ΑΡΓΥΡΟΥ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 3075/2014, 17/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3075/2014 ΧΧΧΧ ΑΡΓΥΡΟΥ Ενάγων v.
(2003)1 ΑΑΔ 22, ότι αφορά μόνο σε ποινικά αδικήματα, ερμηνεία που δεν διαφοροποιήθηκε έκτοτε. Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Νόμου 145/1989, ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής εφημερίδας, στην οποία αναγράφηκε ανακριβές δημοσίευμα που ανάγεται σε πράξεις σχετικές με τα καθήκοντα ορισμένου δημόσιου υπαλλήλου, ανεξάρτητα αν το δημοσίευμα προέρχεται από τη διεύθυνση της εφημερίδας ή από οποιονδήποτε τρίτο, και ανεξάρτητα από κάθε άλλη τυχόν ευθύνη, αστική ή ποινική και από το δικαίωμα αποζημιώσεως του παθόντος, οφείλει να καταχωρίζει δωρεάν κάθε επανόρθωση του δημοσιεύματος αυτού, είτε τη στέλνει ο δημόσιος υπάλληλος είτε η αρμόδια υπηρεσία, στο αμέσως επόμενο ή μεθεπόμενο φύλλο από την ημέρα της παραλαβής της, με τα ίδια τυπογραφικά στοιχεία, στην ίδια θέση όπου είχε καταχωριστεί το δημοσίευμα που την προκάλεσε, και χωρίς καμιά παρεμβολή ή παράλειψη. Αν το δημοσίευμα θίγει προσωπικά τον δημόσιο υπάλληλο, αυτός έχει επιπρόσθετα και το δικαίωμα της απάντησης, που ορίζεται στο άρθρο
- Η επανόρθωση πρέπει να υπογράφεται από τον αποστολέα, να μην υπερβαίνει την έκταση του δημοσιεύματος που ανασκευάζει και να περιορίζεται στην ανασκευή των ανακριβών περιστατικών και στην παράθεση των αληθών. Μπορεί όμως ο πρόεδρος του Συμβουλίου Τύπου, με αιτιολογημένη απόφαση του που εκδίδεται μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, με αίτηση μεν του δημόσιου υπαλλήλου ή της υπηρεσίας να αποφασίσει την αύξηση ή την μείωση της έκτασης της επανόρθωσης όπως προβλέπει ο νόμος. Υπάρχει δυνατότητα άρνησης της καταχώρισης της επανόρθωσης αν το κείμενο της επανόρθωσης περιέχει εκφράσεις προφανώς δυσφημιστικές ή που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινης πράξης, και εάν παρήλθε από την καταχώριση του ανασκευαζόμενου δημοσιεύματος ένας μήνας, στην περίπτωση που αυτός που την ζήτησε διαμένει στη Δημοκρατία, και τρεις μήνες, στην περίπτωση που διαμένει στο εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση άρνησης για καταχώριση της επανόρθωσης, υποχρεώνεται ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής μέσα σε τρεις ημέρες να καταθέσει το κείμενο της επανόρθωσης μαζί με τους λόγους στους οποίους στηρίζει την άρνηση δημοσίευσης της, στον πρόεδρο του Συμβουλίου Τύπου, ο οποίος αποφαίνεται μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες (με αιτιολογημένη διάταξη του) για το δικαιολογημένο ή μη της άρνησης. Η άρνηση του ιδιοκτήτη, κατά νόμο υπευθύνου ή διευθυντή να καταχωρίσει την επανόρθωση σύμφωνα με τη διάταξη του προέδρου του Συμβουλίου Τύπου αποτελεί επιβαρυντική περίσταση για ποινική ευθύνη. Η άρνηση για δημοσίευση επανόρθωσης, χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο νόμος, ή η μη προσήκουσα καταχώριση της, συνιστά και ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Νόμου 145/1989, ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής εφημερίδας όπου καταχωρίστηκε δημοσίευμα, στο οποίο κατονομάζεται ή υπονοείται από το κείμενο του δημοσιεύματος αυτού ιδιώτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν το δημοσίευμα αυτό προέρχεται από τη διεύθυνση της εφημερίδας ή από οποιοδήποτε τρίτο, και ανεξάρτητα από κάθε άλλη τυχόν ευθύνη, αστική ή ποινική, και από το δικαίωμα αποζημίωσης του παθόντος, οφείλει να καταχωρίζει την απάντηση του δημοσιεύματος που στέλνει το πρόσωπο αυτό, η οποία καταχωρίζεται μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή της ή στο αμέσως επόμενο φύλλο, αν δεν εκδόθηκε φύλλο πριν περάσουν τρεις ημέρες, με τα ίδια τυπογραφικά στοιχεία και στην ίδια θέση, όπου είχε καταχωριστεί το δημοσίευμα που την προκάλεσε και χωρίς καμιά παρεμβολή ή παράλειψη. Η απάντηση καταχωρίζεται δωρεάν, εφόσον το δημοσίευμα δεν είναι αγγελία ή διαφήμιση που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις εμπορικές συναλλαγές ή εφόσον το δημοσίευμα είναι ανακριβές και θίγει την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου που κατονομάζεται ή υπονοείται. Η απάντηση πρέπει να υπογράφεται από τον αποστολέα και να μην υπερβαίνει την έκταση του δημοσιεύματος που την προκάλεσε, με δυνατότητα επέκτασης ή μείωσης όπως προβλέπει ο νόμος. Ο ιδιοκτήτης, ο κατά νόμο υπεύθυνος ή ο διευθυντής της εφημερίδας μπορεί να αρνηθεί την καταχώριση της απάντησης αν το κείμενο της απάντησης περιέχει εκφράσεις προφανώς δυσφημιστικές ή που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινης πράξης και εάν παρήλθε από την καταχώριση του δημοσιεύματος που προκάλεσε την απάντηση διάστημα δέκα ημερών ή, αν ο θιγόμενος από το δημοσίευμα διέμενε στο εξωτερικό, διάστημα δέκα ημερών από την επιστροφή του. Το δικαίωμα προς απάντηση μπορεί να ασκηθεί, μέσα στην προθεσμία την καθορισμένη και από τον/την σύζυγο ή οποιονδήποτε κατιόντα, ανιόντα ή αδελφό, αν ο θιγόμενος από το δημοσίευμα αποβιώσει πριν από την παρέλευση της προθεσμίας που παρέχεται για άσκηση του δικαιώματος, περίπτωση στην οποία αίρεται το ίδιο δικαίωμα ως προς τους λοιπούς. Σε περίπτωση άρνησης για καταχώριση της απάντησης ισχύουν όλα όσα ορίζονται για την επανόρθωση ανακριβών δημοσιευμάτων, ενώ και η άρνηση για δημοσίευση της απάντησης, χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπονται ή η μη προσήκουσα καταχώριση της συνιστά ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή και με τις δυο αυτές ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ. 148, δυσφήμιση είναι η δημοσίευση, από οποιοδήποτε πρόσωπο, με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη, ή ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς της πρόνοιας αυτής, «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε, η οποία, εάν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη πράξη σε αυτήν. Στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι και νομοθετημένο πως η ευθύνη που υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο τον λόγο ότι προβαίνει σε αυτήν υπό μορφή επανάληψης (repetition) ή φημολογίας (hearsay) ή αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε ή, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή ή επειδή δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτήν ή να δημοσιεύσει αυτήν για τον ενάγοντα και ότι αφορούσε αυτόν ή, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του ενάγοντος. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης. Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς, δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα φυλάκιση, σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του, ή αποδίδουν σε αυτόν μεταδοτική ή μολυσματική νόσο, μοιχεία ή ασέλγεια. Δυσφήμιση διαπράττεται και εάν ακόμα το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως· αρκεί εάν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. Δεν αρκεί ένα κείμενο να είναι δυσφημιστικό, ως ερμηνεύεται, αλλά θα πρέπει επίσης να δημοσιευθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα εάν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αυτού που δυσφημίζεται από αυτό ή του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια του γάμου. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα εάν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημίζεται ή προς άλλον, συνιστά δημοσίευση. Μπορεί να είναι δυσφημιστικό ένα δημοσίευμα, αλλά να μην υπάρξει καταδίκη για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και να μην επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, εάν αποδειχθεί κάποια από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εφαρμόζονται στη νομολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ.148, σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές (true). Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντος, η υπεράσπιση της αλήθειας δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μίας κατηγορίας, εάν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχθηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντος, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών. Δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια κάθε μίας λέξης που χρησιμοποιεί[7], αλλά του ουσιωδώς αληθές του δημοσιεύματος. Η ουσία της υπεράσπισης είναι να μην επιτρέπει στον ενάγοντα να αποζημιώνεται για το πλήγμα σε έναν χαρακτήρα που είτε δεν κατέχει είτε δεν εξέφρασε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η απόδειξη της αλήθειας παρεμβάλλεται ως αντικειμενικό γεγονός που δείχνει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται στην άψογη φήμη που ισχυρίζεται πως έχει πληγεί από το δημοσίευμα. Το βάρος απόδειξης της αλήθειας που έχει ο εναγόμενος νοείται πως κινείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όσο πιο βαριά είναι η κατηγορία εναντίον του ενάγοντος, τόσο αυξάνεται και το βάρος απόδειξης της αλήθειας, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια, στο πλαίσιο υπεράσπισης σε απαίτηση για δυσφήμιση σε δημοσίευμα που φέρει τον ενάγοντα ως ύποπτο ποινικού αδικήματος, με τον τρόπο που ο δημόσιος κατήγορος πρέπει να αποδείξει τη διάπραξη του ιδίου ποινικού αδικήματος στην ποινική δίκη[8]. Όταν ο εναγόμενος επαναλαμβάνει κάτι που ειπώθηκε από άλλον, δεν αρκεί να αποδείξει ότι αυτό όντως ειπώθηκε από τον άλλο, για να διαφύγει της ευθύνης για δυσφήμιση, αλλά θα πρέπει να αποδείξει και ότι το αντικείμενο του λόγου του άλλου, που επανέλαβε, ήταν ουσιωδώς αληθές[9]. Κάθε επαναδημοσίευση λιβέλου συνιστά νέο λίβελο και ο συγγραφέας του καθενός που προβάλλει την υπεράσπιση της αλήθειας θα πρέπει να αναφέρεται στα γεγονότα που περιέχονται στην αρχική δημοσίευση[10]. Έτσι, όταν το δημοσίευμα είναι πως «ο Α είπε πως ο Β έκανε χάρες», η ερμηνεία που δίδεται στο δημοσίευμα είναι «ο Β έκανε χάρες»[11]. Οι λεπτομέρειες αλήθειας θα πρέπει να δικογραφούνται από τον εναγόμενο που χρησιμοποιεί την υπεράσπιση αυτή. Το Δικαστήριο εστιάζει στον πυρήνα του δυσφημιστικού ισχυρισμού, για να διαπιστώσει εάν μπορεί να επαρκέσει η υπεράσπιση της αλήθειας, και τυχόν ανακρίβειες, υπερβολές του δημοσιογραφικού ύφους ή η ατημέλητη δημοσιογραφία (sloppy journalism) ή ασυνειδησία μένουν στην άκρη[12]. Αποτελεί ειδική υπεράσπιση και το ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο (honest opinion) για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, ως κωδικοποιείται η υπεράσπιση του κοινοδικαίου στο εγχώριο δίκαιο, δηλαδή και με την προϋπόθεση το σχόλιο να είναι επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος[13]. Σε αντίθεση με την υπεράσπιση της αλήθειας, που εφαρμόζεται και σε δηλώσεις γεγονότων και σε δηλώσεις που συνιστούν γνώμη, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εφαρμόζεται σε δυσφημιστικές δηλώσεις που συνιστούν γνώμη με κάποια πραγματική βάση, επί της οποίας το έντιμο άτομο θα μπορούσε να εκφράσει γνώμη. Όταν το δημοσίευμα περιέχει και γεγονότα και γνώμη, συνήθως δικογραφούνται και οι δύο υπερασπίσεις, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση. Στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν ενδιαφέρει τόσο η αλήθεια. Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, εάν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο, αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα τα οποία αποδεικνύονται. Η δίκαιη και ακριβής αναφορά μιας δήλωσης υπό προνομιούχα περίσταση μπορεί επίσης να περιληφθεί σε αυτή την υπεράσπιση, ακόμα κι αν η δήλωση είναι ανακριβής. Εάν κάποιος εκφράσει γνώμη αναφορικά μια επίσημη καταγγελία στις Αρχές ή αναφορικά με την οποία διεξάγεται δίκη, ακόμα κι αν το περιεχόμενο της καταγγελίας καθαυτό είναι ανακριβές ή αναληθές, εάν η δική του γνώμη εκφράστηκε δίκαια και με ακρίβεια, εξαιρείται από τον κανόνα ότι η γνώμη θα πρέπει να βασίζεται πάντοτε σε γεγονότα που αληθεύουν[14]. Δεν υπάρχει κάποιος εξαντλητικός κατάλογος για το τι συνιστά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή τι δεν συνιστά, ενώ κριτήρια ή παράγοντες που έτυχαν ήδη χρήσης στην ευρύτερη νομολογία μπορούν να τυγχάνουν επίκλησης. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο γραφείο μιας εισαγγελίας αναφορικά με τον χειρισμό θεμάτων όπως λόγου χάριν οι ευάλωτοι ύποπτοι, μπορεί να θεωρηθεί θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος[15], όπως ακόμα και η ικανότητα ενός προσώπου να ασχολείται με τη διοίκηση ενός φιλανθρωπικού οργανισμού[16], άρα πρόκειται για μια καταρχάς ευρεία έννοια ή κατηγορία. Ενώ τα γεγονότα που έπονται της δημοσίευσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της υπεράσπισης της αλήθειας, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί η εντιμότητα με την οποία εκφράστηκε η γνώμη. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν επιτυγχάνει εάν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα με την έννοια του άρθρου 21, δηλαδή ότι έγινε με κακή πίστη (malice), που εξειδικεύεται στο ότι ο εναγόμενος δεν διατηρούσε όντως τη γνώμη που εξέφρασε[17]. Ενώ στην υπεράσπιση της αλήθειας δεν ενδιαφέρει η νοητική κατάσταση του εναγόμενου, στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου είναι σημαντική. Ο Ενάγων θα πρέπει να απαντά στην υπεράσπιση αυτή, δικογραφώντας τις λεπτομέρειες επί των οποίων βασίζεται για να επικαλεστεί κακή πίστη. Ενώ μπορούν να εντοπιστούν παλαιές αυθεντίες που υποστηρίζουν πως η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείται διαφορετικά όταν η δήλωση συνιστά κατηγορία για διαφθορά ή ανεντιμότητα[18], πλέον δεν υπάρχει ούτε μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία κάποια διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση[19]. Ειδικές νομοθετημένες υπερασπίσεις αποτελούν και το ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος ήταν προνομιούχα (in a privileged occasion) δυνάμει του άρθρου 20 (απόλυτα προνομιούχα) και του άρθρου 21 (υπό επιφύλαξη προνομιούχα) και ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου
- Οι Εναγόμενοι δικογραφούν και το προνόμιο υπό επιφύλαξη. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλόπιστα, εάν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να το δημοσιεύσει και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον. Νοουμένου πάντοτε ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκώς υπό τις περιστάσεις. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι μομφή που προσάπτεται από κάποιο κατά της συμπεριφοράς άλλου, ως προς οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το οποίο ο πρώτος έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πώς, επί του άλλου, ή ως προς τον χαρακτήρα του άλλου στο μέτρο που εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου σε σχέση με τη συμπεριφορά του σε οποιοδήποτε θέμα ή σε σχέση με τον χαρακτήρα του, στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία συμβατικά ή άλλως πως επί του άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα͘. Εάν επίσης το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει ή προσώπου προς το οποίο γίνονταν η δημοσίευση ή κάποιου τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι ακριβοδίκαιη και ακριβής αναφορά αυτών που έχουν λεχθεί, πραχθεί ή δημοσιευθεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται πως έγινε καλόπιστα εάν το δημοσίευμα ήταν αναληθές και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή προέβη στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή αναληθούς ή ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό αντικειμενικά μεγαλύτερο ή σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, εάν η δημοσίευση θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα φέρει ο ενάγων. Εάν η δήλωση που φέρεται ως δυσφημιστική αποτέλεσε την ακριβή και ανεξάρτητη αναφορά διαφοράς ή διαμάχης στην οποία συμμετείχε ο ενάγων (στο πλαίσιο reportage), το Δικαστήριο, καθορίζοντας κατά πόσο ήταν εύλογο για τον εναγόμενο να πιστεύει πως η δημοσίευση εξυπηρετεί το δημόσιο ενδιαφέρον, δεν αναζητά εάν ο εναγόμενος προέβη και σε διαβήματα επαλήθευσης των κατηγοριών[20]. Αυτή η περισσότερο δημοσιογραφική «υπεράσπιση του ρεπορτάζ» (γνωστότερη ως «υπεράσπιση Reynolds»[21]) αν και ιστορικά δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις νομοθετημένες υπερασπίσεις ή και δεν συνιστά ακριβώς «προνόμιο», για διάφορους λόγους, στην Κυπριακή έννομη τάξη προσεγγίζεται περισσότερο υπό την υπεράσπιση του ειδικού προνομίου υπό επιφύλαξη καλοπιστίας, αν και συμπλέκει στοιχεία και των λοιπών υπερασπίσεων[22]. Το House of Lords, με τούτη την υπεράσπιση, που σταδιακά διασαφήνισε, θέλησε να ενθαρρύνει την εμπέδωση της δημοσιογραφικής ελευθερίας ή ελευθεροτυπίας, παράλληλα περιορίζοντας τις αγωγές κατά των ΜΜΕ για δυσφήμιση, ή ακόμα και να προσεγγίσει τη δυσφήμιση εκσυγχρονιστικά ως περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης των ΜΜΕ, παρά αποκλειστικά ως αυθύπαρκτο αστικό αδίκημα. Οι περιστάσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Υποθέτοντας σε κάθε περίπτωση ότι μια δήλωση είναι δυσφημιστική και πραγματικά αναληθής, παρόλο που καλόπιστα πιστεύεται ότι είναι αληθής, θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός σε σχέση με τις περιστάσεις. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης που έχει ληφθεί από τον κυβερνητικό τύπο ή δημόσια ομιλία δημόσιου προσώπου ή επίσημη διαδικασία και άλλο η δημοσίευση δήλωσης πολιτικού αντιπάλου, επιχειρηματικού ανταγωνιστή, πρώην υπαλλήλου, κ.λπ.. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης για την οποία έχει δοθεί στον δυσφημισθέντα η ευκαιρία να ανατρέψει και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς να έχει δοθεί κάποια εφικτή ευκαιρία στον δυσφημισθέντα. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης μετά από προηγούμενη επαλήθευση και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς προηγούμενη επαλήθευση, ενώ η φύση της δήλωσης το απαιτεί. Αυτοί που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή θα πρέπει να αναμένουν και να δέχονται ότι η δημόσια συμπεριφορά τους θα είναι αντικείμενο εξονυχιστικού ελέγχου και οξείας κριτικής. Δεν θα αναμένουν βεβαίως οι πράξεις τους να είναι το αντικείμενο ψευδών και δυσφημιστικών δηλώσεων, εκτός εάν οι συνθήκες της δημοσίευσης απαιτούν, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, το πρόσωπο που δημοσιεύει τη δήλωση να περιβληθεί με τέτοια ασυλία, με δεδομένη την απουσία κακοπιστίας. Με την «υπεράσπιση Reynolds» αναγνωρίζεται η ελαστικότητα του δικαίου που αναγνωρίζει και αυτό που επισήμανε στη μαρτυρία του ο ΜΥ1, το ότι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν άνεση χρόνου και στην αμεσότητα της στιγμής μπορεί να μην υπάρχει τόσο καλή ορατότητα όσον αφορά τα γεγονότα και η συχνή απροθυμία τους να αποκαλύψουν τις πηγές τους δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος τους. Διατελώντας τους ρόλους του «λαγωνικού» και του «φύλακα», οι δημοσιογράφοι παίζουν ένα σπουδαίο κοινωνικό ρόλο και το Δικαστήριο, για την προστασία της ελευθερίας της δημοσιογραφικής έκφρασης, θα πρέπει να είναι φειδωλό ως προς το να αποφασίζει ότι μια δημοσίευση δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, συνεπώς, το κοινό δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει, ιδίως όταν οι πληροφορίες είναι πολιτικού περιεχομένου. Είναι ένα σύνολο περιστάσεων ή παραγόντων που συνθέτουν την εκάστοτε εικόνα. Κατά πόσο το δημοσίευμα ως προς τη γενική του κατεύθυνση και θεματολογία, και όχι μεμονωμένες δηλώσεις, εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου ενδιαφέροντος. Κατά πόσον η συμπερίληψη της δυσφημιστικής δήλωσης ήταν λογικά αναγκαία και δικαιολογημένη, πάλι με γνώμονα τον δημόσιο σκοπό στον οποίο πρέπει να ενσωματώνεται. Το γεγονός ότι μια ιστορία και η δημοσίευσή της είναι προς το δημόσιο συμφέρον δεν δίνει το δικαίωμα στον δημοσιογράφο να τη διανθίσει με δηλώσεις που δεν εξυπηρετούν τον δημόσιο σκοπό. Επειδή όμως το Δικαστήριο έχει άνεση χρόνου και καλύτερη ορατότητα από τον δημοσιογράφο, η δικαστική κρίση δεν θα πρέπει να είναι τόσο σχολαστική ως προς το ποιες δηλώσεις εξυπηρετούν με