← Κύπρος

ROXBURGHE FINANCE LIMITED ν. NSM DEMOCARS LIMITED, Αγωγή αρ. 905/2013, 14/2/2022

ROXBURGHE FINANCE LIMITED ν. NSM DEMOCARS LIMITED, Αγωγή αρ. 905/2013, 14/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 905/2013 ROXBURGHE FINANCE LIMITED Ενάγουσα v. NSM DEMOCARS LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Κ. Νικολαΐδης για Κ.Ν. Νικολαΐδης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: Χρ. Χ' Στερκώτης μαζί με Ελ. Χ' Στερκώτη (κα) για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Η Ενάγουσα, εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο που εδρεύει στο Birmingham και ασχολείται μεταξύ άλλων με εργασίες πώλησης και εμπορίας αυτοκινήτων, ενάγει την Εναγόμενη, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο που εδρεύει στη Λεμεσό επειδή, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, περί την 24.08.2011, η Ενάγουσα, βάσει συμφωνίας της με την Εναγόμενη, πώλησε και έστειλε σε αυτήν ένα αυτοκίνητο Chevrolet Captiva με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧSP έναντι συμφωνημένου τιμήματος £11.350,00 (Στερλίνες Αγγλίας) που αντιστοιχεί σε €13.045,24, το οποίο η Εναγόμενη παρέλαβε χωρίς όμως οποτεδήποτε να καταβάλει το τίμημα. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως, παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της προς την Εναγόμενη, καθώς και με επιστολές ημερομηνιών 27.01.2012, 08.02.2012 και 21.02.2012 και με επιστολές των δικηγόρων της ημερομηνιών 09.04.2012, 10.10.2012 και 05.12.2012, η Εναγόμενη αρνείται ή παραλείπει να πληρώσει το συμφωνημένο τίμημα. Διαζευκτικά, η Ενάγουσα ενάγει στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Εναγόμενη, στην Έκθεση Υπεράσπισής της, αρνείται την ιδιότητα της Ενάγουσας και τους ισχυρισμούς της ότι συνάφθηκε κάποια συμφωνία μεταξύ τους για πώληση του προαναφερόμενου οχήματος ή ότι οποτεδήποτε παρέλαβε τέτοιο όχημα. Αρνείται και ότι παρέλαβε οποτεδήποτε κάποιαν επιστολή και ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Διαζευκτικά, εάν αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και η παράδοση τέτοιου οχήματος, ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει και ότι υπάρχει εξ υποσχέσεως κώλυμα ή κώλυμα λόγω συμπεριφοράς. Ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Με απαντητικό δικόγραφο, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της Εναγόμενης και επαναλαμβάνει τη δική της εκδοχή ως προς τα πράγματα. Επίδικα, εκ των δικογράφων, είναι η ιδιότητα της Ενάγουσας και εάν οποτεδήποτε έχει συναφθεί κάποια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την πώληση και παράδοση του προαναφερόμενου οχήματος Chevrolet Captiva με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧSP έναντι του τιμήματος των £11.350,00 (Στερλίνες) και εάν οποτεδήποτε έχει παραδοθεί το όχημα αυτό στην Εναγόμενη. Εάν η απάντηση είναι θετική, επίδικο είναι το ζήτημα κατά πόσον η Εναγόμενη οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα, του οποίου έγινε κάποια απαίτηση πληρωμής μεταξύ άλλων δια επιστολών ημερομηνιών 27.01.2012, 08.02.2012 και 21.02.2012 και με επιστολές των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνιών 09.04.2012, 10.10.2012 και 05.12.2012, ή η Εναγόμενη έχει εξοφλήσει. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο ΧΧΧΧ (ΜΕ1) (07.10.2021 και 08.10.2021), από την κυρία ΧΧΧΧ (ΜΕ2) (27.10.2021) και από τον κύριο ΧΧΧΧ (ΜΕ3) (10.11.2021). Ο συνήγορος της Εναγόμενης, μετά από χρόνο που δόθηκε για τον σκοπό αυτό, μέχρι την 18.11.2021 και έπειτα την 24.11.2021, είχε ενημερώσει τελικά το Δικαστήριο ότι δεν ήταν εφικτό να παρουσιάσει μαρτυρία και δεν θα παρουσιαστεί μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενης. Η ακροαματική διαδικασία διήρκησε περίπου 7 ώρες και 25 λεπτά. Δόθηκε χρόνος στους συνήγορους των δύο πλευρών, που ζητήθηκε, να αγορεύσουν, και την 10.01.2022 κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις με την επιχειρηματολογία τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί στα δικόγραφα, στη μαρτυρία και στις αγορεύσεις, ακόμα κι αν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν αναπαράγεται αυτολεξεί. Μαρτυρία ME1 Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση[1] (Έγγραφο Α), για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του. Είναι κάτοικος Αγγλίας και διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας. Σε σχέση με την ιδιότητα της Ενάγουσας, προσκόμισε πιστοποιητικό εγγραφής και αντίγραφο του Ιδρυτικού και Καταστατικού της Ενάγουσας, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 1(α,β). Το Τεκμήριο 1α είναι πιστοποιητικό που εκδόθηκε την 14.03.2012 από τον Registrar of Companies και σύμφωνα με την Αγγλική The Companies Act 2006, και πιστοποιεί πως η Ενάγουσα συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σύμφωνα με τις Companies Acts 1948 - 1980 την 15.10.

  1. Από το Τεκμήριο 1β φαίνεται πως οι καταστατικοί σκοποί της Ενάγουσας είναι ευρύτατοι και περιλαμβάνουν τη δυνατότητά της να εμπορεύεται και οχήματα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ1, η Εναγόμενη ήταν γνωστή στην Ενάγουσα από προηγούμενη συνεργασία τους· είχε αγοράσει άλλα δύο οχήματα στο παρελθόν. Τον Αύγουστο του 2011, η Εναγόμενη είχε εκφράσει την επιθυμία να αγοράσει ακόμα ένα όχημα από την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα απέστειλε φωτογραφίες των οχημάτων που διέθετε, αναγράφοντας το έτος κατασκευής, το χρώμα και την τιμή. Σύντομα, η Εναγόμενη επιβεβαίωσε το ενδιαφέρον της με την παραγγελία του Chevrolet Captiva με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧSP στην τιμή των £11.350,00 (Στερλίνες). Επίσης, ζητήθηκε από την Ενάγουσα να αποστείλει το όχημα με πλοίο στο λιμάνι της Λεμεσού, όπως είχε πράξει και με τα δύο προηγούμενα οχήματα. Η Ενάγουσα προχώρησε και εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 6183 ημερομηνίας 24.08.2011 και έπειτα επικοινώνησε με τους μεταφορείς (shipping agents). Προσκομίστηκε αντίγραφο του τιμολογίου, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Το Τεκμήριο 2 είναι τιμολόγιο που εκδόθηκε ηλεκτρονικά και φέρει αριθμό 6183 και ημερομηνία 24.08.2011, αναγράφει τα στοιχεία της Ενάγουσας και τον αριθμό μητρώου ΦΠΑ της Ενάγουσας και τα στοιχεία της Εναγόμενης (επωνυμία και διεύθυνση) και τον αριθμό μητρώου ΦΠΑ της Εναγόμενης. Στις λεπτομέρειες αναφέρει το επίδικο όχημα, τον αριθμό και την ημερομηνία εγγραφής του και τον αριθμό του αμαξώματος (chassis no), καθώς και το χρώμα. Εκδόθηκε για το ποσό των £11.350,00 (Στερλίνες). Στις λεπτομέρειες πληρωμής, αναφέρεται πως η πληρωμή του τιμήματος αυθημερόν είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η μεταφορά χωρίς καθυστέρηση και αναφέρονται οι λεπτομέρειες του τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο θα μπορούσε να εμβαστεί το τίμημα. Η Ενάγουσα, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, απέστειλε το όχημα στην Εναγόμενη μέσω της εταιρείας Andrews Shipping and Forwarding Company την 27.10.2011, από το Southampton, και, όπως γνωρίζει, το όχημα κατέφθασε στο λιμάνι Λεμεσού την 08.11.
  3. Προσκομίζει αντίγραφα εγγράφων που συνιστούν το δελτίο επιβίβασης (bill of landing), που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 3(α,β). Το Τεκμήριο 3α είναι έγγραφο που φέρει τον τίτλο Bill of Landing - CAR.ΧΧΧΧ15 που εξέδωσε η μεταφορική εταιρεία Andrews Shipping and Forwarding Company την 27.10.
  4. Αναγράφει ως αποστολέα την Ενάγουσα με τη διεύθυνσή της και ως παραλήπτη την Εναγόμενη με τη διεύθυνσή της και ένα κινητό τηλέφωνο επικοινωνίας (99ΧΧΧΧ). Ως φορτίο, αναφέρεται το επίδικο όχημα, βάρους 1672 κιλά και κυβικά μέτρα (m3) 14,99, που ξεκίνησε από το Λονδίνο και από το Southampton, με το πλοίο Grande Scandinavia, δρομολογήθηκε για τη Λεμεσό, όπου θα παραλαμβάνονταν από τον κύριο ΧΧΧΧ. Το Τεκμήριο 3β περιέχει τις ίδιες πληροφορίες, καθώς και ημερομηνία άφιξης την 08.11.2011, φέρει ημερομηνία έκδοσης την 14.01.
  5. Όπως αναφέρει ο ΜΕ1, παρόλο που εστάλη το όχημα, δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με την Εναγόμενη και δεν έλαβαν το ποσό που συμφωνήθηκε. Η Ενάγουσα, μέσω υπαλλήλου της, επικοινώνησε με τον κύριο ΧΧΧΧ, ο οποίος γνώριζε πως ήταν διευθυντής της Εναγόμενης, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθως, στάλθηκαν επιστολές με ημερομηνίες 27.01.2012, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4α, 08.02.2012, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4β, και 21.02.2012, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4γ. Στο Τεκμήριο 4α γίνεται αναφορά στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) και καλείται η Εναγόμενη να το τακτοποιήσει, για να συνεχίσει η καλή συνεργασία των δύο εταιρειών. Στο Τεκμήριο 4β γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 4α και τίθεται χρονοδιάγραμμα πληρωμής του τιμολογίου μέχρι την 17.02.2012 ώρα 5:00 μ.μ., με την προειδοποίηση ότι θα ληφθούν νομικά μέτρα. Γίνεται αναφορά στην καλή πίστη που έδειξε η Ενάγουσα, βασιζόμενη στη συνεργασία τους, αποστέλλοντας το όχημα πριν να λάβει το τίμημα. Στο Τεκμήριο 4γ, γίνεται αναφορά σε επανειλημμένη αγνόηση των ειδοποιήσεων της Ενάγουσας, που έδωσε βάση στην Ενάγουσα να υποψιάζεται πως έπεσε θύμα απάτης, αναφέροντας πως, εάν δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση εντός 5 ημερών, θα προβεί και σε καταγγελία στην Αστυνομία. Όπως εξηγεί ο ΜΕ1, επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση, κατέφυγαν σε δικηγόρους, οι οποίοι επίσης έστειλαν επιστολές. Προσκομίζει επιστολή ημερομηνίας 09.04.2012 που εστάλη από δικηγόρους στην Εναγόμενη, με κοινοποίηση στον κύριο ΧΧΧΧ, μαζί με αντίγραφα αποδείξεων συστημένης αποστολής της, που σημειώθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 5α και 5Β, δια της οποίας οι παραλήπτες καλούνται να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό βάσει του εκδοθέντος τιμολογίου. Προσκομίζει και επιστολή ημερομηνίας 10.10.2012 που εστάλη από δικηγόρους δια τηλεομοιότυπου στους ίδιους παραλήπτες μαζί με απόδειξη επιτυχούς αποστολής, καθώς και επιστολή ημερομηνίας 05.12.2012 που εστάλη από δικηγόρους δια τηλεομοιότυπου και με συστημένο ταχυδρομείο στους ίδιους παραλήπτες μαζί με αποδείξεις επιτυχούς αποστολής μέσω τηλεμοιότυπου και στυστημένης αποστολής, που σημειώθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 6(α,β,γ,δ,ε). Μέσα από τα έγγραφα του Τεκμηρίου 6 οι παραλήπτες καλούνται να πληρώσουν το ίδιο τιμολόγιο. Στο Τεκμήριο 6δ γίνεται αναφορά και σε προηγούμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες στο πλαίσιο των οποίων αναφέρθηκε πως παραλήφθηκε το όχημα, αλλά υπήρξε το παράπονο ότι πληρώθηκαν και €2.800,00 για επισκευές γιατί υπήρχε ζημιά, που όμως αρνήθηκε η Ενάγουσα. Γίνεται αναφορά επίσης σε υπόσχεση πληρωμής του ποσού του τιμολογίου, ενώ ο δικηγόρος της Ενάγουσας είχε προτείνει, εάν αμφισβητεί το ποσό των €2.800,00, να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό του τιμολογίου και να κρατήσει αυτό το ποσό, μέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό ζημιάς. Επειδή όλες αυτές οι προσπάθειες δεν κατέληξαν στο να εισπράξει η Ενάγουσα την οφειλή, η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να προχωρήσουν με καταχώριση αγωγής για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Η ισοτιμία του ποσού των £11.350,00 (Στερλίνες) κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής ήταν €13.045,24, ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα με την αγωγή της. Όπως εξηγεί ο ΜΕ1, επειδή η Εναγόμενη, στην Έκθεση Υπεράσπισής της αρνήθηκε την αγορά και παραλαβή του οχήματος, την 28.11.2018 οι δικηγόροι της Ενάγουσας ζήτησαν με επιστολές που έστειλαν στο Τμήμα Τελωνείων και στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών πληροφορίες για τον παραλήπτη του οχήματος, και έλαβαν απαντήσεις δια των οποίων είχαν βεβαιωθεί ότι η παραλαβή έγινε από την Εναγόμενη. Προσκομίζει την επιστολή ημερομηνίας 28.11.2018 προς το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και την απάντηση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ημερομηνίας 20.12.2018, που σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 7α,β. Στο Τεκμήριο 7β, ο Αναπληρωτής Έφορος Μηχανοκίνητων Οχημάτων, δια λειτουργού του γραφείου του, ανέφερε πως το υπό αναφορά μηχανοκίνητο όχημα, που στο Τεκμήριο 7α προσδιορίζεται με τον αριθμό πλαισίου αμαξώματος που αναγράφεται και στο Τεκμήριο 2 και βάσει των πληροφοριών του Bill of Landing, είχε εγγραφεί στο Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων από την Εναγόμενη. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και την επιστολή ημερομηνίας 28.11.2018 των δικηγόρων του προς τον Διευθυντή του Αρχιτελωνείου Λευκωσίας, και την απάντηση που έλαβε την 07.01.2019 από το Τμήμα Τελωνείων, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 8α,β. Στο Τεκμήριο 8β, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων, δια λειτουργού του γραφείου του, ανέφερε πως το όχημα, που προσδιορίζεται με τον ίδιο τρόπο στο Τεκμήριο 8α, αφίχθηκε στο λιμάνι Λεμεσού από το Ηνωμένο Βασίλειο την 08.11.2021, στο όνομα της Εναγόμενης, η οποία την 17.11.2018 κατέβαλε τους αναλογούντες σε αυτό φόρους. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως οι δικηγόροι της Ενάγουσας κατέβαλαν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση, καθώς και με επιστολές τους ημερομηνίας 23.02.2016 και 18.03.2016, που προσκομίζει και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 9α,β, προκειμένου να αποφευχθεί μια χρονοβόρα και δαπανηρή δίκη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έχει ταξιδέψει, όπως αναφέρει, από την Αγγλία για να δώσει μαρτυρία και ζητά απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του επιστολές που εστάλησαν μεταξύ δικηγόρων άνευ βλάβης με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της αγωγής. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε εκτενώς και επίμονα από τον συνήγορο της Εναγόμενης. Κατά την αντεξέτασή του, την 07.10.2021, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως πάντοτε η Ενάγουσα, που είναι μια οικογενειακή εταιρεία, από την ίδρυσή της, ασχολούνταν και με την εμπορία αυτοκινήτων, ασχέτως εάν στο όνομα της αναφέρεται ότι είναι μια εταιρεία «finance». Δεν εκδίδονται τίτλοι των οχημάτων που μεταπωλεί στο όνομα της Ενάγουσας, αλλά είναι στο όνομα του προσώπου από το οποίο αγοράζει η Ενάγουσα και, όταν μεταπωλεί τα οχήματα, η διαδικασία εγγραφής γίνεται απευθείας στο όνομα του τελικού αγοραστή, χωρίς μεσολάβηση εγγραφής στην εταιρεία μεταπώλησης. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να ενάγει. Σημειώνεται βεβαίως ότι δεν υπάρχει και τέτοια δικογράφηση που να καθιστά επίδικη τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας ή τη νομιμότητα της επίδικης πώλησης. Παρά το γεγονός ότι η δικογραφημένη υπεράσπιση της Εναγόμενης είναι ότι δεν συναλλάχθηκε με την Ενάγουσα και δεν έλαβε οποιοδήποτε όχημα και εάν αποδειχθεί το αντίθετο τότε υπήρξε εξόφληση, ο συνήγορος της Εναγόμενης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν υπήρξαν προηγούμενες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων και ότι «ήταν η πρώτη φορά» που συνεργάστηκαν. Όταν το Δικαστήριο είχε ζητήσει να διευκρινιστεί η γραμμή υπεράσπισης που τελικά θα ακολουθηθεί, δεν δόθηκαν τόσο σαφείς εξηγήσεις. Ο ΜΕ1 ήταν σταθερός στη θέση του ότι η Εναγόμενη είχε αγοράσει ακόμα δύο οχήματα από την Ενάγουσα, πριν από τον Αύγουστο του 2011, αλλά δεν είχε περαιτέρω στοιχεία ως προς το πότε ακριβώς και τι οχήματα αγοράστηκαν στο παρελθόν, γνώριζε πως είχε πληρώσει γι' αυτά η Εναγόμενη, οπότε και θεωρούνταν έμπιστη συνεργάτης. Ο συνήγορος της Εναγόμενης του ζήτησε να προσκομίσει την αλληλογραφία μέσα από την οποία ανέφερε πως εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον για αγορά του επίδικου οχήματος, υποδείχθηκαν φωτογραφίες και συμφωνήθηκε η αγορά, αλλά ο ΜΕ1 δεν είχε μαζί του οποιαδήποτε έγγραφα. Υποβλήθηκε όμως στον μάρτυρα αυτό από τον συνήγορο της Εναγόμενης: «Σου υποβάλλω ότι η οποιαδήποτε συμφωνία έγινε περιλαμβάνεται σε αυτή την αλληλογραφία, που ήταν η πρόταση και η αποδοχή». Ο ΜΕ1 ανέφερε πως το τιμολόγιο που εκδόθηκε περιέλαβε σε έγγραφη μορφή ό,τι είχε συμφωνηθεί μέσα από την επικοινωνία που είχαν, είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο συνήγορος της Εναγόμενης εστίασε στο γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3β αναγράφεται το όνομα της Εναγόμενης με ένα Κ μπροστά, υποβάλλοντας ότι πρόκειται για άλλην εταιρεία, και ο ΜΕ1 εξήγησε πως, ασχέτως του πώς αναγράφθηκε στο σημείο εκείνο το όνομα της Εναγόμενης, το όχημα παραδόθηκε στην Εναγόμενη και, όπως γνωρίζει, πωλήθηκε παρακάτω από την Εναγόμενη. Εστίασε, ο συνήγορος, επίσης, ότι στο Τεκμήριο 3β αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης η 14.01.
  6. Ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν γνωρίζει την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου εκείνου αλλά μόνον ότι το όχημα έφθασε στην Κύπρο την 08.11.
  7. Εξήγησε επίσης, όταν ο συνήγορος της Εναγόμενης επέμεινε πως δεν είναι δυνατόν να έστειλε ένα όχημα τέτοιας αξίας η Ενάγουσα κάπου στην Κύπρο χωρίς να πληρωθεί, πως, ενώ υπό κανονικές συνθήκες, η πληρωμή γίνεται πριν από την αποστολή του οχήματος, επειδή όμως υπήρξε ήδη συνεργασία με την Εναγόμενη και ήταν γνωστή και πλέον έμπιστη συνεργάτης της Ενάγουσας, η Ενάγουσα θεώρησε ότι εάν αποστείλει το όχημα, θα πληρωθεί, αφού στο μεταξύ θα συνεννοούνταν και για τον τρόπο πληρωμής. Αυτός ήταν όπως φαίνεται και ο λόγος για τον οποίον, λόγω της μη ανταπόκρισης από την Εναγόμενη, η Ενάγουσα βρέθηκε στη θέση να προσπαθεί να εισπράξει με δικαστικά μέτρα. Ό,τι είχαν συμφωνήσει με την Εναγόμενη, όπως θυμάται μέσω τηλεφώνου, ήταν ότι έπρεπε να πληρώσει για το όχημα, το οποίο δεν ήταν δώρο και δεν είχε σημασία στην περίπτωσή της εάν θα της έστελνε το όχημα πριν λάβει την πληρωμή. Εν τέλει, ο συνήγορος της Εναγόμενης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη πλήρωσε πριν να σταλεί το όχημα, υποβολή που ο ΜΕ1 αρνήθηκε, εξηγώντας πως δεν θα έκανε τόσο ταξίδι για να πληρωθεί δύο φορές και η ίδια η Εναγόμενη δεν θα πρότεινε την πληρωμή κάποιου μικρότερου ποσού για εξώδικη διευθέτηση. Ο συνήγορος της Εναγόμενης υπέβαλε στον ΜΕ1 ερωτήσεις για το πού συνάφθηκε η συμφωνία, στην Αγγλία ή στην Κύπρο, παρόλο που δεν αμφισβητείται η διεθνής δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και ήδη έγινε η δίκη. Προσπάθησε επίσης να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του μάρτυρα, υποδεικνύοντάς του πως δεν γνωρίζει Ελληνικά για να αναφέρεται στο περιεχόμενο των επιστολών που κατέθεσε και είναι γραμμένες στα Ελληνικά, ωστόσο ο μάρτυρας εξήγησε πως γνωρίζει το περιεχόμενο των επιστολών από την ενημέρωση των δικηγόρων του προς αυτόν. Ο συνήγορος της Εναγόμενης ρώτησε τον μάρτυρα γιατί έγιναν επιστολές το 2018 προς τις Αρχές, αν έγιναν γιατί η Ενάγουσα μέχρι το 2018 δεν γνώριζε πού παρέδωσε το όχημα, και ο μάρτυρας απάντησε πως ήταν στο πλαίσιο διερεύνησης για τους σκοπούς της αγωγής. Όταν η αντεξέταση του ΜΕ1 συνεχίστηκε την επομένη ημέρα, 08.10.2021, ο συνήγορος της Εναγόμενης, ενώ είχε προηγουμένως υποβάλει τη θέση στον μάρτυρα ότι η Εναγόμενη πλήρωσε για το όχημα πριν αυτό να σταλεί, αφήνοντας να νοηθεί ότι αυτή την υπεράσπιση τελικά προωθεί, της εξόφλησης, επανήλθε με υποβολή ότι η Ενάγουσα με βάση το καταστατικό της δεν δικαιούται να εκποιεί οχήματα, που δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο, και ότι δεν είχε τίτλο για να πωλήσει, με τον μάρτυρα να επαναλαμβάνει υπομονετικά τη διαδικασία με την οποία η Ενάγουσα αποκτά και μεταπωλεί οχήματα και ότι για κάθε πώληση όπως και για την επίδικη έχει πλήρη τίτλο που τη νομιμοποιεί να το πωλήσει ως δικό της όχημα παρακάτω, στον έμπορο, ότι δεν είναι κλοπιμαίο όχημα. Έπειτα, ο συνήγορος εστίασε στο ότι σε κάποια έγγραφα ο αριθμός εγγραφής του οχήματος αναγράφεται ως ΧΧΧΧSP και σε άλλα ως ΧΧΧΧ5P, εξηγώντας, ο μάρτυρας, ότι δεν αποκλείεται να υπάρχει κάπου τυπογραφικό λάθος. Υποβλήθηκαν ερωτήσεις επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2, ο λόγος που αναγράφθηκαν κάποιες πληροφορίες, όπως το ότι θα πρέπει πρώτα να γίνει η πληρωμή και μετά να σταλεί το όχημα, και ο μάρτυρας εξήγησε ότι πρόκειται για τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάθε τιμολόγιο, χωρίς να έχουν αντικρουόμενο νόημα με ό,τι συμφωνήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Επαναλήφθηκε η υποβολή προς τον μάρτυρα ότι το Τεκμήριο 2 εξοφλήθηκε, που ο ΜΕ1 αρνήθηκε, επαναλαμβάνοντας την εκδοχή του, ότι παραμένει εκκρεμές. ME2 Η ΜΕ2, τελωνειακή λειτουργός στο Τελωνείο Λεμεσού, ανέφερε πως κατέχει έγγραφα σε σχέση με την εισαγωγή στην Κύπρο ενός αυτοκινήτου μάρκας Chevrolet Captiva με αριθμό εγγραφής στο Ηνωμένο Βασίλειο ΧΧΧΧSP, με βάση τα οποία φαίνεται πως το όχημα αυτό εισήχθη στην Κύπρο από το Ηνωμένο Βασίλειο, έφθασε στο λιμάνι της Λεμεσού την 08.11.2011 με το πλοίο Grande Scandinavia, ο παραλήπτης του αυτοκινήτου ήταν η Εναγόμενη, η οποία εκτελώνισε το όχημα στο όνομά της και κατέβαλε στο Τελωνείο το ποσό που αναλογεί σε φόρους κατανάλωσης. Η μάρτυρας προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 10α-γ. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ2 ερωτήθηκε σχεδόν επί κάθε σημείου των εγγράφων του Τεκμηρίου 10 και έδωσε όλες τις εξηγήσεις. Μεταξύ άλλων, ανέφερε πως το «manifest number», που αναφέρεται στα έγγραφα, είναι ο αριθμός μανιφέστου, όπου στην τελωνειακή ή ναυτιλιακή ορολογία «μανιφέστο» ονομάζεται το δηλωτικό φορτίου του πλοίου, δηλαδή η δήλωση που καταθέτει στις Αρχές ενός κράτους ένα πλοίο αναφορικά με το φορτίο που μεταφέρει στο λιμάνι. Το φορτίο, όπως ανέφερε η μάρτυρας, μπορεί να έχει χιλιάδες φορτωτικές, η φορτωτική στην οποία γίνεται αναφορά στην προκειμένη περίπτωση αφορά σε ένα όχημα, ενώ ο αριθμός του μανιφέστου αφορά σε όλο το φορτίο του πλοίου. Υπάρχει η περιγραφή του οχήματος, ενώ αναφέρονται και ο παραλήπτης και ο εισαγωγέας. Στο σύστημα υπάρχει και ο αριθμός της φορτωτικής, η αναφορά στο προηγούμενο λιμάνι, άρα γνωρίζουμε ότι το όχημα φορτώθηκε από τη Μεγάλη Βρετανία, από το Southampton. Η εταιρεία Andrews Shipping and Forwarding Company, όπως εξήγησε, είναι φορτωτής και υποπράκτορας, μπορεί να φορτώσει μέρος του φορτίου, αλλά είναι δυνατόν και άλλες εταιρείες να φορτώσουν φορτωτικές στο πλοίο αυτό για το συγκεκριμένο φορτίο. Ερωτώμενη για την εταιρεία Μ & A Shipping Co Ltd, που αναφέρεται στα έγγραφα, η μάρτυρας εξήγησε πως αυτή η εταιρεία δίνει σε υποπράκτορες φορτία, τη δυνατότητα να φορτώνουν στο πλοίο, η Andrews Shipping and Forwarding Company θα εκδώσει απευθείας φορτωτική στον πελάτη της. Το Τεκμήριο 3α, που της υποδείχθηκε, όπως ανέφερε, δεν κατατίθεται στο τελωνείο, δεν απαιτείται η κατάθεσή του, αλλά παραδίδεται από τον παραλήπτη, από την Εναγόμενη εν προκειμένω, στην εταιρεία, για να του δώσει διατακτικό παράδοσης να μπορέσει να παραλάβει το όχημα. Για το Τμήμα Τελωνείου, όπως εξήγησε, η δήλωση φορτίου που λέει ότι ο παραλήπτης είναι η Εναγόμενη είναι το απαραίτητο στοιχείο για την εκτελώνιση. Η Μ & A Shipping Co Ltd, που αντιπροσωπεύει το πλοίο στην Κύπρο και έχει εξουσιοδότηση, καταθέτει ηλεκτρονικά στο σύστημα του πλοίου το δηλωτικό φορτίου. Δεν υπάρχει κάτι ως έγγραφο. Το σύστημα στο οποίο αναφέρεται η μάρτυρας, όπως εξήγησε, ερωτώμενη σχετικά, δεν είναι ένα διαδίκτυο όπου ο καθένας στέλνει ό,τι θέλει, το δηλωτικό φορτίου που κατατίθεται σε αυτό είναι επίσημο έγγραφο που είναι καταχωρισμένο ηλεκτρονικά στο Τελωνείο, κατατέθηκε από την ναυτιλιακή με βάση τις υποχρεώσεις της, όπως προβλέπονται από τον νόμο. Υπάρχει μια τυποποιημένη μορφή εγγράφου και η ναυτιλιακή εταιρεία είναι υπόχρεη, 24 ώρες πριν από την άφιξη ενός πλοίου, να το καταθέσει ηλεκτρονικά. Μέρος από το φορτίου ελέγχεται από το Τμήμα Τελωνείων, δεν ελέγχεται όλο το φορτίο, αλλά ένα μέρος, γίνονται δειγματοληπτικοί έλεγχοι. Το «TDID» είναι ο αριθμός αναφοράς που δίνει το σύστημα για το φορτίο, με τον οποίο θα γίνει η εκτελώνιση στη συνέχεια. Στο Τεκμήριο 10γ, όπως υπέδειξε, είναι ο ίδιος αριθμός αναφοράς. Το τιμολόγιο και η φορτωτική, όπως εξήγησε, απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου της Εναγόμενης, εκδίδονται από άλλους, από τον πωλητή και από τον φορτωτή, εκεί δεν θα αναφέρεται ο αριθμός που δίδεται, δεν μπορεί να προβλέψει ο πωλητής στην Αγγλία τον αριθμό που θα δώσει το σύστημα. Η αναφορά σε «freight prepaid» σημαίνει πως το ναύλο πληρώθηκε από τον φορτωτή. Στο Τεκμήριο 10γ, στο σημείο 2.1, αναγράφεται ο αποστολέας, αυτός που πώλησε το αυτοκίνητο στην Αγγλία, το όνομα του οποίου είναι και στη φορτωτική. Ο τίτλος του οχήματος παρουσιάζεται στο Τελωνείο μαζί με όλα τα έγγραφα για την εκτελώνιση και μετά την εκτελώνιση τα έγγραφα παρουσιάζονται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για την εγγραφή. Δεν είναι απαραίτητο, όπως εξήγησε η μάρτυρας, ο τίτλος του οχήματος να ήταν πάνω στην Ενάγουσα γιατί εκείνη μπορεί να το αγόρασε από κάποιον ιδιώτη, να μην προέβη σε μεταβίβαση στο όνομά της και να το πώλησε, η Ενάγουσα τότε θα αναφέρεται στο τιμολόγιο πώλησης προς την Εναγόμενη. Ο ιδιοκτήτης, δηλαδή η Εναγόμενη, θα πρέπει να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν την αγορά, ότι δηλαδή το αγόρασε νόμιμα, για να μπορεί και να το εκτελωνίσει. Το Τμήμα Τελωνείων, επιπρόσθετα με όλα αυτά, έχει πρόσβαση στην Interpol και σε άλλες σελίδες, και ελέγχει εάν είχε γίνει κάποια κλοπή, οπότε δεν τίθεται ζήτημα να εισαχθεί κλοπιμαίο. Η Εναγόμενη παρουσίασε όλα τα στοιχεία. Δεν απαιτείται να υποδείξει έμβασμα πληρωμής, αλλά μόνο το τιμολόγιο αγοράς. Μετά την εκτελώνιση, έχει ευθύνη η Εναγόμενη ή ο εκτελωνιστής για τη φύλαξη κάποιων εγγράφων για 8 χρόνια, στο Τελωνείο δεν υπάρχουν αυτή την στιγμή άλλα έγγραφα. Το διατακτικό παράδοσης είναι ένα έγγραφο με το οποίο η ναυτιλιακή εταιρεία δίδει οδηγίες στον διευθυντή του λιμανιού να παραδώσει το όχημα/το φορτίο στον παραλήπτη. Το «FOB», που αναφέρεται στο σημείο 20.1, στο Τεκμήριο 10γ, σημαίνει «free on board», είναι οικονομικός όρος, δηλαδή η τιμή του τιμολογίου πώλησης συμπεριλαμβάνει τα ναύλα μέχρι το πλοίο, μέχρι το λιμάνι φόρτωσης στο Southampton. Αφορά στα ναύλα, όχι στην τιμή πώλησης. Στο σημείο 14 του Τεκμηρίου 10γ έχει αριθμό που είναι ο αριθμός ΦΠΑ του αντιπροσώπου της Εναγόμενης. «Theseas» είναι το όνομα του συστήματος. Ο εξουσιοδοτημένος πράκτορας έχει δικαίωμα πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τελωνείου και καταθέτει για λογαριασμό του πελάτη του τα στοιχεία που χρειάζονται. Στην τρίτη σελίδα, λέει «validation» και «διασάφηση αποδεκτή», ο πράκτορας καταθέτει τα στοιχεία, γίνεται επεξεργασία των στοιχείων από το ηλεκτρονικό σύστημα του συστήματος Tελωνείων και τυγχάνει του απαιτούμενου ελέγχου από λειτουργούς του Tμήματος Tελωνείων και η διασάφηση γίνεται αποδεκτή ώστε να προχωρήσει η εκτελώνιση του εμπορεύματος. Στην τελευταία σελίδα, στο σημείο «user id», στην πρώτη γραμμή, αναφέρεται το όνομα «ΧΧΧΧ», που είναι ο λειτουργός που έκανε έλεγχο της διασάφησης, δηλαδή έλεγχο εάν τα έγγραφα που παρουσιάζονται έχουν πληροφορίες που συμφωνούν με τις πληροφορίες που καταχωρίστηκαν στο σύστημα (το όχημα, ο τύπος του, ο εισαγωγέας, κ.λπ.). Και στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 10α φαίνονται τα στοιχεία του ταξιδιού, η ναυτιλιακή που αντιπροσωπεύει στην Κύπρο το πλοίο Grande Scandinavia, και ότι το πλοίο στις 08.11.2011 έφθασε στην Κύπρο και έφερε μεταξύ άλλων το όχημα Chevrolet Captiva στο όνομα της Εναγόμενης. Αναφέρονται και άλλα φορτία. Το Τεκμήριο 10β είναι εκτύπωση από το σύστημα της απόδειξης πληρωμής φόρων, που δείχνει ότι η Εναγόμενη πλήρωσε €5.057,
  8. Η αναφορά «ΧΧΧΧ» αφορά στον εξουσιοδοτημένο πράκτορα. Στο μέσο περίπου των στοιχείων, υπάρχει ένας αριθμός αναφοράς 2011602289593, που είναι ο αριθμός της διασάφησης που δίδει το ηλεκτρονικό σύστημα, και δείχνει ότι το όχημα εκτελωνίστηκε από την Εναγόμενη στο όνομα της Εναγόμενης. Αυτό έγινε την 17.11.
  9. Την 21.11.2011, ημερομηνία που αναφέρεται επίσης, μπορεί να έγινε ο διακανονισμός, εξηγώντας, η μάρτυρας, πως καμιά φορά οι εταιρείες πληρώνουν σε λογαριασμό παρακαταθήκης, μεταφέρουν τα λεφτά, μεταφέρεται το όχημα εκτός του λιμανιού και γίνεται διακανονισμός λογιστικός μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Με βάση τη διασάφηση που λέει «release day», έγινε την 21.11.2021 ο διακανονισμός. ME3 Ο ΜΕ3, λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Λεμεσού, προσκόμισε έγγραφα σχετικά με την εγγραφή του οχήματος στην Κύπρο, που έλαβε αριθμό ΧΧΧΧ, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 11α-η). Το Τεκμήριο 11α είναι το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, το οποίο φαίνεται πως αφορά το επίδικο όχημα, εφόσον αναφέρεται σε ένα Chevrolet Captiva γκρίζο, με ίδιο αριθμό πλαισίου όπως αναφέρεται και το Τεκμήριο
  10. Εγγράφθηκε στην Κύπρο την 24.11.
  11. Αναφέρεται η ιδιοκτήτριά του, που είναι τρίτο πρόσωπο. Το Τεκμήριο 11β είναι έγγραφο που εκδόθηκε την 21.11.2021 από το Τμήμα Τελωνείων προς τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, και σε αυτό αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ο εισαγωγέας, που είναι η Εναγόμενη, ο αριθμός εγγραφής του οχήματος στην Αγγλία, η κατασκευή, το μοντέλο και ο αριθμός πλαισίου, η ημερομηνία και αριθμός διασάφησης εισαγωγής/άφιξης και του δηλωτικού. Το Τεκμήριο 11γ είναι το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος στην Αγγλία. Όπως ανέφερε ο ΜΕ3, κατά την εγγραφή του οχήματος, ο αιτών την εγγραφή οφείλει να φέρει το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος στο Τμήμα, είχε γραφτεί στο εξωτερικό. Το Τεκμήριο 11δ είναι βεβαίωση για τη μάζα εκπεμπόμενου διοξειδίου του άνθρακα (CO2), συνδυασμένου κύκλου, για μεταχειρισμένο όχημα κατηγορίας Μ1 που εγγράφεται για πρώτη φορά στην Κύπρο. Όπως εξήγησε ο ΜΕ3, ο εισαγωγέας το προσκομίζει στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Εκδόθηκε στο όνομα της Εναγόμενης την 17.11.2011 και αναφέρεται στο επίδικο όχημα. Το Τεκμήριο 11ε είναι το πιστοποιητικό επιτυχούς τεχνικού ελέγχου που, όπως εξήγησε ο ΜΕ3, εκδίδει ο εισαγωγέας ότι το αυτοκίνητο πέρασε με επιτυχία τον τεχνικό έλεγχο. Το όχημα είχε ελεγχθεί από κέντρο τεχνικού ελέγχου, που κατονομάζεται. Το Τεκμήριο 11στ, όπως ανέφερε ο ΜΕ3, είναι το τιμολόγιο που έφερε ο εισαγωγέας από την Αγγλία, που είναι το ίδιο με το Τεκμήριο
  12. Το Τεκμήριο 11ζ είναι το πιστοποιητικό ασφάλισης που πρέπει να παρουσιάσει αυτός που θα εγγράψει στο όνομά του το όχημα, αναφέρεται στο επίδικο όχημα, που, μετά που εισήχθη από τον έμπορο/πωλητή, αποκτήθηκε από το τρίτο πρόσωπο, στο όνομα της οποίας εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης. Το Τεκμήριο 11η είναι η αίτηση εγγραφής του οχήματος στο όνομα του τρίτου προσώπου, την οποία υπέγραψε και σφράγισε η Εναγόμενη, ως πωλητής/έμπορος, και σε αυτήν αναφέρονται τα στοιχεία του επίδικου οχήματος, περιλαμβανομένου του αριθμού εγγραφής του στην Αγγλία, και τα στοιχεία εκτελωνισμού του. Και ο ΜΕ3 αντεξετάστηκε. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως είναι επόπτης. Ο ίδιος δεν έχει ξαναδεί το Τεκμήριο 7β. Δεν είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση, αλλά τα έγγραφα του Τεκμηρίου 11 εκδόθηκαν από το Τμήμα του και, εφόσον κλήθηκε το Τμήμα του να τα προσκομίσει στο Δικαστήριο, είναι εξουσιοδοτημένος και είναι η δουλειά του να ενημερώσει αναφορικά με τα έγγραφα για τα οποία είχε εκδοθεί η κλήση. Δεν γνωρίζει περισσότερα γεγονότα από όσα προκύπτουν από τα έγγραφα που κατέχει. Το Τμήμα του, όπως εξήγησε, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της Εναγόμενης, δεν ασχολείται και δεν διερευνά από ποιον εκδίδεται το τιμολόγιο και εάν έχει ή δεν έχει δικαίωμα να εκδώσει κάποιο τιμολόγιο· αρκεί πάνω στο τιμολόγιο να είναι γραμμένος αυτός που φέρνει στην Κύπρο το όχημα, ο εισαγωγέας, εδώ η Εναγόμενη. Από την στιγμή που η εταιρεία προσκομίζει τιμολόγιο που γράφει πάνω το όνομά της, τα στοιχεία του αυτοκινήτου και τον εκδότη, δεν έχει πρόβλημα το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Δεν μπορεί να γνωρίζει ο ίδιος εάν ο αρχικός ιδιοκτήτης του οχήματος είχε δώσει στην Ενάγουσα συγκατάθεση να πωλήσει το όχημα στην Εναγόμενη. Εργάζεται από το 1990 και από την εμπειρία του, για να στείλει κάποιος ένα όχημα, πληρώνεται πρώτα, κάτι που, όπως διευκρίνισε κατά την επανεξέτασή του, είναι απλώς η δική του γνώμη, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει τι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Αξιολόγηση και ευρήματα Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[2], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[3]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Ενόψει του ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς της Εναγόμενης, για να τίθεται θέμα αντικρουόμενων πραγματικών εκδοχών, παρά μόνον αμφισβητήθηκε η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας, με τη μέθοδο της αντεξέτασης, ό,τι απασχολεί είναι εάν μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της Ενάγουσας έχει κλονιστεί η αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών, ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία τους. Το ζήτημα της επάρκειας της μαρτυρίας για να αποδείξει την απαίτηση της Ενάγουσας είναι διαφορετικό. Ο ΜΕ1, παρά την επίμονη αντεξέτασή του αλλά και τις υποβολές που γίνονταν σε αυτόν, με σύγχυση ως προς την υπεράσπιση που προωθείται από την Εναγόμενη, είχε λόγο ευγενικό, υπομονετικό, επεξηγηματικό και λογικό, που συνάδει και με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία. Όλες οι απαντήσεις που έδωσε ήταν με αυθορμητισμό και φυσικότητα, και γι' αυτό δεν απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι, ενώ είναι συνήθης πρακτική της Ενάγουσας να πληρώνεται πριν από την αποστολή των οχημάτων, στην προκειμένη περίπτωση έδειξε εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη, λόγω της προηγούμενης συνεργασίας τους, και έστειλε το όχημα πριν να βεβαιωθεί ότι έγινε και η πληρωμή. Για να εξηγήσει ακριβώς την ενέργεια της Ενάγουσας να αποστείλει το όχημα πριν να πληρωθεί ήταν που ανέφερε πως ήταν λόγω των δύο προηγούμενων αγορών που θεμελίωσαν την πεποίθηση πως υπάρχει μία μεταξύ τους συνεργασία πλέον. Δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της Εναγόμενης ότι πρόκειται για μη δικογραφημένο ισχυρισμό, όπως αναφέρει στην αγόρευσή του, που δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Πέραν του ότι δικογράφησε η Ενάγουσα, στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησής της, πως η Εναγόμενη ήταν πελάτισσα της Ενάγουσας, δεν πρόκειται για ουσιώδες γεγονός για την απαίτηση της Ενάγουσας για το χρέος, που θα έπρεπε να δικογραφηθεί. Εξάλλου, ο ίδιος ο συνήγορος της Εναγόμενης αντεξέτασε τον ΜΕ1 επ' αυτού, δεχόμενος τη σχετικότητά του με τα επίδικα θέματα. Ευλόγως δεν θυμάται ο μάρτυρας ποια δύο αυτοκίνητα είχε αγοράσει η Εναγόμενη από την Ενάγουσα, δεν ήρθε στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία γι' αυτές ούτε το Δικαστήριο θα αποφασίσει γι' αυτές· χωρίς τούτο να δείχνει ότι τις «επινόησε», όπως αναφέρει ο συνήγορος της Εναγόμενης. Εάν τις επινοούσε, θα μπορούσε και να τις διανθίσει με περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο συνήγορος της Εναγόμενης αναλώνει χρόνο στην αγόρευσή του, με αφορμή τη μαρτυρία του ΜΕ1, για να θέσει και θέμα διεθνούς δικαιοδοσίας, το οποίο μάλιστα φαίνεται να συγχέεται στις αναφορές που γίνονται και με το "estoppel by deed". Η Εναγόμενη, που εδρεύει στην Κύπρο, ενάγεται στη χώρα της, έτσι φαίνεται λίγο παράξενο να ήθελε να εγερθεί σε κάποιο άλλο κράτος η εναντίον της αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, αμφότερες οι πλευρές υπάχθηκαν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, που ήδη εκδίκασε τη διαφορά. Το Τεκμήριο 2, όπως εξήγησε ο ΜΕ1, χωρίς ο ίδιος να είναι νομικός ή να αναμένονταν από τον ίδιο νομική εξήγηση, είναι το τιμολόγιο που εκδόθηκε από την Ενάγουσα κατόπιν της προφορικής (δια τηλεφώνου) συμφωνίας των μερών, που συνάφθηκε μετά που η Ενάγουσα είχε ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον της Εναγόμενης να αγοράσει ακόμα ένα όχημα, αποστέλλοντάς της τα διαθέσιμα οχήματα (πρόσκληση για υποβολή πρότασης). Η παράδοση του οχήματος θα γίνονταν στην Εναγόμενη στην Κύπρο και η Εναγόμενη θα πλήρωνε το τίμημα από την Κύπρο, όπου βρίσκεται, πράξη στην οποία παρέλειψε να προβεί, παράλειψη που έλαβε χώρα στην Κύπρο. Όσα ανέφερε ο ΜΕ1 για τη συμφωνία αυτή ήταν αρκούντως πειστικά. Ο συνήγορος της Εναγόμενης δεν αμφισβήτησε και μάλιστα υπέβαλε ότι υπήρξε και πρόταση και αποδοχή (ασχέτως εάν εστίασε στον τόπο σύναψης της συμφωνίας, για άλλο λόγο) και έπειτα ότι η Εναγόμενη εξόφλησε το τιμολόγιο που εκδόθηκε για τη συμφωνία αυτή. Δημιουργεί επομένως ερωτηματικό που η Εναγόμενη ταυτόχρονα αμφισβητεί την ύπαρξη μιας συμφωνίας που ισχυρίζεται πως εκτέλεσε. Η δυνατότητα διαζευκτικής δικογράφησης δεν σημαίνει δυνατότητα προώθησης και στη δίκη διαζευκτικών πραγματικών εκδοχών, και δη αντικρουόμενων στην ουσία τους. Εάν εξόφλησε ή όχι βεβαίως η Εναγόμενη, δεν θα μπορούσε να το αποδείξει μέσω της προσπάθειας του συνηγόρου της να συνάγει κάτι τέτοιο από το αδιαμφισβήτητο - τελικά ή όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις υποβολές που έγιναν στον μάρτυρα - γεγονός ότι η Ενάγουσα παρέδωσε το επίδικο όχημα στην Εναγόμενη (ταυτόχρονα αμφισβητώντας και την παράδοση). Η Εναγόμενη δεν προσκόμισε μαρτυρία, ούτε θέση υποβλήθηκε με υπόδειξη συγκεκριμένου εμβάσματος ή άλλων στοιχείων, που να δείχνουν ότι έγινε όντως κάποια πληρωμή προς την Ενάγουσα για το Τεκμήριο 2 ή προς εξόφλησή του. Η έκδηλη και ως ένα βαθμό και προκλητική αντιφατικότητα των θέσεων της Εναγόμενης που υποβλήθηκαν κατά τη δίκη έδωσε περισσότερο την εικόνα μιας προσπάθειας εντοπισμού υπεράσπισης εκείνη την ώρα, από τυχόν αποδεικτικές δυσκολίες της πλευράς της Ενάγουσας, τακτική που δεν είναι τόσο αποδεκτή στην πολιτική δίκη. Έδειξε περισσότερο προσπάθεια της Εναγόμενης να αποφύγει υφιστάμενη υποχρέωση με χρήση της αποδεικτικής διαδικασίας, την ίδια στιγμή χωρίς να δίδει πραγματικό ουσιαστικό λόγο, με έναν ξεκάθαρο τρόπο. Υπήρξε αδικαιολόγητη εστίαση σε επουσιώδεις λεπτομέρειες. Το ότι κάπου αναφέρεται ως αριθμός εγγραφής του οχήματος στην Αγγλία ο αριθμός ΧΧΧΧSP και κάπου ο αριθμός ΧΧΧΧ5P δεν υποδηλώνει ανειλικρίνεια του ΜΕ1, ώστε να μην μπορεί να γίνει πιστευτός, ούτε συνιστά και λάθος «μοιραίο» για την αγωγή της Ενάγουσας, όπως εκλαμβάνει και αναφέρει ο συνήγορος της Εναγόμενης. Προφανώς πρόκειται για ασήμαντο τυπογραφικό λάθος που δεν επηρεάζει σε οτιδήποτε τη διαδικασία ή την ουσία, όπως και οποιοδήποτε άλλο προφανές τυπογραφικό λάθος, περιλαμβανομένης της αναγραφής του ονόματος της Εναγόμενης σε ένα εκ των εγγράφων με ένα Κ μπροστά, που δεν δικαιολογεί, σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας, θέση της Εναγόμενης, που επίσης υποβλήθηκε κατά τη δίκη και προβλήθηκε και στο στάδιο των αγορεύσεων, ότι το όχημα στάλθηκε σε κάποιαν άλλη εταιρεία το όνομα της οποίας είναι ΚNSM Democars Limited, που δεν έχει σχέση με την Εναγόμενη NSM Democars Limited, που όμως αναγράφεται σε όλα τα υπόλοιπα έγγραφα. Ότι η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα πώλησης του επίδικου οχήματος δεν αμφισβητήθηκε μέσα από το δικόγραφο της Εναγόμενης, η οποία, επαναλαμβάνεται, υπέβαλε στον ΜΕ1, δια του συνηγόρου της, ότι εξόφλησε. Ούτε παρανομία της συναλλαγής δικογραφήθηκε. Η προσπάθεια του συνηγόρου της Εναγόμενης να δημιουργήσει αμφιβολίες σε σχέση με τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας ή βασικά να υπονοήσει ότι πρόκειται για κλαπέν από την Ενάγουσα όχημα που πώλησε χωρίς τη συγκατάθεση του αρχικού ιδιοκτήτη ήταν εκτός του πλαισίου της δίκης που δρομολόγησε η συγκεκριμένη δικογραφία, αν και αίφνης ενοχλητική, δεν διατάραξε τη συνεχή ηρεμία με την οποία εξηγούσε τα πράγματα ο ΜΕ1, ακόμα και όταν έδειχνε πως σε κάποια σημεία αισθάνονταν θιγμένος από όλη αυτή την αντιμετώπιση που είχε η Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν συγκροτημένη, με λογική συνοχή σε όλα τα σημεία της, και είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολό της· με εξαίρεση μόνον όσα προφορικά είπε ο ΜΕ1 και οι επιστολές που προσκόμισε χωρίς ένσταση της άλλης πλευράς και αφορούν στην προσπάθεια εξώδικου συμβιβασμού μετά από την καταχώριση της αγωγής, για τον λόγο που αναφέρθηκε προηγουμένως. Η όποια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης μπορεί να ερείδεται σε λόγους που δεν έχουν να κάνουν κατ' ανάγκη με τη βασιμότητα της υπόθεσης της κάθε πλευράς. Και η μαρτυρία της ΜΕ2 ήταν ξεκάθαρη και σταθερή, χωρίς αντιφάσεις, βοηθώντας το Δικαστήριο, μέσα και από αρκετή έγγραφη μαρτυρία, να αντιληφθεί τα γεγονότα που σχετίζονται με την άφιξη του οχήματος στην Κύπρο και με τον εκτελωνισμό του, τα οποία μαρτυρούνται αρμονικά μέσα από το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχουν προσκομίσει ο ΜΕ1 και η ΜΕ2, αλλά και ο ΜΕ
  13. Αμφότεροι οι ΜΕ2 και ΜΕ3 μετέφεραν με ακρίβεια τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από τα τμήματά τους για την εισαγωγή και εκτελωνισμό και έπειτα για την εγγραφή του επίδικου οχήματος στην Κύπρο. Υπάρχει συνέχεια στο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, που δύσκολα μπορεί να αφήσει περιθώριο να ισχύει κάποια άλλη πραγματική εκδοχή πέραν αυτής που δείχνει με σαφήνεια η μαρτυρία αυτή, ότι δηλαδή το επίδικο όχημα έφθασε στην Κύπρο, παραλήφθηκε από την Εναγόμενη, η οποία στη συνέχεια το πώλησε και αυτό εγγράφθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 ήταν απόλυτα σχετική με την παράδοση του οχήματος από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, που η Εναγόμενη αμφισβήτησε και κατέστησε επίδικο θέμα, παρότι στην πορεία της δίκης υπέβαλε τελικά τη θέση πως εξόφλησε το όχημα, εκ του γεγονότος ότι παραδόθηκε το όχημα και στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι παράδοση γίνεται μετά την πληρωμή. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που εκτέθηκε όλη η λεπτομέρεια από την αποστολή του οχήματος από το λιμάνι στο Southampton μέχρι και την άφιξή του στο λιμάνι της Λεμεσού και τις ενέργειες που έγιναν για τον εκτελωνισμό και την εγγραφή του, που πάντοτε περιλαμβάνουν την Εναγόμενη ως τον εισαγωγέα/παραλήπτη αρχικά, και μετέπειτα ως τον πωλητή/έμπορο. Σημειωτέον, ούτε στο όνομα της Εναγόμενης εγγράφθηκε το όχημα όταν εισήχθη στην Κύπρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Εναγόμενη το πώλησε στο τρίτο πρόσωπο χωρίς να είχε δικαίωμα ή τίτλο ή ότι το έκλεψε. Η αξιοπιστία των ΜΕ2 και ΜΕ3 δεν κλονίστηκε μέσω της διαδικασίας της αντεξέτασής τους, που αναλώθηκε περισσότερο στο να ζητηθούν διευκρινίσεις ή εξηγήσεις από τους μάρτυρες αυτούς ως προς το τι σημαίνουν οι δηλώσεις στα έγγραφα που προσκόμισαν από τις υπηρεσίες τους. Η μαρτυρία τους είναι αποδεκτή στο σύνολό της, περιλαμβανομένης της έγγραφης μαρτυρίας που προσκόμισαν. Μέσα από τα γεγονότα που συνομολογούνται και μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή: Η Ενάγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που εδρεύει στο Birmingham του Ηνωμένου Βασιλείου (ΜΕ1, Τεκμήριο 1α,β), συμφώνησε με την Εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που εδρεύει στη Λεμεσό και εμπορεύεται οχήματα, να της πωλήσει ένα όχημα μάρκας Chevrolet Captiva με αγγλικό αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧSP έναντι £11.350,00 (Στερλίνες) (ΜΕ1). Βάσει της συμφωνίας αυτής, η Ενάγουσα, την 24.08.2011, εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό εγγραφής 6183 για το ποσό των £11.350,00 επ' ονόματι της Εναγόμενης (Τεκμήριο 2). Η Ενάγουσα, προς εκτέλεση της δικής της συμβατικής υποχρέωσης, και δείχνοντας εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη που ήταν πελάτισσα της Ενάγουσας, απέστειλε το όχημα στην Εναγόμενη με πλοίο κι η Εναγόμενη το παρέλαβε στην Κύπρο (ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3, Τεκμήριο 3α,β, Τεκμήριο 7β, Τεκμήριο 8β, Τεκμήριο 10α-γ) και στη συνέχεια το πώλησε και αυτό εγγράφθηκε στο όνομα τρίτου προσώπου, με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ (ME3, Τεκμήριο 11α-η). Η Εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη (ΜΕ1, Τεκμήριο 4α-γ, Τεκμήριο 5α-β, Τεκμήριο 6α-ε), παρέλειψε να πληρώσει το ποσό των τιμολογημένο ποσό των £11.350,00, που κατά την 26.02.2013 αντιστοιχούσε σε €13.045,
  14. Η Εναγόμενη δεν εξόφλησε το ποσό των £11.350,
  15. Εξέταση της υπόθεσης Η απαίτηση της Ενάγουσας, ως προωθήθηκε, είναι απαίτηση για ανάκτηση χρέους που απορρέει από σύμβαση (claim in debt). Τόσο στο Αγγλικό δίκαιο όσο και στο Κυπριακό δίκαιο, το πρόσωπο που ενάγει για να ανακτήσει συμβατικό χρέος δεν χρειάζεται να αποδείξει ζημιά (damage) ή απώλειά του (loss), ούτε συνήθως οφείλει να περιορίσει κάποια ζημιά του ή να ακολουθήσει δόγματα που μπορεί να συναντάμε αλλού, στο δίκαιο των αποζημιώσεων γενικότερα. Δεν αποκλείεται βεβαίως, δευτερευόντως, η μη πληρωμή συμβατικού χρέους να θεωρείται και παράβαση σύμβασης που να δημιουργηθεί πρόσθετα ζημιά, που μπορεί να αποδεικνύεται και να διεκδικούνται σχετικές αποζημιώσεις. Διεκδικεί, η Ενάγουσα, το συμβατικό χρέος, την τιμή του οχήματος που πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη, που συμφωνήθηκε και τιμολογήθηκε, και συνιστά την πρωταρχική συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης να το καταβάλει[4]. Η συμβατική αυτή υποχρέωση της Ενάγουσας δεν θα μπορούσε να αρθεί και να επέλθει εξόφληση με τρόπο άλλον από την πληρωμή, για παράδειγμα εξαιτίας της εκτέλεσης πρώτα της συμβατικής υποχρέωσης της Ενάγουσας, ήτοι την παράδοση του οχήματος. Παρά το ότι ήταν συνήθης πρακτική της Ενάγουσας να πληρώνεται πριν αποστείλει τα οχήματα (επειδή ευλόγως είναι δύσκολο γι' αυτήν στη συνέχεια να ανακτήσει τα οχήματα ή να προσπαθεί να εισπράξει, πόσω μάλλον διασυνοριακά), δεν ήταν όρος της συγκεκριμένης συμφωνίας της με την Εναγόμενη πρώτα να πληρώσει η Εναγόμενη και μετά η Ενάγουσα να αποστείλει το όχημα. Ο ΜΕ1 εξήγησε κατ' επανάληψη τι συμφωνήθηκε και γιατί η Ενάγουσα έστειλε το όχημα πριν να πληρωθεί, σε κάθε περίπτωση εν γνώσει όλων ότι δεν έδιδε δώρο στην Εναγόμενη, η οποία έπρεπε να πληρώσει το όχημα που αγόρασε και η Ενάγουσα ανέμενε σχετικά. Η απαίτηση για την πληρωμή συμβατικού χρέους διαφέρει από την απαίτηση για χρέος που συμφωνείται όταν και εάν επέλθει συγκεκριμένο γεγονός[5]· η παράδοση του οχήματος στην Εναγόμενη, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν όρος ή προϋπόθεση δημιουργίας του συγκεκριμένου χρέους. Εάν δεν υπήρχε συμφωνία για συγκεκριμένο κόστος ή τιμή, η αναφορά, και κατ' επέκταση η πραγματική διερεύνηση, θα ήταν για το εύλογο κόστος ή τιμή[6]. Η Ενάγουσα, σύμφωνα με τα γεγονότα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, παρείχε επαρκή μαρτυρία με την οποία απέδειξε την ύπαρξη συμφωνίας με την Εναγόμενη, το ύψος του συμφωνημένου ποσού που τιμολογήθηκε, και ότι η ίδια παρέδωσε το πωληθέν όχημα στην Εναγόμενη, χωρίς να έχει εισπράξει το αντάλλαγμα, το τίμημα πώλησης ή οποιοδήποτε μέρος αυτού, ενώ ήταν συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης να το καταβάλει στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει ότι εξόφλησε αυτό το ποσό, παρά τις σχετικές υποβολές της θέσης αυτής κατά τη δίκη. Η Ενάγουσα έχει αποδείξει επιτυχώς την απαίτησή της για το ποσό των £11.350,00 (Στερλίνες) στην ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής της, που σύμφωνα με τη μαρτυρία ήταν €13.045,
  16. Όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας και για κάποιο ποσό €1.080,00, ως καταβληθέντα δικηγορικά έξοδα λόγω παράλειψης πληρωμής του συμβατικού χρέους, ποσό που διεκδικείται ως ζημιά, παρόλο που η Ενάγουσα έδειξε ότι χρησιμοποίησε υπηρεσίες δικηγόρων για να απαιτηθεί εξωδικαστικά η πληρωμή, και ότι στάλθηκαν από δικηγόρους επιστολές ή και έγιναν τηλεφωνήματα, δεν έχει προσκομιστεί κάποια μαρτυρία που να δείχνει ότι κατέβαλε σε δικηγόρους το ποσό των €1.080,00, που συνδέεται με την παράλειψη της Εναγόμενης να πληρώσει το εκδοθέν τιμολόγιο, και δεν έχει αποδείξει την απαίτησή της και για το ποσό των €1.080,
  17. Βεβαίως, το κόστος των αναγκαίων επιστολών, πριν ή μετά από την καταχώριση της αγωγής, περιλαμβάνεται στα έξοδα της διαδικασίας της αγωγής. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση, η Εναγόμενη να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό των €13.045,24, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  18. [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw

(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [3] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [4] Βλ. και White & Carter (Councils) Ltd v. McGregor [1962] AC
  2. [5] Abrahams v. Performing Rights Society Ltd [1995] IRLR 486, CA ή McGuinness v. Norwich & Peterborough Building Society [2011] EWCA Civ
  3. [6] Phillips & Co (a firm) v. Bath Housing Co-operative Ltd [2013] 2 All ER 475 από Lloyd LJ που παραθέτει την Amantilla Ltd v. Telefusion plc
(1987)9 ConLR 139. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.