← Κύπρος

Α. Α. ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 501/2014, 13/12/2022

Α. Α. ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 501/2014, 13/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 501/2014 Μεταξύ: Α. Α. Ενάγοντας και LAIKI CYPRIALIFE LTD, μετονομασθείσα σε CNP CYPRIALIFE LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Σ. Χριστοφόρου για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγόμενη: κα Α. Κοζάκου μαζί με την κα Σ. Νικολάου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν κάτοικος Λεμεσού και πελάτης, ήτοι ασφαλισμένος της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και δραστηριοποιείται στον τομέα ασφαλιστικών υπηρεσιών και έχει την έδρα της στη Λευκωσία. Μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης «Healthcare», διάρκειας 40 ετών, με ημερομηνία έναρξής της, την 14/10/2005 και λήξης της, την 14/10/

  1. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η Εναγόμενη υποχρεούτο να καλύπτει τη νοσηλεία, περιλαμβανομένων εξόδων δωματίου και τροφής, καθώς επίσης και άλλων εξόδων περίθαλψης, θεραπείας και ιατρικών εξετάσεων του Ενάγοντα. Μεταξύ των ημερομηνιών 6/8/2013 έως 8/8/2013, ο Ενάγοντας έτυχε υποχρεωτικών ιατρικών εξετάσεων και νοσηλεύτηκε τυγχάνοντας περίθαλψης και θεραπείας στην Πολυκλινική Υγεία Λεμεσού, λόγω διάγνωσης [ ] του προσώπου του συνεπεία [ ]. Για τις πιο πάνω υπηρεσίες, η κλινική εξέδωσε προς τον Ενάγοντα το τιμολόγιο υπ' αριθμό 63442526, ημερομηνίας 6/8/2013, για το ποσό των €1.294,24, το τιμολόγιο με αριθμό 63442732 ημερομηνίας 7/8/2013 για το ποσό των €202,67 και το τιμολόγιο με αριθμό 63442984 ημερομηνίας 8/8/2013 που αφορούσε για το ποσό των €200,
  2. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας χρεώθηκε το ποσό των €270,00 ως ιατρικά έξοδα του ιατρού Δρ. Γ.Κ. για την περίοδο 6/8/2013 ‑ 8/8/
  3. Η Εναγόμενη, με επιστολή της ημερομηνίας 8/8/2013 προς τον πιο πάνω αναφερόμενο ιατρό, αρνήθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των πιο πάνω χρεώσεων αναφέροντας ότι τα εν λόγω έξοδα δεν καλύπτονται από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση. Ο Ενάγοντας, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7/11/2013, κάλεσε την Εναγόμενη να καταβάλει το πιο πάνω συνολικό ποσό των €1.967,15 το οποίο είναι και το ορθό ποσό της αξίωσής του. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι, δήλωσε τη διαφωνία του με την επιστολή ημερομηνίας 8/8/2013, καθότι οι πιο πάνω αναφερθείσες θεραπείες αφορούσαν τη συνέχεια των θεραπειών των οποίων ο Ενάγοντας έτυχε στο εξωτερικό και τα έξοδα των οποίων η Εναγόμενη κάλυψε. Με επιστολή της ημερομηνίας 12/11/2013, η Εναγόμενη επανέλαβε την άρνησή της να καταβάλει τα πιο πάνω ποσά. Στη βάση των πιο πάνω, ο Εναγόμενος καταλογίζει στην Εναγόμενη ότι ενήργησε κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και αξιώνει την, προς όφελος του και εναντίον της Ενάγουσας, επιδίκαση του ποσού των €1.967,15, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Εναγόμενη, με την Υπεράσπισή της, αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, αναφέροντας ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής. Με την ασφαλιστική κάλυψη, η Εναγόμενη θα καταβάλλει στον Ενάγοντα αναγκαία, λογικά έξοδα που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο νοσηλείας για θεραπεία, η οποία πρέπει να είναι τεκμηριωμένη και ιατρικά απαραίτητη να γίνει εντός Νοσοκομείου, λόγω ατυχήματος ή ασθένειας. Προσθέτει δε ότι καλύπτει την παροχή θεραπείας, με εξαίρεση θεραπείες οι οποίες μπορούν να γίνουν εκτός Νοσοκομείου ή στα εξωτερικά ιατρεία Νοσοκομείου, ψυχιατρική και νευρολογική θεραπεία ή θεραπεία της οποίας αποτέλεσμα είναι η ανακούφιση επώδυνων καταστάσεων και όχι η αποθεραπεία αυτών. Σύμφωνα δε με τους όρους της σύμβασης, ο διαγνωστικός έλεγχος δεν θεωρείται θεραπεία, ακόμη και εάν αυτός λάβει χώρα εντός Νοσοκομείου. Καλύπτεται επίσης, σύμφωνα με τη σύμβαση, η νοσηλεία εφόσον είναι ιατρικά απαραίτητη και ο ασθενής παραμείνει εντός Νοσοκομείου για μια τουλάχιστον νύχτα. Καλύπτονται και θεωρούνται ως μια νοσηλεία, δυο ή περισσότερες νοσηλείες εφόσον δεν απέχουν η μια από την άλλη περισσότερο από 90 μέρες και οφείλονται στην ίδια αιτία ή σε επιπλοκές της. Σε σχέση με τα γεγονότα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας, ο οποίος πάσχει από [ ], επισκέφθηκε, λόγω υποτροπής, τρεις φορές την Πολυκλινική Υγεία και προέβη σε διαγνωστικές εξετάσεις, χωρίς όμως να παραμείνει στην κλινική. Στη βάση των ανωτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η θεραπεία του Ενάγοντα δεν εμπίπτει στις καλύψεις της ασφαλιστικής σύμβασης, διότι έγινε εκτός Νοσοκομείου, αφορούσε διαγνωστικό έλεγχο και νευρολογικά αίτια και ο Ενάγοντας δεν παρέμεινε εντός της κλινικής για μια τουλάχιστον νύχτα. Αυτοί είναι και οι λόγοι για τους οποίους η απαίτηση του Ενάγοντα απορρίφθηκε από τους Εναγόμενους. Με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας παραδέχεται τους όρους που η Εναγόμενη επικαλείται, πλην όμως, ισχυρίζεται ότι πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την κάλυψη των εξόδων του και ως εκ τούτου, η Εναγόμενη υποχρεούτο να καλύψει τις νοσηλείες. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι αυτός παρέμεινε εντός Νοσοκομείου και γι' αυτόν τον λόγο υπάρχει και η ανάλογη χρέωση δωματίου στα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον ίδιο. Επαναλαμβάνει επίσης τη θέση του ότι οι θεραπείες στην Πολυκλινική Υγεία αποτελούσαν συνέχεια θεραπείας της οποίας έτυχε στο εξωτερικό και η οποία είχε εγκριθεί και καλυφθεί από την Εναγόμενη. Τέλος, ισχυρίζεται ότι έτυχε ιατροφαρμακευτικής θεραπείας εντός νοσηλευτικού ιδρύματος και παρέμεινε για νοσηλεία ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησής του. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία, η οποία έχει προσκομισθεί και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Αμφότερες οι πλευρές παρουσίασαν από έναν μάρτυρα. Για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής του μαρτύρησε ο ίδιος ο Ενάγοντας, ενώ για την υπεράσπιση, παρουσιάστηκε ως μάρτυρας η Μ.Χ.Α., αρμόδια λειτουργός της Εναγόμενης. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα εξής γεγονότα: · Ότι μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αριθμό [ ] το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. · Ότι η Πολυκλινική «Υγεία» είναι συμβαλλόμενο με την Εναγόμενη ιατρικό κέντρο. · Ότι ο Ενάγοντας στις 6/8/2013 εισήλθε στο Ιατρικό Κέντρο Υγεία η ώρα 9:00 π.μ. και εξήλθε την ίδια μέρα, ήτοι 6/8/2013 και ώρα 14:30 μ.μ. Για την παραμονή του την εν λόγω μέρα στο ιατρικό κέντρο, δηλαδή στις 6/8/2013, εκδόθηκε από το ιατρικό κέντρο το τιμολόγιο με αριθμό 63442526, ημερομηνίας 6/8/2013, για το ποσό των €1.294,24 το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. · Στις 7/8/2013 ο Ενάγοντας εισήλθε στο Ιατρικό Κέντρο Υγεία η ώρα 9:20 π.μ. και εξήλθε την ίδια μέρα ήτοι 7/8/2013 και ώρα 14:30 μ.μ. Για την παραμονή του την εν λόγω μέρα στο ιατρικό κέντρο, δηλαδή στις 7/8/2013, εκδόθηκε από το ιατρικό κέντρο το τιμολόγιο με αριθμό 63442732, ημερομηνίας 7/8/2013, για το ποσό των €202,67 το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. · Ο Ενάγοντας εισήλθε εκ νέου στο Ιατρικό Κέντρο Υγεία στις 8/8/2013 και ώρα 9:10 π.μ. και εξήλθε την ίδια μέρα δηλαδή 8/8/2013 και ώρα 14:30 μ.μ. Για την παραμονή του την εν λόγω μέρα στο ιατρικό κέντρο, δηλαδή στις 7/8/2013, εκδόθηκε από το ιατρικό κέντρο το τιμολόγιο με αριθμό 63442984, ημερομηνίας 8/8/2013, για το ποσό των €200,24 το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. · Κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό, το τιμολόγιο με αριθμό PC 13-0096, ημερομηνίας 8/8/2013, εκδοθέν από τον Δρ. Γ. Κ., για το ποσό των €270 ως Τεκμήριο
  5. · Κατατέθηκε δέσμη εγγράφων, η οποία αποτελείται από τις επιστολές 12/11/2013, 8/8/2013 της Εναγόμενης, επιστολή ημερομηνίας 7/11/2013 από τους συνήγορους του Ενάγοντα και έγγραφο ημερομηνίας 4/7/2011 της Εναγόμενης, ως Τεκμήριο
  6. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως παραδεκτά για την αποστολή και τη λήψη τους μόνο. · Περαιτέρω, κατατέθηκε δέσμη εγγράφων ‑ επιστολών η οποία αποτελείται από επιστολές των Εναγόμενων ημερομηνίας 8/8/2013, 8/8/2013, 12/8/2013, 8/8/2013, 8/8/2013 και 26/8/2013 ως Τεκμήριο
  7. Δηλώθηκε ότι, η αποστολή και λήψη των επιστολών, συνιστά παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο γεγονός μεταξύ των διαδίκων. Της πιο πάνω δήλωσης παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, ακολούθησε η μαρτυρία του Ενάγοντα, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ήταν περίπου 26 ‑ 27 ετών κατά τη σύναψή της σύμβασης και δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Ρωτήθηκε περαιτέρω εάν του εξηγήθηκε κατά τη σύναψη τι σημαίνει διαγνωστικός έλεγχος και ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι κανένας δεν του εξήγησε τι είναι ο διαγνωστικός έλεγχος για ιατρικούς σκοπούς. Απαντώντας επίσης ότι δεν του αναφέρθηκε, κατά τη σύναψη, ότι η ασφαλιστική του κάλυψη αφορούσε μέρες, ώρες ή τη χρονική διάρκεια που θα τον κάλυπτε. Ακολούθησε η αντεξέταση του μάρτυρα κατά την οποία ο τελευταίος ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής. Το μορφωτικό του επίπεδο είναι λυκειακό, δεν διάβασε το συμβόλαιο πριν την υπογραφή του διότι ο ασφαλιστικός του αντιπρόσωπος του είπε ότι αυτό θα κάλυπτε τα πάντα. Το μόνο που του επεξηγήθηκε ήταν τα ποσά που πληρώνονται για ιατρικά έξοδα, ολική ανικανότητα και τη νοσηλεία στο εξωτερικό. Δεν έγινε αναφορά σε άλλους όρους, ούτε του λέχθηκε ότι υπήρχαν άλλοι όροι. Δέχτηκε ότι του δόθηκε το ασφαλιστικό συμβόλαιο, ασχέτως ότι δεν το διάβασε. Γνώριζε όμως ότι, από τα λεγόμενα του ασφαλιστικού αντιπροσώπου, η ασφαλιστική θα κάλυπτε τα πάντα, συγκεκριμενοποιώντας και για τη μόνιμη ανικανότητα. Ανέφερε περαιτέρω ότι, βασίστηκε και προηγουμένως στο ασφαλιστικό συμβόλαιο και συγκεκριμένα περί το 2010 ‑ 2011 όταν μούδιασε η μισή του πλευρά και μετέβη στη Γερμανία, υπεβλήθη σε εξετάσεις και τότε ανακάλυψαν οι ιατροί από ποια πάθηση ο Ενάγοντας έπασχε. Τα εν λόγω έξοδα η ασφάλεια τα κάλυψε μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Όταν ερωτήθηκε σχετικά, διευκρίνισε ότι είχε παραμείνει για 5 μέρες περίπου στο νοσοκομείο στη Γερμανία το οποίο βρισκόταν στη Νυρεμβέργη και όταν επέστρεψε έδωσε την κάρτα και η ασφάλεια του τα κάλυψε απευθείας. Δεν θυμόταν όμως εάν τα πλήρωσε και του τα έδωσε αργότερα η ασφάλεια. Διευκρίνισε ότι σε σχέση με την υπό εξέταση περίπτωση και την επίδικη νοσηλεία, έμπαινε στην κλινική το πρωί και έφευγε το μεσημέρι και τις τρεις φορές. Ερωτήθηκε επίσης ο μάρτυρας και απάντησε καταφατικά εάν υποβλήθηκε σε MRI. Σε υποβολή ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν κάλυπτε τις επισκέψεις του στο νοσοκομείο χωρίς να υπάρχει διανυκτέρευση, ο Ενάγοντας απάντησε ότι δεν γνώριζε έτσι πράγμα. Πριν την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Ενάγοντα, δηλώθηκε εκ συμφώνου, ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 6/8/2013 ο Δρ. Γ.Κ. υπέβαλε τον Ενάγοντα σε θεραπεία όπου μέρος της θεραπείας του ήταν και η διεξαγωγή της εξέτασης MRI στον Ενάγοντα. Στην ίδια θεραπεία, χωρίς να υποβληθεί ο Ενάγοντας σε MRI, προέβη ο Δρ. Γ.Κ. και στις 7/8/2013 και στις 8/8/
  8. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Ενάγοντα, η πλευρά της Εναγόμενης παρουσίασε ως μάρτυρα τη Μ.Χ.Α. (στο εξής «η ΜΥ»), η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στην Εναγόμενη από το 1998 και ως λειτουργός αποζημιώσεων από το
  9. Στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της τον φάκελο του Ενάγοντα και η υπόθεση του Ενάγοντα ήταν εξ αρχής κοντά της. Αναφορικά με τις προηγούμενες απαιτήσεις που υποβλήθηκαν από πλευράς Ενάγοντα ανάφερε ότι το 2007 υποβλήθηκε απαίτηση για νοσηλεία για αφαίρεση [ ] η οποία πληρώθηκε και ακολούθως, στις 11/8/2010 νοσηλεύτηκε για το πρόβλημα που έχει αφού πάσχει από [ ], νοσηλεία η οποία επίσης πληρώθηκε. Υποβλήθηκε απαίτηση για αποζημιώσεις στις 4/7/2011 για [ ] και [ ] που επίσης αποζημιώθηκε. Για τις πιο πάνω απαιτήσεις του, οι οποίες πληρώθηκαν, ο Ενάγοντας είχε νοσηλευτεί. Κατέθεσε προς τούτο η μάρτυρας ως Τεκμήριο 8, δέσμη με τις τρεις προηγούμενες απαιτήσεις του Ενάγοντα. Πέραν από τις τρεις επίδικες νοσηλείες, υπήρχαν ακόμη τρεις ημερήσιες νοσηλείες ημερομηνίας 2/9/2014, 3/9/2014 και 5/9/2014 οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν. Ακολούθως, κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την πρόταση για ασφάλεια ζωής και της ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους που η απαίτηση του Ενάγοντα για ασφαλιστική κάλυψη για τις τρεις επίδικες νοσηλείες απορρίφθηκε. Η απάντηση από πλευράς της ΜΥ ήταν ότι δεν υπήρξε νοσηλεία και γι' αυτό απορρίφθηκαν οι απαιτήσεις, ήταν δηλαδή νοσηλεία για λίγες ώρες και άρα δεν ενέπιπτε στις περιπτώσεις που καλύπτονται, εφόσον απαιτείται η παραμονή εντός νοσοκομείου για θεραπεία που είναι ιατρικά απαραίτητη, η οποία πρέπει να παρέχεται εντός νοσοκομείου και ο ασθενής να παραμείνει για μια τουλάχιστον νύχτα. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο Ενάγοντας παρέμεινε στην κλινική για συγκεκριμένες ώρες και δεν διανυκτέρευσε. Περαιτέρω δε, ο διαγνωστικός έλεγχος MRI δεν θεωρείται θεραπεία σύμφωνα με το συμβόλαιο. Αναγνώρισε τέλος ότι ήταν η ίδια που απέστειλε τις επιστολές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στάλθηκαν από πλευράς Εναγόμενης. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, η μάρτυρας ερωτήθηκε τι είναι διαγνωστική εξέταση που αφορά την πάθηση του Ενάγοντα. Η μάρτυρας ανέφερε ότι η διαγνωστική εξέταση μπορεί να είναι οτιδήποτε, MRI, ακτινογραφίες, αξονικός. Συγκεκριμένα δε για το MRI, η μάρτυρας ανέφερε ότι εξ όσων γνώριζε, ο ιατρός του ζήτησε να κάνει το MRI. Ερωτηθείσα δε στην περίπτωση που υπήρχε νοσηλεία και ο Ενάγοντας έκανε και MRI, εάν θα εξέταζαν εάν το MRI ήταν διαγνωστικό ή όχι, η μάρτυρας ανέφερε ότι θα εξεταζόταν και ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν το καλύπτουν. Για την επίδικη περίπτωση, επειδή δεν υπήρξε νοσηλεία, δεν εξετάστηκε εάν το MRI ήταν διαγνωστικό. Ακολούθως, η μάρτυρας ερωτήθηκε επανειλημμένα σε σχέση με τη διανυκτέρευση η οποία απαιτείται από το συμβόλαιο, απαντώντας ότι πρέπει να είχε μεσολαβήσει τουλάχιστον μια νύχτα. Διευκρίνισε δε ότι δεν αναφέρονται οι ώρες που είναι απαραίτητες, για σκοπούς κάλυψης, στη σύμβαση και το ζήτημα εξετάζεται ανάλογα με την περίπτωση. Επέμεινε περαιτέρω στη θέση της ότι, η περίπτωση αυτή δεν καλύφθηκε διότι δεν υπήρχε νοσηλεία. Αναφορικά δε με την αναφορά «050» στα τιμολόγια Τεκμήρια 2, 3 και 4, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό σημαίνει ότι παρέμεινε για μισή μέρα και ότι δεν χρεώθηκε ολόκληρη η μέρα από την κλινική. Σημειώνω επίσης ότι, μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της ΜΥ αναλώθηκε στην ερμηνεία της σύμβασης, των σχετικών όρων αλλά και επί του ζητήματος της νοσηλείας, αντεξέταση η οποία περιστράφηκε δηλαδή γύρω από ζητήματα νομικά και υποθετικά. Κατά την επανεξέτασή της, ερωτήθηκε κατά πόσο στις προηγούμενες περιπτώσεις που η Εναγόμενη κάλυψε τις απαιτήσεις που Ενάγοντα υπήρχε διανυκτέρευση, με τη μάρτυρα να απαντά καταφατικά. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων, οι οποίοι μέσω των αγορεύσεων τους, επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ειδική αναφορά επί των πιο πάνω εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου τόσο υπό τη μορφή μαρτυρίας, όσο και υπό τη μορφή της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214, Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια, για σκοπούς εξέτασης της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των πτυχών της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αφού, υπό τις περιστάσεις, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε ουσιαστικό σκοπό αφού στη βάση των δηλώσεων των συνηγόρων, από τα δικόγραφα αλλά και την προσκομισθείσα μαρτυρία, η πλειοψηφία των γεγονότων είναι στην ουσία της παραδεκτή (βλ. Ιωάννου κ.α. ν Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα παρατηρώ ότι αυτή αφορούσε κυρίως σε γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα μεταξύ των διαδίκων. Στο μέτρο δε που η μαρτυρία αυτή δεν άπτετο γεγονότων τα οποία είχαν ήδη καταστεί μεταξύ των διαδίκων και δηλωθεί ως παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα, δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε αδυναμίες, ούτε και κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση ούτως ώστε να μην μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία του Ενάγοντα λοιπόν, ως συνάδουσα με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, αλλά και το κοινό, μεταξύ των διαδίκων, υπόβαθρο γεγονότων, γίνεται αποδεκτή και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Προχωρώντας, σημειώνω ότι θετική ήταν και η εντύπωση που αποκόμισα από την ΜΥ, η μαρτυρία της οποίας συνάδει πλήρως και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που, είτε κατατέθηκε προηγουμένως, ως παραδεκτή μεταξύ των διαδίκων, είτε παρουσιάστηκε από την ίδια τη μάρτυρα. Η αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα όχι μόνο δεν έπληξε την αξιοπιστία της, αλλά αντίθετα κινήθηκε μέσα σε υποθετικά πλαίσια αλλά και σε ζητήματα ερμηνείας και όχι γεγονότων. Κρίνω συνεπώς ότι μπορώ να βασιστώ και στη μαρτυρία της ΜΥ για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Σημειώνω ότι, σε σχέση με τη μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου, η οποία άπτετο νομικών ζητημάτων, αυτή δεν θα ληφθεί υπόψη εφόσον δεν εναπόκειται στους μάρτυρες, οι οποίοι είναι μάρτυρες γεγονότων, να καταλήξουν σε συμπεράσματα, έργο το οποίο ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο (βλ. Κωνσταντίνου κ.α. ν Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 217/2019 και 218/2019, απόφαση ημερομηνίας 1 Φεβρουαρίου, 2022 «Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου») Προχωρώντας, σημειώνω ότι, παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων τα οποία έχουν δηλωθεί από τους διαδίκους, αλλά και με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενώπιόν μου, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο Ενάγοντας ήταν και είναι κάτοικος Λεμεσού και κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι πελάτης, ήτοι ασφαλισμένος, της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και δραστηριοποιείται στον τομέα ασφαλιστικών υπηρεσιών και συναφών εργασιών και έχει την έδρα της στη Λευκωσία. Μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό συμβολαίου [ ], με ημερομηνία έναρξης την 14/10/2005 και ημερομηνία λήξης την 14/10/2045 (Τεκμήριο 1) με τους όρους που περιλαμβάνονται στο εν λόγω έγγραφο. Μέρος του Τεκμηρίου 1, αποτελεί και το επιπρόσθετο ωφέλημα «Cypria Health Care». Ο Ενάγοντας υπέγραψε την πρόταση ασφάλισης ως το Τεκμήριο 9, το οποίο αποτελεί επίσης μέρος της σύμβασης, Τεκμήριο
  1. Η Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό, είναι συμβαλλόμενο με την Εναγόμενη ιατρικό κέντρο. Ο Ενάγοντας στις 6/8/2013 εισήλθε στο Ιατρικό Κέντρο Υγεία η ώρα 9:00 π.μ. και εξήλθε την ίδια μέρα, ήτοι 6/8/2013 και ώρα 14:30 μ.μ. Για την παραμονή του την εν λόγω μέρα στο ιατρικό κέντρο, δηλαδή στις 6/8/2013, εκδόθηκε από το ιατρικό κέντρο το τιμολόγιο με αριθμό 63442526, ημερομηνίας 6/8/2013, για το ποσό των €1.294,24 (Τεκμήριο 2). Το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε τις εξής υπηρεσίες: Single Bed Accommodation Ποσότητα 0.50, Φαρμακευτικό υλικό, Φάρμακα, Μαγνητικό Τομογράφο (MRI). Στις 7/8/2013 ο Ενάγοντας εισήλθε στο Ιατρικό Κέντρο Υγεία η ώρα 9:20 π.μ. και εξήλθε την ίδια μέρα ήτοι 7/8/2013 και ώρα 14:30 μ.μ. Για την παραμονή του κατά την εν λόγω ημέρα στο ιατρικό κέντρο, δηλαδή στις 7/8/2013, εκδόθηκε από το ιατρικό κέντρο το τιμολόγιο με αριθμό 63442732, ημερομηνίας 7/8/2013, για το ποσό των €202,67 (Τεκμήριο 3). Το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε τις εξής υπηρεσίες: Single Bed Accommodation Ποσότητα 0.50, Φαρμακευτικό υλικό και Φάρμακα. Ο Ενάγοντας εισήλθε εκ νέου στο Ιατρικό Κέντρο Υγεία στις 8/8/2013 και ώρα 9:10 π.μ. και εξήλθε την ίδια μέρα δηλαδή 8/8/2013 και ώρα 14:30 μ.μ. Για την παραμονή του την εν λόγω μέρα στο ιατρικό κέντρο, δηλαδή στις 7/8/2013, εκδόθηκε από το ιατρικό κέντρο το τιμολόγιο με αριθμό 63442984, ημερομηνίας 8/8/2013, για το ποσό των €200,24 (Τεκμήριο 4). Το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε τις εξής υπηρεσίες: Single Bed Accommodation Ποσότητα 0.50, Φαρμακευτικό υλικό και Φάρμακα. Η χρέωση για το Single Bed Accommodation στα Τεκμήριο 2, 3 και 4 αφορούσε στη χρήση κλίνης του ιατρικού κέντρου από τον Ενάγοντα για μισή ημέρα. Στις 6/8/2013 ο Δρ. Γ.Κ., υπέβαλε τον Ενάγοντα σε θεραπεία μέρος της οποίας ήταν και η διεξαγωγή εξέτασης MRI του Ενάγοντα. Ο Δρ. Γ.Κ. υπέβαλε τον Ενάγοντα στην ίδια θεραπεία στην 7/8/2013 και την 8/8/2013, χωρίς όμως να υποβληθεί ο Ενάγοντας σε MRI τις εν λόγω ημερομηνίες. Περαιτέρω την 8/8/2013 ο Δρ. Γ.Κ. εξέδωσε προς τον Ενάγοντα το τιμολόγιο με αριθμό PC 13‑0096 για το ποσό των €270 (Τεκμήριο 5). Το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε τις εξής υπηρεσίες: Medical Consultation fees 6/8/2013, Medical Consultation fees 7/8/2013 και Medical Consultation fees 8/8/
  2. Μεταξύ των διαδίκων ανταλλάχτηκε σειρά επιστολών οι οποίες περιλαμβάνονται ως δέσμες εγγράφων Τεκμήρια 6 και
  3. Η Εναγόμενη με επιστολές της ημερομηνίας 8/8/2013, 8/8/2013 και 12/8/2013 (βλ. Τεκμήριο 7) αρνήθηκε να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά των τιμολογίων. Ο Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 7/11/2013 αξίωσε από τους Εναγόμενους την καταβολή των πιο πάνω ποσών (βλ. Τεκμήριο 6). Με επιστολή της, ημερομηνίας 12/11/2013 (βλ. Τεκμήριο 6), η Εναγόμενη ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι οι προϋποθέσεις του όρου 2.7 του επιπρόσθετου ωφελήματος "Cypria Health Care" δεν πληρούντο και η υποβληθείσα απαίτηση δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί. Ο Ενάγοντας είχε υποβάλει και στο παρελθόν απαιτήσεις για αποζημίωση προς την Εναγόμενη σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι στις 19/7/2007, 11/8/2010 και 4/7/2011 (Τεκμήριο 8), οι οποίες αποζημιώθηκαν από την Εναγόμενη. Και στις τρεις περιπτώσεις η νοσηλεία του Ενάγοντα περιλάμβανε και τη διανυκτέρευσή του στους χώρους όπου νοσηλεύτηκε. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, προχωρώ να εξετάσω το επίδικο, εν προκειμένω, ζήτημα που αφορά στο κατά πόσο η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων δυνάμει του Τεκμηρίου 1, αρνούμενη να καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €1.967,15 δυνάμει της απαίτησής του. Το επίδικο δηλαδή ζήτημα είναι αμιγώς νομικό και αφορά αποκλειστικά στην ερμηνεία και εφαρμογή των όρων του Τεκμηρίου 1 και συγκεκριμένα του μέρους αυτού που αφορά στα επιπρόσθετα ωφελήματα/δικαιώματα με την ονομασία «Cypria Health Care». Σύμφωνα με το άρθρο 1 του μέρους της σύμβασης που αφορά στα επιπρόσθετα ωφελήματα «Cypria Health Care», υπό τον τίτλο «Γενικά ‑ Αντικείμενο Ασφάλισης»: «Mε αυτή την ασφαλιστική κάλυψη η Εταιρεία θα καταβάλλει στον/στους ασφαλισμένο/ους τα αναγκαία και λογικά έξοδα που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας για θεραπεία του/της που είναι τεκμηριωμένη και ιατρικά απαραίτητη να γίνει εντός Νοσοκομείου λόγω ατυχήματος ή ασθένειας, βάσει των προσκομιζόμενων πρωτότυπων αποδείξεων και πιστοποιητικών σύμφωνα με τους παρακάτω όρους του Επιπρόσθετου αυτού Ωφελήματος. Όσα έξοδα καταβάλλονται από άλλους ασφαλιστικούς ή κρατικούς φορείς, δεν αποζημιώνονται». Tο άρθρο 2 του μέρους της σύμβασης που αφορά στα επιπρόσθετα ωφελήματα «Cypria Health Care» εμπεριέχει τους σχετικούς, με τα επιπρόσθετα ωφελήματα, ορισμούς. Τα άρθρα που εν προκειμένω ενδιαφέρουν για σκοπούς εξέτασης των εγειρόμενων με την παρούσα αγωγή ζητημάτων είναι τα άρθρα 2.6 και 2.7, σύμφωνα με τα οποία: «2.
  4. Θεραπεία Η με όλα τα σύγχρονα μέσα προσπάθεια ίασης ασθενών και η αποκατάσταση της σωματικής τους βλάβης, με χειρουργική ή συντηρητική μέθοδο, η οποία είναι τεκμηριωμένη και ιατρικά επιβεβλημένη να γίνει εντός Νοσοκομείου. Εξαιρείται κάθε θεραπεία: α) η οποία θα μπορούσε να γίνει εντός νοσοκομείου ή στα εξωτερικά ιατρεία Νοσοκομείου β) ψυχιατρική/νευρολογική γ) της οποίας το αποτέλεσμα είναι αποκλειστικά για ανακούφιση επώδυνων καταστάσεων και όχι αποθεραπεία αυτών π.χ. αιμοκάθαρση, τελικά στάδια καρκίνων κ.λπ. Ο διαγνωστικός έλεγχος δεν θεωρείται θεραπεία ακόμη και εάν γίνει εντός Νοσοκομείου.» «2.
  5. Νοσηλεία Είναι η παραμονή εντός νοσοκομείου για θεραπεία που είναι ιατρικά απαραίτητη να παρέχεται εντός Νοσοκομείου και ο ασθενής παραμένει για μια
(1)τουλάχιστον νύκτα. Δυο ή περισσότερες νοσηλείες που οφείλονται στην ίδια αιτία ή επιπλοκές της θα θεωρούνται σαν μια νοσηλεία ανεξάρτητα από πόσο χρονικό διάστημα απέχει η μια από την άλλη.» Σύμφωνα με τη νομολογία, η ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου το οποίο, μέσα από το λεκτικό της, αναζητεί την πραγματική βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε έγγραφα είναι η έννοια την οποία το κείμενό τους μεταδίδει στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. μεταξύ άλλων, Χατζησωτηρίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1406, Amethyst Distributors Ltd v Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 199). Περαιτέρω, στην απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 11/2013, απόφαση ημερομηνίας 17/6/2021, λέχθηκαν τα εξής: «Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.» Στην πρόσφατη απόφαση Λιπέρη v. Ecclesiastical Insurance Office Plc κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 42/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Ιουλίου, 2019, διακηρύχθηκε εκ νέου η πάγια νομολογιακή αρχή ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται, όπως κάθε άλλο έγγραφο, με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση με συμβάσεις εμπορικού και καταναλωτικού τύπου. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896) Σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum fortius accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο. Ο κανόνας είναι συνδεδεμένος με τον άλλο γνωστό κανόνα ότι εκείνος ο διάδικος που βασίζεται σε εξαιρέσεις ή όρους που περιέχουν εξαιρέσεις, μπορεί να επιτύχει μόνο εάν η έννοια που αναδύεται είναι καθαρή ως αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας του όρου, (MacGillivray on Insurance Law 11η Έκδ. σελ. 309-311, παρ. 11-033 μέχρι 11-036). Αυτό διότι οι όροι ενός συμβολαίου ετοιμάζονται από τους ίδιους τους ασφαλιστές και έτσι ο κανόνας είναι ότι πρέπει να ερμηνεύονται με αρνητική διάθεση και εναντίον τους, (Raul Colinvaux: The Law of Insurance 5η Έκδ. σελ. 37, παρ. 2-10).» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές αναφορικά με την ερμηνεία των όρων συμβάσεων, δεν θεωρώ ότι προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια. Αντίθετα, καθίσταται σαφές και προκύπτει ξεκάθαρα από το ίδιο το λεκτικό των ως άνω αναφερόμενων όρων ότι, πρόθεση των συμβαλλομένων μερών, για σκοπούς κάλυψης των αναγκαίων και λογικών εξόδων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο νοσηλείας του Ενάγοντα, ως ασφαλισμένου προσώπου, αλλά και για να δύναται η νοσηλεία να καλυφθεί, αυτή θα πρέπει να αφορά σε ιατρικά απαραίτητη θεραπεία η οποία να παρέχεται εντός Νοσοκομείου και ο ασφαλισμένος θα πρέπει να παραμείνει εντός νοσοκομείου για μια τουλάχιστον νύχτα. Αποδίδοντας την συνήθη έννοια των όρων του άρθρου 2.7, σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει, θεωρώ σαφέστατα, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι νοσηλείες του Ενάγοντα, για τις οποίες απαίτησε κάλυψη και ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αγωγή, δεν εμπίπτουν στην έννοια της νοσηλείας, η οποία καλύπτεται από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης (Τεκμήριο 1). Στην προκειμένη περίπτωση, και τις τρεις επίδικες ημερομηνίες, ο Ενάγοντας εισήλθε στο ιατρικό κέντρο κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών και εξήλθε κατά τη διάρκεια των μεσημβρινών ωρών. Το γεγονός λοιπόν ότι η νοσηλεία του Ενάγοντα διήρκησε και στις τρεις περιπτώσεις για τρεις περίπου ώρες, οι οποίες εμπίπτουν μεταξύ της πρωινής και μεσημβρινής περιόδου της ημέρας, καθιστά σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση οι νοσηλείες του Ενάγοντα, δεν καλύπτονται από το άρθρο 2.7 της σύμβασης, σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος του οποίου, για να καλύπτεται νοσηλεία, είναι απαραίτητο να υπάρχει παραμονή εντός του νοσοκομείου για μια τουλάχιστον νύχτα. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του όρου 2.7 θα ήτο αντίθετη με τη συνήθη έννοια των λέξεων του εν λόγω όρου και θα αντίκειτο της πρόθεσης των μερών. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε παράβαση των σχετικών όρων του Τεκμηρίου 1 από πλευράς Εναγόμενης, συνεπεία της άρνησής της να αποζημιώσει τις απαιτήσεις του Ενάγοντα για τις επίδικες νοσηλείες. Προχωρώντας, σημειώνω ότι, την υστάτη, δηλαδή στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, εγέρθηκε, για πρώτη φορά, από την πλευρά του Ενάγοντα, ζήτημα καταχρηστικών ρητρών, ζήτημα το οποίο δεν εγέρθηκε δικογραφικά. Η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, περιστράφηκε γύρω από τις σχετικές πρόνοιες του περί Προστασίας των Δικαιωμάτων των Καταναλωτών Νόμου του 1996 για να καταλήξει, ο συνήγορος, στην εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει εν προκειμένω να κρίνει ότι ο εν λόγω όρος, 2.7., είναι καταχρηστικός, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ακύρωσής του και να προχωρήσει με την επιδίκαση του αξιούμενο ποσού στον Ενάγοντα. Διέλαθε φαίνεται της προσοχής του ευπαίδευτου συνηγόρου, ότι ο νόμος εις τον οποίο βασίστηκε για να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του, καταργήθηκε με την εφαρμογή του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021. Σύμφωνα με το άρθρο 62(1Α) του Νόμου του 2021, το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα τον καταχρηστικό χαρακτήρα οποιασδήποτε συμβατικής ρήτρας ενδεχομένως να περιλαμβάνεται σε σύμβαση που είναι αντικείμενο υπόθεσης εκδίκασης ενώπιόν του και εκδίδει διάταγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου 3. Το τι εστί «καταχρηστική ρήτρα» εντοπίζεται στη σχετική ερμηνεία που το άρθρο 50 του εν λόγω νόμου δίδει. Συγκεκριμένα: «50.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.
(4)Το Παράρτημα IV περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.» Σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη όντως εμπίπτουν εντός της ερμηνείας των όρων «καταναλωτής» και «εμπορευόμενος» αντίστοιχα, όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 2 του Νόμου. Για σκοπούς απόδειξης όρου ως καταχρηστικού, καθίσταται καταρχάς απαραίτητο να καταδειχθεί η ανυπαρξία καλής πίστης από πλευράς εμπορευόμενου, ήτοι της Εναγόμενης. Το ζήτημα της καλής πίστης, εξετάζεται σε συνάρτηση με τις συνθήκες, υπό τις οποίες συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση (βλ. Frakapor Courier Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 9/2011, απόφαση ημερομηνίας 15 Ιουνίου, 2016, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238). Από την ενώπιόν μου, αξιόπιστη μαρτυρία, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας της Εναγόμενης, ούτε και προκύπτει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι η Εναγόμενη δεν συναλλάχθηκε με τον Ενάγοντα έντιμα και δίκαια. Από το Τεκμήριο 9, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στο τέλος του Τεκμηρίου 1, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του, περιλαμβανομένου και του δικαιώματός του να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και του δόθηκε το δικαίωμα να μελετήσει το περιεχόμενο της σύμβασης πριν το υπογράψει, με τον τελευταίο, στις 14/10/2005 να υπογράφει την εξής δήλωση: «Εγώ, το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η πιο πάνω πρόταση, δηλώνω ότι, πριν την σύναψη της Ασφαλιστικής σύμβασης έχω διαβάσει και κατανοήσει πλήρως όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στην παρούσα πρόταση για ασφάλεια ζωής καθώς και τις νομικές συνέπειες αυτών. Επίσης, δηλώνω και αναγνωρίζω ότι είχα το δικαίωμα και την ευχέρεια να ζητήσω ανεξάρτητη νομική και/ή άλλη συμβουλή. Παράλληλα έχω παραλάβει, μελετήσει και κατανοήσει όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο που έκδοσε η Laiki Cyprialife για τη συγκεκριμένη Πρόταση για Ασφάλεια Ζωής.» Παρεμβάλλω επίσης, επί του θέματος της καλής πίστης, ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, προηγούμενες απαιτήσεις του Ενάγοντα, οι οποίες καλύπτονταν από τους όρους των επιπρόσθετων ωφελημάτων, αποζημιώθηκαν πλήρως και ο Ενάγοντας επωφελήθηκε των καλύψεων δυνάμει των επιπρόσθετων ωφελημάτων «Cypria Health Care». Κρίνω συνεπώς, ότι η επί του προκειμένου εισήγηση του Ενάγοντα περί καταχρηστικών ρητρών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι υπήρξε παράβαση της σύμβασης των διαδίκων από την Εναγόμενη και κατά συνέπεια, απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του εναντίον της Εναγόμενης στον απαιτούμενο βαθμό. Κατά συνέπεια, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.