← Κύπρος

ΦΡΑΝΤΖΗΣ ν. A. PIERIS HOTELS LTD υπό εκκαθάριση, Γενική Αίτηση 205/2021, 21/2/2022

ΦΡΑΝΤΖΗΣ ν. A. PIERIS HOTELS LTD υπό εκκαθάριση, Γενική Αίτηση 205/2021, 21/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 205/2021 Αναφορικά με το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011 ΧΧΧΧ ΦΡΑΝΤΖΗΣ Αιτητής και A. PIERIS HOTELS LTD υπό εκκαθάριση Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Μ. Φραντζή Για την Καθ' ης η αίτηση: καμία εμφάνιση Για τον Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού: καμία εμφάνιση Για το ενδιαφερόμενο μέρος ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ: Ρ. Καραμανή για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής, την 27.09.2021, αιτήθηκε με βάση το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(Ι)/2011 («ο Νόμος 81(Ι)/2011») να του επιτραπεί η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15.06.2007 (Τεκμήριο Α), δια του οποίου είχε αγοράσει από την Καθ' ης η αίτηση εταιρεία το διαμέρισμα με αρ. θύρας ΧΧΧΧ, κτίριο ΧΧΧΧ, Block ΧΧΧΧ, του ενιαίου κτιριακού συγκροτήματος ΧΧΧΧ, στη Λεμεσό, που είχε ανεγερθεί στα ακίνητα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, τεμάχιο ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ και σήμερα έχει αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, Φ./Σχ.ΧΧΧΧ, τμήμα ΧΧΧΧ, τεμάχιο ΕΠΙ ΧΧΧΧ, στον Δήμο Αγίου Τύχωνα, στη Λεμεσό. Στην ένορκη του δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση αυτή, αναφέρει πως μετά από την υπογραφή του Τεκμηρίου Α άφησε την πωλήτρια εταιρεία να το χαρτοσημάνει και να το καταθέσει, κατόπιν υπόδειξής της, δια του υπαλλήλου της που ήταν υπεύθυνος για τα πωλητήρια έγγραφα, κάτι που όμως αμέλησε να πράξει. Ο ίδιος ο αιτών είναι και ο εκκαθαριστής της Καθ' ης η αίτηση πωλήτριας εταιρείας. Προσκομίζει σχετικό έγγραφο, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, διορίστηκε ως εκκαθαριστής της πωλήτριας εταιρείας το

  1. Με αυτή την ιδιότητά του ισχυρίζεται πως εξασφάλισε ξεχωριστά πιστοποιητικά εγγραφής για όλες τις μονάδες του συγκροτήματος. Είναι η θέση του πως το τίμημα αγοράς του ακινήτου καταβλήθηκε από μέρους του, και προσκομίζει γι' αυτό σχετική βεβαίωση, που σημειώνεται ως Τεκμήριο
  2. Το Τεκμήριο 2 είναι βεβαίωση που συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος ο Αιτητής/αγοραστής, ως εκκαθαριστής της πωλήτριας εταιρείας, και σε αυτήν αναφέρει απλώς ότι εξόφλησε το τίμημα πώλησης. Θεωρεί πως, εάν επιτραπεί η εκπρόθεσμη κατάθεση του Τεκμηρίου Α, δεν θα υποστεί οποιοσδήποτε ζημιά, ενώ εάν δεν εκδοθεί, υπάρχει ο κίνδυνος να χάσει το ακίνητο που αγόρασε. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του, σκοπός του είναι να κάνει χρήση των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139/2015 (διατάξεις για την προστασία των αγοραστών), για να λάβει τον τίτλο του ακινήτου που αγόρασε. Το Τεκμήριο Α φέρεται ως πωλητήριο έγγραφο που συνάφθηκε την 15.06.2007 και αυτό υπογράφει η πωλήτρια εταιρεία δια του εκκαθαριστή της, δηλαδή δια του Αιτητή. Το τίμημα πώλησης για το ακίνητο είχε συμφωνηθεί μόνον στις Λ.Κ.10.000,00 με αναφορά ότι καταβλήθηκε ήδη. Χαρτοσημάνθηκε την 24.09.2021, δηλαδή λίγο πριν από την υποβολή της υπό εξέταση αίτησης. Την 07.10.2021, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητήθηκε από το Δικαστήριο, δια της οποίας προσκομίστηκε πιστοποιητικό έρευνας του ακινήτου, που σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, η αξία του πωλούμενου ακινήτου, με τιμές του 2008, είναι €63.100,
  3. Το όλο επιβαρύνεται με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 ημερομηνίας 17.07.2008, προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους, για ποσό εγγραφής €17.300,
  4. Το Δικαστήριο παρατήρησε το εξής σύνολο δεδομένων: ο Αιτητής, ως εκκαθαριστής της πωλήτριας εταιρείας, το 2007, πώλησε στον εαυτό του διαμέρισμα που συνιστά μέρος της υπό εκκαθάριση περιουσίας για μόνον Λ.Κ.10.000,00· δεν έχει εξηγηθεί η ρευστοποίηση αυτού του μέρους της υπό εκκαθάριση περιουσίας ως πράξη στο πλαίσιο της εκκαθάρισης προς όφελος των πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας, και δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε από το Δικαστήριο της Εκκαθάρισης· το πωλητήριο αυτό δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και ο Αιτητής επικαλείται αμέλεια της πωλήτριας εταιρείας της οποίας όμως ήταν ο ίδιος εκκαθαριστής· προσκόμισε το Τεκμήριο 2 για απόδειξη εξόφλησης που συνέταξε ο ίδιος χωρίς συνοδευτικό οποιουδήποτε αποδεικτικού εμβάσματος ή άλλου αποδεικτικού πληρωμής των χρημάτων· μετά από τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης, φαίνεται στο Τεκμήριο 3 παραχώρηση υποθήκης προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους· η αδράνεια σε σχέση με την καταχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου υπήρξε πολυετής, από το 2007· ο δεδηλωμένος σκοπός για τον οποίον ο Αιτητής ζητά την εκπρόθεσμη κατάθεση είναι η χρήση των διατάξεων του Νόμου 9/1965 για να λάβει ο ίδιος τίτλο· υπήρξε φαινόμενη σύγκρουση συμφερόντων ως διατυπώθηκαν οι διάφοροι ισχυρισμοί στην αίτηση. Έτσι το Δικαστήριο, με όσα αναγράφθηκαν και στο πρακτικό του ημερομηνίας 18.10.2021, έκρινε πως θα πρέπει να ακούσει και το ενδιαφερόμενο μέρος, για να μπορέσει να διαπιστώσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να επιτρέψει σήμερα την εκπρόθεσμη κατάθεση του Τεκμηρίου Α για την προστασία του Αιτητή. Συναφώς αναφέρεται πως, με βάση το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, ανεξάρτητα από τις λοιπές διατάξεις του Νόμου 81(Ι)/2011, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνάφθηκαν σε οποιονδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη χρονική περίοδος, όταν κρίνει τούτο «δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή». Το ενδιαφερόμενο μέρος εμφανίστηκε στη διαδικασία μετά από την ειδοποίησή του και με ένσταση που καταχώρισε, πρόβαλε 30 λόγους για τους οποίους, κατά την έντονη θέση του, δεν θα πρέπει να επιτραπεί η εκπρόθεσμη κατάθεση του Τεκμηρίου Α. Ως αυτοί σχετίζονται και συνοψίζονται, ο Αιτητής δεν εξασφάλισε άδεια από το Δικαστήριο της Εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, για να εγείρει αυτή τη διαδικασία και η αίτησή του πάσχει στο νομικό επίπεδο, περιλαμβανομένης και της νομικής της βάσης, αλλά και ότι δεν αποσείστηκε το βάρος από τον αιτούντα ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκπρόθεσμη κατάθεση του Τεκμηρίου Α. Δεν αποδείχθηκε η εγκυρότητά του, ούτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή στοιχεία, που να οδηγούν στο ότι είναι δίκαιο και εύλογο να κατατεθεί εκπρόθεσμα. Επί της ουσίας, δεν είναι δίκαιο και εύλογο, κατά τη θέση του ενδιαφερόμενου μέρους, γιατί όταν η ίδια απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου, δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιου πωλητηρίου εγγράφου και τυχόν κατάθεσή του σήμερα, επηρεάζει τη δική της υποθήκη, με τρόπο που επενεργεί στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά της. Η αμέλεια ή παράλειψη κανονικής κατάθεσης κάποιου πωλητηρίου εγγράφου, κατά τη θέση του ενδιαφερόμενου μέρους, δεν δικαιολογείται, όπως ούτε και η καθυστέρηση στην υποβολή τέτοιας αίτησης, με αναφορά και της ιδιότητας με την οποία ενήργησε ο Αιτητής και ταυτόχρονα εκκαθαριστής σε κάθε ουσιώδη χρόνο. Το ενδιαφερόμενο μέρος εκφράζει ευθέως την υπόνοια πως το Τεκμήριο Α συνιστά προσπάθεια καταδολίευσης ή εξαπάτησης του ενδιαφερόμενου μέρους, και εγείρει ζήτημα κατάχρησης της δυνατότητας που δίδει το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/
  5. Παράλληλα, θέση του ενδιαφερόμενου μέρους είναι πως εν πάση περιπτώσει το άρθρο 12 δεν ισχύει σε σχέση με συμβάσεις που υπογράφθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του, όπως φέρεται να είναι το Τεκμήριο Α. Λειτουργός στις υπηρεσίες του ενδιαφερόμενου μέρους, σε ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει πως η διαδικασία εκκαθάρισης της πωλήτριας εταιρείας είχε αρχίσει από το 1987, ο Αιτητής διορίστηκε ως εκκαθαριστής της από το 2001, προσκομίζει και η ίδια σχετικά έγγραφα, τα δεδομένα όμως αυτά φαίνονται και από το Τεκμήριο 1 και δεν αμφισβητούνται. Το ενδιαφερόμενο μέρος εξηγεί πώς υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ενυπόθηκου πιστωτή που πηγάζουν από την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008, που είχε αρχικά παραχωρηθεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, που την 17.07.2008 είχε συμβληθεί με την πωλήτρια εταιρεία, δια του Αιτητή ως εκκαθαριστή της, για τη χορήγηση δανείου προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε και η υποθήκευση. Η συμφωνία δανείου και η συμφωνία υποθήκευσης προσκομίζονται και σημειώνονται ως Τεκμήριο 4 από το Δικαστήριο. Υπήρχαν καθυστερήσεις στο δάνειο, με αποτέλεσμα το ενδιαφερόμενο μέρος να απαιτήσει την πληρωμή του και να επισπεύσει πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, κάνοντας χρήση των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/
  6. Σχετικά έγγραφα σημειώνονται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  7. Το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται πως μέχρι σήμερα, υπήρξε πλήρης αδιαφορία της πωλήτριας εταιρείας, δια του Αιτητή, για το χρέος. Αναπτύσσονται περαιτέρω στη μαρτυρία οι λόγοι ένστασης του ενδιαφερόμενου μέρους, με παράθεση επιχειρηματολογίας, και προσκομίζεται και εκτίμηση με βάση την οποία η σημερινή αξία του ακινήτου είναι €103.000,00 όσον αφορά την αγοραία αξία και €77.000,00 όσον αφορά την αξία καταναγκαστικής πώλησης, προς περαιτέρω στοιχειοθέτηση των υπονοιών του ενδιαφερόμενου μέρους ότι το Τεκμήριο Α δεν είναι μία έγκυρη συμφωνία πώλησης, αλλά μία εικονική συμφωνία που προβλήθηκε για να ανακόψει τον πλειστηριασμό. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν εκτενείς γραπτές αγορεύσεις, με περαιτέρω επιχειρηματολογία ως προς το εάν πρέπει το Δικαστήριο να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την κατάθεση του Τεκμηρίου Α στο κτηματολόγιο. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν αναπαράγεται το περιεχόμενό του αυτολεξεί ή δεν γίνεται ειδική μνεία. Όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιτρέπει την κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο ανεξάρτητα από τον χρόνο που αυτή συνάφθηκε, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011 που ενεργοποίησε ο Αιτητής και το οποίο δεν εξαιρεί και ρητά περιλαμβάνει και συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν από τη θέση του σε ισχύ, είναι αυτή η κατάθεση να είναι «δίκαιη» και «εύλογη» για την προστασία του αγοραστή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με το τι είναι «δίκαιο» και «εύλογο» ασκείται δικαστικά, με βάση τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Εάν το Δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να επιτρέψει την κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης στο Κτηματολόγιο υπό τις περιστάσεις κάποιας υπόθεσης, ζήτημα πραγματικό, δεν εκδίδεται σχετικό διάταγμα, χωρίς από την άλλη να εμποδίζεται ο φερόμενος ως αγοραστής να ενεργοποιήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία για να διαγνωστούν ή και να προστατευθούν δικαιώματα που ισχυρίζεται πως έχει επί ενός ακινήτου. Η φύση της διαδικασίας αυτής, ως αίτηση για την εφαρμογή συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης (petition), δεν επιτρέπει την εκτενή αμφισβήτηση γεγονότων ή τη διεξαγωγή αντιπαραθετικής δίκης για να διαγνωστούν αντικρουόμενα δικαιώματα ουσίας. Η ανάδυση ανεπίλυτων διαφορών ουσίας, με αφορμή αυτό το διάβημα του αγοραστή, στον βαθμό που δεν επιλύνονται εξωδικαστικά, δυνατόν να καθιστά τη διαδικασία του άρθρου 12 μη κατάλληλη ή να δικαιολογεί τη χρήση άλλων διατάξεων του Νόμου 81(Ι)/2011 ή και άλλου δικαίου, για την επίλυσή τους. Καταρχάς, να λεχθεί πως οι λόγοι που εξ αρχής εξέθεσε το Δικαστήριο στη συνήγορο του Αιτητή, που το εμπόδιζαν να ασκήσει άμεσα αυτή τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του πριν να ακούσει και το ενδιαφερόμενο μέρος, δεν έχουν εξαλειφθεί μετά την ακρόαση του ενδιαφερόμενου μέρους και την πλήρη ακρόαση της υπόθεσης· απεναντίας, έχουν εδραιωθεί. Η κατάθεση ενός πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο, όπως φαίνεται να αναγνωρίζουν και οι δύο πλευρές, δημιουργεί εμπράγματο βάρος στο ακίνητο επί του οποίου επιχειρείται η κατάθεση. Γι' αυτή την επιβάρυνση και την αντίστοιχη δημιουργία εμπράγματης απαίτησης, δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε από το Δικαστήριο της Εκκαθάρισης στην αίτηση ΧΧΧΧ/1987 του Ε.Δ. Λεμεσού· είτε για την επιβάρυνση καθαυτή με την κατάθεση μιας σύμβασης πώλησης - αυτής του Τεκμηρίου Α - είτε για την ενεργοποίηση της δικαστικής διαδικασίας για την επιδίωξή της. Αυτό από μόνο του δεν αποτρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα, που δεν στρέφεται εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, και εάν θεωρήσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκπρόθεσμη κατάθεση αλλά απαιτείται η προηγούμενη άδεια από το Δικαστήριο της Εκκαθάρισης ή η τήρηση οποιασδήποτε άλλης νόμιμης διαδικασίας, να την θέσει ως όρο. Το Δικαστήριο έθεσε αυτό το ζήτημα περισσότερο ουσιαστικά, παρά διαδικαστικά· ως προς το εύλογο και δίκαιο του να επιζητείται η επιβάρυνση της υπό εκκαθάριση περιουσίας σήμερα, εμπραγμάτως, χωρίς παρεμβολή του Δικαστηρίου της Εκκαθάρισης, σε συνάρτηση με τη διαδικασία και τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί του αιτήματος χωρίς οποιαδήποτε δικονομική συμμετοχή της υπό εκκαθάριση εταιρείας· ασχέτως της ιδιαιτερότητας εδώ, που η υπό εκκαθάριση εταιρεία έλαβε γνώση δια του ίδιου του Αιτητή, ως εκκαθαριστή της. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχουμε μία απαίτηση και μία διαδικασία που εγείρει ο εκκαθαριστής της πωλήτριας εταιρείας στο πλαίσιο της εκκαθάρισης, για τους σκοπούς της, αλλά ο Αιτητής, υπό την ατομική του ιδιότητα, και φερόμενος ως πιστωτής της υπό εκκαθάριση εταιρείας, που ισχυρίζεται πως κατέβαλε στην υπό εκκαθάριση εταιρεία Λ.Κ.10.000,00, έναντι της υπόσχεσής της να λάβει την πλήρη κυριότητα ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της υπό εκκαθάρισης εταιρείας. Στο ζήτημα που ήγειρε το Δικαστήριο στη συνήγορο του Αιτητή, την 18.10.2021, κατά πόσον υπάρχει ενδεχομένως σύγκρουση συμφερόντων να ενεργεί ένα άτομο ταυτόχρονα ως πιστωτής της υπό εκκαθάριση εταιρείας και ως ο εκκαθαριστής της που πρέπει να επιτελέσει τους σκοπούς της εκκαθάρισης προς όφελος όλων των πιστωτών της, δεν λήφθηκε μέχρι στιγμής κάποια απάντηση. Πέραν όμως αυτών, και επί της ουσίας, όσα ανέφερε ο Αιτητής στο Δικαστήριο με την αίτησή του και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει (που είναι και ο μόνος αποδεκτός τρόπος θέσης γεγονότων, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη), δεν ικανοποιούν επί του παρόντος το Δικαστήριο ότι εδώ έχουμε έναν αγοραστή που χρειάζεται την παρέμβαση του Δικαστηρίου για να προστατευτεί. Ο ίδιος είναι και ο εκκαθαριστής της πωλήτριας εταιρείας που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της, περιλαμβανομένης της όποιας συμβατικής υποχρέωσης της υπό εκκαθάριση εταιρείας έναντι σε αυτόν υπό την ατομική του ιδιότητα, εάν τέτοια υποχρέωση έγκυρα υφίσταται. Η υπό εκκαθάριση εταιρεία μπορεί να του μεταβιβάσει τον τίτλο του ακινήτου (με δικές του ενέργειες), εξοφλώντας πρώτα τον ενυπόθηκο πιστωτή· δεν αρνείται ο Αιτητής ότι έχει τη δυνατότητα να εξοφλήσει τον ενυπόθηκο πιστωτή για να εξαλειφθεί η υποθήκη· η αμφισβήτηση του ύψους του ενυπόθηκου χρέους είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Δεν θα πρέπει να αναμένει ο αγοραστής από το Δικαστήριο ότι θα επιτρέψει την εκπρόθεσμη κατάθεση, με όχημα το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011, υπό την προϋπόθεση της πληρωμής ενός μικρότερου ποσού από αυτό που αξιώνει ο (μοναδικός) ενυπόθηκος πιστωτής. Ακόμα κι αν η «προστασία του αγοραστή» στο κείμενο του άρθρου 12 του Νόμου 81(Ι)/2011 (έναντι του αντισυμβαλλόμενού του) θεωρήσουμε ότι συσχετίζεται πλέον με την «προστασία του αγοραστή» στον Νόμο 9/1965 (έναντι όλων, περιλαμβανομένων των πιστωτών του πωλητή), ήταν με ενέργειες του Αιτητή, υπό την άλλη του ιδιότητα, του εκκαθαριστή, που προέκυψε η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/08 δια της οποίας η πωλήτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να μην μεταβιβάσει τον τίτλο του ενυπόθηκου ακινήτου σε οποιονδήποτε τρίτο, περιλαμβανομένου του αιτούντος. Παρεμπιπτόντως, πώς δανειοδοτήθηκε μία υπό εκκαθάριση εταιρεία και πώς παραχώρησε και υποθήκη προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της, δημιουργεί επίσης ερωτηματικά· ευρύτερα, σε σχέση με το πώς διενεργείται αυτή η πολυετής εκκαθάριση. Δεν είναι στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να διερευνήσει. Όπως ούτε και να διαγνώσει το κύρος οποιασδήποτε εκ των ενώπιον του παρουσιαζόμενων συμβάσεων· της σύμβασης δανείου και της σύμβασης υποθήκευσης ή της σύμβασης πώλησης. Όπως ούτε τυχόν ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου, αστική ή ποινική, έχει τη δυνατότητα να διερευνήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας. Ο Αιτητής και το ενδιαφερόμενο μέρος, με επίκληση διαφορετικών και αντικρουόμενων συμφωνιών, διεκδικούν επί του ίδιου ακινήτου, και η διαφορά τους, που συναρτάται με το κύρος των τίτλων που προβάλλει ο καθένας τους, θα πρέπει να διαγνωστεί από Δικαστήριο αγωγής, εφόσον δεν μπορεί να επιλυθεί συναινετικά στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 12 του Νόμου 81(Ι)/2011, σε τούτο το πλέγμα γεγονότων, προστίθεται και το ότι δεν εξηγήθηκε με καθόλου πειστικό τρόπο στο Δικαστήριο γιατί το Τεκμήριο Α, εάν όντως συνάφθηκε το 2007, κάτι που δεν δείχνει πάντως η χαρτοσήμανση του εγγράφου ή άλλο στοιχείο - και αμφισβητήθηκε - δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο νωρίτερα. Η αναφορά του Αιτητή ότι εμπιστεύθηκε την κατάθεση της υποτιθέμενης σύμβασης πώλησης σε υπάλληλο της υπό εκκαθάριση πωλήτριας εταιρείας το 2007, της οποίας εκκαθαριστής ήταν και ο ίδιος, ο οποίος προέβαινε και σε ενέργειες για εξασφάλιση τίτλων για τα ακίνητα όλου του συγκροτήματος και είχε εμπλοκή με τις εκκρεμότητες που σχετίζονται με τα ακίνητα, αλλά η πωλήτρια εταιρεία αμέλησε να προβεί στην κατάθεση, δεν είναι λόγος τόσο πειστικός. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε αντικειμενική αδυναμία του αγοραστή να χρησιμοποιήσει τις προθεσμίες που πρόβλεψε αρχικά ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμους Κεφ.232 και έπειτα ο Νόμος 81(Ι)/2011, και να κάνει χρήση όλων των ευκαιριών που διαδοχικά επέτρεψε η νομοθεσία για να κατατεθεί μια σύμβαση πώλησης στο Κτηματολόγιο (εάν υπήρχε), ώστε να τίθεται τώρα θέμα δικαίου και λογικής να παρέμβει το Δικαστήριο, για να διορθώσει τα πράγματα, παρακάμπτοντας τις χρονικές προθεσμίες, προς προστασία του αγοραστή. Όπως ούτε οποιαδήποτε αντικειμενική αδυναμία έχει προβάλει ο Αιτητής ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από το 2007 μέχρι σήμερα, γενικότερα. Την ίδια στιγμή, εξαιτίας αυτής της αδικαιολόγητης και πολυετούς αδράνειάς του να προστατεύσει τον εαυτό του ως αγοραστή, καταθέτοντας κάποια σύμβαση πώλησης (εάν τέτοια πράγματι υπήρχε), είναι η γνωστή και ηθελημένη από τον ίδιο παρεμβολή των ουσιαστικών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου μέρους επί του ακινήτου και η παραδοχή του ιδίου σήμερα ότι θέλει να καταθέσει το Τεκμήριο Α προκειμένου να κάνει χρήση των διατάξεων του Νόμου 9/1965 για την προστασία του αγοραστή, για να αποφύγει τον πλειστηριασμό ή να απαλλαγεί από τον συγκεκριμένο πιστωτή. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί το άρθρο 12 του Νόμου 81(Ι)/2011, εμφανίζοντας ξαφνικά μια σύμβαση πώλησης συναφθείσα το 2007, που δεν μαρτυρείται δια οποιουδήποτε άλλου στοιχείου ότι πράγματι συνάφθηκε το 2007 και για ποιους πραγματικούς λόγους δεν έγινε κατορθωτή η κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο με την εφαρμογή των νόμων, προκειμένου να μπει στον ρόλο του «εγκλωβισμένου αγοραστή», και δι' αυτού να επιχειρήσει να ανακόψει πλειστηριασμό, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, εκτρέπουν τη νομοθετημένη δυνατότητα από τους λόγους για τους οποίους αυτή υφίσταται, και απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας αυτής. Επειδή το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ότι είναι δίκαιη και εύλογη η προστασία του Αιτητή, ως αγοραστή, με το να επιτρέψει την εκπρόθεσμη κατάθεση του Τεκμηρίου Α στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους και εναντίον του Αιτητή, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.