυγείο, στο γεγονός ότι δεν είχε για μέρες παροχή νερού και ότι αγνοούσε τις σχετικές της εκκλήσεις ο Ενάγοντας. Σε υποβολή δε της συνηγόρου ότι ο αριθμός των ατόμων που αναγράφονται στη σύμβαση ήταν ενδεικτικός για να προετοιμαστεί η Εναγόμενη για τη δουλειά της και σε καμία περίπτωση δεν θα πίεζε ο Ενάγοντας τους φοιτητές του να χρησιμοποιούν το καφεστιατόριο, η Εναγόμενη απάντησε ότι η θέση αυτή της συνηγόρου είναι λογική. Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας, ερωτηθείσα η Εναγόμενη γιατί δεν τερμάτισε τη συμφωνία εφόσον ο κύκλος εργασιών της ήταν μειωμένος από την αρχή, η Εναγόμενη ανέφερε ότι λόγω της ηλικίας της θα καθίστατο αυτόματα άνεργη, οπότε προσπάθησε να το δουλέψει το καφεστιατόριο και γι' αυτό επέμενε και έμενε μέσα. Ανέφερε δε ότι αγαπούσε τη δουλειά της. Ερωτηθείσα γιατί ανανέωσε τη σύμβαση εφόσον ο κύκλος εργασιών της, όπως ισχυρίστηκε, ήταν μειωμένος, η Εναγόμενη ανάφερε ότι όταν ανέλαβαν τη δεύτερη προσφορά δεν ήξεραν ότι θα μειωνόταν ο κύκλος εργασιών της περαιτέρω, ότι δηλαδή θα έφευγαν όλοι οι φοιτητές. Ο λόγος δε που επανήλθε ζητώντας περαιτέρω μείωση ήταν διότι δεν υπήρχαν καθόλου πλέον φοιτητές, οι οποίοι περιορίζονταν στους 5 ‑
  22. Σε υποβολή της συνηγόρου ότι τόσο το 2010 όσο και κατά τα έτη 2008 και 2009 υπήρχαν φοιτητές στο παράρτημα, η Εναγόμενη ανέφερε ότι υπήρχαν αλλά σταμάτησαν να έρχονται από τον Σεπτέμβριο του
  23. Ερωτηθείσα εάν διόρισε οποιοδήποτε πρόσωπο για να υπολογίσει τη μείωση του κύκλου εργασιών της, η μάρτυρας ανέφερε ότι η μείωση ήταν αισθητή αλλά δεν μπορούσε να δώσει νούμερα. Δεν αποδέχτηκε ότι αυθαίρετα κατέληξε στο συμπέρασμα περί μείωσης του κύκλου εργασιών, αλλά ταυτόχρονα παραδέχτηκε ότι δεν είχε οποιεσδήποτε αποδείξεις σε σχέση με τούτο. Τα οφειλόμενα ενοίκια σταμάτησε να τα καταβάλλει διότι ακριβώς δεν υπήρχαν φοιτητές και δεν είχε κατ' επέκταση δουλειά. Αναφορικά με την ύπαρξη προσωπικού στο παράρτημα και εκπαιδευτικών οι οποίοι συμμετείχαν σε συνέδρια, η Εναγόμενη ανέφερε ότι και αυτοί μειώθηκαν αισθητά από το
  24. Παρά να αποχωρήσει όμως από το παράρτημα και να τερματίσει τη σύμβαση, η Εναγόμενη απέλυσε τους υπαλλήλους που είχε ευελπιστώντας ότι ο Ενάγοντας θα έβλεπε την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το παράρτημα και το καφεστιατόριο γενικότερα. Αρνήθηκε ότι της αποστέλλονταν τα τιμολόγια σε σχέση με το ενοίκιο και τις συναφείς χρεώσεις. Ανέφερε δε ότι για το ρεύμα δεν υπήρχε μετρητής ή ρολόι ξεχωριστό και ότι αυτά της απεστάλησαν μετά που έφυγε το
  25. Αναφορικά δε με τα σκύβαλα, ανέφερε ότι μόνο ένα σκυβαλοδοχείο χρησιμοποιούσε και μετά τη μείωση των εργασιών το 2010 ‑ 2011 ούτε μισό δεν χρησιμοποιούσε, αλλά λογαριασμούς ρεύματος και τηλεφώνου δεν της είχαν αποστείλει. Ερωτηθείσα εφόσον δεν της αποστέλλονταν προηγουμένως πώς πλήρωνε τα σκύβαλα, το ρεύμα και τις τηλεφωνικές χρεώσεις της πριν το 2010, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν να απαντήσει. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι σε υποβολή ότι εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των €15.759,07, η Εναγόμενη απάντησε «Δεν δέχομαι ότι οφείλουμε όλο το ποσό. Δεν δούλευα, δεν έβγαζα λεφτά για να πληρώσω το ενοίκιο. Πώς ζητάτε τώρα να πληρώσω όλο το ενοίκιο που ήταν τα προηγούμενα χρόνια που δεν είχα καθόλου δουλειά;». Ενώ ερωτηθείσα εάν παραδέχεται ότι οφείλει μέρος του ποσού η Εναγόμενη αποδέχθηκε ότι οφείλει μέρος του. Συγκεκριμένα δήλωσε: «Ναι, σίγουρα ένα μέρος, όχι όλο το ποσό όπως το γράφετε εσείς.». Ο επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε ότι είναι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας σπουδών του Ενάγοντα από τον Απρίλιο του
  26. Η υπηρεσία σπουδών είναι υπεύθυνη για να ενημερώνει τους φοιτητές για τα προγράμματα σπουδών του Πανεπιστημίου, να τους εγγράφει στο Πανεπιστήμιο και να καταρτίζει το πρόγραμμα διδασκαλίας και εξετάσεων. Ανέφερε ότι υπάρχει αρχείο για τους φοιτητές του Πανεπιστημίου τόσο ανά τμήμα, όσο και ανά σχολή. Μπορεί επίσης να γίνει και έρευνα για τους φοιτητές, ανά κτήριο. Το χειμερινό εξάμηνο ξεκινά από την πρώτη Δευτέρα κάθε Σεπτέμβρη και το εαρινό εξάμηνο τον Ιανουάριο. Το πρόγραμμα διδασκαλίας προσδιορίζει τα μαθήματα τον τίτλο μαθήματος, τον χώρο, την αίθουσα, τον χρόνο και τη μέρα και πόσοι φοιτητές μπορούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα, να εγγραφούν. Το πρόγραμμα αυτό καταρτίζεται με συνεργασία έκαστου τμήματος του Πανεπιστημίου, δηλαδή των ακαδημαϊκών τμημάτων και της υπηρεσίας της οποίας προΐσταται. Ερωτηθείς πότε πότε αποφασίζεται σε ποια κτίρια θα γίνονται μαθήματα από τον Σεπτέμβριο κάθε ακαδημαϊκού έτους, ο ΜΥ1 απάντησε ότι η απόφαση λαμβάνεται μέχρι τις 30 Ιουνίου του ίδιου έτους. Στο πρόγραμμα προσδιορίζεται και η αίθουσα διδασκαλίας. Το παράρτημα στα Λατσιά στεγάζεται στο πρώην American College, παρά τον αυτοκινητόδρομο. Το παράρτημα χρησιμοποιείται λόγω των αυξημένων αναγκών του πανεπιστημίου, για να μπορούν να στεγάζονται προγράμματα διδασκαλίας και γενικότερα για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες του πανεπιστημίου. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 22 πίνακα αριθμού φοιτητών ημερομηνίας 30/11/2021 για τα ακαδημαϊκά έτη 2008 - 2009, 2009 - 2010 και 2010 ‑
  27. Επεξήγησε ότι στο Τεκμήριο εντοπίζονται τα 2 εξάμηνα του έτους και ο αριθμός των φοιτητών που παρακολουθούσαν, ανά ημέρα, μαθήματα στο παράρτημα στα Λατσιά. Συμφώνησε ότι, στη βάση του τεκμηρίου που παρουσίασε, παρατηρείται ουσιώδης μείωση για το ακαδημαϊκό έτος 2010 ‑
  28. Ερωτηθείς γιατί υπήρχε αυτή η μείωση, ανέφερε ότι το 2010 το χειμερινό εξάμηνο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε ένα νέο κτήριο στην Πανεπιστημιούπολη και τον Σεπτέμβριο του 2010 ‑ 2011 ήταν το πρώτο εξάμηνο στο οποίο τοποθετήθηκαν και εκεί φοιτητές για σκοπούς παρακολούθησης μαθημάτων. Το κτήριο αυτό είχε δοθεί πριν τον Ιούνιο του 2010 για να είχε τοποθετηθεί στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Κατά την αντεξέτασή του, διευκρίνισε ότι πέραν των φοιτητών που παρακολουθούσαν μαθήματα, στο Παράρτημα βρίσκονταν και ακαδημαϊκοί, διάφοροι ερευνητές και εκεί στεγαζόταν και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτου. Δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό των εν λόγω προσώπων. Γνώριζε όμως ότι η πρόσβαση στο καφεστιατόριο ήταν ελεύθερη για όλους όσους βρίσκονταν στο παράρτημα και όχι μόνο για τους φοιτητές. Επανεξεταζόμενος, απάντησε ότι το Πανεπιστήμιο δεν έφυγε ποτέ από το Παράρτημα στα Λατσιά. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις και αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις μέσω των οποίων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Αφενός, η κα Κωνσταντινίδου εισηγήθηκε ότι, η από πλευράς Ενάγοντα, προσκομισθείσα μαρτυρία θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη, σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Εναγόμενης η οποία, όπως η συνήγορος τόνισε, παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι όντως οφείλει ένα μέρος του αξιούμενου ποσού. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη μαρτυρία του ΜΥ1, σύμφωνα με την οποία ο Ενάγοντας δεν αποχώρησε ποτέ από το Παράρτημα και τις εγκαταστάσεις στα Λατσιά. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου ότι η πλευρά του Ενάγοντα, με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει, έχει αποδείξει επαρκώς το οφειλόμενο ποσό, σε αντίθεση με την Εναγόμενη, η οποία προβάλλει ισχυρισμούς περί παραβιάσεων των όρων του συμβολαίου, ενώ ταυτόχρονα ουδέποτε προέβη σε τερματισμό του, χρησιμοποιώντας το καφεστιατόριο για όλη την περίοδο της ισχύος του συμβολαίου και της μονοετούς ανανέωσής του. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση της ότι, στο μεταξύ των διαδίκων συμβόλαιο, δεν προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των φοιτητών και ότι οι δοθέντες αριθμοί που εντοπίζονται στο συμβόλαιο ήταν ενδεικτικοί και δεν θα ήταν δυνατό να αντιπροσωπεύουν τη μελλοντική επισκεψιμότητα του καφεστιατορίου. Τέλος, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί που η Εναγόμενη προβάλλει δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να στοιχειοθετήσουν παραβίαση των όρων του συμβολαίου από τον Ενάγοντα, αλλά ούτε και είναι επαρκείς για να καταδείξουν οποιαδήποτε μείωση του κύκλου εργασιών της Εναγόμενης. Αφετέρου, ο κ. Κυριακίδης, προώθησε την εισήγηση ότι η ανανέωση του συμβολαίου έγινε χωρίς την ελεύθερη συναίνεση της Εναγόμενης λόγω του ότι η τελευταία εξαπατήθηκε από τον Ενάγοντα. Στάθηκε στη μαρτυρία του ΜΥ1 και ειδικότερα στο Τεκμήριο 22 που ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε, υποδεικνύοντας ότι αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για τη δραστική μείωση των φοιτητών που προσέρχονταν στο Παράρτημα για το έτος για το οποίο ανανεώθηκε η σύμβαση. Εισηγήθηκε δε ότι είναι προφανές ότι ο Ενάγοντας γνώριζε για την επικείμενη μείωση των φοιτητών, τόσο πριν την υποβολή της πρότασης ανανέωσης, όσο και κατά την υπογραφή της, αποκρύπτοντας το εν λόγω γεγονός από την Εναγόμενη και παριστώντας προς την τελευταία ότι οι όροι του υφιστάμενου συμβολαίου θα παρέμεναν οι ίδιοι. Ήταν η θέση του ότι από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι ο αριθμός των, προσερχόμενων στο παράρτημα Λατσιών, φοιτητών, ήταν ουσιώδης όρος για αμφότερα τα μέρη, στηρίζοντας την εισήγησή του αυτή στο γεγονός ότι η μείωση του κύκλου εργασιών της Εναγόμενης αποτέλεσε και έναν από τους παράγοντες που ο Ενάγοντας έλαβε υπόψη του αποδεχόμενος το αίτημα της Εναγόμενης για μείωση του ανταλλάγματος. Στάθηκε περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος, στις αποδιδόμενες εις βάρος του Ενάγοντα παραβιάσεις των Όρων Εντολής - Τεχνικών Προδιαγραφών (Παράρτημα ΙΙ του Τεκμηρίου 3), σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος όφειλε να έχει εγκατεστημένους μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος, υποχρέωση με την οποία δεν συμμορφώθηκε. Το ίδιο εισηγήθηκε και σε σχέση με την αξίωση του Ενάγοντα για τα τέλη σκυβάλων και τις τηλεφωνικές χρεώσεις, αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, ο Ενάγοντας όφειλε να παραχωρήσει στην Εναγόμενη σκυβαλοδοχείο, ενώ για τις τηλεφωνικές χρεώσεις ουδείς λογαριασμός επ' ονόματι της Εναγόμενης παρουσιάστηκε. Στη βάση των ανωτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι η αγωγή του Ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ειδική αναφορά επί των πιο πάνω εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου (ανωτέρω)), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Βάσει των παραδοχών που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και στη βάση της μη αμφισβητούμενης προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο και είναι κατά συνέπεια παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων: Ο Ενάγοντας αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο συστάθηκε με βάση τον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 1989 (Ν.144/1989). Περί την 15/5/2008, ο Ενάγοντας ζήτησε προσφορά με αριθμό ΟΥ 034/08 για σκοπούς παραχώρησης Άδειας Χρήσης και Εκμετάλλευσης του Καφεστιατορίου στο Παράρτημά του στα Λατσιά, για περίοδο 24 μηνών. Η Εναγόμενη υπέβαλε την προσφορά Τεκμήριο 1 για την εξασφάλιση του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του Καφεστιατορίου περί την 9/6/2008 έναντι ανταλλάγματος ύψους €27.864, πλέον Φ.Π.Α., για τη συνολική περίοδο των 24 μηνών. Περί την 28/7/2008, ο Ενάγοντας ειδοποίησε γραπτώς την Εναγόμενη με την επιστολή του Τεκμήριο 2, ότι η υπό αναφορά προσφορά, για το ποσό των €27.864, πλέον Φ.Π.Α., πλέον των συναφών χρεώσεων, κατακυρώθηκε προς όφελός της και κάλεσε την Εναγόμενη σε υπογραφή του σχετικού συμβολαίου. Την 31/7/2008 υπεγράφη, μεταξύ των διαδίκων, το συμβόλαιο Τεκμήριο 3 για την παραχώρηση, στην Εναγόμενη, του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του καφεστιατορίου του Ενάγοντα στο Παράρτημα Λατσιών για διετή περίοδο από 31/7/2008, για το συνολικό συμφωνηθέν αντάλλαγμα των €27.864, πλέον Φ.Π.Α. και των συναφών χρεώσεων. Σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 3, το ποσό του συμφωνημένου ανταλλάγματος θα ήτο πληρωτέο με 24 ίσες μηνιαίες δόσεις με την κάθε δόση να είναι πληρωτέα την 1η ημέρα έκαστου μηνός της συμφωνηθείσας περιόδου. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλλει και τις προαναφερθείσες συναφείς χρεώσεις όπως αυτές θα απαιτούντο από τον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου Τεκμήριο 3, εξέδωσε περί την 9/6/2008 προς τον Ενάγοντα τραπεζική εγγυητική επιστολή για την πιστή εκτέλεση του συμβολαίου με αριθμό 00143‑02‑0105135 για το ποσό των €2.786,
  29. Πέραν της υπογραφής του Τεκμηρίου 3, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, μεταξύ των διαδίκων, ότι, μεταξύ άλλων, το συμβόλαιο Τεκμήριο 3 διελάμβανε και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την παράγραφο 4.2 του «Παραρτήματος ΙΙ: Όροι Εντολής - Τεχνικές Προδιαγραφές»: «4.
  30. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου, έχει το δικαίωμα μετά από διαπραγματεύσεις με τον Αδειούχο, να παρατείνει την Άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του καφεστιατορίου και κυλικείου για διάστημα μέχρι ενός επιπλέον έτους και όχι αργότερα από τη λειτουργία του Κτιρίου Κοινωνικών Δραστηριοτήτων στην Πανεπιστημιούπολη, νοουμένου ότι οι υπηρεσίες του αδειούχου είναι κατά την γνώμη του Πανεπιστημίου Κύπρου ικανοποιητικές και αποδεκτές και το νέο ύψος του δικαιώματος άδειας χρήσης είναι τέτοιο που ικανοποιεί το Πανεπιστήμιο Κύπρου». Σύμφωνα με την υποπαράγραφο ix της παραγράφου 3.2 του «Παραρτήματος ΙΙ: Όροι Εντολής - Τεχνικές Προδιαγραφές» του Τεκμηρίου 3, υπό τον τίτλο «Τρόπος Λειτουργίας Καφεστιατορίου»: «Το καφεστιατόριο δύναται να χρησιμοποιείται καθημερινά για κατανάλωση ζεστού φαγητού ή ειδών κυλικείου από: · τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Κύπρου που φοιτούν στα εργαστήρια της Πολυτεχνικής Σχολής και το προσωπικό των εργαστηρίων · φοιτητές του Πανεπιστημίου Κύπρου που προσέρχονται για διαλέξεις στις αίθουσες διδασκαλίας του Παραρτήματος Λατσιών · από εκπαιδευτικούς που παρακολουθούν πρωινά σεμινάρια (περίπου 50 άτομα) · από εκπαιδευτικούς που παρακολουθούν απογευματινά προαιρετικά σεμινάρια (περίπου 30 άτομα) · από συμμετέχοντες σε συνέδρια και σπουδαστές σε μαθήματα του Ανοικτού Πανεπιστημίου κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες (περίπου 100 άτομα) · από συμμετέχοντες σε έκτακτα σεμινάρια / συνέδρια (περίπου 100 άτομα) · από το προσωπικό του Πανεπιστημίου Κύπρου και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου το οποίο εργάζεται και τα απογεύματα της Πέμπτης και δύναται να καταναλώνει ζεστό φαγητό κατά τη διάρκεια του μεσημβρινού διαλείμματος, (περίπου 120 άτομα). Σημειώνεται ότι στον αδειούχο διαχειριστή του καφεστιατορίου θα δίδεται από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πρόγραμμα με τα συνέδρια / σεμινάρια κάθε βδομάδας (αριθμό εκπαιδευομένων και ωράρια) για καλύτερο υπολογισμό των αναγκαίων ποσοτήτων, σε συνδυασμό με τον αριθμό των φοιτητών που υπολογίζεται να χρησιμοποιούν το καφεστιατόριο. Η ικανοποίηση των παραπάνω αναγκών και πελατειακών ομάδων αποτελεί βασική προϋπόθεση των όρων της προσφοράς.» Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 4.1 του «Παραρτήματος ΙΙ: Όροι Εντολής - Τεχνικές Προδιαγραφές» του Τεκμηρίου 3, υπό τον τίτλο «Τόπος και χρόνος εκτέλεσης του αντικειμένου της σύμβασης»: «Το καφεστιατόριο θα εξυπηρετεί τις εξής οργανωτικές οντότητες / ομάδες πελατών: · τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Κύπρου που φοιτούν στα εργαστήρια της Πολυτεχνικής Σχολής και το προσωπικό των εργαστηρίων · φοιτητές του Πανεπιστημίου Κύπρου που προσέρχονται για διαλέξεις στις αίθουσες διδασκαλίας του Παραρτήματος Λατσιών · εκπαιδευτικούς που παρακολουθούν πρωινά σεμινάρια στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (περίπου 50 άτομα) · εκπαιδευτικούς που παρακολουθούν απογευματινά προαιρετικά σεμινάρια στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (περίπου 30 άτομα) · συμμετέχοντες σε συνέδρια και σπουδαστές σε μαθήματα του Ανοικτού Πανεπιστημίου κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες (περίπου 100 άτομα) · συμμετέχοντες σε έκτακτα σεμινάρια / συνέδρια (περίπου 100 άτομα) · το προσωπικό του Πανεπιστημίου Κύπρου και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. του ΣΕ.ΚΑ.Π. και του Κέντρου Δεδομένων που στεγάζονται στις εγκαταστάσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Τους χώρους επισκέπτονται καθημερινά (συμπεριλαμβανομένου του χρόνου εκτός των ακαδημαϊκών εξαμήνων) συνεργάτες και επισκέπτες του Πανεπιστημίου Κύπρου και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και κατά τον μήνα Ιούνιο τις εγκαταστάσεις χρησιμοποιεί προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας για διόρθωση των τελικών εξετάσεων. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου διοργανώνει εκδηλώσεις στους χώρους του καθ' όλη τη διάρκεια του έτους όπως: · Συνέδρια · Σεμινάρια · Πολιτιστικές εκδηλώσεις και ως εκ τούτου οι διοργανωτές δύνανται να ζητήσουν από τον αδειούχο να αναλάβει τις υπηρεσίες επισιτισμού για τις εκδηλώσεις αυτές. Νοείται ότι το Πανεπιστήμιο Κύπρου και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο δεν δεσμεύονται να ζητήσουν τις υπηρεσίες του αδειούχου σε περίπτωση που άλλος οικονομικός φορέας ικανοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό τις απαιτήσεις του και επίσης νοείται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις θα χρησιμοποιείται ο χώρος εστίασης του καφεστιατορίου χωρίς κανένα περιορισμό από τον Αδειούχο. Το ακαδημαϊκό έτος αποτελείται από δύο εξάμηνα . Το χειμερινό εξάμηνο αρχίζει την τελευταία βδομάδα του Αυγούστου με την ενημέρωση των νεοεισερχομένων φοιτητών και τις εγγραφές στα μαθήματα, και η φοίτηση ξεκινά την πρώτη βδομάδα Σεπτεμβρίου. Η διάρκεια των μαθημάτων, της περιόδου προετοιμασίας και εξετάσεων είναι 16 βδομάδες. Μεταξύ χειμερινού και εαρινού εξαμήνου μεσολαβούν 3 βδομάδες διακοπών και το εαρινό εξάμηνο, επίσης διαρκεί 16 βδομάδες συμπεριλαμβανομένων των διακοπών του Πάσχα. Η εξεταστική περίοδος προβλέπεται την πρώτη βδομάδα μετά την λήξη των μαθημάτων και το εξάμηνο λήγει με το τέλος των εξετάσεων που διαρκούν 2 βδομάδες. Οι φοιτητές παρακολουθούν περίπου 15 ώρες μαθημάτων εβδομαδιαίως, μεταξύ των ωρών 9:00 — 21:
  31. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις κάποια μαθήματα αρχίζουν στις 7:30 το πρωί και τελειώνουν στις 22:00 το βράδυ.» Τέλος, σύμφωνα με τις παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.5 του «Παραρτήματος ΙΙ: Όροι Εντολής - Τεχνικές Προδιαγραφές» του Τεκμηρίου 3, υπό τον τίτλο «Υποχρεώσεις αδειούχου ως προς τα τεχνικά θέματα»: «
  32. Αναφορικά με την καταβολή των τελών για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει εγκατεστημένους μετρητές σε όλους τους χώρους που θα παραχωρηθούν στον Αδειούχο. Ο Αδειούχος θα φέρει το βάρος και καταβολή των τελών για την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος και οποιαδήποτε άλλα τέλη και / ή φόρους καταβλητέους, σ' οποιαδήποτε Αρχή και επιβαλλόμενη σ' αυτόν υπό την ιδιότητα του ως Αδειούχου. Με την έναρξη του Συμβολαίου, θα καταγραφεί η κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος στους μετρητές Το Πανεπιστήμιο δεν φέρει καμιά ευθύνη αν οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις υποστούν οποιαδήποτε βλάβη ή διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στα ακίνητα για οποιαδήποτε αιτία.
  33. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου θα παραχωρήσει τις απαραίτητες συσκευές τηλεφώνου στον Αδειούχο. Ο Αδειούχος υποχρεούται όπως καταβάλλει τα τέλη της χρήσης τους. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν φέρει καμία ευθύνη σε περίπτωση βλάβης του τηλεφωνικού συστήματος. Για σκοπούς καλύτερης εξυπηρέτησης του αδειούχου δύνανται να παραχωρηθούν τηλεφωνικές συσκευές για εσωτερική επικοινωνία εντός του Πανεπιστημίου Κύπρου χωρίς χρέωση. [.]
  34. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου θα παραχωρήσει στον Αδειούχο σκυβαλοδοχεία/συμπιεστή σκυβάλων για απόρριψη των σκυβάλων του. Ο Αδειούχος υποχρεούται όπως καταβάλει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου τα τέλη για τα Σκύβαλα που του αναλογούν. Το ποσό θα είναι αναλόγως του αριθμού των σκυβαλοδοχείων που θα δοθούν στον Αδειούχο για χρήση και σύμφωνα με τα Τέλη που θα καθοριστούν από τα Δημοτικά Συμβούλια.» Ο Ενάγοντας, με επιστολή του ημερομηνίας 17/7/2009, Τεκμήριο 4, ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι, το Συμβούλιο Προσφορών και Οικονομικών του Ενάγοντα, αφού έλαβε υπόψη του τις επιστολές της Εναγόμενης, αποφάσισε σε συνεδρία του ημερομηνίας 7/7/2009 να εγκρίνει το αίτημά της για μείωση του μηνιαίου ανταλλάγματος σε €800 το μήνα από την 1/7/
  35. Με την επιστολή του ημερομηνίας 19/7/2010 Τεκμήριο 5, ο Ενάγοντας πληροφόρησε την Εναγόμενη για την πρόθεσή του να παρατείνει την περίοδο ισχύος του συμβολαίου για περίοδο ενός έτους, ήτοι από την 26/8/2010 έως την 25/8/2011, με τους ίδιους όρους, διατηρώντας το δικαίωμα τερματισμού του συμβολαίου πριν τη λήξη του με γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον 2 μηνών. Με την εν λόγω επιστολή του, ο Ενάγοντας ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι το ύψος του ανταλλάγματος που θα καταβαλλόταν στον Ενάγοντα θα παρέμενε το ίδιο, ήτοι €920 μηνιαίως, δηλαδή €800 πλέον Φ.Π.Α., πλέον οι συναφείς χρεώσεις και κάλεσε την Εναγόμενη σε υπογραφή της παράτασης. Η Εναγόμενη συμφώνησε με το περιεχόμενο της αναφερόμενης προσφοράς ανανέωσης ημερομηνίας 19/7/2010 και προς τούτο προσυπέγραψε περί την 19/7/2010 την εν λόγω επιστολή ανανέωσης. Με επιστολή του ημερομηνίας 10/2/2011 Τεκμήριο 6, ο Ενάγοντας ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι το Συμβούλιο Προσφορών και Οικονομικών του Ενάγοντα σε συνεδρία του ημερομηνίας 7/2/2011 αποφάσισε να μην δεχθεί το αίτημα της Εναγόμενης για (α) μείωση του ενοικίου, της χρέωσης ηλεκτρικού ρεύματος και του φόρου σκυβάλων και (β) τη διαγραφή των οφειλομένων ποσών για τα προηγούμενα χρόνια. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ως αμφισβητούμενο γεγονός ότι ο Ενάγοντας, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 20/7/2011, Τεκμήριο 9, κάλεσε την Εναγόμενη όπως καταβάλει το, από πλευράς Ενάγοντα ισχυριζόμενο ποσό, των €14.585,52 πλέον ΦΠΑ εντός 15 ημερών από τη λήψη της επιστολής, με επιφύλαξη του δικαιώματος του Ενάγοντα να τερματίσει τη Σύμβαση. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι, η Εναγόμενη κατείχε το καφεστιατόριο για την συνολική περίοδο από 25/8/2008 μέχρι και 25/8/
  36. Το καφεστιατόριο παραδόθηκε στον Ενάγοντα στις 25/8/2011 και για τον σκοπό αυτό υπεγράφη η βεβαίωση ίδιας ημερομηνίας Τεκμήριο
  37. Δεν προέκυψε περαιτέρω ως αμφισβητούμενο γεγονός ότι ο Ενάγοντας, με νέα επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 18/6/2012 Τεκμήριο 10 κάλεσε την Εναγόμενη όπως καταβάλει το, από πλευράς Ενάγοντα ισχυριζόμενο ποσό, των €15.759,07 εντός 8 ημερών από τη λήψη της επιστολής και επεφύλαξε τα δικαιώματά του για λήψη νομικών μέτρων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Δεν προκύπτει περαιτέρω ότι αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων η αποστολή, ως γεγονός, από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα των επιστολών Τεκμήρια 13 έως και 21 οι οποίες αφορούσαν σε αιτήματά της για μείωση του ανταλλάγματος λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών. Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου τόσο υπό τη μορφή μαρτυρίας, όσο και υπό τη μορφή της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214, Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον ΜΕ1, κατά την κατάθεσή του, ήταν θετική. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα επί των οποίων είχε προσωπική γνώση και ήταν σε θέση να κατατοπίσει σχετικά το Δικαστήριο. Πέραν όμως της μαρτυρίας του που αφορούσε σε γεγονότα τα οποία έχουν καταστεί παραδεκτά και κοινώς αποδεκτά από τους διαδίκους και άπτονται της σύναψης της σύμβασης, της ανανέωσής της, της μείωσης του μηνιαίου καταβαλλομένου ανταλλάγματος και της περιόδου κατοχής, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο σε σχέση με συγκεκριμένα θέματα ενόψει του ότι, όπως ο ΜΕ1 ανέφερε επανειλημμένα, και αποτελεί παράγοντα ενδεικτικό της ειλικρίνειάς του, ο μάρτυρας δεν βρισκόταν στην αρμόδια υπηρεσία για τη διαχείριση των συμβάσεων του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνω συγκεκριμένα ότι, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τις εγκαταστάσεις στο παράρτημα στα Λατσιά λέγοντας ότι δεν είχε επισκεφθεί κατά την εν λόγω περίοδο το παράρτημα, ούτε και να παραθέσει τους λόγους που το συμβούλιο με την επιστολή του Τεκμήριο 4 ενέκρινε τη μείωση του μηναίου ανταλλάγματος σε €800, απαντώντας ότι «έτσι κρίθηκε από το συμβούλιο». Περαιτέρω ο μάρτυρας, όχι διότι επεδίωκε να αποφύγει να απαντήσει, αλλά διότι, όπως και ο ίδιος ανέφερε, δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του αρμόδιου τμήματος κατά τον ουσιώδη και επίδικο χρόνο, δεν γνώριζε για το ζήτημα του αριθμού αλλά και εάν υπήρχαν φοιτητές στο παράρτημα από τον Σεπτέμβριο του
  1. Αποδέχομαι επίσης το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τον τρόπο που ο Ενάγοντας ενήργησε και την πρακτική που ακολούθησε για σκοπούς υπολογισμού και επιβολής του μηνιαίου ανταλλάγματος, των τελών ηλεκτρικού ρεύματος, των τηλεφωνικών χρεώσεων και των τελών αποκομιδής σκυβάλων, καθώς επίσης και για τη τήρηση των λογαριασμών, των τιμολογίων και πιστωτικών σημειώσεων που κατέθεσε ως τεκμήρια. Κρίνω συνεπώς ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΕ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων, ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Σε σχέση με τον ΜΕ2 σημειώνω ότι, η παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούσε κυρίως στην παρουσίαση των προγενέστερων του Αυγούστου του 2010 τιμολογίων, που δεν είχε παρουσιάσει ο ΜΕ
  2. Η μαρτυρία του ΜΕ2 επεκτάθηκε όμως και στο ζήτημα της αποχώρησης ή μη των φοιτητών και της παύσης της διεξαγωγής των μαθημάτων στο παράρτημα των Λατσιών από τον Σεπτέμβριο του 2010, με τον ΜΕ2 να αναφέρει ότι, από προσωπική του εμπειρία, αφού επισκεπτόταν τον χώρο κατά τον επίδικο χρόνο στο πλαίσιο της εκτέλεσης των τότε καθηκόντων του, οι φοιτητές δεν είχαν αποχωρήσει από τον Σεπτέμβριο του 2010 από το παράρτημα. Η μαρτυρία του επί του προκειμένου ζητήματος βρίσκω ότι ήταν πειστική, αυθόρμητη και ειλικρινής και γίνεται αποδεκτή. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ΜΕ2 κρίνεται αξιόπιστη και καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στρέφομαι στο σημείο αυτό στη μαρτυρία και την όλη εκδοχή που η Εναγόμενη προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου και σημειώνω ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης, ειδικότερα κατά την αντεξέτασή της, παρέμεινε στα πλείστα σημεία της γενική και αόριστη, οι δε ισχυρισμοί της παρέμειναν μετέωροι, στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς μαρτυρίας προς υποστήριξή τους. Εξηγώ. Πάρα το γεγονός ότι η Εναγόμενη επανειλημμένα στάθηκε στη μείωση του κύκλου εργασιών του καφεστιατορίου, εντούτοις, αποδέχτηκε, κατόπιν σχετικής υποβολής, ότι δεν είχε οποιαδήποτε έγγραφα που να υποστηρίζουν τους εν λόγω ισχυρισμούς της. Αντίθετα, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι από μόνη της, στη βάση των όσων είχε δει και ακούσει, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από την ημερομηνία που ανάλαβε τη διαχείριση του καφεστιατορίου το 2008 είχε μειωθεί ο κύκλος εργασιών της, αλλά και ότι από τον Σεπτέμβριο του 2010, δεν υπήρχαν πλέον φοιτητές στο παράρτημα των Λατσιών. Ανέφερε τα πιο πάνω όμως χωρίς να είναι σε θέση να παρουσιάσει οτιδήποτε απτό προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Όπως δε και η ίδια παραδέχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την αντεξέταση, δεν ήταν στη βάση των όσων καταγράφονται στο Παράρτημα ΙΙ υπό τον τίτλο «Όροι Εντολής - Τεχνικές Προδιαγραφές» του Τεκμηρίου 3, που αποφάσισε να υποβάλει προσφορά και στη συνέχεια ανέλαβε τη διαχείριση και εκμετάλλευση του καφεστιατορίου, αλλά στη βάση της προηγούμενης εμπειρίας της στο καφεστιατόριο και στη βάση σημειώσεων που της είχαν δοθεί με τον αριθμό των ατόμων που παρακολουθούσαν μαθήματα και εργάζονταν στο παράρτημα στα Λατσιά. Σημειώσεις τις οποίες όμως ουδέποτε παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδέχθηκε επίσης ότι οι αριθμοί και οι επισκέπτες που καταγράφονταν στο Παράρτημα ΙΙ του Τεκμηρίου 3 ήταν ενδεικτικοί απαντώντας σε σχετική υποβολή της συνηγόρου ότι αυτό ήταν «λογικό». Δεν μπορεί επίσης να παραμείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι παραδέχθηκε την ύπαρξη οφειλής της προς τον Ενάγοντα. Προς τούτο κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στην ακόλουθη στιχομυθία μεταξύ της Εναγόμενης και της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα. «E. Σου υποβάλλω κυρία μάρτυρας, ότι εξακολουθείτε μέχρι και σήμερα να οφείλετε στο Πανεπιστήμιο το ποσό των €15.759,
  3. A. Δεν δέχομαι ότι οφείλουμε όλο το ποσό. Δεν δούλευα, δεν έβγαζα λεφτά για να πληρώσω το ενοίκιο. Πώς ζητάτε τώρα να πληρώσω όλο το ενοίκιο που ήταν τα προηγούμενα χρόνια που δεν είχα καθόλου δουλειά; E. Δηλαδή θεωρείτε κυρία μάρτυς, ότι οφείλετε μέρος αυτού του ποσού; A. Ναι, σίγουρα ένα μέρος, όχι όλο το ποσό όπως το γράφετε εσείς.» Θα αποδεχθώ συνεπώς μέρος της μαρτυρίας της Εναγόμενης όπως την παραδοχή της οφειλής της προς τον Ενάγοντα (βλ. σχετικά Χρίστου ν Khoreva (ανωτέρω)). Τέλος, σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 σημειώνω ότι η εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα ήταν θετική και βρίσκω ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από σαφήνεια, συνοχή και σταθερότητα. Παρεμβάλλω ότι, τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, δεν τέθηκαν υπό οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση, πάρα μόνο ζητήθηκαν διευκρινίσεις σε σχέση με τη μαρτυρία του και το Τεκμήριο 22 το οποίο κατέθεσε, κατά την κυρίως εξέτασή του. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθίστανται περαιτέρω ευρήματά μου τα εξής. Ο Ενάγοντας από την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσης των διαδίκων, αναφορικά με τη χρήση και εκμετάλλευση του καφεστιατορίου από την Εναγόμενη, διατηρούσε λογαριασμό στον οποίο καταγράφονταν οι σχετικές με τη σύμβαση χρεοπιστώσεις (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, στις 25/8/2011 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο, προς όφελος του Ενάγοντα για το ποσό των €15.759,
  4. Οι χρεώσεις που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 8 προκύπτουν από τα Τεκμήρια 8Α, 8Β, 8Γ, 11 και 12 που οι ΜΕ1 και ΜΕ2 παρουσίασαν. Ο Ενάγοντας για σκοπούς καθορισμού του μηναίου τέλους ηλεκτρικού ρεύματος προχώρησε με καταγραφή των συσκευών που βρίσκονταν στο καφεστιατόριο και ακολούθως προέβαινε στην επιβολή σταθερού μηνιαίου πάγιου τέλους σε σχέση με τον ηλεκτρισμό για το ποσό των €
  5. Αναφορικά με τις συσκευές τηλεφώνου, υπήρχε αριθμός τηλεφώνου για την Εναγόμενη ο οποίος ήταν χρεωμένος σε αυτήν. Σε σχέση με τα σκυβαλοδοχεία, υπήρχαν τέσσερα σκυβαλοδοχεία στον χώρο με το 25%, δηλαδή 1 σκυβαλοδοχείο, να αναλογεί στην Εναγόμενη και η τελευταία χρεωνόταν σταθερό ποσό τον χρόνο. Οι φοιτητές που παρακολουθούσαν μαθήματα στο παράρτημα του Πανεπιστημίου Κύπρου στα Λατσιά για τα ακαδημαϊκά έτη 2008 - 2009, 2009 - 2010 και 2010 - 2011 ήταν, σε εβδομαδιαία βάση, οι εξής: · Για το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2008 ‑ 2009: 2.595 εβδομαδιαίως Για το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2008 ‑ 2009: 2.535 εβδομαδιαίως · Για το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2009 ‑ 2010: 2.641 εβδομαδιαίως Για το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2009 ‑ 2010: 1.941 εβδομαδιαίως · Για το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010 ‑ 2011: 957 εβδομαδιαίως Για το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010 ‑ 2011: 394 εβδομαδιαίως Καθίσταται περαιτέρω εύρημά μου, στη βάση της προαναφερθείσας αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι, η απόφαση για τους χώρους και τα κτίρια στα οποία θα παρακολουθούνταν μαθήματα από τους φοιτητές του Πανεπιστημίου για το ακαδημαϊκό έτος 2010 - 2011, ελήφθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Ενάγοντα πριν την 30/6/
  6. Προκύπτει, θεωρώ σαφέστατα, από τα πιο πάνω ευρήματά μου ότι, ο αριθμός των φοιτητών που παρακολουθούσαν μαθήματα στο παράρτημα του Ενάγοντα στα Λατσιά μειώθηκε δραστικά μεταξύ των ακαδημαϊκών ετών 2009 - 2010 και 2010 -
  7. Η επί του προκειμένου δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ήταν ότι, η από μέρους της υπογραφή της ανανέωσης της σύμβασης, ήταν προϊόν απάτης και ψευδών παραστάσεων του Ενάγοντα εις βάρος της, εφόσον, πάρα το γεγονός ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι θα έπαυαν να διεξάγονται μαθήματα στο παράρτημα των Λατσιών από τον Σεπτέμβριο του 2010, ο τελευταίος απέκρυψε το γεγονός αυτό από την Εναγόμενη. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, απάτη συνίσταται στα εξής: «"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «"Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)του Κεφ. 149: «Aν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.» Όπως προσδιορίστηκε μέσω της μαρτυρίας της Εναγόμενης, η θέση της τελευταίας ήταν ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε από την Εναγόμενη το γεγονός ότι δεν θα διεξάγονταν μαθήματα στο Παράρτημα ενώ το εγνώριζε. Το τι όμως προέκυψε στη βάση της ενώπιόν μου αποδεκτής μαρτυρίας δεν ήταν ότι έπαυσαν να διεξάγονται μαθήματα στο παράρτημα του Ενάγοντα στα Λατσιά, αλλά ότι ο αριθμός των φοιτητών που παρακολουθούσαν μαθήματα είχε μειωθεί κατά το έτος που αφορούσε η μονοετής ανανέωση του συμβολαίου, δηλαδή την ακαδημαϊκή χρονιά 2010 - 2011. Εκείνο το οποίο θα πρέπει, εν προκειμένω, να αποφασιστεί είναι κατά πόσο το περιεχόμενο των σχετικών με την επισκεψιμότητα του Παραρτήματος παραγράφων του Παραρτήματος ΙΙ του Τεκμηρίου 3, οι οποίες παρατίθενται ανωτέρω, επέβαλλε στον Ενάγοντα την υποχρέωση να διασφαλίζει την επίσκεψη των εν λόγω προσώπων στο παράρτημα για τη διάρκεια της σύμβασης και της ανανέωσής της. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, η ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου το οποίο, μέσα από το λεκτικό της, αναζητεί την πραγματική βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε έγγραφα είναι η έννοια την οποία το κείμενό τους μεταδίδει στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. μεταξύ άλλων, Χατζησωτηρίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1406, Amethyst Distributors Ltd v Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 199). Περαιτέρω, στην απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 11/2013, απόφαση ημερομηνίας 17/6/2021, λέχθηκαν τα εξής: «Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.» Βάσει των όσων καταγράφονται στους όρους 3.2 και 4.1 του Παραρτήματος ΙΙ του Τεκμηρίου 3 (βλ. ανωτέρω), δεν προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση να διασφαλίζει την παρουσία συγκεκριμένου αριθμού ατόμων και δη φοιτητών στο παράρτημα για σκοπούς εξυπηρέτησής τους από το καφεστιατόριο. Αντίθετα, το τι προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό των αναφερόμενων όρων είναι οι εν λόγω αναφορές τέθηκαν για σκοπούς υποβολής των προσφορών από τους ενδιαφερόμενους, μεταξύ των οποίων ήταν και η Εναγόμενη. Το λεκτικό των εν λόγω παραγράφων δεν δύναται να κριθεί ότι μεταδίδει, στο μέσο λογικό άνθρωπο, ότι σκοπός των εν λόγω προνοιών ήταν να αναληφθεί τέτοια υποχρέωση από τον Ενάγοντα. Παρατηρώ προς τούτο και ότι, σε κανένα σημείο του Τεκμηρίου 3, αλλά ούτε και του σχετικού παραρτήματός του, δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός φοιτητών που θα επισκέπτονταν το Παράρτημα. Αντίθετα, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι όποιοι αριθμοί ατόμων που θα επισκέπτονταν ή θα απασχολούνταν στο παράρτημα δίνονταν ενδεικτικά. Τούτο προκύπτει και από την λέξη «περίπου» η οποία εντοπίζεται δίπλα από τον αριθμό των ατόμων για έκαστη ομάδα προσερχόμενων προσώπων. Στη βάση των πιο πάνω, η θέση της Εναγόμενης ότι δηλαδή υπήρξε παράβαση των σχετικών προνοιών από τον Ενάγοντα και ότι ήταν στη βάση ψευδών παραστάσεων και εξαπάτησής της από πλευράς Ενάγοντα που πείσθηκε να υπογράψει την επίδικη σύμβαση και την ανανέωσή της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εφόσον κατά παραδοχή της ίδιας, αλλά και από τα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από τα το λεκτικό του Τεκμηρίου 3, δεν εντοπίζεται να είχε αναλάβει ο Ενάγοντας οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση προς την Εναγόμενη σε σχέση με τον αριθμό των φοιτητών και του προσωπικού που θα βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις του Παραρτήματος στα Λατσιά, πόσο δε μάλλον ότι τα οποιαδήποτε πρόσωπα που θα επισκέπτονταν το Παράρτημα θα εξυπηρετούνταν αποκλειστικά από το εκεί καφεστιατόριο. Δέσμευση η οποία, εξάλλου, θα ήταν παράλογο να αναλάβει ο Ενάγοντας δεδομένου ότι θα ήτο για εκείνον αδύνατο να υποχρεώσει οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιούσε τις εν λόγω εγκαταστάσεις να εξυπηρετείται από το καφεστιατόριο. Δεν μπορεί περαιτέρω να παραγνωριστεί και το γεγονός ότι, παρά την ισχυριζόμενη μείωση των εργασιών της, η Εναγόμενη συνέχιζε να κατέχει και να εκμεταλλεύεται το καφεστιατόριο, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του ανταλλάγματος και χωρίς να προχωρήσει σε ακύρωσή ή οποιονδήποτε τερματισμό της σύμβασης και εγκατάλειψή του. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η πεποίθηση της Εναγόμενης ήταν ότι εξαπατήθηκε και ότι ψευδώς της παραστάθηκε ότι τα μαθήματα θα συνεχίζονταν και τον Σεπτέμβριο του 2010, εύλογα θα αναμένετο να αντιδρούσε, ακυρώνοντας τη συμφωνία, δεδομένου ότι η ύπαρξη απάτης ή ψευδούς παράστασης καθιστά μια σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογήν του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία της αναφερόμενης απάτης ή ψευδής παράστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εναγόμενη δεν επέλεξε να ακυρώσει ή καθ' οιοδήποτε τρόπο να καταγγείλει τη σύμβαση αλλά ούτε και να προβάλει οποιαδήποτε, σχετική με την ισχυριζόμενη ακυρότητα της σύμβασης, αξίωση, μέσω ανταπαίτησης. Αντίθετα, συνέχιζε να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το καφεστιατόριο μέχρι τη λήξη της σύμβασης, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, γεγονός παραδεκτό. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, δεν βρίσκω έρεισμα στην προβληθείσα εκδοχή της Εναγόμενης περί παράβασης της σύμβασης από τον Ενάγοντα και περί εξαπάτησής της. Ούτε και εντοπίζεται οποιοδήποτε έρεισμα στη θέση της υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις ή ότι εξαπάτησαν την Εναγόμενη σχετικά με τον αριθμό των προσώπων που θα εξυπηρετούνταν από το καφεστιατόριο στα Λατσιά, αφ' ης στιγμής δεν εντοπίζεται στη σύμβαση, Τεκμήριο 3, και στους όρους αυτής γενικότερα, οποιαδήποτε υποχρέωση του Ενάγοντα σε σχέση με την επισκεψιμότητα του Παραρτήματος και του καφεστιατορίου. Κατ' επέκταση, η όποια απόφαση του Ενάγοντα η οποία οδήγησε στη μείωση των φοιτητών που παρακολουθούσαν μαθήματα στο Παράρτημα το ακαδημαϊκό έτος 2010 - 2011, χωρίς να ενημερώσει σχετικά την Εναγόμενη, δεν μπορεί να εκληφθεί ότι συνιστούσε παράβαση της σύμβασης ή εξαπάτηση της τελευταίας εφόσον δεν βαρύνετο ο Ενάγοντας με οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση δυνάμει των όρων της σύμβασης, Τεκμήριο 3. Αντίθετα, παράβαση των όρων της σύμβασης εντοπίζεται και βαρύνει την Εναγόμενη η οποία, παρά το γεγονός ότι όπως και η ίδια εξάλλου αποδέχτηκε και συνιστά παραδεκτό γεγονός για το οποίο έχω ήδη προβεί σε εύρημα ανωτέρω, χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν το καφεστιατόριο μέχρι και την 25/8/2011, δεν κατέβαλε τα ανάλογα δικαιώματα στον Ενάγοντα. Γεγονός το οποίο και η ίδια η Εναγόμενη παραδέχθηκε κατά την ακρόαση. Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον της Εναγόμενης. Το επίπεδο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτησή του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφά του (βλ. Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεσή του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Ενάγοντας βασίζει την αξίωσή του σε παράβαση σύμβασης από την Εναγόμενη η οποία δεν κατέβαλε το συμφωνημένο αντάλλαγμα, δυνάμει των όρων της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, για τη χρήση και εκμετάλλευση του Καφεστιατορίου. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 149: «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.» Η Εναγόμενη, με την Υπεράσπισή της, ισχυρίζεται ότι υπήρξε παράβαση των όρων του Παραρτήματος ΙΙ του Τεκμηρίου 3 από τον Ενάγοντα. Όπως έχει πιο πάνω διαπιστωθεί, ο Ενάγοντας, για σκοπούς καταγραφής της οφειλής της Εναγόμενης για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος δεν είχε τοποθετημένους μετρητές, όπως η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προνοούσε (βλ. όρος 6.2 του Παραρτήματος ΙΙ του Τεκμηρίου 3 «
  1. Αναφορικά με την καταβολή των τελών για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει εγκατεστημένους μετρητές σε όλους τους χώρους που θα παραχωρηθούν στον Αδειούχο»). Αντίθετα, η πρακτική που ακολουθήθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν ότι δεν υπήρχαν μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος αλλά αντίθετα, έγινε καταγραφή των συσκευών που η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε στο καφεστιατόριο και ακολούθως επιβάλλετο στην Εναγόμενη πάγιο μηνιαίο τέλος για το ηλεκτρικό ρεύμα, ύψους €
  2. Η πιο πάνω πρακτική όμως, δεν ανταποκρίνεται στα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 ο Ενάγοντας θα έπρεπε να έχει εγκατεστημένους μετρητές στους χώρους που η Εναγόμενη θα χρησιμοποιούσε και θα χρεωνόταν στη βάση των καταγραφών των μετρητών. Οι χρεώσεις για τα τέλη ηλεκτρικού ρεύματος που ο Ενάγοντας επέβαλε, ακολουθώντας την πρακτική της επιβολής πάγιου τέλους, εντοπίζονται στο Τεκμήριο 8Γ που ο ΜΕ1 παρουσίασε και συμποσούνται στο συνολικό ποσό των €4.416,
  3. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις εξής χρεώσεις: ποσό €2.880,00 δυνάμει τιμολογίου με αριθμό UI10000121, €240,00 δυνάμει τιμολογίου με αριθμό UI10000154, των ποσών των €120,00 για έκαστο εκ των 10 τιμολογίων με αριθμούς UI10000181, UI10000205, UI10000217, UI11000004, UI11000008, UI11000017, UI11000031, UI11000049, UI11000069, UI11000078 και του ποσού των €96,77 δυνάμει τιμολογίου με αριθμό UI
  4. Τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν υπήρξε ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί γνώσης και συγκατάθεσης της Εναγόμενης στη διαφοροποίηση στην οποία ο Ενάγοντας προέβη, ή ότι υπήρξε οποιαδήποτε τροποποίηση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, δεν ικανοποιούν, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής της Εναγόμενης για τα τέλη ηλεκτρικού ρεύματος τα οποία διεκδικεί και κατά συνέπεια, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται στην προς όφελός του επιδίκαση του εν λόγω ποσού για την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως αυτό προκύπτει από τα Τεκμήρια 8 και 8Γ. Αντίθετα, σε σχέση με την αξίωση του Ενάγοντα για το μηνιαίο αντάλλαγμα και τα τέλη σκυβάλων και τηλεφώνου, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε παράβαση των όρων του Τεκμηρίου 3, στη βάση της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας και των ευρημάτων στα οποία έχω προβεί σε σχέση με την πρακτική που ακολουθήθηκε από τον Ενάγοντα για τις πιο πάνω χρεώσεις σε συνάρτηση με τις σχετικές πρόνοιες που εντοπίζονται στις παραγράφους 6.3 και 6.5 του Παραρτήματος ΙΙ Τεκμηρίου
  5. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1, παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη ένα από τα τέσσερα σκυβαλοδοχεία που βρίσκονταν στο χώρο καθώς επίσης και συσκευή τηλεφώνου. Σημειώνω επίσης ότι τα τιμολόγια και η πιστωτική σημείωση, καθώς επίσης και τα υπόλοιπα έγγραφα που συναποτελούν τα Τεκμήρια 8Α, 8Β, 8Γ, 11 και 12, συνάδουν πλήρως και υποστηρίζουν τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 8 το οποίο αποτελεί και τον λογαριασμό στη βάση του οποίου προκύπτει το αξιούμενο ποσό που ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης, συνεπεία μη καταβολής του συμφωνημένου ανταλλάγματος, το οποίο παραμένει οφειλόμενο. Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας και ειδικότερα του περιεχομένου των Τεκμηρίων 8, 8Α, 8Β, 8Γ, 11 και 12, σε συνάρτηση με την παραδοχή της Εναγόμενης ότι υφίσταται οφειλή προς τον Ενάγοντα αλλά και της κατοχής του καφεστιατορίου για το σύνολο της συμβατικής περιόδου από την Εναγόμενη, κρίνω ότι η απαίτηση του Ενάγοντα που αφορά στο υπόλοιπο του μηνιαίου ανταλλάγματος και των συναφών χρεώσεων, εξαιρουμένων των ποσών που αφορούν στην κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωσή του εναντίον της Εναγόμενης και ότι δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού των €11.342,
  6. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή του Ενάγοντα επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης απόφαση για το ποσό των €11.342,30, με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από 10/4/2013, μέχρι εξόφλησης. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.