← Κύπρος

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Έφεση αρ. 158/2013, 31/1/2022

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Έφεση αρ. 158/2013, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση αρ. 158/2013 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 ως τροποποιήθηκε, άρθρα 50, 58, 80 και 85

  1. ΧΧΧΧ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ
  2. ΧΧΧΧ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ
  3. ΧΧΧΧ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ Εφεσείοντες και
  4. ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ
  5. ΧΧΧΧ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες: Σ. Χαραλάμπους για Karapatakis Pavlides LLC Για Εφεσίβλητους: Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α ΣΗ Η Έφεση Με Έφεση που άσκησαν οι Εφεσείοντες την 12.02.2013, δυνάμει του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224 («Κεφ.224») προσβάλλουν απόφαση που έλαβε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού («Διευθυντής») με βάση το άρθρο 58 του Κεφ.224 την 22.01.2013, επί της αίτησης με αριθμό ΑΧΧΧΧΧ/2001 για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχιο 1071 των Εφεσίβλητων και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, Τεμάχιο 1275, ιδιοκτησίας των Εφεσειόντων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διευθυντής είχε αποφασίσει πως η έκταση γης που σημειώνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισύναψε στην απόφασή του αποτελεί μέρος του ακινήτου των Εφεσειόντων και η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα αποτελεί μέρος του ακινήτου των Εφεσίβλητων. Αναλυτική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α για τους σκοπούς της διαδικασίας, θα γίνει στη συνέχεια. Οι λόγοι Έφεσης που προβάλλουν οι Εφεσείοντες είναι πως ο Διευθυντής ενήργησε καθ' υπέρβαση των νόμιμων εξουσιών του, παραλείποντας να εξετάσει την υπόθεση σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ή αντικειμενικά και μη λαμβάνοντας υπόψη εγκύκλιο ή δικές του οδηγίες για υιοθέτηση της επιτόπου κατάστασης ως εγγεγραμμένο σύνορο εκεί όπου η διαφορά είναι μικρή - ως η παρούσα - και που η επιτόπου κατάσταση υπάρχει προ αμνημονεύτων ετών. Η απόφασή του, κατά τους Εφεσείοντες, είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη, μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων (αγνόησε σχετικά πραγματικά δεδομένα και ειδικότερα την επιτόπου κατάσταση που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ή των προκατόχων τους), ειλημμένη με πλάνη περί τα πράγματα ή τα νομικά σημεία και χωρίς επαρκή έρευνα, και πάσχει όσον αφορά την αιτιολογία της (δεν αναφέρεται στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης), ενώ η επιτόπια εξέταση έγινε αυθαίρετα, λανθασμένα ή αντικανονικά και με χρήση λανθασμένων κριτηρίων ή μετρήσεων και ανεπαρκών ή ανακριβών οργάνων μέτρησης και χωρίς τη χρήση σταθερών σημείων επί του εδάφους ή με χρήση λανθασμένων σημείων. Ο Εφεσείων 1 ορκίζεται ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Έφεσης, εκ μέρους των Εφεσειόντων, δια της οποίας επαναλαμβάνει τους λόγους Έφεσης. Προσκομίζει την εγκύκλιο με αριθμό 412, που επικαλούνται οι Εφεσείοντες, η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Το Τεκμήριο 1 είναι εγκύκλιος που εξέδωσε το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας την 11.12.1998 με αριθμό 412 και τίτλο «εξέταση υποθέσεων σε περιοχές σχεδίων κλίμακας 1:5000». Η εγκύκλιος αυτή αναφέρει πως, παρόλο που το Κτηματολόγιο εργάζεται για χρόνια σε αυτά τα σχέδια και έχουν κατά καιρούς εκδοθεί οδηγίες, παρουσιάζονται ακόμη πολλές περιπτώσεις λανθασμένης προσέγγισης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα, η επίλυση των οποίων είναι χρονοβόρα και επίπονη. Σκοπός της εγκυκλίου ήταν να αναλυθούν για ακόμη μια φορά τα σχέδια κλίμακας 1:5000 και να δοθούν οδηγίες για να ακολουθούνται πιστά ώστε να εξαλειφθούν τα προβλήματα που οφείλονται σε λανθασμένη ερμηνεία των σχεδίων αυτών. Όπως εξηγείται, τα σχέδια 1:5000 έχουν ετοιμαστεί με τη μέθοδο της μετροτράπεζας (planetable), οπότε έχουν κάποιες αδυναμίες. Μία από αυτές είναι οι χαμηλές δυνατότητες της κλίμακας, ότι δεν επιτρέπει τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια ερμηνείας σημείων και αποστάσεων, έχει ακρίβεια ερμηνείας σημείου ~1 μέτρο και απόσταση ~1.5 μέτρα. Μία άλλη αδυναμία είναι ότι η μετακίνηση του χωρομέτρη από το σημείο στάσης που όριζε εκείνη την ώρα γραφικά, αρκετές φορές χωρίς έλεγχο, δημιούργησε ένα πλέγμα στάσεων (σημείων γεωδαιτικού δικτύου) πολύ χαμηλής ακρίβειας. Στις αδυναμίες αυτές, υπάρχει η πρόσθεση πάνω σε αυτά μικρού αριθμού σημείων ελέγχου μετά την ετοιμασία τους και μάλιστα περιγραφικά. Η μη χρησιμοποίηση των αρχικών σχεδίων αλλά γραφικών αντιγράφων τους (tracings) με όλα τα σφάλματα που αυτή περιλαμβάνει, ιδίως εάν επαναληφθεί δύο ή περισσότερες φορές, συνιστά επίσης αδυναμία, όπως και το γεγονός ότι τα υλικά πάνω στα οποία έχουν αντιγραφεί παθαίνουν σοβαρές διαφοροποιήσεις συστολοδιαστολής. Σε αυτές τις αδυναμίες προστίθεται και η πρόσθεση γραφικών λεπτομέρειας στο σχέδιο με βάση τη λεπτομέρεια του σχεδίου και όχι τη μέτρηση επί της γης, ιδίως όσον αφορά δρόμους, που κατά τη μεταφορά τους στο σχέδιο λαμβάνεται υπόψη η επιθυμία του αιτητή να διαπλατύνει το υφιστάμενο μονοπάτι ή να αφαιρέσει ίσο πλάτος από συνορεύοντες ιδιοκτήτες, χωρίς να εμφανίζεται στα σχέδια έστω και ως μη εγγεγραμμένη πιθανή υφιστάμενη θέση δρόμου. Οι λάκκοι, τα σπίτια και οι δεξαμενές άλλοτε τοποθετούνται με μετρήσεις και άλλοτε περιγραφικά. Στην εγκύκλιο επισημαίνεται και ο σκοπός της παραγωγής των εν λόγω σχεδίων (φορολογικός), όχι για να τα πλήξει, αλλά για να τονίσει την ανάγκη ανάλογης ερμηνείας τους, έχοντας υπόψη τις ειρημένες αδυναμίες. Όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο, η πρακτική ερμηνείας των σχεδίων με βάση τα γεωδαιτικά σημεία και τα περιθώρια (plan lines) και εκεί όπου εφαρμόζεται θα πρέπει να σταματήσει, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για την προσέγγιση των λεπτομερειών. Η λογική των σημείων στάσης οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα, σύμφωνα με την εγκύκλιο, ότι η καλύτερη προσέγγιση του σχεδίων είναι αυτή της πολύ κοντής φυσικής λεπτομέρειας και ιδιαίτερα αυτής που περιγράφεται και στα σχέδια (δόμες, πρανή, μονοπάτια, αργάκια). Αναφέρεται χαρακτηριστικά, σε όλους θα έχει τύχει να ερμηνεύουν μια δόμη στο σχέδιο η οποία υπάρχει και στη γη με τα γεωδαιτικά σημεία και να την τοποθετούν σ' άλλη από την πραγματική της θέση. Όπως τονίζει, η πρακτική που έλεγε εφαρμόστε το σχέδιο είναι λανθασμένη. Όπως λέει η εγκύκλιος αυτή, με τονισμό στη γραφή σε ορισμένα σημεία: «δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε τη γη να συμπεριφερθεί σύμφωνα με το σχέδιο, γνωρίζοντας τις αδυναμίες του, αλλά πρέπει το σχέδιο να έρθει να συμπεριφερθεί σύμφωνα με τη γη, η οποία είναι ένα πρότυπο σχέδιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αδιάκριτα και αδιερεύνητα υιοθετούμε τη γη. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να την υιοθετήσουμε ακόμα κι αν δεν συμφωνά με το σχέδιο, εκεί που πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η γη ήταν σε μία θέση και απλά δεν αποδόθηκε με την απαιτούμενη ακρίβεια στο σχέδιο. Δεν μπορούμε π.χ. να μετακινήσουμε ποταμούς ή χαρακτηριστικά αργάκια ή πρανή ή αρχικούς δρόμους ή αρχικά μονοπάτια ή παλαιότερες δόμες επειδή δώσαμε μια ερμηνεία στο σχέδιο και η θέση τους στο σχέδιο δεν συμφωνά με τη γη. Οι ποταμοί, αργάκια, πρανή, αρχικοί δρόμοι, αρχικά μονοπάτια, οι δόμες ήταν πάντα εκεί. Θα στηριχτούμε πάνω σε αυτή τη λεπτομέρεια να αποδώσουμε την ιδιοκτησία και, εάν χρειαστεί, να επιμένουμε στη διόρθωση του σχεδίου και ότι της γης». Η εγκύκλιος περιέχει και οδηγίες για το πώς γίνεται η εξέταση υπόθεσης σε σχέδιο κλίμακας 1:
  6. Υπάρχουν οι υποθέσεις για τις οποίες δεν χρειάζονται στοιχεία από τον Τομέα Αναλυτικών Χαρτογραφήσεων (ΤΑΧ) και υποθέσεις για τις οποίες ετοιμάζονται στοιχεία από τον ΤΑΧ. Για τις πρώτες, στο στάδιο ετοιμασίας τους από τους Ανώτερους Χωρομέτρες, συγκεντρώνονται όλες οι προηγούμενες σχετικές υποθέσεις, κάρτες γεωδαιτικών σημείων και σχέδια τοπογραφικής σειράς (εάν υπάρχουν), και γίνεται μελέτη της υπόθεσης σε συνεργασία με τον χωρομέτρη στη βάση του τοπογραφικού σχεδίου. Προσεγγίζεται σε πρώτο στάδιο η πολύ γειτονική φυσική λεπτομέρεια, ο χωρομέτρης κάνει όλες τις απαραίτητες μετρήσεις και καταλήγει στις θέσεις των συνόρων με βάση τη γειτονική φυσική λεπτομέρεια, και όπου δεν υπάρχει γειτονική φυσική λεπτομέρεια, ερμηνεύει και άλλα γειτονικά σύνορα, για να σιγουρευτεί ότι μια μελλοντική οριοθέτηση γειτονικών τεμαχίων δεν θα παρουσιάσει εκπλήξεις. Η χωρομετρική σελίδα που ετοιμάζει βασίζεται στη φυσική λεπτομέρεια και δίδει όλα τα στοιχεία ώστε να σχεδιάζεται και να γίνεται αναλυτικός (μαθηματικός) υπολογισμός του εμβαδού των τεμαχίων που αφορά η υπόθεση. Ταυτόχρονα, αποτυπώνονται με το εργαλείο σε γεωδαιτικά σημεία (χωρομετρικά σημεία ελέγχου) τα τεμάχια που αφορά η υπόθεση και κατάλογος με τους σταθμούς - R.O, και παρατηρήσεις καταχωρούνται στο χωρομετρικό βιβλίο με την ένδειξη «για βοήθεια χωρομέτρη». Πάντα γίνεται μέτρηση απόστασης στο R.O ή, εκεί όπου δεν είναι δυνατόν, παρατηρείται και δεύτερο R.O, για γωνιακό έλεγχο μεταξύ τους. Τα στοιχεία των παρατηρήσεων είναι κεκλιμένη απόσταση, κατακόρυφη γωνία, οριζόντια γωνία (SVH). Στις περιπτώσεις που επανατοποθετούνται δεδομένα που έχουν ληφθεί με τον πιο πάνω τρόπο, τότε αφού τοποθετηθούν τα γεωδαιτικά σημεία, ελέγχονται και με βάση τη χωρομετρική σελίδα. Για τις υποθέσεις για τις οποίες ετοιμάζονται στοιχεία από τον ΤΑΧ, όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο, γίνεται η ετοιμασία της υπόθεσης από τον Ανώτερο Χωρομέτρη (ισχύουν τα ίδια). Στη συνέχεια, ετοιμάζονται τα στοιχεία από τον ΤΑΧ, από το αρχικό σχέδιο, όπου είναι δυνατόν, στο οποίο υπάρχουν τα τριγωνομετρικά σημεία και κάνουν δυνατή την αναγωγή και διόρθωση των συντεταγμένων σχετικά με φυσική αλλοίωση του σχεδίου (shrinkage / expantion) (εάν δεν είναι δυνατή η διαδικασία αυτή λόγω της κατάστασης του αρχικού σχεδίου, τα στοιχεία εξάγονται από το εν χρήσει σχέδιο με ανάλογες διορθώσεις, όπου η θέση των τριγωνομετρικών σημείων είναι προσεγγιστική και όχι ορθή). Εάν εντοπιστούν διαφορές συνόρων μεταξύ αρχικού και εν χρήσει σχεδίου, επισημαίνονται και αναφέρονται στον χωρομέτρη για διερεύνηση. Τα πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη και εάν η εργασία ετοιμασίας στοιχείων δεν γίνει από τον ΤΑΧ. Ετοιμάζεται σχέδιο κλίμακας 1:5000 σε πλαστικό, για τυχόν συγκρίσεις, αριθμημένο σχέδιο κλίμακας 1:1000 σε χαρτί, στο οποίο φαίνεται η θέση των σημείων και κατάλογος συντεταγμένων μαζί με τις συντεταγμένες των γύρω τριγωνομετρικών σημείων. Σε περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαίο, η καταχώριση των σημείων γίνεται σε αυτόματο καταγραφικό σύστημα (data logger/card). Σε ένα επόμενο στάδιο, ο χωρομέτρης εργάζεται στο πεδίο με τα στοιχεία που ετοιμάστηκαν από τον ΤΑΧ, τοποθετεί τα στοιχεία στο έδαφος, ελέγχει εάν αυτά συμφωνούν ή όχι με τη φυσική επί τόπου κατάσταση, προσαρμόζει τα δεδομένα στη φυσική επί τόπου κατάσταση και ελέγχει την ορθότητα τοποθέτησης των στοιχείων στο έδαφος. Οι χωρομετρικές εργασίες πρέπει να γίνουν με ακρίβεια και τις προδιαγραφές που έχουν καθοριστεί για τις ταχυμετρικές εργασίες στο νέο γεωδαιτικό δίκτυο (εγκύκλιος 328 ημερ.13.12.1996). Αυτό που καθορίζει τον τρόπο και την ακρίβεια εργασίας είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται και η ζητούμενη ακρίβεια συλλογής και επανατοποθέτησης δεδομένων. Στις περιπτώσεις που το γεωδαιτικό δίκτυο που χρησιμοποιείται είναι το παλιό, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια οι σταθμοί, τα σημεία αναφοράς, και σε περιπτώσεις μελλοντικών επανατοποθετήσεων, αυτές να γίνονται από τους ίδιους σταθμούς και σημεία αναφοράς. Οι Εφεσείοντες, όπως φαίνεται από την παράγραφο 10 της ένορκης τους δήλωσης, ερμηνεύουν την εγκύκλιο πως όπου η διαφορά είναι μικρή και υπάρχει επιτόπου πραγματική κατάσταση, υιοθετείται η επιτόπου κατάσταση ως το εγγεγραμμένο σύνορο. Είναι επίσης η θέση τους πως ο Διευθυντής αγνόησε και δεν έλαβε καθόλου υπόψη του την παραδοχή όλων των εμπλεκόμενων που συμφώνησαν και αναγνώρισαν πως το κοινό σύνορο μεταξύ των κτημάτων τους είναι ο υφιστάμενος όχθος ύψους 2-3 μέτρων που διαμορφώθηκε προ αμνημονεύτων ετών, έχοντας συγκατατεθεί να υιοθετηθεί ως το εγγεγραμμένο σύνορό τους. Η συγκατάθεση αυτή προσκομίζεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Το Τεκμήριο 2 είναι επιστολή ημερομηνίας 03.10.2011, που φέρεται να υπογράφεται από τους Εφεσείοντες και τους Εφεσίβλητους και απευθύνεται προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού, με θεματικό τίτλο «αναπροσαρμογή συνόρων τεμαχίων 1071 και 1275 του Φ./Σχ.ΧΧΧΧ στο χωριό ΧΧΧΧ, Λεμεσός», με την οποία οι αποστολείς ζητούν την αναπροσαρμογή του κοινού συνόρου των τεμαχίων τους ώστε ως κοινό σύνορο να οριστεί ο φυσικός όχθος ύψους 2 έως 3 μέτρων που χωρίζει τα δύο τεμάχια. Από το 1960, όπως αναφέρει, όταν περιήλθαν τα σχετικά τεμάχια στην κατοχή των γονέων τους, αυτό το σύνορο αναγνώριζαν ως το κοινό σύνορο των κτημάτων τους. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από πλευράς Εφεσειόντων την 04.07.2014, αναφέρεται πρόσθετα ότι το ακίνητο των Εφεσειόντων κατέχονταν από τον παππού τους ΧΧΧΧ που το απέκτησε το 1938 δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του και με τη σειρά του το 1957 το μεταβίβασε στον θείο τους, που το πώλησε στον πατέρα τους το 1987, ο οποίος στη συνέχεια το μεταβίβασε στα παιδιά του. Τόσο οι προκάτοχοι του ακινήτου όσο και οι ίδιοι κατείχαν από πάντοτε και καλλιεργούσαν το ακίνητο μέχρι τον όχθο-δόμη, στη θέση που αυτός βρίσκεται σήμερα και η θέση του δεν άλλαξε. Ουδέποτε είχε δημιουργηθεί διαφορά στα σύνορα με τους κατά καιρούς ιδιοκτήτες του ακινήτου 1071 που σήμερα κατέχουν οι Εφεσίβλητοι. Μάλιστα, ο πατέρας των Εφεσίβλητων είχε καταχωρίσει αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς με άλλα τεμάχια, αλλά όχι με το τεμάχιο των Εφεσειόντων, επειδή αναγνωρίζονταν τα σημερινά επί τόπου σύνορα και ως τα εγγεγραμμένα σύνορα. Εκ λάθους το Κτηματολόγιο, το 1938, όπως ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες, δεν περιέλαβε στον αρχικό τίτλο του παππού τους και την επίδικη διαφιλονικούμενη έκταση. Προσκομίζεται δήλωση ημερομηνίας 19.02.2012 που υπογράφουν ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ, ο Πρώην Πρόεδρος του ιδίου και ένα μέλος του, η οποία σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 για τους σκοπούς της διαδικασίας, στην οποία οι υπογράψαντες αναφέρουν πως το τεμάχιο των Εφεσειόντων, από το 1960, κατέχονταν και καλλιεργούνταν από τους ιδιοκτήτες του ως φυτεία με 150 περίπου αμυγδαλιές, χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση των δυτικών συνόρων του από τον ιδιοκτήτη του γειτονικού τεμαχίου 1071, το οποίο σύνορο τυγχάνει να είναι ο φυσικός όχθος-πετρότοιχος, ύψους 2 έως 3 μέτρων. Όπως ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες, η συνοριακή διαφορά ήλθε για πρώτη φορά στην επιφάνεια μετά που οι Εφεσίβλητοι ζήτησαν την οροθέτηση του ακινήτου τους. Στην αίτηση, που είχε υποβληθεί με τον Τύπο 268, από τον πατέρα των Εφεσιβλήτων, που προσκομίζεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 4, δεν αναφέρονται οι Εφεσείοντες ως αντίδικοι. Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται πως χωρίς να υπάρχει συνοριακή διαφορά μεταξύ των δύο ακινήτων, ο Διευθυντής εξέδωσε απόφαση ως να υφίστατο συνοριακή διαφορά, δημιουργώντας την ο ίδιος, μη λαμβάνοντας υπόψη και τον υφιστάμενο όχθο που λειτουργούσε διαχρονικά ως το σύνορο των τεμαχίων και αποτυπώνεται με συνεχή πράσινη γραμμή στο σχέδιο που προσκομίζουν και σημειώνεται ως Τεκμήριο 5, και παρά την υφιστάμενη εγκύκλιο. Το Τεκμήριο 4, ή άλλως πώς ο Τύπος 268, όπως παρατηρεί το Δικαστήριο, είναι «αίτηση για εξέταση διαφοράς στα σύνορα» με βάση το άρθρο 58, από τον πατέρα των Εφεσίβλητων (ΑΧΧΧΧΧ/2001), αναφέρεται στο δυτικό σύνορο και μεταφέρεται ο ισχυρισμός των αντιδίκων ότι το μέρος της διαφοράς περιλαμβάνεται στους τίτλους τους, και στο πίσω μέρος της αίτησης κατονομάζονται ως «αντίδικοι» οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων 624, 1070, 1069, και 1218, που βρίσκονται στο σύνορο του ακινήτου των Εφεσιβλήτων που είναι απέναντι από το επίδικο σύνορο. Πρόσθετος ισχυρισμός των Εφεσειόντων είναι πως το γεγονός ότι η επιτόπου κατάσταση δεν συμφωνεί με το εν χρήσει σχέδιο δεν αφορά μόνο στα επίδικα κτήματα, αλλά σε πολλά άλλα κτήματα στην περιοχή με βάση το σχέδιο που ετοίμασε το Κτηματολόγιο και σημειώνεται ως Τεκμήριο 6 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Εκ μέρους των Εφεσειόντων, δόθηκε μαρτυρία και από τον κύριο ΧΧΧΧ, τοπογράφο μηχανικό, απόφοιτο της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που ασκεί το επάγγελμα το τοπογράφου μηχανικού από το 1990 στον ιδιωτικό τομέα και είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ και στο μητρώο των Αρμοδίων Χωρομετρών και μέλος του Συμβουλίου Κτηματογράφησης Κύπρου. Σε ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 04.07.2014, αναφέρει πως την 30.09.2013 προέβη σε επιτόπια έρευνα. Τα σύνορα, όπως έχουν τοποθετηθεί από το Κτηματολόγιο σύμφωνα με την απόφαση του Διευθυντή, του υποδείχθηκαν επί τόπου από τον Εφεσείοντα 1, ενώ πριν είχε επιθεωρήσει και τους φακέλους του Κτηματολογίου που σχετίζονται με την υπόθεση και είχε εξασφαλίσει τα αναγκαία έγγραφα, σχέδια, χάρτες, αεροφωτογραφίες και σημειώσεις. Το ακίνητο των Εφεσειόντων

(1275)και των Εφεσιβλήτων
(1071)επιτόπου διαχωρίζονται από υφιστάμενο όχθο και δόμη ύψους 2-3 μέτρων. Παραπέμπει σε έγγραφο που είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 5 και δείχνει τον όχθο με την πράσινη συνεχή γραμμή και το σύνορο που καθορίστηκε από το Κτηματολόγιο με την μπλε συνεχή γραμμή. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς και θέσεις των Εφεσείοντων. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρει πως η συνοριακή διαφορά δημιουργήθηκε μετά που το Κτηματολόγιο, με βάση τη λανθασμένη τακτική του, μετέτρεψε την αίτηση για συνοριακή διαφορά των Εφεσιβλήτων (ΑΧΧΧΧΧ/01) σε αίτηση για οροθέτηση, κατόπιν σχετικής επιστολής του αιτιούντος, που σημειώνεται ως Τεκμήριο 4Α για τους σκοπούς της διαδικασίας, το διαφιλονικούμενο μέρος προέκυψε μετά από την εμπλοκή του Κτηματολόγου στην υπόθεση, που λανθασμένα υπέδειξε ως εγγεγραμμένο σύνορο αυτό που προκύπτει από το επίσημο κτηματικό σχέδιο, προϊόν του 1920 με πολλές αδυναμίες, χωρίς να λάβει υπόψη του σοβαρά την αδιαμφισβήτητη υφιστάμενη κατάσταση. Η ύπαρξη υψηλού όχθου (ύψους που υπερβαίνει τα 3 μέτρα) με πέτρινη δόμη κατά μήκος του δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί εύκολα να αγνοηθεί. Το σημαντικότερο ήταν πως αυτός ο όχθος-δόμη ήταν αποδεκτός ως σύνορο μέχρι που το Κτηματολόγιο τον αμφισβήτησε και έδωσε τροφή για διαφιλονικίες που ουδέποτε υπήρξαν. Με βάση την εγκύκλιο 412, όπως αναφέρει ο τοπογράφος, η υπόθεση θα έπρεπε να μετατραπεί σε υπόθεση διόρθωσης του σχεδίου. Είναι μια κλασική περίπτωση λανθασμένης σχεδίασης όπου το εν χρήσει σχέδιο (που σχεδιάστηκε το 1920) δεν αποδίδει ορθά την πραγματική υφιστάμενη κατάσταση και που επιβάλλεται να διορθωθεί, ως είθισται στα σχέδια που είναι στην κλίμακα 1:5000, για τους λόγους που αποτυπώνει επαρκώς η υφιστάμενη εγκύκλιος. Κατά τη γνώμη του είναι «εγκληματική» ενέργεια, ενώ συμφωνούν όλοι ως προς το επί τόπου υφιστάμενο σύνορο, υπό τις περιστάσεις που έχουν να κάνουν και με τις αδυναμίες του σχεδίου, να δημιουργούνται προστριβές. Ο μάρτυρας προσκομίζει και αεροφωτογραφίες στις οποίες φαίνεται, όπως ισχυρίζεται, η θέση του υφιστάμενου όχθου, και αυτές σημειώνονται ως Τεκμήριο 7 από το Δικαστήριο. Ο Διευθυντής, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να προβεί σε διόρθωση του σχεδίου και στη συνέχεια να καθορίσει τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου. Ένσταση των Εφεσίβλητων Παρόλο που οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται την ύπαρξη κοινής επιθυμίας των εμπλεκόμενων που δεν λήφθηκε υπόψη από τον Διευθυντή κατά παράβαση και υφιστάμενης εγκυκλίου, οι Εφεσίβλητοι, με ένσταση που καταχώρισαν, υποστηρίζουν την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή, όσον αφορά το αποτέλεσμα και τη διαδικασία που ακολούθησε. Σε ένορκη δήλωση του Εφεσίβλητου 2, εκ μέρους των Εφεσίβλητων, οι Εφεσίβλητοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, χωρίς να προσφέρουν κάποια διαφορετική πραγματική βάση. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.10.2014, αρνούνται τους ισχυρισμούς και του ιδιώτη τοπογράφου και τους συμπληρωματικού ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, και πάλι, χωρίς πρόσθετη μαρτυρία. Η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή Παρόλο που η Έφεση ασκήθηκε την 02.02.2013 και επιδόθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού την 14.02.2013, για ανεξήγητο λόγο, η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή καταχωρίστηκε την 03.05.2019, και τούτο χωρίς να έχει ζητηθεί κάποια παράταση χρόνου από το Δικαστήριο. Από την άλλη, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν είχε καταστεί και διάδικος σύμφωνα με τον Κανονισμό 5 § 2 του περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του
  1. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με αυτή την αιτιολογημένη απόφαση, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο Β για τους σκοπούς της διαδικασίας, ο Εφεσείων 3 σήμερα δεν έχει κάποιο συμφέρον επί του ακινήτου, εφόσον μεταβίβασε το 1/3 μερίδιό του στον Εφεσείοντα
  2. Ο πατέρας των Εφεσίβλητων αποτάθηκε για επίλυση συνοριακής διαφοράς με τους Εφεσείοντες και η αίτηση έλαβε αριθμό ΑΧΧΧΧΧ/
  3. Δεν προσκομίζεται άλλο έγγραφο αίτησης από αυτό του Τεκμηρίου
  4. Την 11.02.2011 στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποιήσεις στον αιτητή και στους Εφεσείοντες που θεωρήθηκαν από το Κτηματολόγιο ως μέρη που εμπλέκονται στη διαφορά. Έγινε επιτόπια εξέταση την 23.03.2011 από τον Κτηματολόγιο Επιτόπιων Ερευνών κύριο ΧΧΧΧ και τον Χωρομέτρη κύριο ΧΧΧΧ στην παρουσία του αιτητή, των Εφεσειόντων (με εκπροσώπηση του Εφεσείοντος 3) και του Κοινοτάρχη, ο αιτητής δήλωσε πως έχει συνοριακή διαφορά με τους Εφεσείοντες και την προσδιόρισε υποδεικνύοντας επιτόπου το διαφιλονικούμενο τμήμα, όπως φαίνεται με κίτρινο και κόκκινο χρώμα στο σχέδιο που επισυνάπτονται στην αιτιολογημένη απόφαση ως Παραρτήματα Α και Β. Στα σχέδια αυτά υποδεικνύονται ως διαφιλονικούμενα μέρη (με χρώματα πράσινο, μπλε και πορτοκαλί) και σημεία που συνορεύουν με ακίνητα με τα οποία δεν έχουν σχέση η Εφεσείοντες, ως διαφιλινικίες που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της ίδιας αίτησης ΑΧΧΧΧΧ/
  5. Οι αντίδικοι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογημένη απόφαση, είχαν αμφισβητήσει τις θέσεις του αιτητή και υποστήριξαν ότι τα σύνορα των δύο κτημάτων είναι ορθά με βάση την επιτόπου κατάσταση. Το διαφιλονικούμενο μέρος με κίτρινο χρώμα είναι καλλιεργημένη γη με 15 αμυγδαλιές από τους Εφεσείοντες ενώ το διαφιλονικούμενο μέρος με κόκκινο χρώμα είναι ξηρική γη (πλαγιά). Επειδή διαπιστώθηκε η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς, προχώρησε η διαδικασία επίλυσής της. Ο εντεταλμένος χωρομέτρης, όπως αναφέρεται, έλαβε υπόψη τις δεσμεύσεις που αφορούσαν τον καθορισμό των συγκεκριμένων τεμαχίων. Ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει την ήδη υφιστάμενη χωρομετρική εργασία με την οποία τα τεμάχια εντάχθηκαν χωρομετρικά στην Κλίμακα 1:
  6. Η χωρομετρική εργασία βασίζεται στα σταθερά χωρομετρικά σημεία 4ης τάξης τα οποία τέθηκαν στο έδαφος προ της έναρξης οποιασδήποτε σχεδιαστικής/χωρομετρικής εργασίας (μέθοδος μετροτράπεζας) και παράλληλα ελήφθη υπόψη η τοπική λεπτομέρεια εδάφους στα πλησιέστερα τεμάχια όπως π.χ. δόμες, μονοπάτια, εγγεγραμμένοι δρόμοι (Παραρτήματα Γ - Δ). Η χωρομετρική εργασία έγινε με τη χρησιμοποίηση GPS με τη χρήση προγράμματος Liscad. Ως αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας, τοποθετήθηκαν τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των ακινήτων, με αριθμούς τεμαχίων 1071 και 1275 και ετοιμάστηκα σχεδιάγραμμα (Παράρτημα Β) στο οποίο φαίνονται με κόκκινο μελάνι τα γράμματα Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π και τα προσωρινά ορόσημα που τοποθετήθηκαν. Η χωρομετρική εργασία ελέγχθηκε από τεχνικό που προέβη στην ετοιμασία των απαραίτητων σχεδίων και σχεδιαγραμμάτων (Παράρτημα Α - Β). Την 29.04.2011, μετά την επιτόπια εξέταση, έγινε μεταβίβαση του ακινήτου από τον αιτητή στους Εφεσίβλητους. Η απόφαση του Διευθυντή ελήφθη με βάση το άρθρο 58 την 22.01.2013 και κοινοποιήθηκε την 23.01.2013 στα ενδιαφερόμενα μέρη. Σε αυτήν είχε επισυναφθεί το σχεδιάγραμμα στο οποίο σημειώνεται με κόκκινο η διαφιλονικούμενη έκταση που αποτελεί μέρος του ακινήτου των 1275 και με κίτρινο χρώμα η διαφιλονικούμενη έκταση η οποία αποτελεί μέρος του ακινήτου
  7. Περαιτέρω νομικές πτυχές και διαδικασία Το άρθρο 50 του Κεφ. 224 ορίζει, σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού της έκτασης της εγγεγραμμένης γης, ότι η έκταση της γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από τον Διευθυντή. Νοείται ότι, όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο, η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποίαν δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 224, όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει την διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπιν ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστον δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για τον χρόνο κατά τον οποίον θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα. Ο Διευθυντής δύναται να αποφασίσει επί της διαφοράς στην περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε μέρους που ειδοποιήθηκε όπως προνοείται. Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφασή του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατόν να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224 δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο. Η δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας Έφεσης είναι αναθεωρητική. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η ίδια που ακολουθείται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία επί διοικητικών πράξεων στον τομέα του διοικητικού δικαίου, ωστόσο, στην Έφεση υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επέκταση και της τροποποίησής της[1]. Όταν το αντικείμενο της Έφεσης είναι απόφαση του Διευθυντή επί συνοριακής διαφοράς, ό,τι βοηθά το Δικαστήριο να αναψηλαφήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι τα σχετικά κτηματολογικά και τεχνικά δεδομένα που είχε ή θα μπορούσε να έχει υπόψη του ο Διευθυντής, για να καταλήξει στην επίλυση της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς. Η ακρόαση των Εφέσεων που υποβάλλονται με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224 γίνεται με τον τρόπο που ορίζει ο περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός 1956 που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό 21/
  8. Ο τελευταίος, στον Κανονισμό 10 § 3, προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των ΚΠΔ. Με βάση τον Κανονισμό 17, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι ΚΠΔ. Η ακρόαση των μερών και στην προκειμένη περίπτωση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωριστεί και αναφέρθηκαν προηγουμένως, χωρίς την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν, δια γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες εξέθεσαν την επιχειρηματολογία τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου η εκδοχή της κάθε πλευράς, το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, και η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξέταση της υπόθεσης Η Έφεση ασκήθηκε την 12.02.2013 και είναι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών από την κοινοποίησή της, που προβλέπει και το άρθρο 80 του Κεφ.
  9. Περαιτέρω, ασκήθηκε από τα πρόσωπα που, κατά τον χρόνο της καταχώρισής της, ήταν οι ιδιοκτήτες του ενός εκ των επίδικων τεμαχίων, του τεμαχίου 1275, οι οποίοι επηρεάζονταν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρόκειται για Έφεση που παραδεκτά ασκήθηκε[2]. Εκκρεμούσης της διαδικασίας, σύμφωνα με το Τεκμήριο Β, ο Εφεσείων 3 απώλεσε το έννομο συμφέρον του στο ακίνητο
  10. Αυτό το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε. Η απώλεια του εννόμου συμφέροντος του Εφεσείοντος 3 επί του ακινήτου 1275 εκκρεμούσης της Έφεσης και η απόκτησή του από τον Εφεσείοντα 1 δεν σημαίνει κατ' ανάγκη κατάργηση της δίκης (διαδικασίας αναθεώρησης) ή τέτοιο αποτέλεσμα μεμονωμένα για τον Εφεσείοντα
  11. Διαφορετικά απ' ό,τι μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στις προσφυγές κατά ατομικών διοικητικών πράξεων[3], η εμπράγματη φύση της διαδικασίας που παραδεκτά ενεργοποιήθηκε θέτει το Δικαστήριο στον δρόμο να προβεί στον έλεγχο της προσβαλλόμενης πράξης, η δε απώλεια του εννόμου συμφέροντος ενός εκ των Εφεσειόντων μπορεί να ληφθεί υπόψη όπου χρειάζεται. Σημειώνεται επίσης πως το γεγονός ότι δεν συνενώθηκε ο Διευθυντής ως διάδικος, ως προβλέπεται στον Κανονισμό 5 § 2, δεν καθιστά από μόνο του την Έφεση απορριπτέα. Ο Διευθυντής έβαλε γνώση της διαδικασίας και δεν θεώρησε ότι πρέπει να ακουστεί ως διάδικος στην προκειμένη περίπτωση. Η δικονομική του απουσία βεβαίως, εάν έχει κάποια επίδραση, είναι στις δικονομικές δυνατότητες των Εφεσειόντων· αυτές που θα είχαν στη διάθεσή τους εάν ο Διευθυντής ήταν διάδικος στη διαδικασία. Σε συνάρτηση και με το δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης είναι οι Εφεσείοντες που το έχουν[4], να αποδείξουν δηλαδή ότι η απόφαση του Διευθυντή που προσβάλλουν είναι νομικά ή πραγματικά λανθασμένη. Αντίστοιχα, εάν οι Εφεσείοντες έχουν τέτοια μαρτυρία, ικανή να θέσει εν αμφιβόλω την νομιμότητα ή ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, η δικονομική απουσία του Διευθυντή τότε μπορεί να επηρεάζει τον ίδιο, εάν τυχόν δεν ακουστεί στη διαδικασία ως διάδικος, με δυνατότητα να γνωρίζει την εξέλιξη της υπόθεσης, όπως και το σύνολο της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, δεν αναθεωρεί την απόφαση του Διευθυντή χωρίς να έχει υπόψη του επαρκή δεδομένα. Τα ζητήματα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και αναλύονται στους επιμέρους λόγους έφεσης είναι συγκεκριμένα: Πρώτον, εάν Διευθυντής μπορούσε, στη βάση της αίτησης ΑΧΧΧΧΧ/01 (Τεκμήριο 4) που αδιαμφισβήτητα αναφέρει διαφορά με το δυτικό σύνορο και δεν κατονομάζει ως αντίδικους τους Εφεσείοντες, να θεωρήσει ότι υφίσταται συνοριακή διαφορά με το τεμάχιο 1275 των Εφεσειόντων και να προχωρήσει με επίλυση τέτοιας συνοριακής διαφοράς. Δεύτερον, εάν ο Διευθυντής θα έπρεπε, στο πλαίσιο επίλυσης τέτοιας συνοριακής διαφοράς, να λάβει υπόψη του τον υφιστάμενο όχθο-δόμη που λειτουργούσε στην επιτόπου κατάσταση ως το φυσικό σύνορο από πάντα, για να εξεύρει το σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 1275 και 1071, και εάν, με δεδομένο ότι οι Εφεσείοντες δεν υπέβαλαν κάποια αίτηση για διόρθωση λάθους στο σχέδιο με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.224, μπορεί να υπάρχουν σημεία επί του σχεδίου της περιοχής που φαίνονται ή μπορεί να είναι λανθασμένα που, σε συνάρτηση και με την υφιστάμενη εγκύκλιο 412 του Τεκμηρίου 1, θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να επιδράσουν καθόλου στην κρίση του Διευθυντή επί της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς, κατ' επέκταση στην κρίση και του Δικαστηρίου κατ' αυτή την αναθεωρητική του δικαιοδοσία. Τέλος, εάν ο Διευθυντής μπορούσε ή έπρεπε να λάβει υπόψη του τη συγκατάθεση των νέων ιδιοκτητών του τεμαχίου 1071, που δόθηκε την ημερομηνία 03.10.2011 εκκρεμούσης της διαδικασίας, αίροντας την προηγούμενη διαπίστωσή του περί ύπαρξης συνοριακής διαφοράς, και καταλήγοντας ανάλογα. Όσον αφορά το πώς από την αίτηση ΑΧΧΧΧΧ/01 που αφορά σε συνοριακή διαφορά μεταξύ του τεμαχίου 1071 και των τεμαχίων 624, 1070, 1069 και 1218 του δυτικού συνόρου, ο Διευθυντής κατέληξε σε διαπίστωση συνοριακής διαφοράς με το τεμάχιο 1275 και σε διαδικασία επίλυσής της, ο ιδιώτης τοπογράφος που διόρισαν οι Εφεσείοντες για να ερευνήσει την περίπτωση, εντόπισε πως, σε άγνωστη για το Δικαστήριο ημερομηνία μετά από την υποβολή της αίτησης ΑΧΧΧΧΧ/01 (Τεκμήριο 4) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με επιστολή του (Τεκμήριο 4Α), ο αιτών, είχε συγκατατεθεί να μετατραπεί η αίτησή του σε αίτηση για εξωτερική οριοθέτηση και να τεθούν ορόσημα, όπως φαίνονται στο σχέδιο με καταχώριση 3 με κόκκινο χρώμα. Είχε ενημερωθεί πως, σε περίπτωση εξακρίβωσης συνοριακής διαφοράς κατά την οριοθέτηση, η αίτησή του θα απορρίπτονταν και θα υποχρεούνταν να καταθέσει νέα αίτηση για να εξεταστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.
  12. Αυτά τα δεδομένα δεν φαίνονται μέσα από την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή (Τεκμήριο Β), ούτε είναι γνωστό εάν εκδόθηκε κάποιο πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης και εάν στην συνέχεια υποβλήθηκε αίτηση για συνοριακή διαφορά βάσει κάποιου πιστοποιητικού εξωτερικής οριοθέτησης, αναφορικά με την οποία μάλιστα να είχε δοθεί σχετική ειδοποίηση στους Εφεσείοντες ως αντίδικους, για να γνωρίζουν την εκκρεμότητα κάποιας σχετικής διαδικασίας. Το Τεκμήριο Α και το Τεκμήριο Β φαίνονται πως εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης ΑΧΧΧΧΧ/01 (Τεκμήριο 4) η οποία, ως υποβλήθηκε, δεν αφορούσε σε επίλυση συνοριακής διαφοράς με το ακίνητο των Εφεσειόντων. Το Τεκμήριο Β δεν βοηθά για να εξηγηθεί η πορεία της αίτησης ΑΧΧΧΧΧ/01, αντίθετα δημιουργεί έντονη αδιαφάνεια. Ό,τι αφήνεται να καταστεί κατανοητό από την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή είναι πως η ΑΧΧΧΧΧ/01 ήταν αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς εξ αρχής με το τεμάχιο των Εφεσειόντων, και δέκα χρόνια μετά, κινήθηκε η διαδικασία την επίλυσή της με την αποστολή των ειδοποιήσεων για επιτόπια εξέταση. Αναφορά που έρχεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 4 και το Τεκμήριο 4Α. Το Τεκμήριο Β παραπέμπει στα Παραρτήματα Α και Β, που όμως, το Παράρτημα Α, σχέδιο σε κλίμακα 1:5000, φαίνεται να είναι ειδικό κτηματικό σχέδιο για άλλο φάκελο, που ετοιμάστηκε την 26.06.2012, και όπου βλέπουμε την τοποθέτηση των οροσήμων για την εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου 1071, και το Παράρτημα Β είναι σχεδιάγραμμα ημερομηνίας 26.06.2012 στο πλαίσιο του ΑΧΧΧΧΧ/01 που δείχνει διαφιλονικούμενα μέρη (με όλα τα συνορεύοντα τεμάχια) με βάση τα υφιστάμενα ορόσημα. Όσα αναφέρονται στις παραγράφους 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου Β ευλόγως οδηγούν σε ό,τι ισχυρίζονται και οι Εφεσείοντες, ότι οι Εφεσείοντες κλήθηκαν σε επιτόπια εξέταση επί αρχικά ανύπαρκτης εναντίον του τεμαχίου τους συνοριακής διαφοράς, η οποία «δημιουργήθηκε» επιτόπου, όταν ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 1071 απλώς δήλωσε (προφορική δήλωση) ότι διαφωνεί σε σχέση με τα δύο σημεία που θεωρήθηκαν από τους παριστάμενους διαφιλονικούμενα μέρη (κίτρινο και κόκκινο), και έτσι διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συνοριακής διαφοράς» όταν και οι Εφεσείοντες ανέφεραν ότι τα σύνορα είναι ως η επιτόπου κατάσταση· οι λειτουργοί προχώρησαν τότε να επιλύσουν τέτοια συνοριακή διαφορά δίχως άλλο. Όπως έχει νομολογηθεί[5], συνοριακή διαφορά με έννοια του άρθρου 58 έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το πού το φυσικό σύνορο πράγματι ευρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής του συνόρου επί του σχεδίου στο έδαφος. Επομένως ως συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58 θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο[6]. Όταν εκκρεμεί διαδικασία εξωτερικής οριοθέτησης, ευνόητα, δεν μπορεί να προκύψει συνοριακή διαφορά πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εξωτερικής οριοθέτησης. Οι ειδοποιήσεις ημερομηνίας 11.02.2011 που είχαν σταλεί στους Εφεσείοντες δεν έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο δια της αιτιολογημένης απόφασης, για να μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει σε τι είδους ακριβώς επιτόπια εξέταση κλήθηκαν οι Εφεσείοντες να παραστούν: για την επίλυση συγκεκριμένης «συνοριακής διαφοράς» ή για την οριοθέτηση του ακινήτου 1071 σε σχέση με το δικό τους σύνορο. Στο Τεκμήριο Β δεν γίνεται αναφορά σε υποβολή αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς μετά από την επιτόπια εξέταση, αλλά διαπίστωση συνοριακής διαφοράς κατά την επιτόπια εξέταση και αυτομάτως διαδικασία επίλυσής της. Ως αποτέλεσμα αυτού του τρόπου προσέγγιση της αρχικής αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς με άλλα ακίνητα, που μετατράπηκε σε αίτηση για εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου 1071, και που στη συνέχεια μετατράπηκε σε αίτηση για συνοριακή διαφορά του τεμαχίου 1071 με το τεμάχιο των Εφεσειόντων, όντως, οι λειτουργοί του Κτηματολογίου είναι σαν ξαφνικά να διασάλευσαν τις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των συγκεκριμένων γειτόνων· εξ ου και μετά από αυτή την επιτόπια εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε «συνοριακή διαφορά» υπήρξε η συγκατάθεση του Τεκμηρίου
  13. Κυριότερα, οι Εφεσείοντες βρέθηκαν προ απροόπτου ή και προ τετελεσμένων, να βρίσκουν στο πλαίσιο μιας επιτόπιας εξέτασης εαυτούς εμπλεκόμενους σε «συνοριακή διαφορά» με αναφορά σε άγνωστα σε αυτούς χωρομετρικά δεδομένα, με προκύπτον ως διαφιλονικούμενο μέρος αρκετά μέτρα γης εντός των οποίων για χρόνια είχαν καλλιέργειες, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ότι εκκρεμεί αίτηση για συνοριακή διαφορά με το τεμάχιό τους (με την έννοια του άρθρου 58) και ότι η επιτόπια εξέταση στην οποία κλήθηκαν ήταν για να επιλύσουν τη συγκεκριμένη διαφορά. Το άρθρο 58 του Κεφ. 224 προϋποθέτει ειδοποίηση που δίνεται στα μέρη τουλάχιστο δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για τον χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα, που ευλόγως θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι είναι υπό αμφισβήτηση. Πρώτα αποφασίζεται η «συνοριακή διαφορά» και μετά τοποθετούνται τα ορόσημα. Εδώ βλέπουμε πρώτα τοποθέτηση οροσήμων (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β του Τεκμηρίου Β) στο πλαίσιο χωρομετρικής εργασίας για την εξωτερική οριοθέτηση, άρα ανύπαρκτα δεδομένα κατά τον χρόνο που κλήθηκαν οι Εφεσείοντες για επίλυση κάποιας «συνοριακής διαφοράς», και μετά έχουμε την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. και παράγραφος 9 του Τεκμηρίου Β) επί υφιστάμενων οροσήμων βάσει της χωρομετρικής εργασίας που ακολούθησε· αυτή που μάλλον το Κτηματολόγιο θεώρησε, λανθασμένα κατά τη γνώμη μου, πως μπορεί να γίνει κοινά και για την εξωτερική οριοθέτηση και για την επίλυση (υποθετικών) «συνοριακών διαφορών» (εν τέλει δημιουργώντας πραγματική διαφορά τουλάχιστον αναμεταξύ των μερών). Στην παράγραφο 8 του Τεκμηρίου Β γίνεται ασαφής αναφορά σε «δεσμεύσεις» και υποχρεωτική ακολούθηση υφιστάμενης χωρομετρικής εργασίας, χωρίς αναφορά σε κάποιο άλλο συγκεκριμένο προϋφιστάμενο φάκελο. Η αναφορά σε χωρομετρικά σημεία 4ης τάξης που τέθηκαν στο έδαφος με την μέθοδο της μετροτράπεζας πριν από οποιαδήποτε σχεδιαστική εργασία είναι γενική, το Παράρτημα Γ δυσδιάκριτο, ομοίως γενική είναι η αναφορά στην τοπική λεπτομέρεια που υποτίθεται λήφθηκε υπόψη. Όλα τα προαναφερόμενα, σε συνάρτηση με την προσκόμιση της εγκυκλίου 412 (Τεκμήριο 1), οδηγούν στη δημιουργία σοβαρών αμφιβολιών σε σχέση με τη νομιμότητα και ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στην ακύρωσή της, θεωρώντας βάσιμη την Έφεση των Εφεσειόντων, χωρίς κατ' ανάγκη να πρέπει να εξετάσει και όλους τους άλλους λόγους Έφεσης. Παρενθετικά μόνο να λεχθεί πως, στην περίπτωση που υπήρχε συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58 του Κεφ.224, εάν υπάρχουν σχέδια που χρήζουν διόρθωσης, για λόγους που αναφέρουν οι Εφεσείοντες ή που επεξηγούνται σε κάποια εγκύκλιο, όπως προκύπτει και από την Χατζησωφρονίου ν. Βασιλείου
(2012)1 ΑΑΔ 1534, η ορθότητά τους, για τους σκοπούς του άρθρου 58 του Κεφ.224, θα εκλαμβάνονταν ως δεδομένη. Η έκταση των τεμαχίων 1275 και 1071 δεν θα καθορίζονταν με βάση την επιτόπου κατάσταση ή τυχόν εχθρική κατοχή, για να έχει οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι υπάρχει επιτόπου όχθος ή εάν αυτός χρησιμοποιείται πράγματι και για πολλά χρόνια ως το φυσικό σύνορο. Με βάση το άρθρο 50 του Κεφ.224, δεν θα μπορούσε ο Διευθυντής να λάβει υπόψη του τον υφιστάμενο όχθο-δόμη, εάν χρησιμοποιείται ή όχι ως σύνορο, και να θέσει σύνορο με βάση αυτή την επί τόπου κατάσταση, αγνοώντας την υφιστάμενη εγγεγραμμένη έκταση γης επί των εν χρήσει σχεδίων[7]. Το ελάττωμα όμως που διαπιστώνεται είναι ότι ουδέποτε υπήρξε «συνοριακή διαφορά» με την έννοια του άρθρου 58 αναμεταξύ των τεμαχίων 1275 και 1071, ως προς την οποία να έπρεπε να εκκινήσει και ολοκληρωθεί ορθά κάποια διαδικασία επίλυσης με βάση το άρθρο
  1. Διαπιστώνοντας μόνος του, ο Διευθυντής, συνοριακή διαφορά στο πλαίσιο χωρομετρικής εργασίας με σκοπό την οριοθέτηση του ακινήτου 1071, και επιλύοντάς την ως εκείνη όντως να υφίστατο, με αναφορά σε ορόσημα που προχώρησε και έθεσε πριν να αποφασίσει επί τέτοιας συνοριακής διαφοράς, δεν ήταν ενέργειες στις οποίες θα μπορούσε να προβεί εντός του πλαισίου των εξουσιών του με βάση το Κεφ.224, και οι οποίες πρόσθετα έφεραν τους Εφεσείοντες σε πολύ δύσκολη θέση. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η Έφεση είναι βάσιμη και η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 22.01.2013 ακυρώνεται όσον αφορά το τεμάχιο 1275 και τους Εφεσείοντες. Εφόσον η αίτηση ΑΧΧΧΧΧ/2001 επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως έχει αποδειχθεί μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν είναι αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 1071 και 1275, ουδεμία διαταγή για επανεξέταση της αίτησης αυτής ως να ήταν διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 1071 και
  2. Νοείται πως η κατάληξη αυτή ουδόλως εμποδίζει τους Εφεσίβλητους, εάν έχουν συνοριακή διαφορά με τους Εφεσείοντες, με την έννοια του άρθρου 58 του Κεφ.224, να αιτηθούν την επίλυσή της. Σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία. Τα έξοδα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν είναι διάδικος στη διαδικασία. Η διαδικασία εκκρεμεί από το 2013, εξαιτίας της υποβολής ένστασης από μέρους των Εφεσιβλήτων, ως να επρόκειτο για αντιπαραθετική διαδικασία, ταυτόχρονα την ύπαρξη διαταγμάτων αντεξέτασης. Αναλογικά με τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, που ισχύει στις αντιπαραθετικές διαδικασίες, τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσειόντων (ένα σετ εξόδων) και εναντίον των Εφεσιβλήτων όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 6, Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Οικονόμου ν. Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2017:A388, Πολ. Έφ. 366/2011, ημερ. 06.11.2017. [2] Mobil Oil Cyprus Ltd v. Έλληνα
(1990)1 ΑΑΔ
  1. [3] Βλ. και Γρηγορίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση 182/2012, ημερομηνίας 01.06.
  2. [4] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR
  1. [5] Ibrahim v. Souleyman 19 CLR
  2. [6] Chrysanthou v. Antoniades
(1969)1 CLR 622, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ. 362 και Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 ΑΑΔ 844. [7] Βλ. και Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 ΑΑΔ 1972, Ρωσσίδου ν. Κυπριανού
(2002)1 ΑΑΔ 1695, και άλλες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.