ΠΑΝΑΓΗ ν. GAN DIRECT INSURANCE LTD, Αγωγή αρ. 5262/2015, 3/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5262/2015 ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ Ενάγων v. GAN DIRECT INSURANCE LTD Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 21.09.2021 Ημερομηνία: 03 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Μ. Καραΐσκος για Marios Karaiskos LLC Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Κ. Αρκάδη για Μάριος Χαρτσιώτης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων ενάγει την ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη υπέρ τρίτων στον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ του οποίου ήταν συνεπιβάτης, για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται πως υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε την 26.10.2014, για το οποίο δικογραφεί λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβαση νόμιμων καθηκόντων του ασφαλισμένου οδηγού, και αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Η Εναγόμενη, με την Έκθεση Υπεράσπισής της, αρνείται τις παραγράφους 1 έως και 7 και 10 έως και 14 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος και τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές των παραγράφων 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης και την αιτιώδη συνάφειά τους με το ατύχημα τις οποίες διαζευκτικά θεωρεί διογκωμένες. Σημειώνεται πως, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε την 29.12.2015 με γενικά οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης, το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος καταχωρίστηκε την 06.02.2018 και η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης την 14.05.
- Η αγωγή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μετά από την συμπλήρωση των δικογράφων την 16.09.
- Τότε το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, που έγιναν, και η υπόθεση ορίστηκε αρχικά για επίτευξη συμβιβασμού και έπειτα για ακρόαση, αρχικά την 03.12.2020 και έπειτα την 22.09.
- Επί του παρόντος, η αγωγή είναι ορισμένη για Ακρόαση την 10.06.
- Την 21.09.2021, ο Ενάγων καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, υπό την Δ.25 ΚΠΔ, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να του επιτρέψει να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησής του, προσθέτοντας, μετά την παράγραφο 8 (η οποία αφορά στις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών) τη φράση «Διαζευκτικά ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αρχή και/ή το δόγμα του res ipsa loquitur - τα πράγματα μιλούν από μόνα τους, έχει άμεση εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση». Σε ένορκη δήλωσή του, ο Ενάγων, υποστηρίζει πως, κατά την προετοιμασία της ακρόασης, διαπίστωσε ότι από καλόπιστο λάθος ή παραδρομή δεν περιλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησής του η επίκληση της αρχής αυτής, και θεωρεί ότι θα πρέπει να του επιτραπεί η επίκλησή της με την τροποποίηση, ώστε να μην επηρεαστούν τα δικαιώματά του κατά τη δίκη. Η Εναγόμενη ενίσταται στην τροποποίηση και προβάλλει πως ο Ενάγων καταχράται τη δικαστική διαδικασία, αλλά και μέσω της αίτησής του επιχειρεί να διορθώσει λάθη και να καλύψει κενά στην υπόθεσή του εις βάρος των δικαιωμάτων της Εναγόμενης, εφόσον υπήρξε και διάταγμα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες που να περιλαμβάνουν και το όνομα του ατόμου που οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα, στο οποίο ο Ενάγων δεν συμμορφώθηκε. Σε κάθε περίπτωση, επειδή δεν είναι απαραίτητο να δικογραφείται το δόγμα res ipsa loquitur στις περιπτώσεις όπου τυγχάνει εφαρμογής, δεν είναι και αναγκαία κάποια τροποποίηση, μα ούτε και εξηγείται η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Η Εναγόμενη θεωρεί πως δεν θα πρέπει να επιτραπεί τέτοια τροποποίηση, και δικηγόρος, εκ των δικηγόρων της Εναγόμενης που υποστηρίζει την ένσταση αυτή με ένορκη της δήλωση, επεξηγεί περαιτέρω τους λόγους ένστασης. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες επιχειρηματολογούν υπέρ της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, αρ.2/2014, ημερομηνίας 15.09.2014, τροποποιήθηκε η Δ.25 ΚΠΔ, αρχικά με ισχύ για όλες τις αγωγές που θα καταχωρούνταν από την 01.01.
- Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, αρ.1/2015, ημερομηνίας 30.01.2015, δεν είχε τότε ανασταλεί η ισχύς του προηγούμενου Διαδικαστικού Κανονισμού, και είχε, μεταξύ άλλων, προστεθεί η διευκρίνιση ότι, για υφιστάμενες αγωγές και αγωγές που είχαν καταχωριστεί μέχρι και την 31.12.2014, η Δ.25 ΚΠΔ που ίσχυε πριν από την 01.01.2015 θα εξακολουθούσε να εφαρμόζεται μέχρι την αποπεράτωση τους. Ωστόσο, με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, αρ.2/2015, ημερομηνίας 29.04.2015, η εφαρμογή της νέας Δ.25 ΚΠΔ αναστάλθηκε αναφορικά με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000, μέχρι την 31.12.
- Από 01.01.2016, οι διατάξεις της νέας Δ.25 ΚΠΔ τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής. Για αγωγές που καταχωρίστηκαν μέχρι και την 31.12.2014 και για αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρίστηκαν εντός της περιόδου της εν λόγω αναστολής, ήτοι μέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες της παλαιάς Δ.25 ΚΠΔ εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους. Με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 29.12.2015 σε κλίμακα άνω των €10.000,00 και καλύπτεται από την εν λόγω αναστολή, επιτρέπει την εφαρμογή της Δ.25 ΚΠΔ, ως εκείνη ίσχυε πριν από την τροποποίησή της. Η τροποποίηση των δικογράφων συνιστά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την τροποποίηση είναι η ανάγκη για καθορισμό των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ο ρόλος των δικογράφων είναι ακριβώς αυτός, να εκθέτουν τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε πλευρά στηρίζει την υπόθεσή της, για να μπορεί να διεξαχθεί δίκη μέσα από την οποία η κάθε πλευρά να παρουσιάσει την υπόθεσή της. Υπήρχε μια διαχρονική τάση να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και εκεί όπου η ανάγκη προέκυπτε λόγω αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλούνταν αδικία στην άλλη πλευρά που θα ήταν αδύνατον να αποζημιωθεί με χρήμα[1]. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι αυτό που κυριαρχεί και διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου[2]. Οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, η ακρόαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο είναι ορισμένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται, για να προσδιοριστεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε περίπτωση όπου υπάρχει καθυστέρηση, το βάρος να την αιτιολογήσει ο αιτητής διαφοροποιείται ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Δεν απαγορεύεται η υποβολή αίτησης για τροποποίηση ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ωστόσο όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία του αιτητή, κατ' επέκταση η δικαστική φειδώ, ειδικότερα εάν πρόκειται να εκτροχιαστεί η δίκη από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων[3]. Η τροποποίηση της Δ.25,κ.1 ΚΠΔ δεν αναίρεσε ακριβώς το πνεύμα που υπήρχε σχετικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων· αυτό εξακολουθεί να είναι πάντοτε η ανάγκη καλύτερου προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και το συμφέρον της δικαιοσύνης σε σχέση με την ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά. Απλώς υπό τη νέα Δ.25 ΚΠΔ δεν χρειάζεται η άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου πριν να ζητηθεί να τεθεί η αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου, ωστόσο, μετά που η αγωγή θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η τροποποίηση συνιστά εξαιρετικό διάβημα. Εκεί όπου υπάρχει παραδρομή ή καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση θα επιτρέψει την τροποποίηση, όπως και εάν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για ετοιμασία της δικογραφίας. Η αναφορά και στη νέα Δ.25 ΚΠΔ είναι για να εξηγηθεί πως, εκεί όπου κινούμαστε στο χρονικό μεταίχμιο της τροποποίησης αυτής, μα διαδικαστικά εφαρμόζεται η παλαιά Δ.25 ΚΠΔ και όχι η νέα Δ.25 ΚΠΔ, δεν σημαίνει πως είναι δυνατόν το συμφέρον της δικαιοσύνης να ερμηνεύεται με έναν τρόπο εντελώς αντίθετο με ό,τι ουσιαστικά είναι αποδεκτό σήμερα. Η διαδικαστική αναστολή δεν είχε το νόημα της δημιουργίας δύο διαφορετικών εποχών αντιμετώπισης του ζητήματος της τροποποίησης δικογράφων, με διαφορά απλά μίας ημέρας, ώστε μέχρι την 31.12.2015 να ισχύει κάτι εντελώς αντίθετο από αυτό που θα ισχύει από την 01.01.
- Δηλαδή, η ίδια η τροποποίηση της Δ.25 ΚΠΔ, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ισχύος της, καθοδηγεί και τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ακόμα και στη βάση της παλαιάς Δ.25 ΚΠΔ. Υπό το δόγμα res ipsa loquitur[4], ο ενάγων μπορεί να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, όταν δεν είναι εφικτό γι' αυτόν να αποδείξει ακριβώς τη σχετική πράξη ή παράλειψη στη ροή των γεγονότων, που οδήγησε στο ατύχημα, και με βάση τη μαρτυρία ως έχει τη δεδομένη στιγμή, είναι πιθανότερο η πραγματική αιτία του ατυχήματος να ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου ή του προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο εναγόμενος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη άσκησης εύλογης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντος. Ειδικότερα, θα πρέπει να υφίσταται καταρχήν εύλογη απόδειξη αμέλειας, και το βάρος βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος. Συναφώς, αυτή που πρέπει να δικογραφείται και να εξηγείται επαρκώς στο δικόγραφο του ενάγοντος είναι η αμέλεια, που δίδει και τη σχετική βάση αγωγής[5]. Όταν τα γεγονότα που προκάλεσαν το συμβάν τελούν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου, και το συμβάν δεν προκύπτει στη συνήθη πορεία των πραγμάτων όταν ασκείται η δέουσα επιμέλεια, συνιστά εύλογη απόδειξη πως, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον εναγόμενο περί του αντιθέτου, το συμβάν έλαβε χώρα λόγω μη άσκησης δέουσας επιμέλειας από μέρους του εναγόμενου[6]. Όπως υποδείχθηκε και στην Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All ER 822, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται το δόγμα res ipsa loquitur, που εκφράζει απλώς κανόνα απόδειξης βασισμένο στο δίκαιο και την κοινή λογική[7]· αρκεί να αποδεικνύονται τα γεγονότα που καθιστούν το δόγμα αυτό εφαρμόσιμο. Η ίδια προσέγγιση υφίσταται και στην εγχώρια νομολογία, όπου βρίσκουμε και κάποια κωδικοποίηση στο άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148· προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος αυτού αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται, και δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την αμέλεια[8]. Έχοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.25 ΚΠΔ, πριν και μετά την τροποποίησή της, και την αρχή res ipsa loquitur, η τροποποίηση στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει πως είναι αναγκαία είτε για τον καλύτερο προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων είτε για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης, ώστε να έχει σημασία και οποιοδήποτε άλλο θέμα, ως προς τους λόγους που παραλείφθηκε ή και τον χρόνο που εντοπίστηκε και οδήγησε στην αίτηση ή και ως προς την εν γένει δικονομική συμπεριφορά του Ενάγοντος. Όσα έχει εκθέσει ο Ενάγων, δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ τέτοιας τροποποίησης, η οποία απλώς θα δημιουργήσει άσκοπα ταλαιπωρία και κόστος, που θα ήταν δυσανάλογα, από κάθε άποψη. Χωρίς υπό τις περιστάσεις αυτές να είναι ανάγκη να εξεταστούν και οποιοιδήποτε άλλοι εκ των λόγων ένστασης της Εναγόμενης, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1 ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 237, Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1 ΑΑΔ 1005, Preece ν. Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι
(2012)1 ΑΑΔ 817, Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543, Kyriacos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Ltd κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολιτική Έφεση 106/2012, ημερομηνίας 18.4.2018, K. & M. (Transport) Ltd v. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου, ECLI:CY:AD:2020:A364, Πολιτική Έφεση 341/2013, ημερομηνίας 22.10.2020. [2] Andrenal Shipping Company Ltd ν. Compania Naviera Iris S.A., Πολιτική Έφεση 49/2014, ημερομηνίας 20.07.2016. [3] Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 ΑΑΔ 33. [4] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [5] Esso Petroleum Co Ltd v. Southport Corpn [1956] AC 218. [6] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [7] Smith v. Fordyce [2013] EWCA Civ 320. [8] Savvides v. Mesaritis
(1985)1 CLR 261, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και αρκετές άλλες, έως και τις πιο πρόσφατες Επίσημος Παραλήπτης v. Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2019:A382, Πολιτικές Εφέσεις 377/2012 και 383/2012, ημερομηνίας 20.9.2019, D. Skaros Enterprises Ltd v. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2019:A394, Πολιτική Έφεση 496/2012, ημερομηνίας 26.09.2019, Αριστοδήμου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, ECLI:CY:AD:2019:A441, Πολιτική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 24.10.2019. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο