← Κύπρος

Αναφορικά με τη χρεώστρια ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ειδοποίηση Πτώχευσης 21/2021, 21/2/2022

Αναφορικά με τη χρεώστρια ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ειδοποίηση Πτώχευσης 21/2021, 21/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης 21/2021 Αναφορικά με τη χρεώστρια XXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ (Α.Τ. XXXX) από τη Λεμεσό XXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτήτρια και ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΜΠΛΟΚ Β Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Κ. Σταύρου (κα) Για Καθ' ης η αίτηση: Σ. Σωφρονίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 05.08.2021, εκδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης αναφορικά με την Αιτήτρια, κατόπιν αίτησης της Καθ' ης η αίτηση, με την οποία η Αιτήτρια κλήθηκε, εντός 7 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης σε αυτήν, να πληρώσει προς την Καθ' ης η αίτηση ποσά που ανέρχονται συνολικά σε €24.194,94, πλέον τόκους και Φ.Π.Α. επί των εξόδων, που επιδικάστηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις αγωγές με αριθμούς XXXX/2007, XXXX/2014, XXXX/2010 και XXXX/2013, και οι αποφάσεις έχουν τελεσιδικήσει και η εκτέλεσή τους δεν φέρει αναστολή, ειδάλλως να εξασφαλίσει ή να διευθετήσει τα οφειλόμενα ποσά προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, εκτός εάν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση που ισούται με ή υπερβαίνει το αξιούμενο από αυτήν ποσό και που δεν μπορούσε να προβάλει στις προαναφερόμενες αγωγές στις οποίες εξασφαλίστηκαν οι δικαστικές αποφάσεις. Στην οπισθογράφηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης αναφέρονται οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Πτώχευσης, που είναι η διάπραξη πράξης πτώχευσης, καθώς και ο τρόπος προβολής τυχόν ανταξίωσης, συμψηφισμού ή ανταγωγής, καταχωρώντας σχετική ένορκη δήλωση, εντός 3 ημερών. Στην Ειδοποίηση Πτώχευσης επισυνάπτονται και οι υπό αναφορά δικαστικές αποφάσεις. Η Ειδοποίηση Πτώχευσης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 3 § 3 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5 («Κεφ.5») και των Κανονισμών 38 έως και 40 που περιλαμβάνονται στους περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς (368/1931) («ΠΔΚ»). Συναφώς και το άρθρο 3 § 1(ε) του Κεφ.5, που ορίζει τι συνιστά πράξη πτώχευσης, περιλαμβάνει και την περίπτωση που ο πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του χρεώστη τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα. Η Αιτήτρια, με ένορκη δήλωση που υπέβαλε την 09.08.2021, το εμπρόθεσμο της οποίας δεν αμφισβητείται (ούτε ότι η επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης έγινε την 06.08.2021), αναφέρει ότι οι δικαστικές αποφάσεις που επισυνάπτονται στην Ειδοποίηση Πτώχευσης «δεν δεικνύουν και δεν δικαιολογούν τα αξιούμενα ποσά», τα οποία «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά είναι το αποτέλεσμα παράνομων διαδικασιών, αυθαίρετων υπολογισμών», και πρόκειται για ποσά που δεν οφείλονται σήμερα και αποφάσεις αναφορικά με τις οποίες η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως προωθεί ένδικα διαβήματα για ακύρωση και αναστολή εκτέλεσης ως επιτευχθείσες εκ λάθους ή και συνεπεία δόλου, ψευδών παραστάσεων, ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης πάσχει τυπικά και ουσιαστικά γιατί καταχωρίστηκε από μη νομιμοποιούμενο και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αλλά συνιστά και κατάχρηση διαδικασίας καθότι ο πιστωτής με δηλώσεις, πράξεις και ενέργειές του αποδέχθηκε εξόφληση ή διευθέτηση, αλλά και γιατί η ίδια κατέχει επαρκή περιουσία που καθιστά το χρέος εξασφαλισμένο και είναι αξιόχρεη, και η προώθηση αυτής της διαδικασίας είναι εκδικητική και πιεστική για να παραιτηθεί από νόμιμες αξιώσεις εναντίον του πιστωτή, ότι έχει ανταγώγιμο δικαίωμα ή και ανταξίωση και ανταγωγή και ανταπαίτηση ή και δικαίωμα συμψηφισμού εναντίον του πιστωτή, για γεγονότα που προέκυψαν και αφορούν τα επίδικα ζητήματα των υπό κρίση δικαστικών αποφάσεων μετά την έκδοσή τους και που δεν μπορούσε να προβάλει στις αγωγές στα πλαίσια των οποίων είχαν εκδοθεί οι δικαστικές αποφάσεις. Με δεδομένο ότι η ένορκη δήλωση που καταχώρισε η Αιτήτρια περιείχε αναφορά σε ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού και ανταγωγή για υπερβαίνον ποσό, της δόθηκε η αρχική επενέργεια αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας Ειδοποίησης Πτώχευσης και γι' αυτό δόθηκε ημερομηνία Ακρόασης. Ο χρόνος ισχύος της Ειδοποίησης Πτώχευσης στο μεταξύ παρατάθηκε, χωρίς να έχει διαπραχθεί πράξη πτώχευσης, μέχρι και την ακρόαση της αίτησης και την έκδοση απόφασης. Το Δικαστήριο έδωσε δικαίωμα καταχώρισης τυχόν ένστασης στην Καθ' ης η αίτηση, σε σχέση με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Η Καθ' ης η αίτηση επέλεξε να μην ασκήσει το δικαίωμα αυτό. Την 29.11.2021, η Αιτήτρια δεν ήταν έτοιμη για αγορεύσεις, σε αντίθεση με την Καθ' ης η αίτηση. Έχοντας υπόψη και τις δυσκολίες που δημιούργησε η πανδημία, η αίτηση παρέμεινε για Ακρόαση (γραπτές αγορεύσεις) την 10.12.

  1. Την 10.12.2021, η Αιτήτρια, και πάλι, δεν ήταν έτοιμη για αγορεύσεις, και ζήτησε χρόνο για να μεσολαβήσει προσπάθεια διευθέτησης (παρόλο που είχε επιλέξει την οδό της προσπάθειας παραμερισμού δια ένορκης δήλωσης και όχι τη διευθέτηση ή εξασφάλιση στην οποία εξ αρχής καλούσε η Ειδοποίηση Πτώχευσης)· η αίτηση παρέμεινε για Ακρόαση (γραπτές αγορεύσεις) την 22.12.
  2. Την 22.12.2021, όμως, η Αιτήτρια ζήτησε πάλι αναβολή της ακρόασης, επειδή είχε καταχωρίσει, όπως ανέφερε, την ίδια ημέρα, αίτηση για να της επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (δεν βρίσκονταν στον φάκελο του Δικαστηρίου). Το Δικαστήριο πλέον δεν ήταν δυνατόν να επιτρέψει το αίτημά της για αναβολή, για τους λόγους που εξηγούνται στο πρακτικό εκείνης της δικασίμου, και έλαβε την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και των δύο πλευρών, δίδοντας ακόμα κάποιο περιθώριο και στην Αιτήτρια να ετοιμάσει γραπτώς και να καταχωρίσει τη δική της αγόρευση, πριν να προχωρήσει με την ουσιαστική εξέταση της αίτησης. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ότι τέθηκε ενώπιον του με δικονομικά αποδεκτό τρόπο. Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 § 1(ε) του Κεφ. 5, είναι ο χρεώστης, εδώ η Αιτήτρια, που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, σε περίπτωση που δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ότι έχει ανταπαίτηση (counterclaim), δικαίωμα συμψηφισμού (set-off) ή ανταγωγή (cross demand) η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και που δεν ήταν δυνατό να προβάλει στις αγωγές στις οποίες εξασφαλίστηκαν οι δικαστικές αποφάσεις. Όπως περαιτέρω διασαφηνίζεται και στην υφιστάμενη νομολογία[1], όταν ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Πτώχευσης επιχειρείται δια ένορκης δήλωσης (affidavit), το Δικαστήριο δεσμεύεται να εξετάσει μόνον τους λόγους παραμερισμού που προβλέπει ο Κανονισμός 40 § 2 ΠΔΚ, δηλαδή κατά πόσον υπάρχει ανταπαίτηση ή δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή ισάξια ή υπερβαίνουσα το ποσό του χρέους που δεν μπορούσε να προβληθεί στις αγωγές στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις. Δεν εμποδίζεται ο χρεώστης να προβάλει άλλους λόγους, αλλά με σχετική δια κλήσεως αίτηση[2]. Το Δικαστήριο, για να ικανοποιηθεί για τα ανωτέρω, θα πρέπει να έχει ενώπιον του συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να μπορεί να καταλήξει σε σχετική πραγματική διαπίστωση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος είναι για τις αποφάσεις στις αγωγές που προαναφέρθηκαν και χρονολογούνται την 31.10.2012 (εκ συμφώνου), την 20.06.2014, την 23.06.2016 (εκ συμφώνου) και την 14.12.2018 (εκ συμφώνου), που εκδόθηκαν όλες προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και άλλου προσώπου αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, και δίδουν σύνολο χρέους για το οποίο εκδόθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης €24.194,94 πλέον οι τόκοι και ο Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Εξετάζοντας ουσιαστικά την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, παρατηρείται ότι σε αυτήν γίνεται μεν η λεκτική αναφορά σε ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού και ανταγωγή, αλλά, πέρα από τη διατύπωση αυτή, που έδωσε την όψη μιας έγκυρης ένορκης δήλωσης για τον σκοπό που υποβλήθηκε, δεν δίδεται οποιοδήποτε περαιτέρω στοιχείο. Η αναφορά της Αιτήτριας σε ανταπαίτηση ή δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, κατά περιεχόμενο, δεν συνδέεται και με περαιτέρω αναφορές σε γεγονότα, βάσει των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει ότι υπάρχει όντως είτε ανταπαίτηση είτε δικαίωμα συμψηφισμού είτε ανταγωγή, και έπειτα ότι πράγματι δεν υπήρχε και η δυνατότητα προβολής στο πλαίσιο των αγωγών στις οποίες εκδόθηκαν οι δικαστικές αποφάσεις στις οποίες βασίζεται η Ειδοποίηση Πτώχευσης. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ημερομηνίες, ποσά, συνθήκες και γενικότερα οποιαδήποτε πραγματική αναφορά. Είναι κατανοητό ότι το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να προσκομίσει ένας χρεώστης στοιχεία αναφορικά με ανταπαίτηση ή δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή που δεν μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών, των τριών ημερών, είναι σχετικά μικρό, ιδίως με τους σύγχρονους, εντονότερους ρυθμούς της καθημερινότητας, οπότε πιθανόν να λειτουργεί κάπως πιεστικά, όπως άλλωστε και το χρονικό διάστημα των 7 ημερών. Οι σύντομες χρονικές προθεσμίες σε συνάρτηση με τη συνέπεια της μη συμμόρφωσης με την Ειδοποίηση Πτώχευσης την καθιστούν δραστικό διάβημα[3]. Όταν η ένορκη δήλωση, που επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού, ορίζεται για Ακρόαση, πέρα από τυχόν δικαίωμα απάντησης στους ισχυρισμούς που ο χρεώστης ενόρκως προβάλλει, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απορρέει από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, δεν διεξάγεται άλλη αποδεικτική διαδικασία στην οποία θα κληθεί η Αιτήτρια να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία για τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην ένορκη της δήλωση. Όπως προκύπτει και από το γράμμα του Κανονισμού 40 § 2 ΠΔΚ (an affidavit to that effect), είναι με την αρχική ένορκη δήλωση που ο χρεώστης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει είτε ανταπαίτηση είτε δικαίωμα συμψηφισμού είτε ανταγωγή που δεν ήταν δυνατόν να προβληθεί στο πλαίσιο των αγωγών στις οποίες εκδόθηκαν οι δικαστικές αποφάσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η Ειδοποίησης Πτώχευσης, εντός της καθορισμένης προθεσμίας των τριών ημερών. Το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση/αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 ΠΔΚ, αλλά δεν προσκομίστηκε αντικρουστική μαρτυρία από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση, γιατί η ίδια θεώρησε πως δεν χρειάζεται μαρτυρία υπό τις περιστάσεις, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η «αναντίλεκτη» - μα μόνο λεκτική - αναφορά περί ύπαρξης ανταπαίτησης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής λειτουργεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ή ότι εκπληρώνεται αυτομάτως το βάρος απόδειξης που έχει η Αιτήτρια σε σχέση με τους υπό εξέταση λόγους παραμερισμού· είναι ουσιαστικό, όχι τεχνικό. Στην παλαιότερη Αγγλική πρακτική, όπως προκύπτει και από την Re a Debtor (523 of 1934) [1935] Ch. 347, καταλληλότερο στάδιο είναι εκείνο της υποβολής της ένορκης δήλωσης, για να αξιολογηθεί κατά πόσον οι ισχυρισμοί του χρεώστη εμπίπτουν εννοιολογικά στην ανταπαίτηση, το δικαίωμα συμψηφισμού ή την ανταγωγή που δεν μπορούσε να προβληθεί στη διαδικασία στην οποία εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Εάν η ένορκη δήλωση δεν θεμελιώνει η ίδια και επαρκώς τα ζητήματα αυτά, με τρόπο που εκ πρώτης όψεως να πληροί τις απαιτήσεις της αντίστοιχης αγγλικής ρύθμισης, θα πρέπει να σημειώνεται εξ αρχής ως μη επαρκής και να μην ορίζεται για Ακρόαση· ειδάλλως, με μια προδήλως αβάσιμη ένορκη δήλωση, θα ήταν δυνατόν να αδρανοποιείται η άμεση λειτουργία της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Στη Re a Debtor (75 of 1982) ex parte the Debtor v. National Westminster Bank Plc.; re a Debtor (75 of 1982) ex parte National Westminster Bank Plc. v. the Debtor [1984] 1 WLR 353, είχε γίνει αναφορά στη γνησιότητα των ισχυρισμών του χρεώστη, την καλοπιστία και τις πιθανότητες επιτυχίας ή τουλάχιστον στην έγερση δικάσιμου θέματος. Η απόδειξη ότι η ανταπαίτηση (cross-demand) δεν θα μπορούσε να προβληθεί στη διαδικασία όπου προέκυψε η δικαστική απόφαση αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι διακριτή, όπως και η προϋπόθεση ότι αυτή ισούται με ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος· άρα θα πρέπει να είναι για εκκαθαρισμένο ή δυνάμενο να εκκαθαριστεί ποσό. Η υποχρέωση του χρεώστη να προσκομίσει εξ αρχής ικανοποιητικά στοιχεία, δεν αποκλείει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου, εάν αμφισβητούνται οι ισχυρισμοί του χρεώστη από τον πιστωτή, τότε να επιτρέψει περαιτέρω μαρτυρία από τον χρεώστη, με σκοπό να μπορέσει να διαγνώσει τη γνησιότητα ή την καλοπιστία των ισχυρισμών του ή τις πιθανότητες βασιμότητας, χωρίς βεβαίως να δικάζει τη διαφορά. Η μοναδικότητα κάθε υπόθεσης μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει στην ικανοποίηση του Δικαστηρίου, χωρίς να υπάρχει κάποια προδιαγεγραμμένη ή εξαντλητική καθοδήγηση[4]. Στην περίπτωση της Αιτήτριας, δεν είναι μόνον ότι δεν δόθηκε εξ αρχής τόσο συγκεκριμένη μορφή και επαρκείς διαστάσεις στους υφιστάμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί ύπαρξης ανταπαίτησης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής, αλλά και ότι, και κατά το στάδιο ακρόασης, δεν φάνηκε στο Διακστήριο να προβλήθηκαν γνήσια και καλόπιστα οι ισχυρισμοί, για να εγείρουν πράγματι δικάσιμο θέμα που δεν μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο των αγωγών και που ισούται ή υπερβαίνει το χρέος που τέθηκε στην Ειδοποίηση Πτώχευσης. Ότι χρειάζεται εύλογος βαθμός λεπτομέρειας, που εδώ δεν υφίσταται, προκύπτει και από την Χατζηρώτη ν. Πιερίδης, Πολιτική Έφεση 130/2011, ημερομηνίας 12.01.2017, στην οποία μάλιστα φαίνεται να υιοθετείται η πιο αυστηρή πρακτική που προκύπτει και από την προαναφερόμενη Αγγλική νομολογία, πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτρέπει μαρτυρία εκ των υστέρων ή έστω ακρόαση, για να τίθενται τότε οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας μέσα στο πλαίσιο του Κανονισμού 41 ΠΔΚ, ο οποίος δεν θα έπρεπε εξ αρχής να ενεργοποιείται με ουσιαστικά ανεπαρκή ένορκη δήλωση. Παρενθετικά μόνον, να λεχθεί πως, ακόμα κι αν το Δικαστήριο επέτρεπε στην Αιτήτρια, ενώ δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί της από την Καθ' ης η αίτηση, να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία, για να εξηγήσει πώς προκύπτει ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή που δεν ήταν δυνατόν να προβάλει στις αγωγές, ούτε με την μαρτυρία που σκόπευε να προσκομίσει δια κάποιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (ως συνάπτεται στην αίτηση που είχε καταχωρίσει για να λάβει σχετική άδεια, που απορρίφθηκε) θα δημιουργούνταν ο απαιτούμενος βαθμός ικανοποίησης. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι μετά από την έκδοση και επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, στον χρόνο που δόθηκε από το Δικαστήριο για αγορεύσεις και με μανδύα τις κατ' ισχυρισμό προσπάθειες διευθέτησης, καταχωρίστηκε αγωγή για ακύρωση των δικαστικών αποφάσεων, για την οποία εκδόθηκε απλώς Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, δεν είναι ενδεικτικό είτε καλοπιστίας είτε γνησιότητας και δεν θα αρκούσε για να σκιαγραφήσει την ουσία και την έκταση συγκεκριμένης υπόθεσης της Αιτήτριας, όπως ούτε τα υπόλοιπα στοιχεία που σκόπευε να προσθέσει στη μαρτυρία της. Κατανοώντας τη δυσκολία που υπάρχει και μη παραλείποντας μνεία στην προσπάθεια που καταβλήθηκε για να αποφευχθεί αυτή η εξέλιξη, το Δικαστήριο, δυστυχώς, δεν έχει οποιαδήποτε άλλην επιλογή από το να απορρίψει την αίτηση. Η ένορκη δήλωση/αίτηση της Αιτήτριας, επειδή βάσει του περιεχομένου της δεν επαρκεί για να επιτύχει τον παραμερισμό της εκδοθείσας Ειδοποίησης Πτώχευσης, απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, ακολουθώντας το αποτέλεσμά της, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση (πιστώτρια) και εναντίον της Αιτήτριας (χρεώστρια), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. Δημητρίου

(2008)1 ΑΑΔ 425, 431, Αλεξάνδρου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A18, Πολιτική Έφεση 5/2012, ημερομηνίας 15.01.2016, Alpha Bank Cyprus Ltd v. Αριστείδη, ECLI:CY:AD:2015:A355, Πολιτική Έφεση 199/2010, ημερομηνίας 20.05.2015, Οδυσσέως, Πολιτική Έφεση 61/2013, ημερομηνίας 23.05.2019. [2] Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 788, 790, Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 475, 483. [3] Βλ. και Λοΐζου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας
(2009)1 ΑΑΔ
  1. [4] Βλ. και re a Debtor (991 of 1962), ex parte the Debtor v. Tossoun [1963] 1 All ER
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.