← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΜΠΟΡΙΑΝΝΑ ΘΕΟΦΑΝΙΔΟΥ, Αρ. Αίτησης: 156/2020, 31/5/2022

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΜΠΟΡΙΑΝΝΑ ΘΕΟΦΑΝΙΔΟΥ, Αρ. Αίτησης: 156/2020, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 156/2020 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτήτρια και ΜΠΟΡΙΑΝΝΑ ΘΕΟΦΑΝΙΔΟΥ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Δ. Χριστοδούλου για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση: κα Ρ. Μάρκου για Μ. Κιτρομηλίδης Δικηγόροι Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια ζητά άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 8/6/2010, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, ως απόφασης Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.47, Δ.48, Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2 και 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στα άρθρα 2 και 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, στους θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί οποιασδήποτε άλλης καθοδηγητικής Νομολογίας καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου, πρώην λειτουργού στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Αιτήτριας και νυν υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Η τελευταία έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων της Αιτήτριας, περιλαμβανομένης και της διευκόλυνσης για την οποία εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση. Τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Την 8/6/2010 εκδόθηκε Διαιτητική Απόφαση προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €64.553,65 με τόκο προς 8% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές τον χρόνο, συγκεκριμένα την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους από 8/6/2010 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα €

  1. Η πιο πάνω απόφαση αφορούσε το Γραμμάτιο με αριθμό [ ]. Επισυνάπτει την απόφαση ημερομηνίας 8/6/2010 και την γνωστοποίηση έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας ως τεκμήρια. Κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης η Αιτήτρια έφερε την επωνυμία Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Υ.Τ.Ι.Ε.Κ.) Λτδ. Την 9/11/2013, η ΣΥΤΙΕΚ συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας Λτδ. Κατά την ίδια ημερομηνία, η τελευταία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ η οποία την διαδέχθηκε εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία η οποία ενεγράφη στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών την 21/7/2017, με ημερομηνία ισχύος την 1/7/2017 όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ μεταφέρθηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Με απόφαση της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ ημερομηνίας 17/7/2017 η τελευταία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Ακολούθως, η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 3/9/
  2. Παρουσιάζει ως τεκμήριο δέσμη των σχετικών εγγράφων. Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, δια του συζύγου της, ο οποίος την εκπροσώπησε στην διαιτητική διαδικασία στις 8/6/2010 και παραδέχθηκε το χρέος της. Αντίγραφο της γνωστοποίησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο. Η διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της, κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Η Καθ' ης η αίτηση αντέδρασε στην υπό εξέταση αίτηση, καταχωρώντας ένσταση την 25/5/
  3. Με την ένσταση της προβάλλει 9 λόγους ένστασης ως ακολούθως:
  4. Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται δέκα

(10)χρόνια μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης γεγονός το οποίο παραβιάζουν τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της δίκαιης δίκης, των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, το δικαίωμα σε περιουσία και την προσφυγή στη δικαιοσύνη.
  1. Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και δεν δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση ή λόγος καθυστέρησης.
  2. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εγγραφής αλλά περισσότερο και η αιτούμενη άδεια εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης παραβιάζουν τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της δίκαιης δίκης, των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, το δικαίωμα σε περιουσία και την προσφυγή στη δικαιοσύνη.
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει επιδοθεί και/ή γνωστοποιηθεί στην Καθ' ης η αίτηση και επομένως δεν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για καταχώρηση έφεσης.
  4. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης διότι έχουν παρέλθει δέκα
(10)έτη από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης χωρίς οι Αιτητές να εξηγήσουν και/ή δικαιολογήσουν τον λόγο αυτό.
  1. Η αίτηση καταχωρήθηκε, εκδικητικά και εκβιαστικά και σκοπεί στην άσκηση πίεσης.
  2. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
  3. Ο ενόρκως δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα.
  4. Η Αιτήτρια παρόλο που η διαιτητική απόφαση εξασφαλίζεται με υποθήκη, δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε οποιαδήποτε διαδικασία για εκποίηση της υποθήκης αυτής, παρόλο που έχουν παρέλθει δέκα
(10)χρόνια από την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης κατά παράβαση Συνταγματικών Δικαιωμάτων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση στην οποία αναφέρει ότι η παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στην ίδια συνιστά παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Εφόσον δεν της επιδόθηκε η διαιτητική απόφαση δεν έχει παρέλθει η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης. Η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης δέκα χρόνια μετά την έκδοση της απόφαση έγινε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Λόγω της καθυστέρησης αυτής η Αιτήτρια κωλύεται από το να ζητά την παραχώρηση άδειας και την έκδοση διατάγματος για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης αφού παραβιάζεται το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα στην περιουσία και στην προσφυγή στη δικαιοσύνη καθώς επίσης και τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Η πάροδος των δέκα ετών εμποδίζει την Αιτήτρια από το να ζητά την εκτέλεση της απόφασης. Η Αιτήτρια αμελώς και/ή σκόπιμα δεν γνωστοποίησε την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και δεν προώθησε την είσπραξη του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού με αποτέλεσμα να διεκδικεί υπόλοιπο το οποίο έχει διογκωθεί λόγω τόκων και χρεώσεων που υπολογίζονταν επί του όλου εκάστοτε υπολοίπου. Στην ουσία η Αιτήτρια προσπαθεί να επωφεληθεί εις βάρος της Καθ' ης η αίτηση, εκμεταλλευόμενη τις δικές της παραλείψεις και την δική της παραβίαση των υποχρεώσεων της προς την Καθ' ης η αίτηση. Η αίτηση είναι καταχρηστική, εκβιαστική και αποσκοπεί στην άσκηση πίεσης αφού η Αιτήτρια δεν είχε προωθήσει οποιαδήποτε διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης, κάτι το οποίο επιδιώκει δέκα χρόνια μετά. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο ενόρκως δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα αφού δεν έχει καμία σχέση με τα γεγονότα και δεν εξηγεί γιατί η Αιτήτρια δεν έπραξε οτιδήποτε εδώ και δέκα χρόνια ούτως ώστε να δικαιολογηθεί η αδιαφορία της. Παρά το γεγονός ότι το χρέος εξασφαλίζεται με υποθήκη, η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία για εκποίηση της. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση ή άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων ολοκληρώθηκε με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την εγγραφή και εκτέλεση απόφασης πηγάζει από την Δ.47 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «1. Whenever provision is made in any Law enabling enforcement by a Court of an order made under the Law, or the removal of such order into a Court for enforcement, application may be made ex parte to the Court or a Judge to enter the order in its book of orders, and upon leave being given the order sought to be enforced may be entered in the book of civil orders in the case of an order removed into the Supreme Court, and in the book of orders on originating applications in the case of an order removed into the District Court, 2. The application shall be accompanied by the order sought to be enforced and any certificate or other document which may by Law be required, and shall be enumbered and filed as an originating application. 3. It shall not be necessary to draw up the leave given under Rule 1 of this Order; but the order sought to be enforced when entered shall be signed by a Judge of the Court, and thereupon may be enforced as an order of the Court.» Το άρθρο 52
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/1985 προνοεί ότι διαφορά μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών παραπέμπεται στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ο οποίος δύναται είτε να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει την διαφορά σε διαιτησία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 52
(4)του Νόμου Ν. 22/1985, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δυνάμει της Δ.47 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως είναι και η υπό εξέταση, δεν ελέγχει την ορθότητα της απόφασης, ούτε υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση στην Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) ΑΑΔ 707 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές.» Περαιτέρω, στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Κυριακίδης κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 716 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Τέλος, στην απόφαση Παπαγεωργίου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς, Πολιτική Έφεση αρ. 192/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Ιουλίου 2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η όλη διαιτητική διαδικασία εξετάστηκε στην Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολ. Έφ. αρ. 304/2010, ημερ. 10.7.2015, όπου αναφέρθηκε ότι η φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συναρτάται ακριβώς προς την ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα ίδια λέχθηκαν και στη Ζαμπά κ.ά. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας κ.ά., ECLI:CY:AD:2018:A273, Πολ. Έφ. αρ. 169/2012, ημερ. 6.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A273. Κατά την έφεση στο Δικαστήριο, μπορούν να εξεταστούν ζητήματα παρατυπίας από πλευράς του διαιτητή ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ή και ζητήματα αναφορικά με τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας παραπομπής περιλαμβανομένης και της ορθής τήρησης πρακτικών εκ μέρους του διαιτητή, όπως διαπιστώθηκε στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Μιχαήλ κ.ά. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπίου, Πολ. Έφ. αρ. 190/2012, ημερ. 28.6.2018. Η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης που τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52
(5), δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αυτό ακριβώς είχε γίνει και στην παρούσα περίπτωση όπου η επιδίωξη εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης βασίστηκε στα ορθά νομοθετικά και διαδικαστικά άρθρα, Με πλήρη εφαρμογή της καθιερωθείσας στο θέμα νομολογίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αρνήθηκε στην ουσία να εξετάσει ζητήματα που προηγούνταν της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης η οποία, κατά το Νόμο, θεωρείτο τελεσίδικη εφόσον δεν είχε εφεσιβληθεί. Κατά συνέπεια τα όσα, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ο εφεσείων, ο οποίος υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση είχε παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της διαιτησίας και είχε παραδεχθεί το χρέος του, όπως ότι δεν είχε ειδοποιηθεί για την παραπομπή της διαφοράς στη διαιτησία δυνάμει του Θεσμού 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών Κ.Δ.Π. 142/87, όχι μόνο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αλλά αποτελούν και εκ των υστέρων σκέψεις τις οποίες ο εφεσείων κωλύεται να προβάλει. Προστίθεται ότι εν πάση περιπτώσει ο σχετικός Θεσμός 79 στον οποίο βασίστηκε ο εφεσείων ουδόλως προνοεί για προηγούμενη ειδοποίηση του διορισμού διαιτητή ή και συγκατάθεση του οφειλέτη.» Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, κατά την εξέταση αιτήσεων της φύσης της παρούσας, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει κατά πόσο η απόφαση έχει τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία την καθιστούν έγκυρη και κατά πόσο η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση (βλ. Χριστοφή ν Συνεργατική Εταιρεία Λατσιών
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1183). Αντλώντας καθοδήγηση από τις ανωτέρω Αρχές της Νομολογίας και αφού έχω διεξέλθει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση και τα εγειρόμενα, στο πλαίσιο της, θέματα. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης που αφορά στην ακαταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα Ανδρέας Ανδρέου να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, παρατηρώ ότι αυτός αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της εταιρείας η οποία ανέλαβε την διαχείριση, μεταξύ άλλων, και της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Αποκαλύπτει περαιτέρω την πηγή της γνώσης του αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλει, οι οποίοι πηγάζουν από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και τα οποία παρουσιάζει ως τεκμήρια. Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εξετάζοντας τώρα την επίδικη διαιτητική απόφαση - Τεκμήριο Α, παρατηρώ ότι σε αυτήν αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσης της, φέρει την υπογραφή του Διαιτητή, Λεωνίδα Λεωνίδου, γίνεται αναφορά στους διάδικους και στο γραμμάτιο. Περιλαμβάνεται περαιτέρω το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την απόφαση, οι τόκοι και τα έξοδα. Προκύπτει συνεπώς ότι η απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης η οποία δύναται να εγγραφεί. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι η έκδοση της διαιτητικής απόφασης αυτής καθαυτής δεν αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση. Το τι όμως αμφισβητεί η Καθ' ης η αίτηση στην προκειμένη περίπτωση είναι την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης. Συγκεκριμένα, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η απόφαση ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε με αποτέλεσμα η προθεσμία για την καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης δεν μην έχει παρέλθει. Αναφορικά με την γνωστοποίηση της απόφασης, από το Τεκμήριο Δ, προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε την ημερομηνία έκδοσης της, ήτοι την 8/6/2010, στον Παναγιώτη Θεοφανίδη, σύζυγο της Καθ' ης η αίτηση. Η σχετική δήλωση γνωστοποίησης φέρει την υπογραφή του παραλήπτη, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ανήκει στον σύζυγο της Καθ' ης η αίτηση. Ο οποίος μάλιστα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α, εμφανίστηκε στην διαιτητική διαδικασία εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση και δήλωσε ότι το χρέος της είναι παραδεκτό. Στην προκειμένη περίπτωση, η Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε ότι γνωστοποίηση της απόφασης έγινε στον σύζυγο της. Η γνωστοποίηση της απόφασης, με τον τρόπο που έγινε, μπορεί, κατά την κρίση μου να κριθεί ότι έγινε σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου Ν. 22/1985. Εξηγώ. Σε σχέση με τον τρόπο γνωστοποίησης διαιτητικής απόφασης παραπέμπω στην απόφαση Χριστοφή ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, η σπουδαιότητα του οποίου είναι περισσότερο από εμφανής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, απασχόλησε το Εφετείο στην re Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699, 1704, όπου κρίθηκε ότι η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νόμου. Αναφέρεται σχετικά: «Η πιο πάνω διαπίστωση μου για την απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στον αιτητή αφαιρεί το σχετικό νομικό βάθρο. Εφόσο ο Νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Husson v. Husson
(1902)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105). Ακολουθεί πως η αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.»» Συνάγεται από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι ακόμη και προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το τι απαιτείται συνεπώς είναι η απόφαση να περιέλθει εις γνώση του επηρεαζόμενου προσώπου, ούτως ώστε να αρχίσει η προθεσμία για την καταχώρηση έφεσης. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία αλλά και τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 52
(4)του Νόμου Ν. 22/1985, δεν προκύπτει ότι η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης πρέπει απαραιτήτως να γίνεται μέσω προσωπικής επίδοσης της ή εν πάση περιπτώσει με την γνωστοποίηση της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο, προσωπικά. Στην βάση του ότι σκοπός του νομοθέτη είναι η διαιτητική απόφαση να περιέλθει στην γνώση του επηρεαζόμενου δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή των δικονομικών αρχών που διέπουν την επίδοση εγγράφων σε φυσικά πρόσωπα. Επομένως, για την επίδοση της ειδοποίησης στον επηρεαζόμενο τυγχάνουν εφαρμογής οι σχετικές διαταγές των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα μάλιστα με την Δ.5 Κ.2 των οποίων, η επίδοση δύναται να γίνει σε μέλος της οικογένειας του επηρεαζόμενου προσώπου το οποίο είναι 16 χρονών ή άνω (βλ. σχετικά Θεοδώρου κ.α. ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305). Σημειώνω επίσης ότι δεν προβάλλεται από πλευράς Καθ' ης η αίτηση οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί μη ενημέρωσης της από τον σύζυγο της. Έχω επομένως ικανοποιηθεί ότι η Διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στην Καθ' ης η αίτηση και ότι αυτή δεν υπέβαλε έφεση εναντίον της απόφασης εντός της από του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας, η οποία παρήλθε με την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της, ήτοι την 8/6/2010. Στρέφομαι τώρα στο ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Είναι γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει, δια του ενόρκως δηλούντα, τους λόγους καθυστέρησης της προώθησης της παρούσας αίτησης, η οποία μάλιστα καταχωρήθηκε λίγες ημέρες πριν την συμπλήρωση δέκα ετών από την ημερομηνία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα όμως με την σχετική νομολογία δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Στην πρόσφατη απόφαση στην Στυλιανού ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δευτεράς-Ανάγυιας, Πολιτική Έφεση αρ. 92/14, Απόφαση ημερομηνίας 22 Απριλίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A168, λέχθηκαν τα εξής: «Αυτό έγινε κατ' εφαρμογή της Δ.47 θ.1 που δίδει εξουσία εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης στο μητρώο του Δικαστηρίου. Αφού η απόφαση εγγραφεί, τότε, σύμφωνα με την Δ.47 θ.3, μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του Δικαστηρίου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που την καθιστούν εκτελεστή. Συνεπώς, αυτό θα ήτο το επόμενο βήμα εάν η Εφεσίβλητη επιθυμούσε να προχωρήσει σε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. Τότε θα ετίθετο θέμα χρόνου έκδοσης της απόφασης. Σχετικά με εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός. Βασική προϋπόθεση εγγραφής της είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Η αίτηση για εγγραφή επιδίδεται στο πρόσωπο αυτό ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε το οποίο ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα που είναι η εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κ.λ.π. της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική απόφαση (βλ. σχετικά την XXX XXX Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707, 711 και Ζαμπά ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.λ.π. ECLI:CY:AD:2018:A277, Π.Ε. 96/12 ημερ. 6.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A277). Η Δ.40 θ.8 στην οποία στηρίζεται η Εφεσείουσα δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση που αφορά εγγραφή. Εφαρμογής τυγχάνει το Άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 έως 2001, Ν.22/1985 (βλ. Παπαγεωργίου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς ECLI:CY:AD:2019:A327, Π.Ε. αρ. 192/2013, ημερ. 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A327) σε συνδυασμό με τη Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.» (Υπογράμμιση δική μου) Στην βάση λοιπόν της ανωτέρω Νομολογίας, αλλά και στην απουσία οποιουδήποτε χρονικού περιορισμού για την εγγραφή της απόφασης, ο λόγος ένστασης της Καθ' ης η αίτηση για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας, έστω και στην απουσία οποιασδήποτε δικαιολογίας για την καθυστέρηση από πλευράς Αιτήτριας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όπως δε αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση, το θέμα του χρόνου έκδοσης της απόφασης μπορεί να τεθεί εάν η Αιτήτρια προχωρήσει με διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. Περαιτέρω, εφόσον η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της, δεν προκύπτει ούτε ζήτημα παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να επισημάνω ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου το οποίο να υποστηρίζει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης ούτε και συγκεκριμενοποιούνται οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της Καθ' ης η αίτηση επαρκώς. Ούτε και εξειδικεύεται με ποιο ακριβώς τρόπο παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση στην περιουσία της και στην προσφυγή στο Δικαστηρίου, ενόψει μάλιστα των ανωτέρω διαπιστώσεων μου ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στην Καθ' ης η αίτηση και ότι παρήλθε η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης. Τέλος, ενόψει του ότι δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για την καταχώρηση της αίτησης, δεν έχω ικανοποιηθεί από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου για την ύπαρξη κατάχρησης, εκδικητικότητας ή κακοπιστίας από πλευράς της Αιτήτριας ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Συνοψίζοντας, επαναλαμβάνω ότι από τα ενώπιον μου γεγονότα προκύπτει ότι η απόφαση του διαιτητή - τεκμήριο Α της αίτησης - φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ενώ από το τεκμήριο Δ της αίτησης προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, μέσω της γνωστοποίησης της στον σύζυγο της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται και η αίτηση επιτυγχάνει. Δίδεται άδεια του Δικαστηρίου για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 8/6/2010, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, ως απόφαση Δικαστηρίου στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.