← Κύπρος

ΡΙΡΗ ν. ΚΟΦΤΕΡΟΣ κ.α., Αγωγή αρ. 1207/2021, 24/1/2022

ΡΙΡΗ ν. ΚΟΦΤΕΡΟΣ κ.α., Αγωγή αρ. 1207/2021, 24/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1207/2021 XXXX ΡΙΡΗ Ενάγουσα v.

  1. ΚΟΦΤΕΡΟΣ XXXX
  2. ΚΟΦΤΕΡΟΣ XXXX Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 16.07.2021 για ενδιάμεση θεραπεία Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Αντώνης Τόκας & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, για την οποία εκδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων την κατοχή καταστήματος στην οδό Δ. Λιπέρτη στη Λεμεσό, αποζημιώσεις και ενδιάμεσα οφέλη μέχρι την παράδοση της κατοχής. Στο πλαίσιο της αγωγής της, καταχώρισε και την υπό εξέταση αίτηση, μεταξύ άλλων βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, με την οποία ζητά διάταγμα όπως όλα τα ενοίκια ή ποσά που λαμβάνονται από χρήστες του επίδικου καταστήματος να κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό, τα στοιχεία του οποίου δίδει, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της θυγατέρας της Ενάγουσας, που δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα και υποστηρίζει την αίτηση αυτή, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τα γεγονότα. Την 26.10.1989, η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία αντιπαροχής με την εταιρεία Madeyia Developments Ltd που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και προνοούσε ότι η εταιρεία αυτή θα κατασκεύαζε κτίριο σε γη της Ενάγουσας και η Ενάγουσα θα λάμβανε ως αντάλλαγμα το 65% του κτιρίου. Από το 1990, η κατασκευάστρια εταιρεία και η Ενάγουσα προέβησαν σε πωλήσεις μονάδων σε τρίτα πρόσωπα, αλλά υπήρχαν προβλήματα στην έκδοση των ξεχωριστών πιστοποιητικών εγγραφής, όπως και στο να ταυτιστεί η επί τόπου κατάσταση με ό,τι συμφωνήθηκε. Η Ενάγουσα προσέλαβε ειδικούς για να επιλύσουν τα διάφορα προβλήματα, στο μεταξύ επιβαρυνόμενη με έξοδα και ενυπόθηκα χρέη της κατασκευάστριας εταιρείας και έχοντας να αντιμετωπίσει αγωγές αγοραστών και άλλων. Κίνησε και η ίδια αγωγή εναντίον της κατασκευάστριας εταιρείας και του ιδιοκτήτη της, η οποία κατέληξε σε έκδοση προς όφελός της δικαστικής απόφασης για ποσό που αντιστοιχούσε σε εμβαδόν που δεν της είχε δοθεί. Το 2015, εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τα υποστατικά στο όνομα της Ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και για το επίδικο κατάστημα. Οι Εναγόμενοι, φερόμενοι ως οι δικαιούχοι προς εγγραφή του καταστήματος, το ενοικίασαν σε τρίτα πρόσωπα και επωφελούνται μέχρι σήμερα της χρήσης του, χωρίς όμως να έχουν προβεί σε κάποιο διάβημα για να λάβουν τον τίτλο του, όπως είχαν πράξει άλλοι αγοραστές ακινήτων, ιδίως με χρήση του νόμου για τους εγκλωβισμένους αγοραστές. Ταυτόχρονα, οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν και η Ενάγουσα δεν εντόπισε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί το δικαίωμά τους να καρπούνται το κατάστημα, του οποίου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι η Ενάγουσα. Ο ισχυρισμός των Εναγόμενων, κατά τη θέση της Ενάγουσας, ήταν ότι υπήρξε συμφωνία αντιπαροχής με την κατασκευάστρια εταιρεία με την οποία η εταιρεία πώλησε το κατάστημα στον πατέρα των Εναγόμενων και ο πατέρας των Εναγόμενων πώλησε στην κατασκευάστρια εταιρεία οικόπεδο. Η συμφωνία αυτή δεν είναι χαρτοσημασμένη ούτε κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο και σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα δεν υπέγραψε τέτοια συμφωνία, ενώ η αρχική συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ της Ενάγουσας και της κατασκευάστριας εταιρείας είχε ακυρωθεί και αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο από το 1991, κατά τρόπο που δεν υπήρχε δικαίωμα στην κατασκευάστρια εταιρεία να συμβληθεί και για το κατάστημα. Η Ενάγουσα εισηγείται πως, εφόσον το κατάστημα της ανήκει κατ' ιδιοκτησία και υφίσταται ενοικιαστής, η ίδια θα πρέπει να επωφελείται αυτών των καρπών, και όχι οι Εναγόμενοι, συνεπώς και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δοθεί ενδιάμεση θεραπεία, ειδάλλως, κατά τη γνώμη της, δεν θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγόμενων που με την ένστασή τους ισχυρίζονται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιας φύσης διατάγματος, πέραν του ότι η αίτηση της Ενάγουσας είναι γενική καθότι δεν δίδονται πλήρεις πληροφορίες για τον ειδικό λογαριασμό, και δεν θα ήταν δίκαιο να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Σε ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 1, προς υποστήριξη της ένστασης των Εναγόμενων, αναφέρει πως δεν υφίσταται λογικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, εφόσον από τα γεγονότα που ανέφερε η Ενάγουσα, το μόνο που σχετίζεται με τους Εναγόμενους είναι πως με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 09.02.1993 αγοράστηκε από τον πατέρα τους και διαχειριστή της περιουσίας της μητέρας τους το επίδικο κατάστημα, από την εταιρεία Madeyia Developments Ltd. Όταν η Ενάγουσα είχε ζητήσει δια του δικηγόρου της το σχετικό έγγραφο, οι Εναγόμενοι απάντησαν μέσω επιστολής του δικηγόρου τους ημερομηνίας 26.11.2019, επισυνάπτοντάς το. Η Ενάγουσα ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί ότι κατέχεται κατάστημα που της ανήκει. Αυτό το πωλητήριο έγγραφο συνάφθηκε νόμιμα και είναι σε ισχύ, ασχέτως του τι έλαβε χώρα στη συνέχεια στις σχέσεις μεταξύ της Ενάγουσας και της κατασκευάστριας εταιρείας. Οι ίδιοι είναι καλόπιστοι αγοραστές και κατέχουν νόμιμα και κανονικά το κατάστημα, αφού για την αγορά του δόθηκε από τον πατέρα τους ως αντάλλαγμα ένα οικόπεδο, η κατοχή του οποίου λήφθηκε από την κατασκευάστρια εταιρεία. Μετά το πέρας της διαχείρισης της περιουσίας της μητέρας τους, δικαιούχοι προς εγγραφή για το οικόπεδο είναι οι ίδιοι, ενώ εκδόθηκε και πιστοποιητικό εγγραφής. Η μεταβίβαση του διαμερίσματος θα γίνονταν ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του οικοπέδου, μόλις αμφότερα τα ακίνητα εξασφάλιζαν τους σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας. Εξ ου και η υπόθεσή τους διαφοροποιούνταν από τις πωλήσεις των άλλων μονάδων που είχαν ως αντάλλαγμά τους χρήματα. Το δικαίωμα κατοχής ουδέποτε τερματίστηκε, ούτε θα μπορούσε να τερματισθεί, και η αγωγή της Ενάγουσας, η οποία καταχωρίστηκε και αρκετούς μήνες μετά που η Ενάγουσα έλαβε τις εξηγήσεις που αναζήτησε από τους Εναγόμενους, είναι κατά τους Εναγόμενους πρόωρη και καταχρηστική. Οι Εναγόμενοι θεωρούν αξιοσημείωτο το ότι, ενώ οι ίδιοι ανέμεναν από την κατασκευάστρια εταιρεία να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας και για το κατάστημά τους, για να γίνει η μεταβίβαση, και ήταν σε επικοινωνία μαζί της, εκδόθηκε μεν τίτλος ιδιοκτησίας για το κατάστημα αλλά στο όνομα της Ενάγουσας. Εκδόθηκε μάλιστα το 2015, ενώ η Ενάγουσα ήταν το 2019 που επικοινώνησε μαζί τους, ζητώντας απλώς το πωλητήριο έγγραφό τους. Ταυτόχρονα, όπως επισημαίνουν, δεν εξηγείται πώς επιδικάστηκαν αποζημιώσεις προς όφελος της Ενάγουσας βάσει της συμφωνίας αντιπαροχής εάν εκείνη είχε ακυρωθεί, απόφαση που δεν προσκομίστηκε. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως ουδεμία ζημιά θα υποστεί η Ενάγουσα από τη μη έκδοση του διατάγματος που ζητά, εφόσον σε περίπτωση που ήθελε επιδικαστεί κάποια αποζημίωση προς όφελός της (το δε ακίνητο είναι στο όνομά της), οι ίδιοι είναι φερέγγυοι. Η ακρόαση της αίτησης της Ενάγουσας διεξήχθη με βάση τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, με επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της έκδοσης ή αντίστοιχα της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Έχω υπόψιν μου ότι έχει λεχθεί. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, καταρχάς απαγορευτικό. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 CLR 557 όπως σε πολλές άλλες αποφάσεις. Θα πρέπει ο αιτών διάδικος να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]. Δεν αρκεί να τίθεται ένα δικάσιμο θέμα. Θα πρέπει να υπάρχουν καλές πιθανότητες ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Εκτός από αυτές τις προϋποθέσεις, θα πρέπει, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η τρίτη προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, και απαντά στο εάν είναι εν τέλει δίκαιο να δοθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Ανάλογες προϋποθέσεις ισχύουν και για την έκδοση ενδιάμεσων προστατικών διαταγμάτων. Ωστόσο, επειδή τα προστακτικά διατάγματα δεν απαγορεύουν απλώς τη συνέχιση μιας συμπεριφοράς που ο αιτών διάδικος θεωρεί άδικη, αλλά το Δικαστήριο παρεμβαίνει δραστικά και διαμορφώνει θετικά συγκεκριμένη συμπεριφορά του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται, όπως λόγου χάριν το να προβεί σε συγκεκριμένη επισκευή ή δαπάνη ή πληρωμή, εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ και αρκετά πιο ισχυρό βαθμό βεβαιότητας ότι έχει πληγεί σοβαρά δικαίωμα και θα υπάρξει υπέρμετρη ζημιά του αιτούντος, που μόνο με την έκδοση του διατάγματος μπορεί να αποφευχθεί και να διασφαλιστεί η δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς να επαρκεί κάποια αποζημίωση[4]. Ευλόγως, χρειάζεται να τηρηθεί επίπεδο αναλογικότητας ανάμεσα στη ζημιά που υπόκειται το πρόσωπο το οποίο, πριν να ακουστεί πλήρως στη δίκη, διατάσσεται να πράξει, και στη ζημιά που θα υποστεί ο αιτών, εάν δεν χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Στο πλαίσιο της αναλογικότητας εμπίπτει και η ανάγκη για σαφήνεια και ακρίβεια στις πράξεις που προστάζονται, όπως και στον χρόνο. Η πρώιμη προσταγή, ως μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, δεν θα πρέπει να παρεμβάλλει ως μορφή τιμωρίας[5], αλλά ως μέσο διασφάλισης της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι φυσιολογικά μεγάλος και ο κίνδυνος ένα ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα να υπερβεί το μέτρο αυτό. Ο επείγον χαρακτήρας ενός τέτοιου διατάγματος θα μπορούσε να λεχθεί πως είναι εγγενής στη φύση τους. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Το διάταγμα μεσεγγύησης που αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει διάταγμα που ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα για να εισέλθουν σε ακίνητη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο διάταγμα, η οποία είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, και να συλλέξουν, παραλάβουν και αναλάβουν στα χέρια τους τα μισθώματα και τις προσόδους αυτής, καθώς και τα αγαθά και την κινητή περιουσία του εν λόγω προσώπου και να τα κρατούν για όσο χρόνο ορίζεται στο διάταγμα ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου. Το διάταγμα παρέχει στο πρόσωπο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό πλήρη εξουσία να ενεργεί καθετί το οποίο διατάσσεται να διενεργηθεί με το διάταγμα αυτό καθώς και κάθε συντελεστικό με αυτό και, από την κοινοποίηση του διατάγματος προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε, αυτό στερεί το πρόσωπο αυτό από κάθε τέτοια εξουσία, τηρουμένου μόνο του δικαιώματος του να κατέχει την ακίνητη περιουσία που τελεί υπό μεσεγγύηση, και να συνεχίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του σε αυτή και να χρησιμοποιεί την κινητή περιουσία η οποία δυνατό να βρίσκεται σε αυτή για τους σκοπούς της κατοχής αυτής και της διεξαγωγής της εργασίας του. Το άρθρο 4 του Κεφ.6, παρόλο που συνιστά ανεξάρτητη νομική βάση, προσεγγίζεται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και αφορά σε ενδιάμεση θεραπεία αναφορικά με περιουσία που συνιστά το αντικείμενο της αγωγής. Όπως λέχθηκε στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Nicantony Tr. Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, 1661, και επαναλήφθηκε και στην πιο πρόσφατη Rapp v. Sinden, Πολιτική Έφεση Ε191/2014, ημερομηνίας 20.03.2020, οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6 δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου, αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι η περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής αντιμετωπίζει κίνδυνο. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθότι οι καρποί που προκύπτουν από την κατοχή του επίδικου καταστήματος δεν είναι καθαυτοί το αντικείμενο της αγωγής. Παρά τον τρόπο έκθεσης των θεραπειών στη Γενικά Οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της Ενάγουσας, αντικείμενο της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων είναι πρώτιστα η κυριότητα του καταστήματος, με δεδομένο ότι αμφότερες οι πλευρές επικαλούνται νόμιμο δικαίωμα σε αυτήν· η Ενάγουσα επικαλείται δικαίωμα που απορρέει από εγγραφή τίτλου ιδιοκτησίας και οι Εναγόμενοι επικαλούνται δικαίωμα που απορρέει από πωλητήριο έγγραφο που κληρονόμησαν. Οι καρποί του πράγματος, που προκύπτουν από τη χρήση του ως επιμέρους στοιχείο της κυριότητας, εξαρτώνται από την κρίση σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου. Η θεραπεία δεν είναι η απόδοση των ίδιων των καρπών (χρημάτων), αλλά αποζημιώσεων από απώλεια χρήσης. Στον καθορισμό τέτοιας αποζημίωσης, υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, όπως εάν κάποιοι καρποί είναι συνυφασμένοι με τον προσωπικό κόπο ή έξοδα των επί του παρόντος κατόχων (π.χ. έξοδα συντήρησης του ακινήτου) και δεν προκύπτουν φυσικά και σταθερά από το διεκδικούμενο πράγμα. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι ζητά η Ενάγουσα δεν είναι διάταγμα μεσεγγύησης, αλλά προστατικής φύσης διάταγμα διαρκείας, όπως οι Εναγόμενοι καταθέτουν όσα χρήματα λαμβάνουν από τη χρήση του επίδικου καταστήματος σε ειδικό λογαριασμό (που είναι άγνωστο σε ποιου όνομα είναι και από πού ελέγχεται και ποιες είναι οι προϋποθέσεις λειτουργίας του), προκειμένου, όχι τόσο να διασφαλιστεί κάποιο επίδικο πράγμα, αλλά να αποστερηθούν οι ίδιοι του όποιου οφέλους της κατοχής του καταστήματος ενόσω εκκρεμεί η αγωγή και δεν είναι κατά βέβαιο τρόπο οι δικαιούχοι του καταστήματος. Η Ενάγουσα αποκαλύπτει ένα συζητήσιμο θέμα που μπορεί και θα πρέπει να εκδικαστεί για να διαφανεί η όλη πραγματική διάσταση. Αφορά στο δικαίωμά της, ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια που κρατά τίτλο (title deed), να έχει και την κατοχή του καταστήματος· διαπίστωσε πως δεν την έχει, χωρίς η ίδια να την έχει παραχωρήσει. Θέτει και επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής, που συναρτώνται με το γεγονός ότι η ίδια, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται - και δεν αξιολογείται η μαρτυρία της σε αυτό το στάδιο - ουδέποτε είχε συμβληθεί για το κατάστημα αυτό, ισχυρισμός που συνάδει με το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το πωλητήριο έγγραφο από το οποίο αντλούν δικαιώματα οι Εναγόμενοι συνάφθηκε με άλλο πρόσωπο και δεν είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Ενώ πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν θεωρώ πως πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση, πως εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα που ζητά η Ενάγουσα σήμερα, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Ενάγουσα αξιώνει την κατοχή του καταστήματος και σχετικές αποζημιώσεις για την απώλεια της χρήσης του, που προσδιορίζει στο ύψος της υπολογιζόμενης από την ίδια μηνιαίας ενοικιαστικής αξίας. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο οι Εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν την Ενάγουσα, εάν ήθελε αποδειχθεί πως όντως κατέχουν και καρπούνται το επίδικο κατάστημα χωρίς οι ίδιοι να έχουν τέτοιο δικαίωμα· που για να διαγνωστεί αυτό, πέραν των πιθανοτήτων επιτυχίας που ανιχνεύονται για τους σκοπούς μιας ενδιάμεσης θεραπείας, χρειάζεται πλήρης δίκη, ενδεχομένως και με τη συμμετοχή στη διαδικασία της κατασκευάστριας εταιρείας. Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πως δεν τίθεται θέμα αφερεγγυότητάς τους, ισχυρισμός τους που δεν κλονίστηκε με κάποιον δικονομικά αποδεκτό τρόπο, και προσθέτει υπέρ της μη απόδοσης ενδιάμεσης θεραπείας προς όφελος της Ενάγουσας. Η προϋπόθεση να είναι αδύνατον ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο προκειμένου να χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία - που συνιστά μια εξαιρετική παρέμβαση του Δικαστηρίου πριν από την πλήρη εκδίκαση της διαφοράς - δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αδιαμφισβήτητη κοινή ανάγκη για άμεση και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η ανάγκη για διασφάλιση της δυνατότητας αποζημίωσης δεν θα πρέπει επίσης να ταυτίζεται με το αποτέλεσμα της αποστέρησης του οφέλους που αποκόμισαν ή αποκομίζουν τα πρόσωπα που επί του παρόντος χρησιμοποιούν το κατάστημα· αποστέρηση που παραπέμπει στην αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού και στο δίκαιο της αποκατάστασης που δεν δίδει μορφή ενδιάμεσης θεραπείας. Η επί του παρόντος κατάσταση, που η Ενάγουσα θεωρεί πως επωφελεί τους Εναγόμενους, μπορεί να αλλάξει από μέρα σε μέρα, απλώς με τη λήξη της ενοικίασης. Και πάλι, χωρίς να βλάπτεται η αξίωση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις, εάν αποδείξει ότι ήταν η ίδια που είχε δικαίωμα στη χρήση του ακινήτου και όχι οι Ενάγοντες, με την επίδραση όλων των παραγόντων που σχετίζονται με τον καθορισμό αποζημιώσεων. Εάν η Ενάγουσα θεωρεί πως οι Εναγόμενοι επωφελούνται από την εκκρεμοδικία γιατί με αυτήν δίδεται διάρκεια και στην μέρους τους κατοχή και στα οφέλη (μα και κόστη) της, και ότι γι' αυτό μπορεί να προκαλέσουν σκόπιμη καθυστέρηση στη διάγνωση της υπόθεσης, μπορεί να κάνει χρήση σχετικών δικονομικών εργαλείων. Σε αυτά πάντως δεν περιλαμβάνεται η ενδιάμεση θεραπεία που ζητά τώρα. Ήδη η ίδια, ενώ οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή της από την 03.08.2021, δεν καταχώρισε μέχρι στιγμής και την Έκθεση Απαίτησής της, για να προωθήσει την υπόθεσή της χωρίς καθυστέρηση. Έχοντας διαπιστώσει πως δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, το θέμα λήγει εδώ, χωρίς να είναι ανάγκη να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής, ακολουθώντας ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ως ο κανόνας σε σχέση με τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν στο τέλος της αγωγής, υποκείμενα βεβαίως σε τυχόν διαφορετικό μετέπειτα χειρισμό ή συμφωνία. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [4] Clerk & Lindsell on Torts, 16η εκ., παραγ. 7-06, Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665, 666, και ενδεικτικά RKB Leathergoods Limited ν. Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] Colls Home and Colonial Stores [1904] A.C.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.