← Κύπρος

ΑΡΓΥΡΟΥ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 3075/2014, 17/1/2022

ΑΡΓΥΡΟΥ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 3075/2014, 17/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3075/2014 ΧΧΧΧ ΑΡΓΥΡΟΥ Ενάγων v.

  1. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ
  2. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  3. ΧΧΧΧ ΚΑΛΑΤΖΗΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Σ. Βασιλείου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Κ. Γεωργίου (κα) για Κάλια Γεωργίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Η εκδοχή του Ενάγοντος Ο Ενάγων, δημόσιος κατήγορος, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1, εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο και ιδιοκτήτριας της εφημερίδας «Πολίτης», του Εναγόμενου 2, κατά νόμο υπεύθυνου της εφημερίδας, και του Εναγόμενου 3, δημοσιογράφου, αποζημιώσεις για δυσφήμιση που ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε την 15.05.2014, δια δημοσίευσης άρθρου, στις σελίδες 1 και 28 της εφημερίδας, με αναφορά στο σύνολο των λέξεων και φράσεων του δημοσιεύματος. Στην σελίδα 1, δημοσιεύθηκε κείμενο με τίτλο «Ο κατήγορος έκανε χάρες» και περιεχόμενο: «Καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού εναντίον του δημόσιου κατήγορου ΧΧΧΧ έκανε αστυνομικός. Υποστηρίζει ότι υπέγραψε ψευδή βεβαίωση για απουσίες φοιτήτριας». Στη σελίδα 28, δημοσιεύθηκε κείμενο του Εναγόμενου 3 με τίτλο «Καταγγελία στο ΤΑΕ - Δημόσιος κατήγορος με "ευαισθησίες"», και περιεχόμενο: «Σκηνές απείρου κάλλους εκτυλίχθηκαν χθες το πρωί στα δικαστήρια Λεμεσού με τον δημόσιο κατήγορο ΧΧΧΧ να κυνηγά στους διαδρόμους αστυνομικό που υπηρετεί στο αρχηγείο αστυνομίας, εμποδίζοντας τον να φύγει από το χώρο, έχοντας μαζί του έγγραφο που είχε υπογράψει πριν λίγα λεπτά ο εκπρόσωπος της εισαγγελίας. Ο αστυνομικός είχε αρπάξει στην κυριολεξία το έγγραφο από τα χέρια μιας κοπέλας, όταν της το έδινε ο κος ΧΧΧΧ. Σύμφωνα με την κατάθεση του αστυνομικού, ο δημόσιος κατήγορος είχε συντάξει και υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο χωρίς να έχει αρμοδιότητα και χρησιμοποιώντας ψευδή στοιχεία. Για τις απουσίες Ο δημόσιος κατήγορος φαίνεται να συνέταξε βεβαίωση σύμφωνα με την οποία η συγκεκριμένη κοπέλα που σπουδάζει σε ΙΕΚ στην Ελλάδα, από τις 17 Μαρτίου έως τις 13 Μαΐου, κατέθετε σε δίκη στο Επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού. Ο αστυνομικός βρισκόταν στην αίθουσα όπου γινόταν η συνεννόηση του δημόσιου κατήγορου με την κοπέλα και με έναν φίλο της. Σύμφωνα με την καταγγελία, ο δημόσιος κατήγορος διάλεξε τυχαία την ποινική υπόθεση ΧΧΧΧ/2011 και βεβαίωσε πως η κοπέλα έδινε κατάθεση στο δικαστήριο για δύο σχεδόν μήνες. Μάλιστα φέρεται να ζήτησε να μην αναφερθεί ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα. Επίσης φέρεται να υποσχέθηκε και στον φίλο της κοπέλας ότι θα κανονίσει να τον βγάλουν από το stoplist. Ο αστυνομικός διαπίστωσε την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον δημόσιο κατήγορο και αφού πήρε το έγγραφο που αποτελεί τεκμήριο έκανε καταγγελία στο ΤΑΕ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δημόσιος κατήγορος υπέγραψε "για τον Γενικό Εισαγγελέα"». Το άρθρο συνοδεύονταν από φωτογραφία της βεβαίωσης. Κατά τον Ενάγοντα, το δημοσίευμα κυκλοφόρησε τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας μέσω του διαδικτύου και αναμεταδόθηκε προφορικά από εκπομπές που ενημερώνουν για τίτλους εφημερίδων. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως τα πραγματικά γεγονότα ήταν ότι την 14.05.2014, στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του, εξέδωσε βεβαίωση για να πιστοποιήσει την παρουσία μάρτυρος στην ποινική υπόθεση ΧΧΧΧ/2011 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την οποία η μάρτυρας χρειάζονταν για να δικαιολογήσει τις απουσίες της από τις σπουδές της. Η μάρτυρας βρίσκονταν όντως στην Κύπρο από την 17.03.2014 μέχρι την 13.05.2014 και εντός του χρονικού αυτού διαστήματος παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για να καταθέσει στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση, στην οποία η παρουσία της ήταν απαραίτητη. Ο Ενάγων, ως ο δημόσιος κατήγορος που χειρίζονταν την υπόθεση, ήταν αρμόδιος για την έκδοση της βεβαίωσης. Κατά τη συνάντησή του με τη μάρτυρα, παρών ήταν και ο αρραβωνιαστικός της ο οποίος ήταν κατηγορούμενος σε άλλη ποινική υπόθεση που είχε τελειώσει την προηγούμενη ημέρα. Έλαβε και αυτός θετική διαβεβαίωση από τον Ενάγοντα ότι είχε τακτοποιηθεί το ζήτημα της αφαίρεσης των στοιχείων του από την «stop list». Τη στιγμή που ο Ενάγων έδιδε τη βεβαίωση στη μάρτυρα, αστυνομικός με πολιτική περιβολή που βρίσκονταν στον χώρο και που σε αμέσως προηγούμενο χρόνο είχε εκφράσει παράπονο εναντίον του Ενάγοντος, άρπαξε τη βεβαίωση και άρχισε να απομακρύνεται. Ο Ενάγων τον κάλεσε να την επιστρέψει και στη συνέχεια τον ακολούθησε, προσπαθώντας να την πάρει πίσω, χωρίς αποτέλεσμα. Κατά τον Ενάγοντα, το δημοσίευμα σημαίνει ή υπαινίσσεται ψευδώς ότι ο Ενάγων προέβη στο ποινικό αδίκημα της κατάρτισης ψευδούς εγγράφου, ότι συμμετείχε σε σκάνδαλο ή σε αξιόποινη πράξη, ότι εμπλέκεται και συνεργάζεται με άλλους για να προωθεί την αδιαφάνεια και την παρανομία, ότι προέβη σε ανάρμοστη, απρεπή ή αντιδεοντολογική συμπεριφορά και είναι διεφθαρμένος, ότι καταχράστηκε τη θέση και την ιδιότητά του για να διαπράξει ποινικά αδικήματα και ότι είναι ένοχος ποινικών αδικημάτων ή και ανήθικος άνδρας που προσβάλλει τον θεσμό του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Γι' αυτό, κατά τη θέση του, συνιστά δυσφήμιση με την οποία οι Εναγόμενοι, όπως εξέλαβε, σκόπευσαν να βλάψουν ή να επηρεάσουν δυσμενώς το κύρος, την προσωπικότητα, τη φήμη και την υπόληψή του. Αμέσως μετά τη δημοσίευση, σύμφωνα με τη θέση του Ενάγοντος, ακολούθησε μεγάλη αναστάτωση στο οικογενειακό και επαγγελματικό περιβάλλον του. Υποβλήθηκε σε έλεγχο και διοικητική έρευνα, σε ανάκριση για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων, υπέστη άγχος, θλίψη, αγωνία, λύπη, μεγάλο θυμό, αισθάνθηκε αδικία, διασύρθηκε, κατακρίθηκε και περιέπεσε σε απομόνωση, περιφρόνηση, δυσυποληψία και χλεύη, πλήγηκαν η προσωπικότητα και η φήμη του, αποδέχθηκε δυσμενή σχόλια, ενώ η ποιότητα ζωής του και η ψυχολογία του επηρεάστηκαν δυσμενώς. Όπως παραπονείται, ουδείς εκ των Εναγόμενων είχε επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικώς ή άλλως πώς πριν από τη δημοσίευση, για να τον ρωτήσει τις απόψεις του ή να διερευνήσει την αλήθεια των γεγονότων, τα οποία ο Ενάγων θεωρεί ψευδολογίες, παραπληροφόρηση και ανακρίβειες. Σε επικοινωνία που κατάφερε ο Ενάγων με τον Εναγόμενο 3 μετά από τη δημοσίευση, ο Εναγόμενος 3 και πάλι δεν ζήτησε τη θέση του για την αλήθεια των γεγονότων. Παραπονείται, ο Ενάγων, ότι, ενώ οι Εναγόμενοι ενήργησαν για την προστασία της μάρτυρος, διαγράφοντας τα δικά της στοιχεία από τη βεβαίωση που δημοσίευσαν, τον ίδιο τον εξέθεσαν, αναφέροντας το όνομά του. Γι' αυτό, την 27.05.2014, απέστειλε επιστολή στην Ένωση Συντακτών Κύπρου («ΕΣΚ»), με κοινοποίηση στην Εναγόμενη 1, με την οποία τους γνωστοποίησε το παράπονό του και τους καλούσε να προβούν στα δέοντα μέτρα. Παράλληλα, την 04.06.2014, απέστειλε επιστολή στον Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων («ΕΠΠΔ»), για τη δημοσίευση των προσωπικών του δεδομένων. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε απολογήθηκαν. Η εκδοχή των Εναγόμενων Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως η ιδιότητα του κατά νόμο υπεύθυνου της εφημερίδας δεν τον καθιστά υπεύθυνο για δημοσιεύματα της εφημερίδας για τα οποία δεν έχει οποιαδήποτε γνώση ή ανάμειξη. Χωρίς βλάβη αυτής της θέσης, σε κοινή γραμμή με τους Εναγόμενους 1 και 3, οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι ο Ενάγων είναι δημόσιος κατήγορος, τις ιδιότητες των Εναγόμενων ή το εύρος της κυκλοφορίας της εφημερίδας «Πολίτης». Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι την 15.05.2014 δημοσιεύθηκε δημοσίευμα με το περιεχόμενο που αναφέρει ο Ενάγων, αλλά μόνο στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας. Κατά τους Εναγόμενους, δεν πρόκειται για δυσφημιστικό δημοσίευμα, ούτε για δημοσίευση ψευδών ειδήσεων ή ανακριβειών που έγινε κακόβουλα ή που προκάλεσε ζημιά στον Ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση, το νόημά του είναι πως ένας αστυνομικός υπέβαλε καταγγελία εναντίον του Ενάγοντος. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν την ειδική υπεράσπιση της αλήθειας, λέγοντας πως είναι αληθές το γεγονός πως αστυνομικός που υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας προέβη σε καταγγελία στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων («ΤΑΕ») Λεμεσού κατά του Ενάγοντος και ότι για την καταγγελία αυτή προέβη σε κατάθεση, σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων χορήγησε την προαναφερόμενη βεβαίωση, με αναφορά σε υπόθεση που διάλεξε τυχαία ή και χωρίς πράγματι να χρειάζεται η παρουσία της φοιτήτριας στο Δικαστήριο για όλη την χρονική περίοδο που ανέφερε, κατά τρόπο που ο αστυνομικός διαπίστωσε την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Είναι αληθές το γεγονός που κατέθεσε και ο αστυνομικός πως ο τελευταίος άρπαξε τη βεβαίωση, ο Ενάγων του ζήτησε να την επιστρέψει, αυτός αρνήθηκε, και ο Ενάγων τον ακολούθησε στην έξοδο, προσπαθώντας να τον εμποδίσει να φύγει με τη βεβαίωση. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν επίσης την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος που έγινε καλόπιστα. Είναι, κατ' αυτούς, θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος η καταγγελία ενός αστυνομικού εναντίον ενός δημόσιου κατήγορου. Το δημοσίευμα ασκούσε κριτική και κάκιζε την στάση του δημόσιου κατήγορου σε ολόκληρο το συμβάν, όπως αυτό προκύπτει από την καταγγελία του αστυφύλακα. Θέματα που σχετίζονται με τον χώρο απονομής της δικαιοσύνης, με αστυνομικούς και δημόσιους κατήγορους και τον τρόπο που συμπεριφέρονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ήταν και συνεχίζουν να είναι θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Περαιτέρω ή διαζευκτικά, η θέση των Εναγόμενων είναι πως πρόκειται για προνομιούχο υπό επιφύλαξη δημοσίευμα που έγινε καλόπιστα. Οι Εναγόμενοι επέδειξαν κάθε επιμέλεια στη λήψη και επαλήθευση των όσων δημοσίευσαν. Ο Εναγόμενος 3, λόγω του προχωρημένου της ώρας και επειδή δεν γνώριζε το τηλέφωνο του Ενάγοντος, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του πριν από τη δημοσίευση, αλλά επικοινώνησε την επόμενη ημέρα και ζήτησε τις απόψεις του επί του θέματος, ακόμα και γραπτώς, αλλά ο Ενάγων αρνήθηκε και προειδοποίησε για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Όντως, ο Ενάγων υπέβαλε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου 3 στην ΕΣΚ, η οποία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας («ΕΔΔ») που, με απόφασή της ημερομηνίας 19.08.2014, απέρριψε την καταγγελία του Ενάγοντος επειδή ο Εναγόμενος 3 ενήργησε στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Η ΕΔΔ εξέφρασε μάλιστα και την αποδοκιμασία της για ανοίκειες αναφορές του Ενάγοντος εναντίον του Εναγόμενου 3 στο κείμενο του παραπόνου. Οι Εναγόμενοι, όπως είναι η δική τους θέση, είχαν ηθικό ή και κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσουν το επίδικο δημοσίευμα, το οποίο δημοσίευσαν στο πλαίσιο άσκησης της ελευθεροτυπίας. Οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και τον καλούν σε απόδειξη των ισχυρισμών του, ενώ εάν αποδείξει το γεγονός ότι υπέστη διοικητική έρευνα ή ανάκριση ή ζημιά, οφείλεται στην καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του ο αστυνομικός και όχι στο δημοσίευμα. Η Εναγόμενη 1 ανταπαιτεί αποζημιώσεις επειδή οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας συνιστούν, κατά τη γνώμη της, επιζήμια ψευδολογία, καθώς ψευδώς, κατά τη θέση της, ο Ενάγων αναφέρει πως η Εναγόμενη 1 τον δυσφημεί ή ότι δημοσίευσε αναλήθειες ή ανακρίβειες ή ότι παραπληροφόρησε το κοινό, ότι η Εναγόμενη 1 ή ο Εναγόμενος 3 δεν επικοινώνησαν με τον Ενάγοντα, ότι υπήρξε σκοπός βλάβης του και επηρεασμού του κύρους, της προσωπικότητας και της φήμης του, και γενικά όσα εκθέτει στο δικόγραφό του. Ο Ενάγων, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης 1, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 δεν υπήρξε κακόβουλη απέναντί του ούτε ενσυνείδητα αμελής ή αδιάφορη σε σχέση με την αλήθεια των γεγονότων, ούτε δημοσίευσε αναλήθειες, ούτε είχε σκοπό να βλάψει τον Ενάγοντα. Παραλείπει εσκεμμένα, ο Ενάγων, να αναφέρει την απόφαση της ΕΔΔ. Η αγωγή του Ενάγοντος δεν καταχωρίστηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του, αλλά για αλλότριους σκοπούς ή και προς εκφοβισμό της Εναγόμενης 1 και των δημοσιογράφων της και προς παραβίαση της ελευθερίας έκφρασής τους, κατ' επέκταση καταχρηστικά. Θα έπρεπε να γνωρίζει, ο Ενάγων, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης 1, ότι η αγωγή του είχε ασήμαντη αιτία και στερείται σοβαρότητας που να πρέπει να απασχολεί δικαίως το Δικαστήριο, συμπεραίνοντας ότι ο Ενάγων σκοπεί στο να βλάψει την Εναγόμενη 1, τη σχέση της με το αναγνωστικό κοινό, και τα οικονομικά της συμφέροντα. Περαιτέρω απαντήσεις και υπεράσπιση του Ενάγοντος Ο Ενάγων επαναλαμβάνει τη δική του εκδοχή γεγονότων και ερμηνεία. Κατά τη θέση του, ο Εναγόμενος 2, υπό την ιδιότητά του, όφειλε να γνωρίζει το επίδικο δημοσίευμα. Ο Ενάγων αμφισβητεί την ύπαρξη κατάθεσης αστυνομικού από την οποία άντλησαν πληροφόρηση οι Εναγόμενοι, τους καλεί να αναφέρουν πώς περιήλθε στην κατοχή τους κάποια υποτιθέμενη κατάθεση, ενώ εάν υπάρχει τέτοια κατάθεση, αυτή είναι ψευδής. Ο Ενάγων απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί κακοβουλίας, αλλά και την υπεράσπιση των Εναγόμενων περί αλήθειας, αρνείται και τις υπόλοιπες υπερασπίσεις των Εναγόμενων, όπως και την ανταπαίτηση της Εναγόμενης
  4. Επίδικα θέματα Νοουμένου ότι δεν αμφισβητούνται η δημοσίευση των κειμένων που συνιστούν το επίδικο δημοσίευμα και ότι αυτό αναφέρεται στον Ενάγοντα (identification), ό,τι θα πρέπει να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο είναι καταρχάς εάν το περιεχόμενό του είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα ή όχι, με την έννοια του άρθρου 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  5. Έπειτα, την έκταση τυχόν ζημιάς του Ενάγοντος και την αιτιώδη συνάφεια της με το επίδικο δημοσίευμα. Εάν διαπιστωθεί ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, θα πρέπει να εξεταστεί εάν ισχύει και επαρκεί οποιαδήποτε εκ των ειδικών υπερασπίσεων που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, στο πλαίσιο εξέτασης των οποίων υπάρχουν περαιτέρω πραγματικά ζητήματα προς επίλυση, όπως για παράδειγμα εάν είναι αλήθεια το περιεχόμενο του δημοσιεύματος (γεγονότα και σχόλια) ή εάν υπήρξε κακή πίστη κατά τον χρόνο της δημοσίευσης. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η ευθύνη του κατά νόμο υπεύθυνου. Τέλος, κατά πόσο ο Ενάγων, με την έγερση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 και την προβολή των ισχυρισμών του στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, έχει διαπράξει το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας κατά το άρθρο 25 Κεφ.148 και κατά πόσο η Εναγόμενη 1 υπέστη αιτιωδώς σχετική ζημιά. Διαδικασία Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντος, κατέθεσε εκτεταμένα ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ1) την 17.09.2021, την 27.09.2021 και την 13.10.
  6. Στη συνέχεια, την 29.10.2021 κατέθεσε και η κυρία ΧΧΧΧ (ΜΕ2). Για την πλευρά των Εναγόμενων την 03.11.2021 κατέθεσε ο κύριος ΧΧΧΧ (ΜΥ1). Δεν ζητήθηκε η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας. Η συνολική διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, περιλαμβανομένων των διαδικαστικών καθυστερήσεων, ήταν περίπου 8 ώρες και 30 λεπτά. Κατατέθηκε περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία στην οποία θα γίνει αναλυτική αναφορά στη συνέχεια. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας δόθηκε χρόνος που ζήτησαν οι συνήγοροι των διαδίκων για να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Την 17.12.2021, οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους στις οποίες επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντος και των Εναγόμενων αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι βρίσκεται ενώπιον του, δικόγραφα, μαρτυρία και επιχειρηματολογία, ακόμα κι αν δεν αναπαράγεται το περιεχόμενό τους αυτολεξεί ή και με όλη του τη λεπτομέρεια. Μαρτυρία ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής του που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α.[1] Σε αυτήν, όπως και σε απαντήσεις του που έδωσε στο πλαίσιο της προφορικής κυρίως εξέτασής του, ανέφερε πως εργάζεται ως δημόσιος κατήγορος από το 2005, με εξαίρετες συστάσεις και επιδόσεις στην εργασία του, με επαγγελματικό και κοινωνικό έργο που τον κατέστησαν πρόσωπο γνωστό στην τοπική κοινωνία, που χαίρει εκτίμησης από τον κόσμο. Ως προς τα γεγονότα της 14.05.2014, ο Ενάγων επανέλαβε όσα και στο δικόγραφό του, πως, ασκώντας τα καθήκοντά του, εξέδωσε βεβαίωση σε πολίτη της Δημοκρατίας για την παρουσία της στην ποινική υπόθεση XXXXX/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για να δικαιολογήσει τις απουσίες της από τις σπουδές της στην Ελλάδα, εφόσον η παρουσία της ήταν απαραίτητη για την ακρόαση της προαναφερόμενης ποινικής υπόθεσης και ο ίδιος είναι ο μόνος που θα μπορούσε να εκδώσει τέτοια βεβαίωση, το περιεχόμενο της οποίας ήταν αληθές. Κατά τη συνάντηση που είχε με την εν λόγω μάρτυρα, παρών ήταν και ο αρραβωνιαστικός της ο οποίος ήταν κατηγορούμενος σε άλλη ποινική υπόθεση που είχε τελειώσει την προηγούμενη ημέρα και τον οποίο διαβεβαίωσε, απαντώντας σε ερώτησή του, πως τα στοιχεία του, εφόσον τελείωσε η υπόθεσή του, θα αφαιρούνταν από την «stop list». Τα διαδραματιζόμενα στο γραφείο του Ενάγοντος είχαν περιέλθει στην αντίληψη ενός αστυνομικού που βρίσκονταν στον χώρο με πολιτική περιβολή, ο οποίος είχε παράπονο από τον Ενάγοντα γιατί, όπως ο Ενάγων διαπίστωσε ή αντιλήφθηκε εκ των υστέρων, είχε ζητήσει την εναντίον του έκδοση ενταλμάτων σύλληψης επειδή δεν παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας. Την ώρα που ο Ενάγων έδιδε τη βεβαίωση στη μάρτυρα, ο αστυνομικός την άρπαξε και βγήκε έξω, φωνάζοντας πως είχε στα χέρια του ψευδή δήλωση από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων, όταν αντιλήφθηκε πως δεν ήταν κάποιο αστείο και ο αστυνομικός δεν είχε ανταποκριθεί στην κλήση του να επιστρέψει το έγγραφο, προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον σταματήσει και να λάβει πίσω το έγγραφο, με τη βοήθεια ενός άλλου αστυνομικού που ήταν στον χώρο, φτάνοντας μέχρι την έξοδο του Δικαστηρίου, όπου δέχθηκε απειλή από τον δράστη αστυνομικό πως, εάν τον αγγίξει, θα τον καταγγείλει για επίθεση. Για το περιστατικό αυτό ο Ενάγων έκανε μια σειρά ενεργειών. Μίλησε με άτομα της υπηρεσίας του για να τους ενημερώσει για το αληθές της βεβαίωσης και με διάφορα μέλη της Αστυνομίας όπου στη συνέχεια έδωσε κατάθεση. Όπως ανέφερε στην προφορική κυρίως εξέτασή του: «είχα μεταβεί στον Γενικό Εισαγγελέα (κύριο ΧΧΧΧ) και στον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα (κύριο ΧΧΧΧ) και τους κάλεσα πάραυτα να διεξάγουν έρευνα για το αληθές ή όχι της βεβαίωσης. Εγώ, γνωρίζοντας ποιος είμαι και τι έγραψα, είπα εάν δεν ευσταθούν, αναμένω από την υπηρεσία και τη δικαιοσύνη». Εναντίον του αστυνομικού καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση ΧΧΧΧ/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία την 06.09.2018 εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση και την 05.10.2018 επιβλήθηκε ποινή. Ο ΜΕ1 προσκόμισε αντίγραφα των δύο αποφάσεων, καταδίκης και ποινής, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2 αντίστοιχα. Στο Τεκμήριο 1 βεβαιώνεται πως την 14.05.2014 έλαβε χώρα περιστατικό στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου ένας αστυνομικός, μετά από στιχομυθία με τον ΜΕ1, άρπαξε το έγγραφο της βεβαίωσης που είχε ετοιμαστεί για να δοθεί στην φοιτήτρια και πορεύθηκε στον χώρο του Δικαστηρίου για να φύγει. Ο ΜΕ1 μαζί με άλλο πρόσωπο ακολούθησαν τον αστυνομικό μέχρι την έξοδο του Δικαστηρίου προκειμένου να τον σταματήσουν, ανεπιτυχώς. Το συμβάν έγινε ενώπιον κόσμου που βρίσκονταν στο Δικαστήριο. Εάν ο ΜΕ1 είχε ή δεν είχε αρμοδιότητα να εκδώσει τέτοια βεβαίωση ή το αληθές της, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1, απασχόλησαν παρεμπιπτόντως στη δίκη της ποινικής υπόθεσης ΧΧΧΧ/2015, χωρίς να αποφασίζεται. Ήταν θέμα ως προς το οποίο είχε αμφιβολίες ή διαφορετική γνώμη ο αστυνομικός που κατήγγειλε τον Ενάγοντα. Από το κείμενο του Τεκμηρίου 1, φαίνεται πως ο αστυνομικός, μετά το περιστατικό που έγινε στο Δικαστήριο την 14.05.2014, μετέβη στην Αστυνομία όπου όντως έδωσε κατάθεση και παρέδωσε το έγγραφο της βεβαίωσης, κατηγορώντας τον ΜΕ1 για όσα ο ίδιος πίστευε για την πράξη του ΜΕ
  7. Ο ΜΕ1 αναφέρει πως μετά από τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, που ο ΜΕ1 προσκόμισε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3, έλαβε σημαντικό αριθμό κλήσεων από γνωστούς και φίλους σχετικά με το ότι έχει δημοσιευθεί ένα άρθρο που σπιλώνει τη φήμη και την υπόληψή του, ενώ αναστατώθηκε η οικογένειά του γιατί υποβιβάστηκαν οι ηθικές του αξίες. Σε ερώτηση επί τούτου κατά την προφορική κυρίως εξέτασή του, ανέφερε πως ο ίδιος πληροφορήθηκε για το δημοσίευμα, όταν την επόμενη ημέρα το πρωί ήρθε στο γραφείο του μία συνάδελφός του και του είπε: «εγράψαν σε οι εφημερίδες», «γράφει σε ο Πολίτης μέσα». Την ρώτησε: «για ποιο πράμα;», και του είπε: «δεν ξέρω, είσαι ευαίσθητος». Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τον πήρε και η μητέρα του αναστατωμένη και του είπε ότι την πήρε τηλέφωνο ο θείος του και της είπε ότι διάβασε στην εφημερίδα ότι είναι πρωτοσέλιδο σε σχέση με κάποιο περιστατικό· την καθησύχασε και από εκεί και πέρα ακολούθησαν και άλλα τηλεφωνήματα. Έτσι, αναγκάστηκε να αγοράσει την εφημερίδα, για να διαπιστώσει ότι γίνονταν αναφορά στο άτομό του ονομαστικά, αλλά και ότι υπήρχε και φωτοαντίγραφο του κλαπέντος εγγράφου. Είχαν προβεί σε σβήσιμο των στοιχείων της κοπέλας για την οποία εκδόθηκε η βεβαίωση και της σχολής της, όμως τον ίδιο τον είχαν αφήσει εκτεθειμένο, αναφέροντας και αναλήθειες. Κατά τον Ενάγοντα, το δημοσίευμα δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας αλλά και στην ηλεκτρονική της έκδοσης στο διαδίκτυο και αναγνώστηκε από αριθμό τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών στο πλαίσιο ανάγνωσης των πρωτοσέλιδων των καθημερινών εφημερίδων, ενώ το δημοσίευμα κοινοποιήθηκε και αναδημοσιεύθηκε σε ευρύ κοινό αναγνωστών, πλήττοντας ανεπανόρθωτα το πρόσωπό του. Επαναλαμβάνει και ενόρκως, ο Ενάγων, πως ουδείς επικοινώνησε μαζί του για να ρωτήσει τη θέση του και να βεβαιώσει το αληθές των γεγονότων πριν από τη δημοσίευση. Οι Εναγόμενοι βασίστηκαν σε μία ψευδή καταγγελία εναντίον του και επανέλαβαν το περιεχόμενό της χωρίς διερεύνηση. Ακόμα και όταν ο ίδιος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 3, ουδέποτε ρωτήθηκε για τη θέση του. Ειδικότερα, όπως ανέφερε κατά την προφορική κυρίως εξέτασή του, με τον Εναγόμενο 3 είχε μόνο μία ολιγόλεπτη συνομιλία. Την επόμενη ημέρα, προσπάθησε ο ίδιος ο Ενάγων να τον πάρει τηλέφωνο, όμως δεν απαντούσε και ο Ενάγων δεν είχε το κινητό του. Την ημέρα που ακολούθησε, βρίσκονταν στο δωμάτιο των δημοσίων κατηγόρων μαζί με συναδέλφους του που του ανέφεραν ότι ο Εναγόμενος 3 έχει ενεργή συμμετοχή στο Facebook. Ειδοποιήθηκε μέσω του Facebook από συνάδελφό του που τον κάλεσε να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα. Πράγματι, ο Εναγόμενος 3 τον πήρε τηλέφωνο, στην παρουσία άλλων συναδέλφων του. Ρώτησε τον δημοσιογράφο ο Ενάγων: «ο κ. ΧΧΧΧ;», συνεχίζοντας και λέγοντάς του, αστειευόμενος: «είμαι ο ευαίσθητος που κάνει χάρες». Του έκανε, όπως λέει, τρεις ερωτήσεις: «Με γνωρίζετε;». «Όχι», απάντησε ο Εναγόμενος
  8. «Γιατί δεν πήρατε και τη δική μου θέση;», τον ρώτησε ο Ενάγων. «Δεν έκρινα ότι χρειάζεται», απάντησε ο Εναγόμενος
  9. Τον ρώτησε ο Ενάγων «καλά, αφού δεν έκρινες ότι δεν ήταν σωστό να με καλέσεις και ήταν σωστό να απαλείψεις το όνομα της κοπέλας και το εκπαιδευτήριο, γιατί δεν έπραξες το ίδιο;», και του απάντησε ο Εναγόμενος 3: «εσύ είσαι δημόσιο πρόσωπο και πρέπει να δέχεσαι την κριτική και εκπροσωπείς τον γενικό εισαγγελέα». Του είπε ο Ενάγων: «συμφωνώ, αλλά όταν αυτά που γράφεις με προσβάλλουν, με δυσφημούν και αυτά που λέεις αμαυρώνουν την πορεία μου στην υπηρεσία μου, το λιγότερο που θα μπορούσες να κάνεις είναι να με βοηθήσεις να μην φαίνονται τα προσωπικά μου στοιχεία». Η συνομιλία τους, όπως ανέφερε, διήρκησε τρία με τέσσερα λεπτά και αυτή ήταν η μοναδική φορά που μίλησαν. Επειδή το έγγραφο που κλάπηκε βρέθηκε την ίδια ημέρα στα χέρια της εφημερίδας και το επίσημο κατατέθηκε ως τεκμήριο από τον αστυνομικό, ο Ενάγων δεν τον ρώτησε πώς ή πού το βρήκε, αντιλαμβανόμενος ότι καλύπτεται από το προνόμιο των δημοσιογράφων. Θεωρεί ότι το δημοσίευμα είναι αναληθές και ανακριβές και ότι εξαιτίας του διασύρθηκε, κατακρίθηκε, περιέπεσε σε περιφρόνηση και χλεύη και πλήγηκε η προσωπικότητά του, καθότι αφέθηκαν αιχμές για τη διαγωγή και την ακεραιότητά του ως λειτουργού και αξιωματούχου του Γενικού Εισαγγελέα. Αναφέρει και ενόρκως, ο Ενάγων, στη γραπτή του δήλωση, πως, ως απόρροια του δημοσιεύματος, θορυβήθηκαν οι προϊστάμενοί του, ο ίδιος έλαβε τηλεφώνημα από τον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος του ζήτησε ενημέρωση, ενώ υπέστη διοικητική έρευνα και ανάκριση για τυχόν διάπραξη πειθαρχικών ή ποινικών αδικημάτων. Επαναλαμβάνει ενόρκως και την εντύπωση που κατά τη γνώμη του δημιουργεί το επίδικο δημοσίευμα, με τον ίδιο τρόπο που τη δικογραφεί, ενώ κατ' αυτόν η αλήθεια είναι πως ουδέποτε συνέταξε ψευδή βεβαίωση αλλά πιστοποίησε καθηκόντως αληθινό γεγονός και τα γεγονότα ήταν όπως ο ίδιος τα ανέφερε. Περιγράφει επίσης τη ζημιά του, με τον ίδιο τρόπο που τη δικογραφεί, μεταξύ άλλων ότι υπέστη άγχος, θλίψη, αγωνία, λύπη, μεγάλο θυμό, αισθάνθηκε αδικία και επηρεασμό της ιδιωτικότητας του. Όπως ανέφερε στην προφορική κυρίως εξέτασή του: «δέχθηκα πολλά πράγματα και μπροστά μου και πίσω μου, με χαρακτηριστική την έκφραση την Κυπριακή "τσιαμέ που υπάρχει καπνός υπάρχει τσιαι φωθκιά", κάτι που, το λέω με θλίψη, πέραν των τηλεφωνημάτων, είχε τύχει χρήσης και από συναδέλφους μου. Η εφημερίδα πολίτης δημοσιεύθηκε την 15.05.2014, ημέρα Τετάρτη. Συνάδελφος από την Πάφο (ο κύριος ΧΧΧΧ), ο οποίος είχαμε ενώπιον της κυρίας ΧΧΧΧ υπόθεση, και βρισκόμασταν στο στάδιο των αγορεύσεων, σε ημερομηνία που δόθηκε 03.06.2014, και ενώ εγώ αγόρευα για την εν λόγω υπόθεση, ο κύριος ΧΧΧΧ έβγαλε από τη βαλίτσα αντίγραφο του Πολίτη, την έβαλε να την βλέπω την ώρα που αγόρευα, να την βλέπω, τον κατήγγειλα γιατί στην αγόρευσή του . ...» «το δημοσίευμα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου, την ιδιωτική και την επαγγελματική. Στιγματίστηκε το όνομα μου γι' αυτό και επτά χρόνια μετά ζητώ από το Δικαστήριο να φύγει από αυτό το πρωτοσέλιδο, ότι δεν είναι έτσι. Μπορεί να είμαι ιδιότροπος, να έχω ελαττώματα, φωνακλάς, όμως ανέντιμος ποτέ μου». Δεν έλαβε απολογία, όπως ανέφερε. Κατήγγειλε τους Εναγόμενους στην ΕΣΚ, και γι' αυτό προσκομίζει σχετική επιστολή ημερομηνίας 27.05.2014 (Τεκμήριο 4Α), και στο γραφείου του ΕΠΠΔ, και γι' αυτό προσκομίζει σχετική επιστολή ημερομηνίας 04.06.2014 (Τεκμήριο 4Β). Ο ΜΕ1, κατά την προφορική κυρίως εξέτασή του, χαρακτήρισε την επιστολή του Τεκμηρίου 4Α «πολύ προσεκτική και ευγενική». Στο Τεκμήριο 4Α, ο Ενάγων, στις δύο πρώτες παραγράφους, αναφέρθηκε στον εαυτό του και στη συνέχεια εξέφρασε το παράπονό του ότι ο δημοσιογράφος καταχράστηκε τη δυνατότητα του λειτουργήματός του να εκφράζεται μέσω ημερήσιας εφημερίδας και σπίλωσε το όνομα και την επαγγελματική του ιδιότητα, στηριζόμενος σε ψεύδη και αναλήθειες, εκθέτοντας και δυσφημίζοντάς τον στον έντυπο τύπο και κατ' επέκταση σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Ο Ενάγων παραπονέθηκε πως ο δημοσιογράφος, αντιεπαγγελματικά, χωρίς να επιβεβαιώσει τις πηγές του και χωρίς να ζητήσει τη θέση του Ενάγοντος, συνέταξε «ψευδές» και προσβλητικό άρθρο, με σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του Ενάγοντος ως «δημόσιου προσώπου» και να πουλήσει η εφημερίδα περισσότερα αντίτυπα ή να πείσει τους προϊστάμενούς του ότι «έβγαλε λαβράκι», χωρίς έγνοια εάν το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται αδικείται από όσα πλάσαρε στον αναγνώστη που μπορεί να θεωρείται ότι υπάρχει «σκάνδαλο». Όταν επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο 3, εφόσον ο Εναγόμενος 3 εξαναγκάστηκε από τον Ενάγοντα σε τέτοια επικοινωνία, δεν δόθηκε κάποια εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν ζητήθηκε η θέση του Ενάγοντος και που ο δημοσιογράφος αρκέστηκε στη λήψη της επιστολής που παράνομα του χορήγησε πληροφοριοδότης του. Στο Τεκμήριο 4Α, ο Ενάγων αναφέρεται με κάπως έντονο τρόπο στο πρόσωπο του Εναγόμενου 3, βάζοντας σε εισαγωγικά λέξεις ή φράσεις όπως το «έγκριτος» ή το «tv persona». Στο Τεκμήριο 4Β, ο Ενάγων είχε παραπονεθεί για τη δημοσιοποίηση του ονόματος και της ιδιότητάς του και την μη προστασία του από την θυματοποίηση από πιθανή αρνητική δημοσιότητα, αλλά και για τη θέση σε κυκλοφορία υπηρεσιακού εγγράφου χωρίς συγκατάθεση, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν προϊόν κλοπής, καλώντας το γραφείου του ΕΠΠΔ να λάβει μέτρα. Περί τα τέλη Αυγούστου 2014, ο Ενάγων πληροφορήθηκε από φιλικό του πρόσωπο για την ύπαρξη νέου δημοσιεύματος, ημερομηνίας 20.08.2014, που σχολίαζε απόφαση της ΕΕΔ, στη διαδικασία ενώπιον της οποίας ο ίδιος δεν κλήθηκε. Ο ΜΕ1 προσκομίζει το δημοσίευμα αυτό που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  10. Στο Τεκμήριο 5, περιέχεται δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης», ημερομηνίας 20.08.2014, με τίτλους «Διπλά εκτεθειμένος ο δημόσιος κατήγορος», «Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δικαίωσε δημοσιογράφο του "Π"» και «Καταπέλτης κατά του δημόσιου κατήγορου ήταν η ΕΔΔ» και κείμενο της δημοσιογράφου κυρίας Σόφης Ορφανίδου με περιεχόμενο: «Ο δημόσιος κατήγορος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ΧΧΧΧ είχε την ευκαιρία να παραθέσει τις θέσεις και απόψεις του έστω και την επομένη του δημοσιεύματος, όπως του ζήτησε ο συντάκτης της είδησης ΧΧΧΧ. Αυτός όμως όχι μόνο αρνήθηκε να το πράξει σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά αντίθετα επέλεξε να προβεί σε διατύπωση απειλών και να αδειάσει ολόκληρο υβρεολόγιο εναντίον του δημοσιογράφου, χρησιμοποιώντας φράσεις όπως "συνέταξες αυτό το ψευδές και προσβλητικό άρθρο με σκοπό να δημιουργήσεις εντυπώσεις", "για να πουλήσει η εφημερίδα στην οποία εργάζεται ακόμα λίγα μονόευρα αντίτυπα", "για να πείσεις τους προϊσταμένους σου ότι έβγαλες λαβράκι για να λάβεις bonus", "πλάσαρες μολυσμένη δουλειά στον κοινό αναγνώστη βαφτίζοντάς την ως σκάνδαλο", "δεν έχεις στοιχειώδη επαγγελματική τσίπα" και άλλα διάφορα. Τα παραπάνω δεν τα λέμε εμείς, αλλά συνθέτουν την απόφαση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που εξέτασε το παράπονο του εν λόγω δημόσιου κατήγορου εναντίον του κ. ΧΧΧΧ και απεφάνθη ότι ο δημοσιογράφος έκανε ορθώς τη δουλειά του αφού ενέργησε στο πλαίσιο της επαγγελματικής δεοντολογίας. Αντίθετα η επιτροπή ήταν καταπέλτης κατά του κ. ΧΧΧΧ, τη συμπεριφορά του οποίου χαρακτηρίζει ως "ανεπίτρεπτη" και μάλιστα "εκφράζει την αποδοκιμασία της για τις ανοίκειες αναφορές του παραπονούμενου εναντίον του δημοσιογράφου, θεωρώντας ανεπίτρεπτη την πρακτική της διατύπωσης γενικόλογων και αστήρικτων από γεγονότα αφοριστικών ισχυρισμών εναντίον λειτουργών των ΜΜΕ". Στο δημοσίευμα ημερομηνίας 15.05.2014, ο συνάδελφος επικαλείτο γραπτή καταγγελία αστυνομικού εναντίον του δημόσιου κατήγορου, τον οποίο είδε με τα μάτια του να υπογράφει ψευδή βεβαίωση σε μια κοπέλα ότι δήθεν ήταν μάρτυρας σε ποινική διαδικασία και ότι δήθεν κατέθετε για περίοδο δύο μηνών στο δικαστήριο, με σκοπό να αποζημιωθεί από τη Δημοκρατία. Για σκοπούς μάλιστα απόδειξης της καταγγελίας του, ο αστυνομικός είχε καταφέρει να αποσπάσει από τα χέρια του δημόσιου κατήγορου τη σχετική βεβαίωση, την οποία περιέλαβε ως τεκμήριο στην καταγγελία του για σκοπούς απόδειξης πιθανού ποινικού αδικήματος. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, αλλά και λόγω του ότι τη δεδομένο χρονική στιγμή δεν είχε το τηλέφωνό του, ο συνάδελφος δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον κ. ΧΧΧΧ προτού δημοσιεύσει την είδηση. Εξάλλου τη δεδομένη στιγμή δεν το θεώρησε άκρως απαραίτητο αφού το δημοσίευμα βασίζονταν στην αυθεντικότητα μιας καταγγελίας (του αστυνομικού) και μαζί στην αυθεντικότητα της επίμαχης βεβαίωσης. Ωστόσο την επομένη ο συνάδελφος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. ΧΧΧΧ, από τον οποίο ζήτησε τις θέσεις του ακόμα και γραπτώς με σκοπό να τις δημοσιεύσει. Αντ' αυτού όμως ο κατήγορος, σύμφωνα με την ΕΔΔ, προχώρησε σε διατύπωση απειλών για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του». Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Εναγόμενων, κυρία Γεωργίου. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει ότι όντως υπήρξε ηλεκτρονική έκδοση του δημοσιεύματος ή αναμεταδόσεις, οι απαντήσεις του Ενάγοντος ενείχαν γενικότητα και αοριστία, εφόσον δεν αναφέρονταν σε συγκεκριμένες ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις ή αναμεταδόσεις από συγκεκριμένες εκπομπές ή δημοσιογράφους. Η δικαιολογητική τους βάση ήταν ότι ισχύει κάτι τέτοιο επειδή ισχύει και γενικά πως ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές κάνουν συνήθως ανάγνωση τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Του ζητήθηκε από τη συνήγορο των Εναγόμενων να υποδείξει τις αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα που ο ίδιος θεωρεί αναλήθειες. Ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε αρκετό χρόνο, διαβάζοντας τα κείμενα εκείνη την ώρα, προκειμένου να δώσει απαντήσεις. Αναφέρθηκε στην αναφορά ότι η βεβαίωση ήταν ψευδής. Η συνήγορος των Εναγόμενων του υπέδειξε πως το γεγονός που αναφέρεται είναι η καταγγελία από τον αστυνομικό, η οποία έχει ως περιεχόμενό της μια βεβαίωση που, κατά τη θέση του καταγγέλλοντος, ήταν ψευδής. Ο ΜΕ1 συνέχισε να υποδεικνύει τα σημεία που θεωρεί αναλήθειες με αναφορά στο περιεχόμενο της καταγγελίας του αστυνομικού, ως προς την περίοδο που κατέθετε η κοπέλα στο Δικαστήριο, ότι διάλεξε τυχαία την υπόθεση, πως υποσχέθηκε στον φίλο της να τον βγάλει από την «stop list» ως χάρη, ότι ο αστυνομικός διαπίστωσε πιθανά αδικήματα. Η αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα αυτά είναι άλλη, που εξηγεί. Θεωρεί αναληθή και την αναφορά πως ο ίδιος «κυνήγησε» τον αστυφύλακα στο Δικαστήριο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι τον συνόδευσε και τον καλούσε να του παραδώσει το έγγραφο που απέσπασε από εκείνον. Η συνήγορος των Εναγόμενων του υπέδειξε πως η αναφορά ότι τον «κυνήγησε» έχει το ίδιο νόημα με ό,τι ο ίδιος ο ΜΕ1 περιγράφει στη μαρτυρία του, αλλά και με όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο
  11. Ο ΜΕ1 διαφώνησε και ανέφερε πως το «κυνήγησε», σε συνάρτηση με το «σκηνές απείρου κάλλους» και ο τρόπος που το περιγράφει ο δημοσιογράφος δεικνύει κατά τη γνώμη του ότι εκείνος έκαμε κάτι το μεμπτό και μετά έτρεχε να το διορθώσει. Θεωρεί αναλήθεια, επίσης, ότι ο αστυνομικός ήταν στην αίθουσα του γραφείου του, εφόσον εκείνος μπαινόβγαινε σε αυτήν, ή την ιδιότητα με την οποία παρουσιάστηκε το άτομο που ήταν μαζί με την κοπέλα που έλαβε τη βεβαίωση. Ο ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο της βεβαίωσης που είχε δώσει στη μάρτυρα, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  12. Υποβλήθηκαν στον μάρτυρα ερωτήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  13. Ο ΜΕ1 ανέφερε τους λόγους που, ενώ η μαρτυρία της κοπέλας είχε τελειώσει την 03.04.2014, έπρεπε να παραμείνει στην Κύπρο για περισσότερο χρονικό διάστημα και κατ' επέκταση τους λόγους για τους οποίους αναφέρθηκε στη βεβαίωση αυτή ότι «παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από 17/3/14 μέχρι 13/5/14 στην Υπόθεση ΧΧΧΧ/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η παρουσία της ήταν απαραίτητη ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση», με τη συνήγορο των Εναγόμενων να υποβάλλει στον μάρτυρα πως, με τα δεδομένα που τέθηκαν σε σχέση με την αναγκαιότητα της παρουσίας της μάρτυρος εκείνης για τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν, σε συνάρτηση με τον τρόπο που διατύπωσε τη βεβαίωση, εύλογα θα μπορούσε να μιλήσει κάποιος για χάρη, και τον ΜΕ1 να διαφωνεί σε μια τέτοια υποβολή. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε εκ νέου στις ενέργειες που έγιναν μετά το επεισόδιο με τον αστυνομικό, που ο ίδιος είχε αναφέρει και καταγγείλει ως «σοβαρό επείγον θέμα». Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε πως να του κλέψει έγγραφο κάποιος, με την έννοια του Ποινικού Κώδικα, από τότε που ασκεί τα καθήκοντά του, δεν έτυχε ξανά, ειδικότερα αστυνομικός· ενώ υπάρχουν αψιμαχίες στο πλαίσιο της ζωντανής δίκης, δεν έτυχε ποτέ ούτε το όνομά του να αναφερθεί σε έντυπη εφημερίδα. Η συνήγορος των Εναγόμενων αμφισβήτησε τον αντίκτυπο του δημοσιεύματος που ανέφερε ο ΜΕ
  14. Ο ΜΕ1 απάντησε, διαφωνώντας, μεταξύ άλλων: «. . υπέστηκα έλεγχο από την υπηρεσία μου, κατά πόσο αυτά που έγραψα ήταν αλήθεια, η Εισαγγελία είχε πάρει τους φακέλους και διαπίστωσε ότι έγινε αλήθεια, είχε γίνει τόσο σούσουρο που ένιωθα ότι ήμουν υπό τον φακό της δακτυλοσκόπησης». Τότε η συνήγορος των Εναγόμενων του υπέβαλε πως οποιαδήποτε αναστάτωση τυχόν προκλήθηκε είναι από το επεισόδιο με τον αστυνομικό στο Δικαστήριο που του έκλεψε το έγγραφο και κατέληξε στο να του λέει πως μπορεί να τον καταγγείλει και για επίθεση, την καταγγελία και το περιεχόμενό της, και όχι από το δημοσίευμα. Ο ΜΕ1 διαφώνησε, λέγοντας πως είναι η δημοσιότητα που υπήρξε από την επόμενη ημέρα της κλοπής που δημιούργησε το θέμα. Το επεισόδιο στο Δικαστήριο είχε γίνει εκείνη την ημέρα και τέλειωσε. Εκείνο που δημιούργησε τον περισσότερο θόρυβο ήταν το δημοσίευμα, όπου συγγενείς του, συνάδελφοί του, τις επόμενες μέρες ή εβδομάδες, δεν είχαν άλλο θέμα να συζητούν εκτός εάν εκείνος έκανε παρανομία. Το δημοσίευμα έδιδε συνεχόμενη κακή εικόνα προς το άτομό του. Η συνήγορος των Εναγόμενων υπέβαλε στη συνέχεια στον ΜΕ1 πως επίσης την αναστάτωση προκάλεσε ο ίδιος με τις ενέργειες στις οποίες προέβη μετά το επεισόδιο, που τηλεφώνησε σε τόσο κόσμο και το ανήγαγε σε μείζον θέμα. Ο ΜΕ1 απάντησε πως μετά το επεισόδιο θεώρησε πως έπρεπε να ενημερώσει τους προϊσταμένους τους, οι ενέργειες που έκανε ήταν εσωτερικής φύσης και το θέμα, εάν δεν υπήρχε το δημοσίευμα, θα ξεχνιόνταν σύντομα, αλλά η εφημερίδα, αναπαράγοντας τη ψευδή καταγγελία του αστυνομικού, έδωσε σε αυτήν και στα γεγονότα που περιέχονταν σε αυτήν άλλη διάσταση. Η συνήγορος των Εναγόμενων υπέβαλε στον ΜΕ1 πως είναι ο ίδιος που υπέδειξε στους προϊσταμένους του και στις Αρχές να προβούν σε έρευνα, για να αποδειχθεί η αλήθεια της βεβαίωσης που εξέδωσε και να δικαιωθεί, άρα δεν έχει σχέση το δημοσίευμα με το ότι υπέστη διερεύνηση. Ο ΜΕ1 δεν διαφώνησε πως ο ίδιος ζήτησε να γίνει έρευνα, αλλά επέμεινε πως τη ζημιά την έκανε η δημοσίευση, λέγοντας μάλιστα: «. .δεν θα ήμασταν εδώ σήμερα, ούτε έχω όρεξη επτάμισι χρόνια μετά να είμαι ενώπιον του Δικαστηρίου σε αστική υπόθεση γι' αυτή την υπόθεση». Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, ο ΜΕ1 παρουσίασε, μετά από αίτημα της συνηγόρου των Εναγόμενων, επιστολή ημερομηνίας 09.06.2015 της δικηγόρου του προς την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού με τίτλο «ενημέρωση για τυχόν ποινική δίωξη και πειθαρχική έρευνα εναντίον του αστυφύλακα ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ», που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Στο Τεκμήριο 7, δικηγόρος που ενεργούσε κατά τον χρόνο εκείνο ως η δικηγόρος του Ενάγοντος ζητά ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης εναντίον του αστυνομικού. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης, κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου των Εναγόμενων, επιστολή της ίδιας δικηγόρου του ημερομηνίας 28.07.2015, με τον ίδιο τίτλο, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρει την προηγούμενη επιστολή της και τηλεφωνική επικοινωνία τους καθώς και ότι χρειάζεται την ενημέρωση για τις ανάγκες απόδειξης της αγωγής του Ενάγοντος στην υπόθεση αυτή. Στην υπόδειξη της συνηγόρου των Εναγόμενων ότι ο Εναγόμενος 2, επειδή είναι για κάποιους σκοπούς κατά νόμο υπεύθυνος δεν σημαίνει ότι μπορεί να ενάγεται για δημοσιεύματα τα οποία μπορεί κάποιος να θεωρεί δυσφημιστικά, ο Ενάγων αρχικά απάντησε ότι δεν γνωρίζει και αφήνει το θέμα στο Δικαστήριο, και έπειτα σε υποβολή ότι δεν γνώριζε για το δημοσίευμα ο Εναγόμενος 2, απάντησε: «διαφωνώ, αν δεν έχει λόγο, δεν είναι υπεύθυνος, είναι ανεύθυνος». Ο ΜΕ1 θεωρεί αναληθή την αναφορά του Εναγόμενου 3 ότι ζήτησε από τον Ενάγοντα να εκθέσει τις απόψεις του ακόμα και την επόμενη ημέρα. Επίσης, θίγει ότι δεν ακούστηκε στην ΕΔΔ μόνο μέσα από την υποβολή του παραπόνου του, αλλά θα έπρεπε να τον καλέσει να προσκομίσει αποδείξεις. Δεν γνωρίζει εάν απαντήθηκε η επιστολή, ο ίδιος έλαβε ενημέρωση για την απόφασή της μέσω της εφημερίδας, ενώ το γραφείο του ΕΠΠΔ απάντησε και ανέφερε πως αρμόδιος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας. Όταν ερωτήθηκε εκ νέου, από τη συνήγορο των Εναγόμενων, πώς θεωρεί ότι υπήρξε παρέμβαση στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, ο ΜΕ1 περιορίστηκε να αναφέρει πως όταν μέσα στην πίεση της δουλειάς προσπαθείς να ανταπεξέλθεις και έρχονται τα τηλεφωνήματα και οι πιέσεις, είναι παρεμβατικό. Σε κάπως πιο προκλητική ερώτηση της συνηγόρου των Εναγόμενων «μήπως το πρόβλημά σας είναι ότι χάσατε το μέτρο και δεν αντέχετε την αμφισβήτηση;», ο ΜΕ1 απάντησε, προφανώς θιγμένος: «λυπούμαι που καταφέρεστε έτσι στο πρόσωπό μου, δεν θα μπορούσα να μην κάνω τίποτε». Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους σοβαρούς ισχυρισμούς του ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν με σκοπιμότητα εναντίον του, ο ΜΕ1 ανέφερε την χρήση εισαγωγικών στο δημοσίευμα. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε τις υποβολές της συνηγόρων των Εναγόμενων ότι το δημοσίευμα είναι ουσιωδώς αληθές, πως οι Εναγόμενοι ήταν καλόπιστοι, πως τα σχόλια ήταν εύλογα για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, λέγοντας στο τέλος: «επειδή ήμουν δημόσιο πρόσωπο δεν σημαίνει ότι έπρεπε να με θίξει, να με χρησιμοποιήσει για να πωλήσει». ΜΕ2 Η ΜΕ2 συνεργάζεται με τον Ενάγοντα τον οποίο γνωρίζει από το 2004-
  16. Εκτελεί όμοιας φύσης καθήκοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δηλαδή χειρίζεται ποινικές υποθέσεις. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 και ανέφερε πως πρόκειται για δημοσίευμα που κάνει αναφορά στην υπόθεση που είχε γίνει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και που θυμάται γιατί: «είχε γίνει, μετά την δημοσίευση, μεγάλος σάλος στον χώρο του Δικαστηρίου και για έναν συνάδελφο με ακέραιο χαρακτήρα, πολύ ευσυνείδητο, και διαβάζοντας το δημοσίευμα εγώ εξεπλάγηκα γιατί είπα αποκλείεται να αναφέρεται στον ΧΧΧΧ. Δύο μέρες μετά, έτυχε να ρωτηθώ από αρκετό αριθμό συναδέλφων, αλλά δεν ήμουν σε θέση να γνωρίζω τι έγινε με το συγκεκριμένο χαρτί. Είχα παραξενευτεί γιατί φαινόταν το όνομα και είχε γίνει μεγάλη συζήτηση από δικηγόρους, από την υπηρεσία μας, μας είχαν ρωτήσει, είχε γίνει "κουτσομπολιό" στον χώρο του Δικαστηρίου για το τι είχε γίνει. Σίγουρα εκεί που αναφέρεται "έκανε χάρες" ήταν πολύ έντονος ο τίτλος, και στην άλλη σελίδα "με τις θυσίες", μας έκανε να νομίζουμε ότι έγινε κάτι πολύ σοβαρό, μετά που καταλάβαμε, είδαμε ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα». Δεν θυμάται πού ήταν ακριβώς την ημέρα εκείνη που διαδόθηκε η είδηση, επειδή στο Δικαστήριο έρχονται μονές/ζυγές ημέρες, τότε ήταν σε μονή ημερομηνία, λογικά πρέπει να ήταν στο Δικαστήριο, έρχονταν και για έκτακτες, αλλά επειδή πέρασαν αρκετά χρόνια δεν θα μπορούσε να θυμάται επακριβώς. Σε ερώτηση του συνηγόρου του Ενάγοντος εάν το «κουτσομπολιό» προέκυψε από το δημοσίευμα ή από το συμβάν, η ΜΕ2 απάντησε πως: «περιήλθε στην αντίληψή μας μετά την δημοσίευση, δεν γνωρίζαμε τι είχε γίνει, ήταν από την ημέρα της δημοσίευσης που άρχισε, έτυχε και συγγενικά άτομα να με πάρουν, αμόρφωτα που είδαν τον τίτλο, με ρωτούσαν είδαμε κατήγορο, ποιος είναι κ.λπ.». Η ΜΕ2 ανέφερε, επίσης, ερωτώμενη κατά πόσο υπήρχε αντίκτυπος ενδοϋπηρεσιακά: «Δεν μπορώ να πω με τους προϊσταμένους, αλλά τον ίδιο τον είχε επηρεάσει, τον είδα πιο κλεισμένο, ένιωθε άβολα στον χώρο του Δικαστηρίου, όταν αναφέρεται το όνομά σου σε πρωτοσέλιδο, κυκλοφοράς και δεν ακούστηκε τόσα χρόνια. και σε εμένα να συνέβαινε, θα ήταν άβολο, στιγματίζεσαι». Ανέφερε επίσης ότι, μέχρι να αποδειχθεί ότι όσα αναφέρθηκαν ήταν αναληθή, υπήρχε στον χώρο του Δικαστηρίου αντίκτυπος. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε πως προσήλθε να καταθέσει οικειοθελώς και όχι μετά από κλήτευση, μετά που ενημερώθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντος. Ρωτήθηκε από τη συνήγορο των Εναγόμενων εάν άλλαξε η σχέση της με τον Ενάγοντα ή η γνώμη της γι' αυτόν λόγω του δημοσιεύματος και η ΜΕ2 απάντησε πως μόλις είδε το δημοσίευμα, επειδή γνώριζε τον Ενάγοντα, σκέφτηκε πως αποκλείεται να έκανε κάτι τέτοιο, όμως στο πίσω μέρος του μυαλού της είχε διερωτηθεί αν έγινε κάτι, μετά το απέκλεισε όταν το συζήτησε μαζί του και είχε θυμώσει που για ένα απλό συμβάν είχε γραφτεί ένας τέτοιος τίτλος. Στην επιμονή της συνηγόρου στην ερώτηση αυτή, η ΜΕ2 απάντησε: «εμένα, προσωπικά, όχι», ότι δηλαδή το δημοσίευμα δεν επηρέασε τη σχέση της με τον Ενάγοντα και την γνώμη της γι' αυτόν. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε επίσης πως είναι στην ίδια βαθμίδα με τον Ενάγοντα και ότι είναι σε θέση να βεβαιώσει ότι ο αντίκτυπος είναι από το δημοσίευμα γιατί κρατούσαν τις εφημερίδες και ρωτούσαν, εάν είδαν τη δημοσίευση. Επιμένοντας στην ερώτησή της η συνήγορος των Εναγόμενων, πώς είναι σίγουρη εφόσον το επεισόδιο στο Δικαστήριο έγινε τη μία ημέρα και την άλλη ημέρα υπήρξε το δημοσίευμα, η ΜΕ2 απάντησε πως ήρθε να πει την αλήθεια και όχι να αναφέρει κάτι που δεν έγινε στην πραγματικότητα. Το μόνο που περιήλθε στην αντίληψή της ήταν το τι δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα, ο σύζυγός της είπε σε αυτήν ακόμα: «εδώ γράφει για τον ΧΧΧΧ», πήρε το απόκομμα από ένα συνάδελφο, έχουν ένα μικρό γραφειάκι που κάθονται οι δημόσιοι κατήγοροι και είχαν την εφημερίδα εκεί και έβλεπαν και το διάβαζαν μεταξύ τους, όχι στην παρουσία του συναδέλφου τους, και όλοι ήταν σίγουροι πως δεν ίσχυε. Η συνήγορος των Εναγόμενων επέμεινε πως όσα λέει η ΜΕ2 είναι η γνώμη της, ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρη για τα δεδομένα. Η ΜΕ2 απάντησε πως είναι «βεβαιότατη», καθότι το δημοσίευμα περιήλθε στην αντίληψή τους, ήταν στον χώρο του Δικαστηρίου, έκανε λόγο για «χάρες», κατονόμαζε τον Ενάγοντα και δεν υπάρχει άλλος δημόσιος κατήγορος με το ίδιο όνομα, επομένως κατάλαβαν αμέσως. Ρώτησε τον Ενάγοντα να της πει τι έγινε, αλλά δεν θυμόταν τι της απάντησε. Σε υποβολή της συνηγόρου των Εναγόμενων ότι ο μόνος λόγος που ήρθε να μαρτυρήσει είναι για να βοηθήσει τον συνάδελφό της, δεν συμφώνησε, και στην υποβολή ότι δεν μπορεί να έχει γνώμη για τη γνώση τρίτων ανθρώπων, απάντησε: «σας λέω τι συνέβη». Εκ συμφώνου μαρτυρία Την 29.10.2021, κατατέθηκε εκ συμφώνου επιστολή της Hellenic Distribution Agency (Cyprus) Ltd ημερομηνίας 21.10.2021, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  17. Το Τεκμήριο 9 πιστοποιεί ότι η κυκλοφορία και οι πωλήσεις της εφημερίδας «Πολίτης» για την 15.05.2014 ήταν κυκλοφορία 7.600 φύλλα και πώληση 3.817 φύλλα. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας «Πολίτης», και εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β[2]. Έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακολούθως παρακολούθησε μαθήματα Αγγλικής Φιλολογίας και Ιστορίας στο Queen's College της Νέας Υόρκης. Είναι δημοσιογράφος από το 1985 και το 2014 ήταν σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας «Πολίτης». Ο Εναγόμενος 3 είναι δημοσιογράφος από το 1989, το 2014 ήταν βοηθός αρχισυντάκτης και σήμερα είναι αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Πολίτης». Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία που ακολουθούν καθημερινά στην εφημερίδα για την παρουσίαση των θεμάτων της επικαιρότητας, οι συντάκτες ενημερώνουν την αρχισυνταξία μέσω ηλεκτρονικού συστήματος για τα θέματα που έχουν με περιληπτικό τρόπο καθώς και για την έκταση των κειμένων τους. Ακολουθεί ανάθεση χώρων στις σελίδες της εφημερίδας. Γύρω στις 18:00 γίνεται σύσκεψη στην οποία μετέχουν οι αρχισυντάκτες, συχνά ο ίδιος και ο υπεύθυνος βάρδιας, όπου συζητιούνται σοβαρά θέματα και γίνεται επιλογή για το ποιο θέμα θα είναι το κύριο της επόμενης έκδοσης και ποια άλλα θα προβληθούν στην πρώτη σελίδα. Αυτή η διαδικασία ακολουθήθηκε και για το επίδικο κείμενο. Στο επίδικο δημοσίευμα γίνεται καταγραφή των γεγονότων και κάποια σχόλια από τον συντάκτη του, Εναγόμενο
  18. Για τη συγγραφή του, όπως γνωρίζει στο πλαίσιο των καθηκόντων του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στηρίχθηκε σε αντίγραφο της κατάθεσης του αστυνομικού ως επίσης και στο έγγραφο που εξέδωσε ο Ενάγων. Ο ΜΥ1 παρουσίασε αντίγραφο της κατάθεσης του αστυνομικού επί της οποίας βασίστηκε το δημοσίευμα το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  19. Στο Τεκμήριο 10, που σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ1 συνιστά την κατάθεση του αστυνομικού, αναφέρεται πως ο αστυνομικός είχε ακούσει τον Ενάγοντα που συνομιλούσε με την κοπέλα: «Την ίδια ώρα άκουσα τον εισαγγελέα ΧΧΧΧ να συνομιλά με την κοπέλα που ήταν εκεί και να την ρωτά για ποια περίοδο ήθελε βεβαίωση και σε ποιο ίδρυμα φοιτά στην Ελλάδα, κάτι το οποίο είδα ότι του έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί, ο εισαγγελέας ΧΧΧΧ την ρώτησε τότε αν είναι εντάξει να της βάλει δύο μήνες στη βεβαίωση και όταν η νεαρή του απάντησε καταφατικά, της ανέφερε να μεν έχεις έννοια και θα σε κανονίσω εν να βρούμε μια υπόθεση, αμέσως μετά τον είδα να παίρνει τηλέφωνο στην εισαγγελία, εξ όσων κατάλαβα από τα λεγόμενα του και να λέει σε κάποιον/οια τα ακόλουθα ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΜΕΙΣ ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΙΛΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΡΟΥΑ γιατί έχασε τις εξετάσεις και άρχισε να υπαγορεύει, ότι έπρεπε να γράψει ότι η επιστολή απευθυνόταν προς κάποιο ΙΕΚ και μεταξύ άλλων ότι θα έγραφε ότι ήταν παρών σαν μάρτυρας κατηγορίας σε μια ποινική υπόθεση, αλλά της ζήτησε να μην γράψει τη λέξη ποινική υπόθεση όπως είπε γιατί πιθανόν να δημιουργούσε προβλήματα στο πανεπιστήμιο της. Ακολούθως άνοιξε το ημερολόγιο του και κινώντας το δάκτυλο του στον αέρα ακούμπησε τυχαία εξ όσων κατάλαβα σε μια υπόθεση και είπε τον αριθμό της στο πρόσωπο στο τηλέφωνο, της είπε επίσης την χρονική περίοδο που ήταν γραμμένη στο χαρτί, που είχε γράψει η νεαρή και ζήτησε από το πρόσωπο στο τηλέφωνο να γράψει στο κάτω μέρος της επιστολής, το όνομα του και ότι θα υπέγραφε για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της έδωσε τον αριθμό του εκεί φαξ. Το άτομο που έκαμε την επιστολή, του έστειλε μια επιστολή μετά από μερικά λεπτά στο φαξ και αφού την είδε και την σύγκρινε με τα γραφόμενα στο πρόχειρο χαρτί, από ότι άκουσε είχε κάποιο λάθος στο όνομα του ΙΕΚ και την πέταξε και πήρε και πάλι τηλέφωνο και ζήτησε να την διορθώσουν, εκείνη την ώρα ξαναείπε στην κοπέλα ότι θα το κανονίσει και είπε στον νεαρό άντρα που από ότι κατάλαβα ήταν ζευγάρι με την κοπέλα ή συγγενείς "εν να την κανονίσω και εσένα εν να σε βκάλω εγώ που το στοπ λιστ και δώσμου το τηλέφωνο γιατί μπορεί να έρτω καμία φορά στην Κρήτη", ο νεαρός του απάντησε ότι δεν είχε ή δεν θυμάται το νούμερο και ζήτησε από την κοπέλα να δώσει το δικό της και του το έγραψε στο ίδιο κομμάτι χαρτί με τις ημερομηνίες. Εκείνη την ώρα στο γραφείο μπήκε και η δικηγόρος ΧΧΧΧ την οποία γνωρίζω αφού παλαιότερα εργαζόταν ως δημόσιος κατήγορος. Σε λίγα λεπτά του απέστειλαν και δεύτερη επιστολή την οποία αφού διάβασε και την επέδειξε στην κοπέλα και αφού και αυτή συμφώνησε ότι ήταν σωστή, την υπόγραψε και την σφράγισε στην παρουσία μου, και την πρόταξε προς την κοπέλα, μόλις η κοπέλα το έπιασε στο χέρι της, επενέβηκα . .» . «. .Επειδή είδα ότι ο εισαγγελέας ΧΧΧΧ άρχισε να εκνευρίζεται και να δημιουργεί ένταση, άρχισα να απομακρύνομαι προς την έξοδο από τις σκάλες, αυτός με ακλουθούσε φωνάζοντας μεν τον αφήκετε να φύει κρατά το χαρτί μου, εγώ του ξαναείπα ότι είναι τεκμήριο και αυτός μπήκε μπροστά μου φράζοντας μου την κύρια είσοδο των δικαστηρίων. Εγώ του ζήτησε να με αφήσει να βγω έξω για να μεταβώ στο ΤΑΕ και μου απάντησε "όχι να μου το δώκεις εν θα φύεις", εγώ αμέσως κινήθηκα προς τα πίσω και βγήκα από την άλλη πόρτα και ο ΧΧΧΧ συνέχιζε να φωνάζει ζητώντας από τον αστυφύλακα Δημήτρη να μην με αφήσει να φύγω, ο αστυφύλακας ΧΧΧΧ . .» «. .και μετέβηκα στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού όπου ετοίμασα την κατάθεση μου την οποία παρέδωσα μαζί με την πρωτότυπη επιστολή . .» «. ..Περαιτέρω εξ όσων γνωρίζω, εξουσία για παροχή πιστοποίησης για παρουσία μάρτυρα στο δικαστήριο παρέχεται μόνο στον πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου». Ο ΜΥ1 αναφέρει πως το επίδικο δημοσίευμα αφορά συμβάν που έλαβε χώρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μεταξύ του Ενάγοντος και του αστυνομικού και η θέση του είναι πως τα γεγονότα που καταγράφονται είναι ουσιωδώς αληθή. Καταγράφει ως αληθές γεγονός την καταγγελία που έκανε ο αστυνομικός και το περιεχόμενό της. Μαζί με τα γεγονότα αυτά, ο συντάκτης προβαίνει σε κάποια σχόλια. Σχόλιο αποτελεί ο τίτλος της σελίδας 1 «ο κατήγορος έκανε χάρες» ως επίσης και ο τίτλος της σελίδας 28 «δημόσιος κατήγορος με ευαισθησίες». Και τα δύο σχολίαζαν τον τρόπο που ο εν λόγω δημόσιος κατήγορος χειρίστηκε το ζήτημα της έκδοσης της βεβαίωσης, σύμφωνα με την καταγγελία του αστυνομικού. Σχόλιο είναι και η φράση «σκηνές απείρου κάλλους εκτυλίχθηκαν χτες το πρωί στα δικαστήρια Λεμεσού» σε σχέση με τα γεγονότα της αρπαγής του εγγράφου από τον αστυνομικό και της επακόλουθης καταδίωξης του από τον ενάγοντα και άλλο αστυνομικό. Όπως αναφέρει ο ΜΥ1, γνωρίζει, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, ότι ο Εναγόμενος 3, έχοντας λάβει τη σχετική πληροφόρηση και τα σχετικά έγγραφα, λόγω του προχωρημένου της ώρας και επειδή δεν γνώριζε το τηλέφωνο του Ενάγοντος, δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί του πριν να δημοσιεύσει την είδηση. Την επόμενη, είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του όπου και ζήτησε τις απόψεις του, ακόμα και γραπτώς. Ο Ενάγων αρνήθηκε και διατύπωσε απειλή για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Ακολούθησαν διάφορα διαβήματα από τον Ενάγοντα, όπως η καταγγελία του στην ΕΣΚ, η παρούσα αγωγή, η καταγγελία του στον ΕΠΠΔ και η απαίτησή του να μάθει από την Αστυνομία πώς η εφημερίδα απέκτησε πρόσβαση στην κατάθεση του αστυνομικού ως επίσης και εάν έγιναν έρευνες. Ο ΜΥ1 ισχυρίζεται πως το δημοσιογραφικό απόρρητο προστατεύεται, αλλά το σημαντικό είναι εάν όσα δημοσιεύθηκαν ήταν αληθή, που κατά τη θέση του ήταν. Δεν θεωρεί, ο ΜΥ1, πως η εφημερίδα χρειάζονταν την άδεια του Ενάγοντος για να δημοσιεύσει το Τεκμήριο
  20. Δεν σβήστηκε το όνομα του Ενάγοντος όπως της κοπέλας γιατί σημασία δεν είχε ποια είναι η κοπέλα, αλλά η ιδιότητα του Ενάγοντος ως δημόσιος κατήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Γι' αυτό τοποθετήθηκαν εισαγωγικά στη φράση. Όπως αναφέρει ο ΜΥ1, η μόνη επιστολή που έλαβαν από τον Ενάγοντα ήταν η κοινοποίηση του Τεκμηρίου 4Α, η οποία διαβιβάστηκε στην ΕΔΔ, που ζήτησε τις απόψεις του δημοσιογράφου, ο οποίος ανταποκρίθηκε, αποστέλλοντάς τες γραπτώς. Γνωρίζει πως αυτή είναι η διαδικασία που ακολουθείται συνήθως. Την 19.08.2014, η ΕΔΔ απέστειλε στην εφημερίδα την απόφασή της, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  21. Ως ήταν η υποχρέωσή τους, δημοσίευσαν το περιεχόμενό της μαζί με κάποια δικά τους σχόλια. Στο Τεκμήριο 11, η ΕΔΔ αποφάνθηκε ως εξής: «Η Επιτροπή, εξετάζοντας όλα τα ενώπιον της στοιχεία, αποφάσισε ότι τα γεγονότα εμπίπτουν στις κλασικές περιπτώσεις στις οποίες ο δημοσιογράφος οφείλει αφ' ενός να διασταυρώσει την εγκυρότητα των πληροφοριών του και κατά το δυνατό με τα άμεσα ενδιαφερόμενα άτομα και αφ' ετέρου να παράσχει στο θιγόμενο μέρος την ευκαιρία να παραθέσει τις δικές του απόψεις, με βάση τις πρόνοιες του Κώδικα που ορίζουν ότι οι δημοσιογράφοι μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς πληροφορίες και δίδουν την ευκαιρία "στην κατάλληλη περίπτωση" σε άτομα που έχουν υποστεί επίθεση να παραθέσουν τις απόψεις τους. Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της, η Επιτροπή έκρινε ότι ο δημοσιογράφος αφ' εντός μερίμνησε για εξακρίβωση της αυθεντικότητας της κατάθεσης και της βεβαίωσης που είχε στην κατοχή του και προσπάθησε να εξασφαλίσει τις θέσεις του παραπονούμενου στην πρώτη ευκαιρία που είχε για επαφή μαζί του προκειμένου να τις δημοσιεύσει. Ο παραπονούμενος είχε την ευκαιρία να παραθέσει τις απόψεις του, έστω και την επομένη του δημοσιεύματος, αλλά αρνήθηκε να το πράξει και προέβη σε διατύπωση απειλών για λήψη μέτρων εναντίον του δημοσιογράφου. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή απέρριψε το παράπονο, θεωρώντας ότι ο δημοσιογράφος ενήργησε στο πλαίσιο της επαγγελματικής δεοντολογίας. Περαιτέρω η Επιτροπή εξέφρασε την αποδοκιμασία για ανοίκειες αναφορές του παραπονούμενου εναντίον του δημοσιογράφου στο κείμενο του παραπόνου του, θεωρώντας ανεπίτρεπτη την πρακτική της διατύπωσης γενικόλογων και αστήρικτων από γεγονότα αφοριστικών ισχυρισμών εναντίον λειτουργών των ΜΜΕ». Ο ΜΥ1 εξέφρασε τη διαφωνία του με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος περί κακοπιστίας και ότι γνώριζαν πως θίγονταν το κύρος του αλλά και ότι ενήργησαν με αδιαφορία για την αλήθεια. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ήταν και είναι ο εκδότης και κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας που δεν είχε συμμετοχή ή γνώση για το δημοσίευμα. Θέτει πως επρόκειτο για ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, υπό την έννοια ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν στον χώρο του Δικαστηρίου, όπου ένας αστυνομικός αρπάζει ένα έγγραφο και φεύγει και καταγγέλλει τον εκδότη του-δημόσιο κατήγορο και ακολουθείται από έναν αστυνομικό και τον ίδιο τον δημόσιο κατήγορο για να πειστεί να το επιστρέψει, οι εμπλεκόμενοι έχουν τις ιδιότητες του δημόσιου κατήγορου και του αστυνομικού, το γεγονός ότι ο αστυνομικός προχώρησε σε καταγγελία και το περιεχόμενό της. Ήταν ένα ασυνήθιστο συμβάν. Όπως λέει ο ΜΥ1, αντιλαμβάνεται πως τα σχόλια του συντάκτη δεν ήταν της αρεσκείας του Ενάγοντος, όμως δεν σημαίνει ότι ήταν δυσφημιστικά ή ότι υπήρξε κακοβουλία. Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε εκτενώς από τον συνήγορο του Ενάγοντος, κύριο Βασιλείου. Κατά την αντεξέτασή του, απάντησε στις ερωτήσεις του κύριου Βασιλείου, ως προς τους λόγους που θεωρεί τον εαυτό του αρμόδιο να μαρτυρήσει. Ανέφερε πως δεν μπορεί να θυμάται με λεπτομέρειες την ημέρα εκείνη γιατί πέρασαν χρόνια, θυμάμαι όμως πως έγινε και μέσα στην εφημερίδα «σούσουρο». Ο ίδιος προσωπικά δεν είχε δει την κατάθεση του αστυνομικού, ωστόσο ανέφερε πως ενημερώθηκε πως βεβαιώθηκαν ότι υπήρχε κατάθεση που προέρχεται από έναν αστυνομικό· είχε έναν βαθμό αξιοπιστίας εφόσον προέρχονταν από αστυνομικό. Δεν αξιολόγησαν το θέμα ως τόσο σημαντικό όσο άλλα θέματα της εφημερίδας. Στην επιμονή του κύριου Βασιλείου ότι δεν δικαιολογείτο το «σούσουρο», ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων: «. . επικαλούμαστε ένα έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιον της αστυνομίας, ένας αστυνομικός του ΤΑΕ έκαμε μια συγκεκριμένη καταγγελία, είχαμε αρκετά τηλεφωνήματα στην εφημερίδα από νομικούς, κλητήρες, αναγνώστες, οι οποίοι μας έστειλαν το μήνυμα ότι σε κάποιους διαδρόμους γίνεται ένας μικρός χαμός, πώς αλλιώς να το ήξερε ο ΧΧΧΧ ενώ καθόταν στο γραφείο του στην Λευκωσία ότι υπάρχει ένα πρόβλημα στο Δικαστήριο Λεμεσού, κάποιους απασχόλησε. .» «. . η εφημερίδα, επί των βασικών γεγονότων, ανεξαρτήτως της έκβασης, την συγκεκριμένη ώρα που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και τις αμέσως απόμενες ώρες, προσπάθησε και έκανε ένα ρεπορτάζ τα γεγονότα του οποίου δεν νομίζω να αμφισβητεί κανένας, έγινε το επεισόδιο, ο διαξιφισμός, ένα κυνηγητό στους διαδρόμους φωνές, κλοπή εγγράφου, και στην συνέχεια κατάθεση του αστυνομικού στην αστυνομία, αυτά τα γεγονότα (και δεν συζητώ τι έγινε μετά από 4 χρόνια σε μια δίκη), το 2014, προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε με ακρίβεια . .». Στις ερωτήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντος ότι δεν επικοινώνησαν με τον Ενάγοντα οποτεδήποτε, ο ΜΥ1 ανέφερε πως, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έχει από τους συντάκτες του, δεν είχε στείλει επιστολή ο Ενάγων με την οποία να ζητά διόρθωση, επανόρθωση, συνέντευξη, ό,τι θέλει. Έκανε τις ενέργειες που ήθελε να κάνει και έδειξε τις προθέσεις του, κατέφυγε στην ΕΣΚ που διαβίβασε στην ΕΔΔ, στον ΕΠΠΔ, αλλά δεν θέλησε, ακόμα και λάθος να έκαναν που δεν περιέλαβαν την άποψή του, να το διορθώσουν, έδειξε ποια είναι η διάθεσή του, επέλεξε να περάσει σε αντεπίθεση, να καταδικαστεί η εφημερίδα, χρησιμοποίησε και επίθετα, αλλά ο ΜΥ1 επεσήμανε πως το θέμα αποφασίστηκε ήδη από την ΕΔΔ, στην οποία μάλιστα - ως έχει σημασία για τον ίδιο - παρίστατο στη συνεδρία εκείνη ο κύριος Μαυρομμάτης, όπως αναφέρει «δικαστής, αυστηρός και καθόλου τυχαίος άνθρωπος». Ο ΜΥ1 απάντησε στις ερωτήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντος ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν δημοσιεύθηκε και η καταδικαστική απόφαση εναντίον του αστυνομικού ή γιατί δεν κλήθηκε ο Ενάγων στην ΕΔΔ. Στην υποβολή ότι το «έκανε χάρες» δεν είναι γεγονός που έγινε στην πραγματικότητα, ο ΜΥ1 απάντησε: «τόσο κακή κουβέντα είναι το "κάνω χάρες", πήγε μια κοπέλα, του ζήτησε ένα πιστοποιητικό για να μην χάσει κάτι, μπορούσε να μείνει στην Κύπρο 1-2 μέρες στο πλαίσιο μιας κατάθεσης και θα μπορούσε κάποιος να πει της δόθηκε ένα πιστοποιητικό για να μείνει περισσότερες μέρες, δεν ήταν υβριστικό ή έθιξε την υπόληψή του». Ο συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στον ΜΥ1: «δεν θα τολμούσατε ποτέ να γράψετε "δικαστής έκανε χάρες"» και ο ΜΥ1 απάντησε: «κάνετε λάθος», με βεβαιότητα. Δεν έκαναν κάποια προσπάθεια να διασταυρώσουν την αλήθεια της κατάθεσης. Όταν του υποβλήθηκε πως το να βρίσκεται το όνομα κάποιου σε πρωτοσέλιδο δεν είναι κάτι εύκολο που διαχειρίζεται ο καθένας, ο ΜΥ1 απάντησε: «ναι, λυπούμαι, είναι μέρος του επαγγέλματος». Ο ΜΥ1 απάντησε στις ερωτήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντος και ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν δημοσιεύθηκε αυτούσια η απόφαση της ΕΔΔ ή γιατί δεν αναφέρθηκε και το όνομα του αστυνομικού, γιατί είναι ένας δημόσιος υπάλληλος στο ΤΑΕ χωρίς όμοιο εκτόπισμα ή ρόλο στη λειτουργία του Δικαστηρίου και δεν θα είχε νόημα, δεν είχαν λόγο να τον προστατεύσουν από κάτι και κατά τον χρόνο της δημοσίευσης δεν γνώριζαν ότι είχε προσωπικό πρόβλημα με τον Ενάγοντα. Ο ΜΥ1 εξήγησε πως πολλές φορές έρχονται και κακόπιστα στην εφημερίδα πληροφορίες, αλλά και πάλι δουλειά του δημοσιογράφου είναι να εξετάζει εάν αληθεύουν ή όχι και εάν θα πρέπει να δημοσιευθούν, με γνώμονα το ενδιαφέρον για το θέμα, ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι ο σκοπός στην προκειμένη περίπτωση ήταν η δημιουργία άρθρου με σκοπό να τραβήξει την προσοχή του κοινού ή ότι το θέμα δεν ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Ως προς το τελευταίο, είπε συνοπτικά κάποια στιγμή: «έτσι ήταν, έχεις ένα δημόσιο κατήγορο, ένα αστυνομικό, τρέχει ο ένας τον άλλο, έγινε σε ένα δικαστήριο, ο δημόσιος κατήγορος έχει μια θέση, δεν είναι καθημερινό, απασχόλησε και άξιζε τον κόπο». Σε ερώτηση του συνηγόρου του Ενάγοντος: «ποιος έκανε τον δικαστή και επέλεξε ανάμεσα στις δύο εκδοχές του αστυνομικού και του ΧΧΧΧ;», ο ΜΥ1 απάντησε με απλότητα: «εμείς δημοσιογράφοι είμαστε, είχαμε δύο έγγραφα, υπαρκτά», και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του πως δεν μπορεί ο δημοσιογράφος να συγκριθεί με τον δικαστή που αποφασίζει μετά από ανακρίσεις και δίκη. Στην επιμονή του κύριου Βασιλείου να ρωτά τον μάρτυρα γιατί δεν διέγραψαν το όνομα του Ενάγοντος, ο ΜΥ1 ανέφερε και ότι: «υπάρχουν πενήντα δημόσιοι κατήγοροι, αν βάλω ένας δημόσιος κατήγορος, την επόμενη μέρα το πρωί τι θα γίνει στην εφημερίδα, θα είχα πενήντα αγωγές». Στην υποβολή ότι είχε «χροιά σκανδάλου» το δημοσίευμα, δεν έκρυψε ο μάρτυρας πως τους ξένισε ο τρόπος του Ενάγοντος, που προέβη σε περίεργες κινήσεις ως να ήταν ένοχος, που φέρθηκε ως ένοχος, αλλά δεν συμμερίστηκε τη θέση του συνηγόρου. Ο ΜΥ1 εξήγησε πως το «έκανε χάρες» είναι ήπιο σχόλιο και το «με ευαισθησίες» σχολιάζει και τους ανθρώπινους λόγους για τους οποίους φαίνεται ο εν λόγω δημόσιος κατήγορος να έδωσε τη βεβαίωση, χωρίς να αρνείται ότι το σχόλιο ενέχει ειρωνεία ή αρνητική χροιά, αλλά και λέγοντας κατά κάποιο τρόπο πως και η ειρωνεία και η αρνητική χροιά ενέχουν σχόλιο που δεν απαγορεύεται σε έναν δημοσιογράφο. Δεν γνώριζαν τον Ενάγοντα για να θέλουν να τον βλάψουν ούτε όταν κάνουν κριτική σε κάποιον σημαίνει πως θέλουν να τον βλάψουν. Δεν γνωρίζει, ο ΜΥ1, τον τρόπο με τον οποίο έγινε η επικοινωνία μεταξύ του δημοσιογράφου και του Ενάγοντος, αλλά το γεγονός ότι υπήρξε μεταξύ τους επικοινωνία. Στην υποβολή ότι δεν του ζητήθηκε να στείλει τις απόψεις του, ο ΜΥ1 δεν απάντησε μεν με βεβαιότητα, αλλά επισήμανε πως, επειδή ο Ενάγων «το πήρε προσωπικά», είχε προτιμήσει άλλο τρόπο αντιμετώπισης, τα κείμενα και οι χαρακτηρισμοί του αυτό τουλάχιστον δείχνουν, λέγοντας χαρακτηριστικά και ότι: «ακόμα κι αν είμαστε οι πιο αμελείς άνθρωποι του κόσμου, δεν μας έστειλε επιστολή αποκατάστασης». Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα γεγονότων Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[3], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[4]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Ο λόγος του ΜΕ1 ήταν αναλυτικός και παραστατικός. Η προφανής προσπάθεια του ΜΕ1 ήταν να μεταφέρει στο Δικαστήριο με πληρότητα τι πραγματικά έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.2014 και τον τρόπο που βίωσε τη διευρυμένη δημοσιότητα του επεισοδίου και της εις βάρος του καταγγελίας λόγω του επίδικου δημοσιεύματος. Έδιδε εκτενείς απαντήσεις σε ό,τι ερωτήθηκε, επιδεικνύοντας προσοχή στο τι έλεγε. Ήταν σταθερός στα λεγόμενά του, αλλά ταυτόχρονα διατηρούσε διαρκώς έντονη συναισθηματική εμπλοκή, παρά την πάροδο τόσων χρόνων από τα γεγονότα. Ήταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δείχνοντας το ζωηρό ενδιαφέρον του για την πορεία της υπόθεσης. Αν και σε ορισμένα σημεία της μαρτυρία του, όπως θα εξηγηθεί, φάνηκε στο Δικαστήριο ότι χρησιμοποίησε υπερβολή, σε γενικές γραμμές, παρ' όλη την αμφισβήτηση που δέχθηκε δια της αντεξέτασής του, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της εκδοχής του ότι επηρεάστηκε ψυχολογικά και ηθικά από το επίδικο δημοσίευμα. Αυτό εξάλλου υποστηρίζεται και από γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, ότι, για χρονικό διάστημα αρκετών ημερών ή και μηνών, προέβαινε σε καταγγελίες και ενέργειες σε σχέση με τα δημοσιεύματα, χρησιμοποιώντας σκληρό λόγο, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 4Α. Αυτός ο επηρεασμός του υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της ΜΕ
  22. Η μαρτυρία της ΜΕ2 ήταν περιορισμένη θεματικά στο να ενισχύσει την εκδοχή του ΜΕ1 ότι αφενός υπήρξε κινητοποίηση στον χώρο του Δικαστηρίου και σε πρόσωπα που γνωρίζουν τον Ενάγοντα, που τον συζήτησαν με αφορμή το δημοσίευμα, αφετέρου ότι ο ίδιος επηρεάστηκε ψυχολογικά και ηθικά από αυτή την εξέλιξη. Οι απαντήσεις της ΜΕ2 ήταν σύντομες και ξεκάθαρες, δείχνοντας και μια προσπάθεια της ΜΕ2 να μην εμπλακεί περισσότερο ή να δείξει ότι η ίδια έχει πιο αντικειμενική ματιά. Δεν έχει αλλά εν πάση περιπτώσει ούτε η μαρτυρία της ΜΕ2 κλονίστηκε μέσα από την αντεξέτασή της ως προς αυτή την εκδοχή που υποστήριξε. Το Δικαστήριο βασικά δεν έχει λόγο να μην αποδεχθεί τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με το γεγονός ότι μετά από το δημοσίευμα ο Ενάγων συζητήθηκε στον χώρο του Δικαστηρίου και από γνωστούς του και ότι επηρεάστηκε ψυχολογικά και ηθικά. Κατ' ακρίβεια, από την στιγμή που γίνεται δημοσίευση, το επιδιωκόμενο, κατ' επέκταση αναμενόμενο, είναι το δημοσιευμένο κείμενο να περιέλθει στη γνώση του κοινού και, εφόσον το μέσο της δημοσίευσης ήταν εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας, να περιέλθει στη γνώση του κοινού ευρέως. Νοουμένου ότι το δημοσίευμα είχε αναφέρει ονομαστικά τον Ενάγοντα και την ιδιότητά του και τον χώρο άσκησης των καθηκόντων του και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αφορούσε στον Ενάγοντα, το Δικαστήριο θεωρεί λογικό να υπήρξε κάποια κινητοποίηση του οικογενειακού ή και επαγγελματικού περιβάλλοντος του Ενάγοντος που οφείλεται στο δημοσίευμα, και όχι στο επεισόδιο που έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.
  23. Δεν απαιτείται να ποσοστοποιηθεί με μαθηματική ακρίβεια το μέρος του επηρεασμού του Ενάγοντος που οφείλεται στο περιστατικό που έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.2014 και στην καταγγελία του δημόσιου κατήγορου από τον αστυνομικό και το μέρος του επηρεασμού του που οφείλεται στο δημοσίευμα καθαυτό. Βεβαίως, το πώς ο Ενάγων εξέλαβε και κατ' επέκταση βίωσε το δημοσίευμα ή εάν συνάδελφοι και συγγενείς ή άτομα που τον γνωρίζουν συζητούσαν το δημοσίευμα ή «κουτσομπόλευαν» τον Ενάγοντα δεν είναι δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό εάν το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό. Το Δικαστήριο επίσης δεν θα μπει στη διαδικασία να ασχοληθεί με τους λόγους που ένας έμπειρος δημόσιος κατήγορος με αδιαμφισβήτητα προσόντα και ικανότητες, που εκπροσωπεί την Πολιτεία σε ποινικές υποθέσεις, ενώ ίσως θα έπρεπε να είναι εξοικειωμένος με τη δημοσιότητα, την επικοινωνία με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης («ΜΜΕ») για νόμιμες διαδικασίες όπως η επανόρθωση ή η απάντηση, ανεκτικός στη δημόσια κριτική, να διαχειρίζεται ανάλογα τέτοιου είδους καταστάσεις, έχει βιώσει με τόσο τραυματικό τρόπο, όπως έδειξε, τη δημοσίευση του επεισοδίου της 14.05.2014 και της εις βάρος του καταγγελίας, ώστε να το χειριστεί με τον τρόπο που το χειρίστηκε ή να αναβιώνει και στο εδώλιο έκδηλα αρνητικά συναισθήματα· ενώ μάλιστα ο ίδιος είχε τη βεβαιότητα πως η εις βάρος του καταγγελία είναι ψευδής ή κακόβουλη και, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μπορούσε εύκολα να διαλευκάνει τη θέση του. Ως προς την προσπάθεια του ΜΕ1 να αποδείξει τη σοβαρότητα της παρέμβασης στην ιδιωτική ή επαγγελματική του ζωή και παράλληλα την έκταση της ζημιάς του με την προαναφερόμενη μαρτυρία, το Δικαστήριο διέκρινε υπερβολή όχι μόνο από τη μεταφορά τραύματος που αναβιώνει στο εδώλιο ή από το ότι ο Ενάγων εξέλαβε ως ζημιογόνο τον τρόπο που οι οικείοι του, επαγγελματικά ή οικογενειακά, έκαναν αναφορά στο δημοσίευμα (π.χ. επιστρατεύοντας ακόμα και τη συμπεριφορά ενός δικηγόρου που του υπενθύμισε - υποδεικνύοντάς του με τρόπο - το δημοσίευμα, ενόσω αγόρευε, για τους δικούς του λόγους). Ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι υπέστη και διοικητική έρευνα και ποινική ανάκριση ως απόρροια των δημοσιευμάτων, την ίδια στιγμή, ανέφερε πως ζήτησε να υποβληθεί σε έρευνα αμέσως μετά το επεισόδιο και πριν από την πληροφόρησή του για τα δημοσιεύματα (που ήταν την επομένη των δημοσιευμάτων), για να αποδείξει το αληθές της βεβαίωσής του προς τη μάρτυρα και κατ' επέκταση τον ψευδή χαρακτήρα της καταγγελίας του αστυνομικού εις βάρος του. Η ποινική ανάκριση ήταν επακόλουθο της εις βάρος του καταγγελίας στο ΤΑΕ Λεμεσού. Το Δικαστήριο αμφιβάλλει πως ο Ενάγων, εάν δεν υπήρχε το δημοσίευμα, με δεδομένο το επεισόδιο που έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.2014 σε σχέση με το οποίο ο Ενάγων αντέδρασε με διάφορες ενέργειες πριν να λάβει γνώση του δημοσιεύματος (μεταξύ των οποίων ζητώντας να διερευνηθεί), και με δεδομένη την καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού εις βάρος του, δεν θα υπόκειτο σε διοικητική έρευνα και σε ποινική ανάκριση. Ωστόσο, ο Ενάγων επέμενε με έναν ανεξήγητο τρόπο, ότι ήταν εξαιτίας του δημοσιεύματος που υπέστη έρευνα. Η υπερβολή αυτή ωθεί το Δικαστήριο στο να μην μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντος ή να θεωρήσει ότι εξαιτίας του δημοσιεύματος ο Ενάγων επηρεάστηκε όσον αφορά την ιδιωτική και επαγγελματική του ζωή σε τέτοιο επίπεδο σοβαρότητας, πέραν των αντιδράσεων των οικείων του που του επισήμαναν το δημοσίευμα ή τον ρωτούσαν περί τίνος πρόκειται σε σημείο που ενδεχομένως ο Ενάγων να ενοχλήθηκε. Υπερβολή διέκρινε το Δικαστήριο και στην προσπάθεια του Ενάγοντος να αποδείξει κακή πίστη (malice) των Εναγόμενων. Ακόμα κι αν η πρόθεση των Εναγόμενων δεν χρειάζεται να αποδειχθεί για να προσδιοριστεί η φύση του δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού ή όχι[5], καθίσταται σχετική και απολύτως αναγκαία η μαρτυρία από πλευράς του Ενάγοντος, όταν χρησιμοποιούνται ορισμένες υπερασπίσεις από τους Εναγόμενους, όπως του έντιμου σχολίου ή του προνομίου υπό επιφύλαξη, και όταν ο Ενάγων ισχυρίζεται εξ αρχής κακή πίστη ή και για σκοπούς αποζημιώσεων[6]. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 στην ποινική υπόθεση ΧΧΧΧ/2015, όπως αυτή μεταφέρεται στο Τεκμήριο 1, αλλά και από άλλες αναφορές του Ενάγοντος, φαίνεται πως ο Ενάγων είχε την πεποίθηση πως ο Εναγόμενος 3, κατ' επέκταση η εφημερίδα, είχαν κακό σκοπό εναντίον του, όταν γράφθηκε το δημοσίευμα, επειδή η βάση του δημοσιεύματος ήταν η καταγγελία του αστυνομικού εναντίον και επειδή ο Ενάγων δεν ρωτήθηκε πριν από τη δημοσίευση και κατονομάστηκε. Ανέφερε πως ανέμενε «προστασία» από τους Εναγόμενους, που βασικά να ήταν η αποσύνδεση του δημοσιεύματος από το πρόσωπό του, με δεδομένη την πιθανότητα που υπήρχε κατά τον χρόνο της δημοσίευσης να ήταν ψευδής η εναντίον του καταγγελία (Τεκμήριο 4Α), και επειδή δεν υπήρξε τέτοια προστασία, εξέλαβε κακοβουλία ή και συσχέτιση με τον αστυνομικό που τον κατήγγειλε (Τεκμήριο 1) και εναντίον του συνωμοσία για να βλαφθεί. Καταρχάς, δεν είναι κατανοητή η προσδοκία για προστασία από τους δημοσιογράφους επειδή ένα πρόσωπο είναι δημόσιος κατήγορος, παρόλο που είναι σε κάποιο βαθμό κατανοητή η φιλοσοφία ή και η εκφρασμένη ανάγκη πίσω από μια τέτοια προσδοκία (όπως αφήνει ο Ενάγων να γίνει κατανοητή δια του Τεκμηρίου 4Α) σχετικά με τον ρόλο των ΜΜΕ στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του κοινού για Θεσμούς και πρόσωπα, αλλά και όπως αυτή συνδέεται με την σκληρή πραγματικότητα πως ένας δημόσιος κατήγορος, ένεκα του ρόλου του, είναι συχνά εκτεθειμένος στις αντιδράσεις δυσαρεστημένων πολιτών που μπορεί να θέλουν να ενεργήσουν εκδικητικά· εάν εκεί επιβάλλεται όντως και περισσότερη προσοχή από τα ΜΜΕ είναι διαφορετικό θέμα. Την καταγγελία εναντίον του δεν την έκανε ένας πολίτης, που θα μπορούσε να δημιουργήσει την υποψία στον δημοσιογράφο ότι πιθανόν να είναι ένας δυσαρεστημένος πολίτης από κάποια επιτυχή ή ανεπιτυχή δίωξη, που απλώς θέλει να εκδικηθεί τον δημόσιο κατήγορο. Την έκανε ένας αστυνομικός, που διαδραματίζει και ο ίδιος ρόλο στη δίωξη του εγκλήματος, και το θέμα, όπως θα εξηγηθεί στις επόμενες παραγράφους, δεν ήταν μόνον η είδηση της διαφοράς μεταξύ των δύο δημοσίων υπαλλήλων στον χώρο της δικαιοσύνης ευρύτερα, που κατέληξε στο ΤΑΕ, αλλά η φαιδρότητα που επικράτησε της μεταξύ τους διαφοράς. Την πεποίθηση αυτή, περί σκοπιμότητας, όταν αντεξετάστηκε, δεν την δικαιολόγησε με τρόπο ικανοποιητικό ο ΜΕ
  24. Εξάλλου, δεν την δικογράφησε και με συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 3 γνώριζε καθόλου τον Ενάγοντα ή είχε προσωπικό λόγο να δημοσιεύσει οτιδήποτε εναντίον του και ότι, εάν το επεισόδιο στο Δικαστήριο και η καταγγελία του αστυνομικού αφορούσε σε κάποιον άλλο δημόσιο κατήγορο, δεν θα δημοσίευε τη σχετική είδηση. Ούτε σκοπιμότητα οποιωνδήποτε εκ των Εναγόμενων γενικότερα προκύπτει. Ούτε μπορεί να συναχθεί λογικά από τον συνδυασμό όσων ανέφερε ο Ενάγων. Ακόμα κι αν ο αστυνομικός ήταν εκείνος που ενημέρωσε την εφημερίδα γιατί ήθελε να δώσει περαιτέρω δημοσιότητα στο θέμα (πέρα από τις φωνασκίες στο Δικαστήριο) και να πλήξει τον Ενάγοντα, από την στιγμή που, ως γεγονός, έκανε την καταγγελία, με αυτό το περιεχόμενο, και η είδηση υπάρχει, ο δημοσιογράφος που τη δημοσιεύει, αδιαμφισβήτητα χωρίς προηγούμενη διερεύνηση σχετικά με τη βασιμότητα και του περιεχομένου της καταγγελίας στην οποία βασίζεται ή και των (αναμενόμενα αντίθετων) θέσεων του Ενάγοντος (που εξήγησε τους λόγους), δεν σημαίνει πως συνεργάζεται με τον καταγγέλλοντα ή ότι δεν προστατεύει το άτομο που αναφέρεται στην καταγγελία. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο δημοσιογράφος γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, μέσα από την πληροφόρησή του ότι ο αστυνομικός κατήγγειλε τον Ενάγοντα στο ΤΑΕ μετά το επεισόδιο στο Δικαστήριο, πως και ο Ενάγων κατήγγειλε στην αστυνομία τον αστυνομικό για κλοπή εγγράφου ή άλλα αδικήματα, και ότι υπήρχε και κατάθεση του Ενάγοντος για το επεισόδιο στο Δικαστήριο. Από τα δεδομένα που έχει ενώπιον του Δικαστήριο, δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα κακής πίστης οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων. Ως προς τη διάσταση που δόθηκε από τον Ενάγοντα στα γεγονότα κατά πόσον ο Εναγόμενος 3, στην επικοινωνία που αδιαμφισβήτητα είχαν με τον Ενάγοντα μετά τη δημοσίευση (ανεξαρτήτως με ποιου πρωτοβουλία ήταν αυτή), ζήτησε από τον Ενάγοντα να του αποστείλει τις θέσεις του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην παρατηρήσει πως, είτε του ζήτησε είτε δεν του ζήτησε να στείλει τις θέσεις του, δεν προκύπτει από οπουδήποτε ο Ενάγων να εμποδίζονταν να το πράξει, να αποστείλει είτε αυτός είτε η υπηρεσία του επιστολή επανόρθωσης ή ο ίδιος απάντηση στο δημοσίευμα και να εξηγήσει τι πραγματικά συνέβη. Γιατί δεν ασκήθηκαν τέτοια δικαιώματα, νομοθετημένες δυνατότητες δηλαδή, ή γιατί ο Ενάγων επέλεξε να αντιδράσει με τον τρόπο που επέλεξε, όπως επισήμανε και ο ΜΥ1 με μια πιο επιθετική διάθεση, δεν έχει σημασία για τη διαπίστωση εάν διαπράχθηκε ή όχι δυσφήμιση ή εάν ισχύουν ή επαρκούν κάποιες υπερασπίσεις. Χωρίς από την άλλη να τυγχάνει παραγνώρισης για άλλους σκοπούς. Ομοίως εάν ο Ενάγων επέδειξε υπερβάλλουσα ευθιξία ή αλαζονεία ή εάν δεν ανέχεται την αμφισβήτηση, όπως του υπέβαλε η συνήγορος των Εναγόμενων. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του άλλη μαρτυρία, πέραν του λόγου του ΜΕ1, ότι το δημοσίευμα αναμεταδόθηκε στο διαδίκτυο ή σε εκπομπές σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Ο λόγος του ΜΕ1 αμφισβητήθηκε, και οι απαντήσεις που έδωσε, κατά την αντεξέτασή του, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο γιατί ήταν αρκετά γενικές και αόριστες. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε, εκ της γενικότητας ότι συνήθως τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ανακοινώνονται σε άλλες εκπομπές, ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση έτσι έγινε. Δεν αποκλείεται φυσικά να έγινε τέτοια αναμετάδοση, ωστόσο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, δεν προκύπτει γεγονός που μαρτυρείται επαρκώς ενώπιον του Δικαστηρίου, για να οδηγήσει σε εύρημα γεγονότος. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία γεγονότος του ΜΕ1 ότι το επίδικο δημοσίευμα αναμεταδόθηκε διαδικτυακά ή και από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Η έκταση της δημοσίευσης, και πάλι, δεν έχει σημασία για τη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος, παρόλο που μπορεί να σχετίζεται με την επιδίκαση αποζημιώσεων, εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι η περίπτωση είναι τέτοια όπου θα πρέπει να καταβληθούν αποζημιώσεις. Ως προς το θέμα της γνώσης του Εναγόμενου 2 σχετικά με το δημοσίευμα, ο Ενάγων δεν προσκόμισε κάποια μαρτυρία, και όταν ρωτήθηκε, εξέφρασε την άποψη ότι, εφόσον είναι κατά νόμο υπεύθυνος, είχε λόγο και θα έπρεπε να γνωρίζει, αφήνοντας στο Δικαστήριο την απάντηση, ως αυτή να ήταν απλώς νομικό ζήτημα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 2 είχε γνώση του επίδικου δημοσιεύματος ή των περιστάσεων της δημοσίευσης. Η μαρτυρία του ΜΥ1 έκανε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο λόγος του ήταν ήρεμος, λογικός, μετρημένος και κατατοπιστικός. Ο ΜΥ1 εξήγησε με επαρκή σαφήνεια, με σοβαρότητα και πληρότητα πώς λειτουργεί ένας δημοσιογράφος για να προχωρήσει με τη δημοσίευση μιας είδησης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί πως επαληθεύτηκε η αλήθεια του γεγονότος ότι έγινε καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον αστυνομικό εναντίον του Ενάγοντος και το περιεχόμενό της κατόπιν επεισοδίου που έλαβε χώρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.
  25. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως δεν έγινε προσπάθεια από τους Εναγόμενους να επαληθευτεί η βασιμότητα και του περιεχομένου της καταγγελίας. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν μπορεί να πειστεί από τον λόγο του ΜΥ1 ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 3 μετά τη δημοσίευση είχαν ζητηθεί από τον Εναγόμενο 3 οι θέσεις του Ενάγοντος. Τούτη συνιστά εξ ακοής μαρτυρία που βρίσκει απέναντί της τον άμεσο λόγο του Ενάγοντος και τα κριτήρια με τα οποία προσδίδει βαρύτητα το Δικαστήριο στην εξ ακοής μαρτυρία προβλέπονται στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, με δεδομένο, μεταξύ άλλων, και ότι δεν εξηγήθηκε η μη παροχή μαρτυρίας από τον Εναγόμενο 3 σε σχέση με το γεγονός αυτό και έχοντας υπόψη το όφελος ενός τέτοιου ισχυρισμού για τους Εναγόμενους σε δεοντολογικό επίπεδο. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, το γεγονός της μεταγενέστερης επικοινωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 3, όποιο κι αν ήταν το περιεχόμενό της, δεν αναιρεί τη δημοσίευση, ούτε αλλάζει το περιεχόμενό της, ούτε υποδηλώνει άσκηση δικαιωμάτων από τον Ενάγοντα που του δίδει ο νόμος σε σχέση με την επανόρθωση ή την απάντηση. Δεν κλονίζει και την αξιοπιστία του ΜΥ1 το ότι ανέφερε εξ ακοής πως ο Εναγόμενος 3 είχε ζητήσει τις απόψεις του Ενάγοντος, αλλά στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων δεν μπορεί να αποδείξει το γεγονός αυτό με την ποιότητα της μαρτυρίας του, έναντι στον λόγο του Ενάγοντος. Το Δικαστήριο βρίσκει γενική και αόριστη τη μαρτυρία του ΜΥ1, για να μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα, και ως προς το γεγονός ότι το δημοσίευμα βασίστηκε και σε τηλεφωνήματα που έγιναν στα γραφεία της εφημερίδας από δικηγόρους ή άλλους, για να αναφέρουν το επεισόδιο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 14.05.
  26. Συνεπώς, αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ο ΜΥ1 εξήγησε γιατί δημοσιογραφικά είχε ενδιαφέρον η είδηση ότι ένας αστυνομικός κατήγγειλε ένα δημόσιο κατήγορο μετά από επεισόδιο στο Δικαστήριο και πώς η σημασία που δόθηκε από την εφημερίδα ήταν ανάλογη, ούτε λιγότερη ούτε περισσότερη, με τη φύση της είδησης. Παρόλο που ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε επίμονα, επί κάθε σημείου της γραπτής του δήλωσης, δεν απώλεσε ούτε την υπομονή του ούτε τη λογική συνοχή και αλληλουχία των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο. Δεν θα συμφωνήσω με όσα υποδεικνύει ο κύριος Βασιλείου στην αγόρευσή του ως αντιφάσεις ή και την σημασία την οποία δίδει σε ορισμένες πραγματικές πτυχές· προσπαθώντας να εξάγει από τη μαρτυρία του ΜΥ1 και στοιχεία κακοβουλίας. Για παράδειγμα, ο λόγος που δεν υπήρξε επικοινωνία με τον Ενάγοντα πριν από τη δημοσίευση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, δεν ήταν αποκλειστικά «το περασμένο της ώρας». Ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση ούτως ή άλλως να διευκρινίσει την ώρα γιατί σε κάθε περίπτωση η δική του γνώση για το συμβάν, όπως ανέφερε, δεν συμπίπτει χρονικά με αυτήν του Εναγόμενου
  27. Ήταν και γιατί δεν είχαν το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντος, και δεν αμφισβητήθηκε αυτό το δεδομένο, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι δεν είχαν το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντος όταν έλαβαν γνώση της καταγγελίας του αστυνομικού εναντίον του Ενάγοντος δια της οποίας φαίνεται πως έλαβαν γνώση και του περιστατικού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που έγινε μετά τις 11:00 π.μ. (Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 10). Ήταν ειλικρινής ο ΜΥ1 ότι πάντως επαληθεύθηκε η αλήθεια του γεγονότος ότι έγινε καταγγελία του Ενάγοντος από τον αστυνομικό και ότι υπήρχε όντως στη διάθεση των Εναγόμενων η κατάθεση του αστυνομικού μαζί με το έγγραφο της βεβαίωσης που επιχείρησε να χορηγήσει ο Ενάγων στη μάρτυρα. Επί τούτων δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή του, η οποία, ενισχυμένη και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και του Τεκμηρίου 3, υπερτέρησε του λόγου του ΜΕ1 ως είχε δικογραφηθεί, ότι δεν υπήρχε καν κάποια κατάθεση αστυνομικού εναντίον του. Ούτε ως προς τη σοβαρότητα του θέματος περιέπεσε σε αντιφάσεις ή υπεκφυγές ο ΜΥ1, όπως εκλαμβάνει ο συνήγορος του Ενάγοντος, και δεν είχαν «διπλωματία», όπως λέει, οι απαντήσεις του. Ο ΜΥ1 απαντούσε τηρώντας όλες τις ισορροπίες και χωρίς να τοποθετείται απόλυτα και δογματικά, χωρίς από την άλλη η λεπτότητα του λόγου του να τον καθιστά και αναξιόπιστο. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι επρόκειτο για σοβαρό θέμα εμβέλειας πρωτοσέλιδου, ασχέτως εάν γι' αυτό έγινε «σούσουρο». Ακόμα κι αν δεν εξήγησε με τόση πειστικότητα το «σούσουρο», έδωσε στο Δικαστήριο να καταλάβει γιατί δεν ήταν ένα σοβαρό θέμα, αλλά απλώς ένα ασυνήθιστο περιστατικό που θεώρησαν, κατά τη δημοσιογραφική αξιολόγησή του, ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευθεί. Η τοποθέτησή του στην εφημερίδα, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 3, δείχνει εν τέλει εάν αντιμετωπίστηκε ως σοβαρό θέμα ή όχι και συνάδει με τις αναφορές του ΜΥ1, ότι δεν ήταν και το πιο σοβαρό θέμα με το οποίο είχαν να ασχοληθούν ή τουλάχιστον δεν ήταν «σοβαρό» με την έννοια που μπορεί να νοεί ο Ενάγων (ότι του αποδίδει ποινικά επιλήψιμη διαφθορά και αναδεικνύει σκάνδαλο), ήταν όμως σοβαρό με την κοινωνική διάσταση και έννοια ότι εκτυλίσσεται μια τέτοια κατάσταση σε ένα Δικαστήριο, μεταξύ ενός αστυνομικού και ενός δημόσιου κατήγορου, για οποιουσδήποτε λόγους κι αν έχει εκτυλιχθεί (π.χ. εκδίκηση, δυσαρέσκεια, κ.λπ.) και καταλήγει σε καταγγελία στην αστυνομία για ποινικά αδικήματα από πρόσωπο που γνωρίζει από νόμους. Δεν ανέφερε ο ΜΥ1 ότι ήταν ο Εναγόμενος 3 που έλαβε την πρωτοβουλία να επικοινωνήσει άμεσα με τον Ενάγοντα την επομένη της δημοσίευσης, για να φροντίσει να λάβει τις θέσεις του, αλλά και ο ΜΕ1 δεν είπε κάτι διαφορετικό από το ότι αφέθηκαν μηνύματα στο Facebook του Εναγόμενου 3 και ο τελευταίος φρόντισε να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα. Ο ίδιος ο Ενάγων, εξιστορώντας το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον Εναγόμενο 3, και τα δικά του λεγόμενα (για «γιατί» που υπέβαλε και την έκφραση παραπόνου), σε συνάρτηση και με το σύνολο των αντιδράσεών του, άφησε να γίνει κατανοητό πως δεν επιθυμούσε ο ίδιος να εκφέρει τις θέσεις του για τη διαφορά του με τον αστυνομικό. Ούτε από την μαρτυρία του ΜΕ1 ούτε από τη μαρτυρία του ΜΥ1 προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 3 απέφευγε επίτηδες να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα· ειδάλλως γιατί να το πράξει όταν του ζητήθηκε και σε χρόνο που ο ίδιος ενδεχομένως να μην θεωρούσε ότι συνιστά προτεραιότητά του μέσα στη μέρα. Καμία υπεκφυγή, όπως αναφέρει ο κύριος Βασιλείου, υπήρξε όταν ερωτήθηκε ο μάρτυρας γιατί δεν δημοσίευσε και την καταδικαστική απόφαση εναντίον του αστυνομικού, που είχε εκδοθεί σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Απάντησε με απλή λογική και καθόλου ρητορικά ή σαρκαστικά. Δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστολή του Ενάγοντος προς τους Εναγόμενους με την οποία να διαβιβάζεται η απόφαση αυτή μαζί με τις θέσεις του Ενάγοντος προς αποκατάστασή του (ασχέτως εάν θα ήταν ετεροχρονισμένη και δεν θα δημιουργούσε υποχρέωση δημοσίευσής της), ούτε τίθεται ζήτημα άρνησης δημοσίευσης επιστολής αποκατάστασης που εστάλη νόμιμα. Επειδή το θέμα απασχολούσε έντονα τον Ενάγοντα ο οποίος αναζητούσε να δικαιωθεί, δεν σημαίνει ότι απασχολούσε και οποιονδήποτε άλλον ώστε να παρακολουθεί ενεργά τα πράγματα στη διάρκεια του χρόνου και να δείχνει έγνοια να αποκαταστήσει τον Ενάγοντα, ούτε σημαίνει πως εάν δεν το κάνει στερείται ήθους ή καλοπιστίας. Γενικότερα, τα σημεία στα οποία εστίασε η πλευρά του Ενάγοντος επί της μαρτυρίας του ΜΥ1, για να τα αναδείξει είτε ως αντιφάσεις είτε ως υπεκφυγές, δεν συνιστούν για το Δικαστήριο αντιφάσεις που μπορεί να το ωθήσουν στο να καταλήξει πως δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΥ1· νοείται, στον βαθμό που χρειάζεται. Σε κανένα σημείο ο μάρτυρας παραδέχθηκε ή υπονόησε ότι δεν έπρεπε να δημοσιευθεί το δημοσίευμα, όπως εκλαμβάνει ο συνήγορος του Ενάγοντος, επειδή απλώς εξέφρασε την κατανόησή του για την ενόχληση του Ενάγοντος, εξηγώντας ότι αυτό συμβαίνει ή και είθισται μέσα στο πλαίσιο του επαγγέλματος, του δικού τους, ως δημοσιογράφοι, να μην είναι πάντοτε αρεστοί, του δημόσιου κατήγορου, να δέχεται και αρνητική κριτική για τους χειρισμούς που έχουν να κάνουν με την άσκηση των καθηκόντων του. Οι αναφορές του μάρτυρα, προς το τέλος της μαρτυρίας του, περί κινήσεων ενοχής του Ενάγοντος που «ξενίζουν» ήταν για να εξηγήσει ότι και ο τρόπος που ο δημόσιος κατήγορος αντέδρασε στην αρπαγή του εγγράφου, με αναφορά σε ό,τι εκτυλίχθηκε κατόπιν αυτής στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (ή και τις μετέπειτα ενέργειες του Ενάγοντος), θα μπορούσε να δημιουργήσει ή και να ενισχύσει την εύλογη υπόνοια σε κάποιον τρίτο πως το έγγραφο αυτό ήταν τόσο σημαντικό να μην περιπέσει στην κατοχή του αστυνομικού. Εξήγησε βασικά ο ΜΥ1 πως ήταν αντίδραση που έδιδε στον δημοσιογράφο ακόμα καλύτερο έδαφος να βασιστεί στην καταγγελία του αστυνομικού, εφόσον θα αναμένονταν πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση του περιστατικού από έναν δημόσιο κατήγορο μέσα στον χώρο του Δικαστηρίου, ειδικότερα εάν μπορούσε απλώς να εκδοθεί άλλη βεβαίωση και αυτή που εκδόθηκε δεν περιείχε οτιδήποτε αναληθές ή μεμπτό και βεβαίωνε την (δημόσια) παρουσία ενός προσώπου στο Δικαστήριο για σκοπούς μαρτυρίας· ή αντίστοιχα εάν ήταν κάτι συνηθισμένο να διαβεβαιώνει τον κατηγορούμενου η υπόθεση του οποίου είχε περατωθεί ότι θα φροντίσει να αφαιρεθούν τα στοιχεία του από την «stop list». Η αναφορά του μάρτυρα στις κινήσεις του Ενάγοντος που συνέχισαν και το χρονικό διάστημα που ακολούθησε ήταν με αναφορά και στη διάθεσή του έναντι στους Εναγόμενους μετά το δημοσίευμα, επειδή ακριβώς ο Ενάγων ήταν με την - αβάσιμη πάντως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου - υποψία πως οι Εναγόμενοι συνεργάστηκαν με τον αστυνομικό για να τον βλάψουν. Το γεγονός ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία και από τον Εναγόμενο 3 δεν επηρεάζει την υπόθεση των Εναγόμενων, εφόσον δεν αμφισβητείται σε κανένα επίπεδο (δικογράφων ή μαρτυρίας) ότι το επεισόδιο και η καταγγελία, στην αλήθεια των οποίων βασίζονται οι Εναγόμενοι στο πλαίσιο όλων των υπερασπίσεων που προωθούν, έγιναν, ή ότι ο Εναγόμενος 3 δεν επικοινώνησε με τον Ενάγοντα πριν από τη δημοσίευση, ή ότι υπήρξε επικοινωνία του Ενάγοντος με τον Εναγόμενο 3 μετά τη δημοσίευση (ασχέτως με ποιου την πρωτοβουλία), με το περιεχόμενο που ο ίδιος ο Ενάγων ανέφερε. Εάν αυτά τα δεδομένα επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν και οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων, είναι διαφορετικό ζήτημα, που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Όπως κι αν τα ίδια δεδομένα επαρκούν για να αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας εναντίον του Ενάγοντος. Όσον αφορά την Εναγόμενη 1, εφημερίδα, ο ΜΥ1 εξήγησε τον ρόλο και την ιδιότητά του, που του επιτρέπει να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο της Εναγόμενης 1 για σκοπούς μαρτυρίας. Δεν θωρώ πως οτιδήποτε στη μαρτυρία του ΜΥ1 μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να τον θεωρήσει αναξιόπιστο για να καταθέσει επί όποιων γεγονότων έχουν σχέση με την υπόθεση. Κατά τον χρόνο της δημοσίευσης των επίδικων δημοσιευμάτων, είναι επίσης δεδομένο, δεν υπήρχε καταδίκη του αστυφύλακα που οι Εναγόμενοι να παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ουδείς εκ των Εναγόμενων ήταν παρών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κατά την 14.05.2014 και για ό,τι εκτυλίχθηκε εκεί ο δημοσιογράφος βασίστηκε σε πληροφορίες που περιέχονται στην κατάθεση του αστυνομικού ή και σε άγνωστες πηγές. Με βάση τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ή που αποδεικνύονται μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το Δικαστήριο είναι το εξής: Ο Ενάγων εργάζεται ως δημόσιος κατήγορος από το 2005 και σε κάθε ουσιώδη χρόνο τεκμαίρεται πως είχε καλή φήμη. Η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια της ημερήσιας εφημερίδας «Πολίτης» που κυκλοφορεί σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, ο Εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας και ο Εναγόμενος 3 είναι έμπειρος δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Πολίτης» και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν βοηθός αρχισυντάκτη. Την 14.05.2014, ο Ενάγων, ασκώντας τα καθήκοντά του στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, έδωσε οδηγίες να εκδοθεί βεβαίωση σε πολίτη της Δημοκρατίας για την παρουσία της στην ποινική υπόθεση 10604/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για σκοπούς μαρτυρίας, που του είχε ζητήσει για να δικαιολογήσει τις απουσίες της από τις σπουδές της στην Ελλάδα. Η μαρτυρία της είχε ολοκληρωθεί την 03.04.2014 και η βεβαίωση χορηγήθηκε για την περίοδο από 17.03.2014 μέχρι 13.05.2014 (Τεκμήριο 1, Τεκμήριο 6). Κατά τη συνάντηση που είχε με την εν λόγω μάρτυρα, παρών ήταν και ο αρραβωνιαστικός της ο οποίος ήταν κατηγορούμενος σε άλλη ποινική υπόθεση που είχε τελειώσει την προηγούμενη ημέρα και τον οποίο ο Ενάγων διαβεβαίωσε, απαντώντας σε ερώτησή του, πως τα στοιχεία του, εφόσον τελείωσε η υπόθεσή του, θα αφαιρούνταν από την «stop list». Τα διαδραματιζόμενα στο γραφείο του Ενάγοντος περιήλθαν στην αντίληψη αστυνομικού που βρίσκονταν στον χώρο με πολιτική περιβολή, ο οποίος είχε παράπονο από τον Ενάγοντα. Την ώρα που ο Ενάγων έδιδε τη βεβαίωση στη μάρτυρα, ο αστυνομικός την άρπαξε και βγήκε έξω, φωνάζοντας πως είχε στα χέρια του ψευδή δήλωση από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων, όταν ο αστυνομικός δεν είχε ανταποκριθεί στην κλήση του να επιστρέψει το έγγραφο, προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον σταματήσει, ακολουθώντας τον στον χώρο του Δικαστηρίου μαζί με άλλον αστυνομικό, για να λάβει πίσω το έγγραφο, και φθάνοντας μέχρι την έξοδο του Δικαστηρίου, όπου δέχθηκε απειλή από τον αστυνομικό που είχε αρπάξει τη βεβαίωση πως, εάν τον αγγίξει, θα τον καταγγείλει και για επίθεση. Ο αστυνομικός στη συνέχεια μετέβη στο ΤΑΕ Λεμεσού και κατήγγειλε τον Ενάγοντα για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, με αναφορά στη βεβαίωση που έδωσε στη μάρτυρα και την υπόσχεση που έδωσε στον αρραβωνιαστικό της. Έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 1, Τεκμήριο 6, Τεκμήριο 10). Για το περιστατικό που έγινε την 14.05.2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μεταξύ του Ενάγοντος και του αστυνομικού, ο Ενάγων έκανε μια σειρά ενεργειών. Είχε μιλήσει με άτομα της υπηρεσίας του για να τους ενημερώσει για το αληθές της βεβαίωσης, ζήτησε να υποβληθεί σε έρευνα για να διαφανεί η αλήθεια, και ενημέρωσε μέλη της Αστυνομίας όπου στη συνέχεια έδωσε κατάθεση προς καταγγελία του αστυνομικού για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Την επόμενη ημέρα, 15.05.2014, δημοσιεύθηκε το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 3), που συντάχθηκε από τον δημοσιογράφο Εναγόμενο 3, στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας της Εναγόμενης 1, μετά από επαλήθευση των γεγονότων ότι την 14.05.2014 συνέβη το προαναφερόμενο επεισόδιο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μεταξύ του Ενάγοντος και του αστυνομικού και της καταγγελίας του αστυνομικού εναντίον του Ενάγοντος στο ΤΑΕ Λεμεσού και αφού είχαν εξασφαλιστεί τόσο το έγγραφο της κατάθεσης (Τεκμήριο 10) όσο και το έγγραφο της βεβαίωσης (Τεκμήριο 6). Κυκλοφόρησαν 7.600 φύλλα της εφημερίδας «Πολίτης» όπου περιέχονταν το δημοσίευμα και πωλήθηκαν 3.817 φύλλα (Τεκμήριο 9). Ο Εναγόμενος 3 δεν είχε επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα πριν από τη δημοσίευση, γιατί δεν είχε τη δυνατότητα αλλά και δεν το θεώρησε αναγκαίο, και δεν γνώριζε τις θέσεις του Ενάγοντος αναφορικά με την εναντίον του καταγγελία, ούτε το γεγονός ότι και ο Ενάγων είχε καταγγείλει τον αστυνομικό για τη διάπραξη άλλων ποινικών αδικημάτων. Η δημοσίευση δεν έγινε με κακή πίστη οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων και ακολουθήθηκε η διαδικασία που ακολουθούνταν για κάθε δημοσίευση. Ο Εναγόμενος 2 δεν γνώριζε για το δημοσίευμα. Μετά από τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, ο Ενάγων έλαβε τηλεφωνήματα από γνωστούς και φίλους σχετικά με αυτό και υπήρξε αναστάτωση στο οικογενειακό και επαγγελματικό του περιβάλλον, το δημοσίευμα συζητούνταν στον χώρο του Δικαστηρίου, ενώ ο ίδιος επηρεάστηκε ψυχολογικά και ηθικά (ΜΕ2). Ο Ενάγων επικοινώνησε με δική του πρωτοβουλία με τον Εναγόμενο 3 από τον οποίο ζήτησε εξηγήσεις που δεν τον ικανοποίησαν. Ο Ενάγων κατήγγειλε τους Εναγόμενους 1 και 3 στην ΕΣΚ με επιστολή του ημερομηνίας 27.05.2014 (Τεκμήριο 4Α) και στο γραφείου του ΕΠΠΔ με επιστολή του ημερομηνίας 04.06.2014 (Τεκμήριο 4Β). Το παράπονο του Ενάγοντος στην ΕΣΚ διαβιβάστηκε στην ΕΔΔ η οποία, με απόφασή της που κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους την 19.08.2014 (Τεκμήριο 11), απέρριψε το παράνομο και αποφάνθηκε ότι η δημοσίευση ήταν μέσα στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Ο ΕΠΠΔ απάντησε στον Ενάγοντα πως το θέμα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του. Την 20.08.2014, με νέο δημοσίευμα στην εφημερίδα «Πολίτης» (Τεκμήριο 5), δημοσιεύθηκε το αποτέλεσμα της απόφασης της ΔΔΕ. Ο Ενάγων με επιστολή ημερομηνίας 09.06.2015 της δικηγόρου του προς την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού είχε ζητήσει ενημέρωση για τυχόν ποινική δίωξη και πειθαρχική έρευνα εναντίου του αστυνομικού (Τεκμήριο 7) όπως και με επιστολή της δικηγόρου του ημερομηνίας 28.07.2015 (Τεκμήριο 8). Εναντίον του αστυνομικού καταχωρίστηκε τελικά η ποινική υπόθεση ΧΧΧΧ/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην οποία την 06.09.2018 εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση και την 05.10.2018 επιβλήθηκε ποινή (Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2). Νομικές πτυχές Σύμφωνα με τον περί Δημόσιων Κατηγόρων Νόμο 8/1989, «δημόσιος κατήγορος» σημαίνει πρόσωπο που εμφανίζεται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου στη Δημοκρατία για την παρουσίαση ποινικής υπόθεσης εναντίον οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου. Για τον σκοπό αυτό, ενεργεί υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σαν να είναι μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Ένεκα του ρόλου και των νομοθετημένων καθηκόντων του δημόσιου κατήγορου (public prosecutor), που είναι η παρουσίαση ποινικών υποθέσεων στο Δικαστήριο, και του γεγονότος ότι οι ποινικές δίκες διεξάγονται δημοσίως και εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο του δημοσίου δικαίου, ο δημόσιος κατήγορος θεωρείται πρόσωπο που ενεργεί στη δημόσια σφαίρα. Ο από μέρους του τρόπος παρουσίασης των ποινικών υποθέσεων στο Δικαστήριο ή ενώπιον του Δικαστηρίου αφενός τεκμαίρεται ότι είναι υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και συνιστά τον τρόπο που η Πολιτεία (κατ' επέκταση η κοινωνία) μεταχειρίζεται την εκάστοτε ποινική δίκη, με όποιες κοινωνικές προεκτάσεις έχει, αφετέρου ενδιαφέρει και παρακολουθείται από το κοινό, κατ' επέκταση από τα ΜΜΕ που αντίστοιχα έχουν τον ρόλο μεταξύ άλλων να ενημερώνουν το κοινό για ζητήματα που το ενδιαφέρουν. Αναπόφευκτα, ο δημόσιος κατήγορος υπόκειται σε κριτική που άλλοτε είναι θετική και άλλοτε είναι αρνητική, κάποτε είναι ορθή ή δίκαιη ή εποικοδομητική και άλλες φορές όχι. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τύπου Νόμου 145/1989, ο δημοσιογράφος έχει το δικαίωμα της ελεύθερης αναζήτησης και λήψης πληροφοριών από ιδιωτικές πηγές, χωρίς παρακώλυση από μέρους κρατικών οργάνων και ανεξάρτητα από σύνορα, και της ελεύθερης μετάδοσης τούτων με κάθε μέσο έκφρασης, εκτός αν συντρέχουν λόγοι που αφορούν την ασφάλεια της Δημοκρατίας, τη δημόσια τάξη, τη συνταγματική τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων. Έχει επίσης το δικαίωμα της ελεύθερης προσέγγισης των κρατικών πηγών πληροφοριών, της αναζήτησης και λήψης πληροφοριών από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας και της ελεύθερης μετάδοσης τούτων με κάθε μέσο έκφρασης. Αντίστοιχα, οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας έχουν υποχρέωση να παρέχουν τη ζητούμενη πληροφορία το ταχύτερο δυνατόν, εκτός αν συντρέχουν λόγοι που δεν το επιτρέπουν και αφορούν την ασφάλεια της Δημοκρατίας, τη συνταγματική τάξη, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τα δημόσια ήθη ή την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ιδίου νόμου, ο δημοσιογράφος έχει το δικαίωμα να μην αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών που δημοσιεύει και να αρνηθεί στην προκείμενη περίπτωση να δώσει μαρτυρία και να μη διωχθεί εξαιτίας της άρνησης του. Κατ' εξαίρεση, δημοσιογράφος που δημοσιεύει πληροφορία που αφορά ποινικό αδίκημα είναι δυνατόν να υποχρεωθεί από το Δικαστήριο που επιλήφθηκε του αδικήματος ή από τον θανατικό ανακριτή να αποκαλύψει την πηγή του, εφόσον ικανοποιηθεί ότι η πληροφορία είναι σαφώς σχετική με το ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί άλλως πως να εξασφαλιστεί η πληροφορία, και λόγοι υπέρτερου και επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν αποκάλυψη της πληροφορίας. Το «δημοσιογραφικό απόρρητο» δεν εμποδίζει τον δημοσιογράφο που ενάγεται για δυσφήμιση να αναφέρει πού βασίστηκε για το δημοσίευμα, εάν βασίζεται στην υπεράσπιση της αλήθειας. Ο κατά νόμο υπεύθυνος εφημερίδας είναι το φυσικό πρόσωπο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εφημερίδας, που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου 145/1989 όταν ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας είναι νομικό πρόσωπο. Ανεξάρτητα από τυχόν ευθύνη του ιδιοκτήτη της εφημερίδας, ο κατά νόμο υπεύθυνος ευθύνεται για κάθε αδίκημα που διαπράττεται από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Ο νόμος δεν εξαιρεί την προσωπική ευθύνη του κατά νόμο υπευθύνου εφημερίδας για αστικά αδικήματα με βάση το Κεφ. 148, εάν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία αυτών με αναφορά στο πρόσωπό του. Το άρθρο 11 δημιουργεί πλασματική ευθύνη του κατά νόμο υπεύθυνου για κάθε αδίκημα που διαπράττεται από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας (νομικό πρόσωπο). Η αναφορά του νόμου σε «αδίκημα» που διαπράττεται με βάση οποιονδήποτε νόμο ή με βάση τον Ποινικό Κώδικα, όπως ορθά επισημαίνει η συνήγορος των Εναγόμενων με την αγόρευσή της, και δεν απαντήθηκε διαφορετικά σε νομικό επίπεδο, ερμηνεύθηκε συσταλτικά στη Λουκαΐδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ

(2003)1 ΑΑΔ 22, ότι αφορά μόνο σε ποινικά αδικήματα, ερμηνεία που δεν διαφοροποιήθηκε έκτοτε. Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Νόμου 145/1989, ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής εφημερίδας, στην οποία αναγράφηκε ανακριβές δημοσίευμα που ανάγεται σε πράξεις σχετικές με τα καθήκοντα ορισμένου δημόσιου υπαλλήλου, ανεξάρτητα αν το δημοσίευμα προέρχεται από τη διεύθυνση της εφημερίδας ή από οποιονδήποτε τρίτο, και ανεξάρτητα από κάθε άλλη τυχόν ευθύνη, αστική ή ποινική και από το δικαίωμα αποζημιώσεως του παθόντος, οφείλει να καταχωρίζει δωρεάν κάθε επανόρθωση του δημοσιεύματος αυτού, είτε τη στέλνει ο δημόσιος υπάλληλος είτε η αρμόδια υπηρεσία, στο αμέσως επόμενο ή μεθεπόμενο φύλλο από την ημέρα της παραλαβής της, με τα ίδια τυπογραφικά στοιχεία, στην ίδια θέση όπου είχε καταχωριστεί το δημοσίευμα που την προκάλεσε, και χωρίς καμιά παρεμβολή ή παράλειψη. Αν το δημοσίευμα θίγει προσωπικά τον δημόσιο υπάλληλο, αυτός έχει επιπρόσθετα και το δικαίωμα της απάντησης, που ορίζεται στο άρθρο
  1. Η επανόρθωση πρέπει να υπογράφεται από τον αποστολέα, να μην υπερβαίνει την έκταση του δημοσιεύματος που ανασκευάζει και να περιορίζεται στην ανασκευή των ανακριβών περιστατικών και στην παράθεση των αληθών. Μπορεί όμως ο πρόεδρος του Συμβουλίου Τύπου, με αιτιολογημένη απόφαση του που εκδίδεται μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, με αίτηση μεν του δημόσιου υπαλλήλου ή της υπηρεσίας να αποφασίσει την αύξηση ή την μείωση της έκτασης της επανόρθωσης όπως προβλέπει ο νόμος. Υπάρχει δυνατότητα άρνησης της καταχώρισης της επανόρθωσης αν το κείμενο της επανόρθωσης περιέχει εκφράσεις προφανώς δυσφημιστικές ή που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινης πράξης, και εάν παρήλθε από την καταχώριση του ανασκευαζόμενου δημοσιεύματος ένας μήνας, στην περίπτωση που αυτός που την ζήτησε διαμένει στη Δημοκρατία, και τρεις μήνες, στην περίπτωση που διαμένει στο εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση άρνησης για καταχώριση της επανόρθωσης, υποχρεώνεται ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής μέσα σε τρεις ημέρες να καταθέσει το κείμενο της επανόρθωσης μαζί με τους λόγους στους οποίους στηρίζει την άρνηση δημοσίευσης της, στον πρόεδρο του Συμβουλίου Τύπου, ο οποίος αποφαίνεται μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες (με αιτιολογημένη διάταξη του) για το δικαιολογημένο ή μη της άρνησης. Η άρνηση του ιδιοκτήτη, κατά νόμο υπευθύνου ή διευθυντή να καταχωρίσει την επανόρθωση σύμφωνα με τη διάταξη του προέδρου του Συμβουλίου Τύπου αποτελεί επιβαρυντική περίσταση για ποινική ευθύνη. Η άρνηση για δημοσίευση επανόρθωσης, χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο νόμος, ή η μη προσήκουσα καταχώριση της, συνιστά και ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Νόμου 145/1989, ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής εφημερίδας όπου καταχωρίστηκε δημοσίευμα, στο οποίο κατονομάζεται ή υπονοείται από το κείμενο του δημοσιεύματος αυτού ιδιώτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν το δημοσίευμα αυτό προέρχεται από τη διεύθυνση της εφημερίδας ή από οποιοδήποτε τρίτο, και ανεξάρτητα από κάθε άλλη τυχόν ευθύνη, αστική ή ποινική, και από το δικαίωμα αποζημίωσης του παθόντος, οφείλει να καταχωρίζει την απάντηση του δημοσιεύματος που στέλνει το πρόσωπο αυτό, η οποία καταχωρίζεται μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή της ή στο αμέσως επόμενο φύλλο, αν δεν εκδόθηκε φύλλο πριν περάσουν τρεις ημέρες, με τα ίδια τυπογραφικά στοιχεία και στην ίδια θέση, όπου είχε καταχωριστεί το δημοσίευμα που την προκάλεσε και χωρίς καμιά παρεμβολή ή παράλειψη. Η απάντηση καταχωρίζεται δωρεάν, εφόσον το δημοσίευμα δεν είναι αγγελία ή διαφήμιση που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις εμπορικές συναλλαγές ή εφόσον το δημοσίευμα είναι ανακριβές και θίγει την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου που κατονομάζεται ή υπονοείται. Η απάντηση πρέπει να υπογράφεται από τον αποστολέα και να μην υπερβαίνει την έκταση του δημοσιεύματος που την προκάλεσε, με δυνατότητα επέκτασης ή μείωσης όπως προβλέπει ο νόμος. Ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής της εφημερίδας μπορεί να αρνηθεί την καταχώριση της απάντησης αν το κείμενο της απάντησης περιέχει εκφράσεις προφανώς δυσφημιστικές ή που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινης πράξης και εάν παρήλθε από την καταχώριση του δημοσιεύματος που προκάλεσε την απάντηση διάστημα δέκα ημερών ή, αν ο θιγόμενος από το δημοσίευμα διέμενε στο εξωτερικό, διάστημα δέκα ημερών από την επιστροφή του. Το δικαίωμα προς απάντηση μπορεί να ασκηθεί, μέσα στην προθεσμία την καθορισμένη και από τον/την σύζυγο ή οποιονδήποτε κατιόντα, ανιόντα ή αδελφό, αν ο θιγόμενος από το δημοσίευμα αποβιώσει πριν από την παρέλευση της προθεσμίας που παρέχεται για άσκηση του δικαιώματος, περίπτωση στην οποία αίρεται το ίδιο δικαίωμα ως προς τους λοιπούς. Σε περίπτωση άρνησης για καταχώριση της απάντησης ισχύουν όλα όσα ορίζονται για την επανόρθωση ανακριβών δημοσιευμάτων, ενώ και η άρνηση για δημοσίευση της απάντησης, χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπονται ή η μη προσήκουσα καταχώριση της συνιστά ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή και με τις δυο αυτές ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ. 148, δυσφήμιση είναι η δημοσίευση, από οποιοδήποτε πρόσωπο, με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη, ή ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς της πρόνοιας αυτής, «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε, η οποία, εάν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη πράξη σε αυτήν. Στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι και νομοθετημένο πως η ευθύνη που υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο τον λόγο ότι προβαίνει σε αυτήν υπό μορφή επανάληψης (repetition) ή φημολογίας (hearsay) ή αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε ή, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή ή επειδή δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτήν ή να δημοσιεύσει αυτήν για τον ενάγοντα και ότι αφορούσε αυτόν ή, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του ενάγοντος. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης. Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς, δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα φυλάκιση, σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του, ή αποδίδουν σε αυτόν μεταδοτική ή μολυσματική νόσο, μοιχεία ή ασέλγεια. Δυσφήμιση διαπράττεται και εάν ακόμα το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως· αρκεί εάν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. Δεν αρκεί ένα κείμενο να είναι δυσφημιστικό, ως ερμηνεύεται, αλλά θα πρέπει επίσης να δημοσιευθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα εάν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αυτού που δυσφημίζεται από αυτό ή του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια του γάμου. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα εάν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημίζεται ή προς άλλον, συνιστά δημοσίευση. Μπορεί να είναι δυσφημιστικό ένα δημοσίευμα, αλλά να μην υπάρξει καταδίκη για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και να μην επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, εάν αποδειχθεί κάποια από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εφαρμόζονται στη νομολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ.148, σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές (true). Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντος, η υπεράσπιση της αλήθειας δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μίας κατηγορίας, εάν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχθηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντος, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών. Δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια κάθε μίας λέξης που χρησιμοποιεί[7], αλλά του ουσιωδώς αληθές του δημοσιεύματος. Η ουσία της υπεράσπισης είναι να μην επιτρέπει στον ενάγοντα να αποζημιώνεται για το πλήγμα σε έναν χαρακτήρα που είτε δεν κατέχει είτε δεν εξέφρασε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η απόδειξη της αλήθειας παρεμβάλλεται ως αντικειμενικό γεγονός που δείχνει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται στην άψογη φήμη που ισχυρίζεται πως έχει πληγεί από το δημοσίευμα. Το βάρος απόδειξης της αλήθειας που έχει ο εναγόμενος νοείται πως κινείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όσο πιο βαριά είναι η κατηγορία εναντίον του ενάγοντος, τόσο αυξάνεται και το βάρος απόδειξης της αλήθειας, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια, στο πλαίσιο υπεράσπισης σε απαίτηση για δυσφήμιση σε δημοσίευμα που φέρει τον ενάγοντα ως ύποπτο ποινικού αδικήματος, με τον τρόπο που ο δημόσιος κατήγορος πρέπει να αποδείξει τη διάπραξη του ιδίου ποινικού αδικήματος στην ποινική δίκη[8]. Όταν ο εναγόμενος επαναλαμβάνει κάτι που ειπώθηκε από άλλον, δεν αρκεί να αποδείξει ότι αυτό όντως ειπώθηκε από τον άλλο, για να διαφύγει της ευθύνης για δυσφήμιση, αλλά θα πρέπει να αποδείξει και ότι το αντικείμενο του λόγου του άλλου, που επανέλαβε, ήταν ουσιωδώς αληθές[9]. Κάθε επαναδημοσίευση λιβέλου συνιστά νέο λίβελο και ο συγγραφέας του καθενός που προβάλλει την υπεράσπιση της αλήθειας θα πρέπει να αναφέρεται στα γεγονότα που περιέχονται στην αρχική δημοσίευση[10]. Έτσι, όταν το δημοσίευμα είναι πως «ο Α είπε πως ο Β έκανε χάρες», η ερμηνεία που δίδεται στο δημοσίευμα είναι «ο Β έκανε χάρες»[11]. Οι λεπτομέρειες αλήθειας θα πρέπει να δικογραφούνται από τον εναγόμενο που χρησιμοποιεί την υπεράσπιση αυτή. Το Δικαστήριο εστιάζει στον πυρήνα του δυσφημιστικού ισχυρισμού, για να διαπιστώσει εάν μπορεί να επαρκέσει η υπεράσπιση της αλήθειας, και τυχόν ανακρίβειες, υπερβολές του δημοσιογραφικού ύφους ή η ατημέλητη δημοσιογραφία (sloppy journalism) ή ασυνειδησία μένουν στην άκρη[12]. Αποτελεί ειδική υπεράσπιση και το ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο (honest opinion) για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, ως κωδικοποιείται η υπεράσπιση του κοινοδικαίου στο εγχώριο δίκαιο, δηλαδή και με την προϋπόθεση το σχόλιο να είναι επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος[13]. Σε αντίθεση με την υπεράσπιση της αλήθειας, που εφαρμόζεται και σε δηλώσεις γεγονότων και σε δηλώσεις που συνιστούν γνώμη, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εφαρμόζεται σε δυσφημιστικές δηλώσεις που συνιστούν γνώμη με κάποια πραγματική βάση, επί της οποίας το έντιμο άτομο θα μπορούσε να εκφράσει γνώμη. Όταν το δημοσίευμα περιέχει και γεγονότα και γνώμη, συνήθως δικογραφούνται και οι δύο υπερασπίσεις, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση. Στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν ενδιαφέρει τόσο η αλήθεια. Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, εάν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο, αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα τα οποία αποδεικνύονται. Η δίκαιη και ακριβής αναφορά μιας δήλωσης υπό προνομιούχα περίσταση μπορεί επίσης να περιληφθεί σε αυτή την υπεράσπιση, ακόμα κι αν η δήλωση είναι ανακριβής. Εάν κάποιος εκφράσει γνώμη αναφορικά μια επίσημη καταγγελία στις Αρχές ή αναφορικά με την οποία διεξάγεται δίκη, ακόμα κι αν το περιεχόμενο της καταγγελίας καθαυτό είναι ανακριβές ή αναληθές, εάν η δική του γνώμη εκφράστηκε δίκαια και με ακρίβεια, εξαιρείται από τον κανόνα ότι η γνώμη θα πρέπει να βασίζεται πάντοτε σε γεγονότα που αληθεύουν[14]. Δεν υπάρχει κάποιος εξαντλητικός κατάλογος για το τι συνιστά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή τι δεν συνιστά, ενώ κριτήρια ή παράγοντες που έτυχαν ήδη χρήσης στην ευρύτερη νομολογία μπορούν να τυγχάνουν επίκλησης. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο γραφείο μιας εισαγγελίας αναφορικά με τον χειρισμό θεμάτων όπως λόγου χάριν οι ευάλωτοι ύποπτοι, μπορεί να θεωρηθεί θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος[15], όπως ακόμα και η ικανότητα ενός προσώπου να ασχολείται με τη διοίκηση ενός φιλανθρωπικού οργανισμού[16], άρα πρόκειται για μια καταρχάς ευρεία έννοια ή κατηγορία. Ενώ τα γεγονότα που έπονται της δημοσίευσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της υπεράσπισης της αλήθειας, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί η εντιμότητα με την οποία εκφράστηκε η γνώμη. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν επιτυγχάνει εάν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα με την έννοια του άρθρου 21, δηλαδή ότι έγινε με κακή πίστη (malice), που εξειδικεύεται στο ότι ο εναγόμενος δεν διατηρούσε όντως τη γνώμη που εξέφρασε[17]. Ενώ στην υπεράσπιση της αλήθειας δεν ενδιαφέρει η νοητική κατάσταση του εναγόμενου, στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου είναι σημαντική. Ο Ενάγων θα πρέπει να απαντά στην υπεράσπιση αυτή, δικογραφώντας τις λεπτομέρειες επί των οποίων βασίζεται για να επικαλεστεί κακή πίστη. Ενώ μπορούν να εντοπιστούν παλαιές αυθεντίες που υποστηρίζουν πως η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείται διαφορετικά όταν η δήλωση συνιστά κατηγορία για διαφθορά ή ανεντιμότητα[18], πλέον δεν υπάρχει ούτε μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία κάποια διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση[19]. Ειδικές νομοθετημένες υπερασπίσεις αποτελούν και το ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος ήταν προνομιούχα (in a privileged occasion) δυνάμει του άρθρου 20 (απόλυτα προνομιούχα) και του άρθρου 21 (υπό επιφύλαξη προνομιούχα) και ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου
  2. Οι Εναγόμενοι δικογραφούν και το προνόμιο υπό επιφύλαξη. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλόπιστα, εάν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να το δημοσιεύσει και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον. Νοουμένου πάντοτε ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκώς υπό τις περιστάσεις. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι μομφή που προσάπτεται από κάποιο κατά της συμπεριφοράς άλλου, ως προς οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το οποίο ο πρώτος έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πώς, επί του άλλου, ή ως προς τον χαρακτήρα του άλλου στο μέτρο που εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου σε σχέση με τη συμπεριφορά του σε οποιοδήποτε θέμα ή σε σχέση με τον χαρακτήρα του, στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία συμβατικά ή άλλως πως επί του άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα͘. Εάν επίσης το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει ή προσώπου προς το οποίο γίνονταν η δημοσίευση ή κάποιου τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι ακριβοδίκαιη και ακριβής αναφορά αυτών που έχουν λεχθεί, πραχθεί ή δημοσιευθεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται πως έγινε καλόπιστα εάν το δημοσίευμα ήταν αναληθές και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή προέβη στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή αναληθούς ή ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό αντικειμενικά μεγαλύτερο ή σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, εάν η δημοσίευση θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα φέρει ο ενάγων. Εάν η δήλωση που φέρεται ως δυσφημιστική αποτέλεσε την ακριβή και ανεξάρτητη αναφορά διαφοράς ή διαμάχης στην οποία συμμετείχε ο ενάγων (στο πλαίσιο reportage), το Δικαστήριο, καθορίζοντας κατά πόσο ήταν εύλογο για τον εναγόμενο να πιστεύει πως η δημοσίευση εξυπηρετεί το δημόσιο ενδιαφέρον, δεν αναζητά εάν ο εναγόμενος προέβη και σε διαβήματα επαλήθευσης των κατηγοριών[20]. Αυτή η περισσότερο δημοσιογραφική «υπεράσπιση του ρεπορτάζ» (γνωστότερη ως «υπεράσπιση Reynolds»[21]) αν και ιστορικά δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις νομοθετημένες υπερασπίσεις ή και δεν συνιστά ακριβώς «προνόμιο», για διάφορους λόγους, στην Κυπριακή έννομη τάξη προσεγγίζεται περισσότερο υπό την υπεράσπιση του ειδικού προνομίου υπό επιφύλαξη καλοπιστίας, αν και συμπλέκει στοιχεία και των λοιπών υπερασπίσεων[22]. Το House of Lords, με τούτη την υπεράσπιση, που σταδιακά διασαφήνισε, θέλησε να ενθαρρύνει την εμπέδωση της δημοσιογραφικής ελευθερίας ή ελευθεροτυπίας, παράλληλα περιορίζοντας τις αγωγές κατά των ΜΜΕ για δυσφήμιση, ή ακόμα και να προσεγγίσει τη δυσφήμιση εκσυγχρονιστικά ως περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης των ΜΜΕ, παρά αποκλειστικά ως αυθύπαρκτο αστικό αδίκημα. Οι περιστάσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Υποθέτοντας σε κάθε περίπτωση ότι μια δήλωση είναι δυσφημιστική και πραγματικά αναληθής, παρόλο που καλόπιστα πιστεύεται ότι είναι αληθής, θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός σε σχέση με τις περιστάσεις. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης που έχει ληφθεί από τον κυβερνητικό τύπο ή δημόσια ομιλία δημόσιου προσώπου ή επίσημη διαδικασία και άλλο η δημοσίευση δήλωσης πολιτικού αντιπάλου, επιχειρηματικού ανταγωνιστή, πρώην υπαλλήλου, κ.λπ.. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης για την οποία έχει δοθεί στον δυσφημισθέντα η ευκαιρία να ανατρέψει και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς να έχει δοθεί κάποια εφικτή ευκαιρία στον δυσφημισθέντα. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης μετά από προηγούμενη επαλήθευση και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς προηγούμενη επαλήθευση, ενώ η φύση της δήλωσης το απαιτεί. Αυτοί που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή θα πρέπει να αναμένουν και να δέχονται ότι η δημόσια συμπεριφορά τους θα είναι αντικείμενο εξονυχιστικού ελέγχου και οξείας κριτικής. Δεν θα αναμένουν βεβαίως οι πράξεις τους να είναι το αντικείμενο ψευδών και δυσφημιστικών δηλώσεων, εκτός εάν οι συνθήκες της δημοσίευσης απαιτούν, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, το πρόσωπο που δημοσιεύει τη δήλωση να περιβληθεί με τέτοια ασυλία, με δεδομένη την απουσία κακοπιστίας. Με την «υπεράσπιση Reynolds» αναγνωρίζεται η ελαστικότητα του δικαίου που αναγνωρίζει και αυτό που επισήμανε στη μαρτυρία του ο ΜΥ1, το ότι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν άνεση χρόνου και στην αμεσότητα της στιγμής μπορεί να μην υπάρχει τόσο καλή ορατότητα όσον αφορά τα γεγονότα και η συχνή απροθυμία τους να αποκαλύψουν τις πηγές τους δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος τους. Διατελώντας τους ρόλους του «λαγωνικού» και του «φύλακα», οι δημοσιογράφοι παίζουν ένα σπουδαίο κοινωνικό ρόλο και το Δικαστήριο, για την προστασία της ελευθερίας της δημοσιογραφικής έκφρασης, θα πρέπει να είναι φειδωλό ως προς το να αποφασίζει ότι μια δημοσίευση δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, συνεπώς, το κοινό δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει, ιδίως όταν οι πληροφορίες είναι πολιτικού περιεχομένου. Είναι ένα σύνολο περιστάσεων ή παραγόντων που συνθέτουν την εκάστοτε εικόνα. Κατά πόσο το δημοσίευμα ως προς τη γενική του κατεύθυνση και θεματολογία, και όχι μεμονωμένες δηλώσεις, εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου ενδιαφέροντος. Κατά πόσον η συμπερίληψη της δυσφημιστικής δήλωσης ήταν λογικά αναγκαία και δικαιολογημένη, πάλι με γνώμονα τον δημόσιο σκοπό στον οποίο πρέπει να ενσωματώνεται. Το γεγονός ότι μια ιστορία και η δημοσίευσή της είναι προς το δημόσιο συμφέρον δεν δίνει το δικαίωμα στον δημοσιογράφο να τη διανθίσει με δηλώσεις που δεν εξυπηρετούν τον δημόσιο σκοπό. Επειδή όμως το Δικαστήριο έχει άνεση χρόνου και καλύτερη ορατότητα από τον δημοσιογράφο, η δικαστική κρίση δεν θα πρέπει να είναι τόσο σχολαστική ως προς το ποιες δηλώσεις εξυπηρετούν με

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.